17098441_10211655610362253_1356452518278820304_nΑς μου συγχωρεθεί η τόλμη —ίσως για το θράσος αυτό να έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη πρώτα από τον δάσκαλό μου, τον κύριο Σταμούλη, και μετά από τους ουκ ολίγους θαυμαστές του έργου και του βίου του Μάνου Χατζιδάκι. Αλλά· ναι,  θα επιχειρήσω να αναφερθώ στην άκρως προσωπική συγγραφική περιπέτεια του θεολόγου και μουσικού, παρομοιάζοντάς την με την καλλιτεχνική και ευρύτερη παρουσία του εκλεκτότερου και ποιητικότερου μουσικοσυνθέτη της νεώτερης Ελλάδας.

Όταν το 1972 ο Μάνος επέστρεφε από την Αμερική, όπου εξόριστος πλούτισε τον ψυχικό του καμβά και επαύξησε τη δημιουργική του κατάθεση, μέσα από την επαφή με το ξένο, νοσταλγώντας ταυτόχρονα το οικείο και ελληνικό —κι ενόσω ακόμα η Ελλάδα βρισκόταν στο δικτατορικό σκοτάδι και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες στα κρυφά ή στα φανερά αντιστέκονταν στην καθεστωτική ανελευθερία της εποχής—· έφερε μαζί του τον Μεγάλο Ερωτικό. Μία μουσικοσυνθετική εργασία η οποία —ούτε λίγο ούτε πολύ— επιχειρούσε να αναδείξει τις κορυφαίες ίσως ερωτικές φωνές του Έλληνος ποιητικού λόγου: Ελύτης, Σαπφώ, Άσμα Ασμάτων ορισμένες από τις χαρακτηριστικές μελοποιημένες στιγμές του Ερωτικού του. Όπως ήταν φυσικό, τούτη η επιλογή ξένισε το κοινό, που μάλλον ανέμενε μια χατζιδακική σοδειά, η οποία με τον τρόπο της να στιγματίζει τα τεκταινόμενα και να ορθώνει ανάστημα καλλιτεχνικό αντίστασης και διαμαρτυρίας. Ερωτηθείς για αυτή του την επιλογή απάντησε πολύ απλά πως ο καλλιτέχνης πρέπει να εκπλήσσει όσους τον ακολουθούν και όχι να παραδίδει στον κόσμο το αναμενόμενο. Όποιος γνωρίζει όμως το βάθος της χατζιδακικής σκέψης και αισθητικής, μπορεί να ερμηνεύσει την όντως έκπληξη του Μεγάλου Ερωτικού —στον καιρό της και πέρα από αυτόν— λίγο καλύτερα. Δεν ήταν απλώς μια θαυμάσια ερωτική φωνή στον ανέραστο ζόφο της ανελεύθερης εποχής του. Για τον Χατζιδάκι, εξάλλου, ήταν λανθασμένος ο διαχωρισμός του ερωτικού από το πολιτικό τραγούδι. Το ερωτικό τραγούδι είναι πολιτικό και το πολιτικό ερωτικό, θα έλεγε. Συνεπώς ο Μεγάλος Ερωτικός του Μάνου ήταν ένα ήμερο χαστούκι στην ανέραστη πολιτεία της εποχής του, μια πολιτική πράξη ερωτικότητας απέναντι στην καθεστωτική αντιερωτικότητα της διδακτορίας.

Και τι σχέση έχουν όλα αυτά, θα μου πείτε ίσως, με τον Χρυσόστομο Σταμούλη και το βιβλίο του που σήμερα παρουσιάζουμε; Πόσο μάλλον, τί σχέση μπορεί να έχουν με την Εκκλησία και τη θεολογία;  Τι γυρεύει λοιπόν το τραγούδι και ο Χατζιδάκις σε συζητήσεις για τη θεολογία, την Εκκλησία και τη μαρτυρία τους στο σύγχρονο κόσμο; Παρόμοια ερώτηση θέτει ο συγγραφέας μας καταγράφοντας τις φωνές εκείνων των ειρωνικώς απαξιωτικών που απορούν: Τι γυρεύει η Αλεπού στο παζάρι· δηλαδή, τί στ’ αλήθεια έχει να πει η Εκκλησία και θεολογία της για τα όσα καίνε σήμερα τον κόσμο; Τι παράταιρη, άραγε, θέση έχει μια όντως ταλαιπωρημένη και ίσως δικαίως παρεξηγημένη φωνή στο καθημερινό δημόσιο παζάρι της αισχρής αργυρολογίας, της συναλλαγής αξιών, προσώπων και συνειδήσεων; Είναι πιο βολικό για τον εαυτό της και τους άλλους, αποτραβηγμένη σε ερημιές και ιδιωτικές, ασφαλείς γωνίες απλά να προσεύχεται ή να δραπετεύει από τον παρόν· να απουσιάζει από το παρόν— πράγμα που για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη συνιστά, δίχως άλλο, αμαρτία.

Μα είναι ζήτημα ερωτικότητας, δηλαδή γενναίας και επαναστατικής, ασκητικής και φιλάνθρωπης στάσης, η παρουσία της Εκκλησίας και της θεολογίας στον δημόσιο χώρο, ο λόγος της για τα κοινά και η καλλιέργεια φλέγουσας συνείδησης και καρδίας για τον συνάνθρωπο που ζει και υποφέρει στο κοινό εκκλησιαστικό και κοινωνικό σώμα: ο Χριστιανός είναι μέλος της Εκκλησίας και πολίτης του κόσμου. Καμιά σχιζοφρενική, υπαρξιακή διαίρεση δεν νοείται εδώ, κι ας την έχουμε εμπεδωμένη, δυστυχώς, χρόνια και χρόνια. Όπως, παρομοίως, ο Χατζιδάκις σε έναν άλλον ρωμαλέο ερωτικό του λόγο αρνείται να διαχωρίσει τον καλλιτέχνη από τον φιλάνθρωπο άνθρωπο:

«[…] «Μόνο ένας μουσικός, θα ήταν δυνατό να ζει ανενόχλητα μέσα σε τόση ανελευθερία, και να μπορεί να παίζει ατάραχος… το βιολί του. Μήπως και οι δικοί μας, δεν είχανε σκυμμένο το κεφάλι επτά χρόνια και παίζαν το βιολί τους και μάλιστα σε ειδικές γιορτές; Ποιος τάχα τότες ενοχλήθηκε απ’ αυτούς, που τώρα φωνασκούν και σοσιαλίζουν, επί του ασφαλούς; Γιατί δεν έμαθε κανείς ποτέ σε κανένα ωδείο, πως όταν βασανίζονται συνάνθρωποι, ή οφείλεις συμπαράσταση και όλη σου την προσπάθεια να τον γλυτώσεις, ή το φυλάς μέσα σου, ή αν δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, προσεύχεσαι. Κι αν παίζεις, αν πρέπει να παίζεις το βιολί σου, το παίζεις, χωρίς να υποχρεώνεις τον εαυτό σου να θεωρεί πως όλα πάνε όμορφα και ωραία. […]».[1]

Όσο εκκλησιαστικός και κοινοτικός είναι ο Χατζιδάκις, που ως καλλιτέχνης ομιλεί, τόσο πολιτική και η θεολογία, μόνο που μέτρο και κριτήριο και στις δύο περιπτώσεις είναι η ερωτικότητα, η θερμή αγαπητική στάση απέναντι σε εαυτούς και αλλήλους. Έτσι η Εκκλησία και η θεολογία, η θεολογία της Εκκλησίας, θα αναδεικνύει σωστά τις διάφορες αλλά όχι αντιφατικές φωνές ενός Προδρόμου, ο οποίος —κατά τον συμπατριώτη μας ποιητή Παντελή Μηχανικό— «φωνάζει» μανιωδώς, ελέγχοντας τα ατοπήματα της εξουσίας, αλλά και έναν Ισαάκ Σύρο ή έναν Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, ο οποίοι ποιητικώς διαβιούντες συνάπτουν δεσμό που γεωργείται από δάκρυα συμ-πάθειας με όλη ανεξαιρέτως τη δημιουργία, μέχρι και τους δαίμονες και τους λεγόμενους «εχθρούς της πίστεως». Τούτες λοιπόν τις αλήθειες τονίζει εμφατικά ο Σταμούλης σχεδόν σε κάθε κείμενο και με κάθε αφορμή στο βιβλίο του, καταφάσκοντας την ασκητική και συγχρόνως ευχαριστιακή φύση της εκκλησιαστικής ερωτικότητας.

Κλειδί για την κατανόηση των κειμένων του Χρυσόστομου Σταμούλη από τους αναγνώστες του, αλλά και για τη γενναία συζήτηση που ίδιος διεξάγει με τον καιρό μας και  τις προκλήσεις του είναι η κατανόηση της σημασίας και του υπαρξιακού και κοινοτικού βάθους της Σάρκωσης. Παλεύει ο συγγραφέας μας με πάθος να αναδείξει τις συνέπειες που θα πρέπει να έχει στο εκκλησιαστικό σώμα το γεγονός, ότι ο Υιός του Θεού έγινε όντως άνθρωπος, παραμένοντας, οπωσδήποτε, Θεός. Πικρά θα διαπιστώσει πως στη σύγχρονή μας πραγματικότητα, ή μάλλον εδώ και καιρό, το όνομα Θεάνθρωπος έμεινε κενό νοήματος, καθώς δεν παρακινεί σε όμοια με του Χριστού συμ-παθητική κατάφαση στα ανθρώπινα, η οποία άκρως δημιουργικά επιθυμεί να ανακαινίσει την τροπολογία των πιστών του, αφού ανακαίνισε πρώτα την ίδια τη φύση τους, προσλαμβάνοντάς την. Πρόσληψη λοιπόν, εγκόλπωση των ανθρωπίνων πραγμάτων, οικείωση με όλο τον βίο. Ιδού το κατά Σταμούλη κλειδί για την συζήτηση με σύγχρονα φλέγοντα προβλήματα του κόσμου: βία, ρατσισμός, φονταμενταλισμός, φτώχεια, κοινωνική αδικία, εξουσιαστικότητα και εξουσιομανία —και μέσα σε όλα αυτά μια άκρα αντιερωτικότητα. Μας θυμίζει ο Σταμούλης, πως ο πλησίον δεν είναι έννοια θεωρητική· είναι κάθε πρόσωπο κοντινό και μακρινό. Πλησίον, επίσης, δεν είσαι μόνο, αλλά γίνεσαι, όταν προσλαμβάνεις το ξένο, το ανοίκειο, το άλλο, όπως ο Χριστός στο απαράμιλλο ταξίδι του από την ασφάλεια του πατρικού οίκου στον κόσμο, ανοίχθηκε διακινδυνεύοντας στο επισφαλές ταξίδι της συνάντησης· χωρίς ασφαλώς να εγκαταλείψει αυτό που ήταν για να γίνει αυτό που δεν ήταν, αλλά ενώνοντας αληθινά τα δύο στο ένα πρόσωπό Του. Έτσι, με την αποδοχή ενός «πολιτισμού της σάρκωσης», έννοια και σχήμα που το χρωστάμε στον Χρυσόστομο Σταμούλη, ανοίγουν δρόμοι υπέρβασης της απλής και ασφαλώς ανεπαρκούς έννοιας της ανοχής, που τόσο της μοδός είναι στις μέρες μας. Η απλή ανοχή, η ευγένεια —που συγγενεύει συχνά με μια ραφιναρισμένη υποκρισία— δεν θα μας πάει πολύ μακριά. Το πολύ-πολύ να μας θυμίσει πληκτικά το ιδανικό της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που φαίνεται παγκόσμια να καταρρέει, γιατί δεν επιχείρησε σχεδόν ποτέ να γίνει                     δια-πολιτισμική, τιμώντας τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς να επιθυμεί να τους αλλάξει, να τους μεταβάλει σε αυτό που δεν είναι. Μια διαπολιτισμική ασφαλώς κοινωνία είναι αυτή που καλλιεργεί την αληθινή σχέση μεταξύ των ανθρώπων και την από κοινού απόλαυση των αγαθών, τα οποία η κοινή ευχαριστιακή τράπεζα του Δημιουργού προσφέρει.

Η σάρκωση μόνο στα λόγια· ο Χριστός στην εξορία, να νοσταλγεί τον επαναπατρισμό. Θα το δείτε αυτό σε πολλά σημεία στο παρόν πόνημα του Χρυσόστομου Σταμούλη. Να ξανάρθει λοιπόν ο Χριστός στην πόλη· στο κέντρο των πραγμάτων. Μα, δεν θα διαφωνούσε ο δάσκαλος, πως ο Χριστός είναι στην πόλη· βιώνει μαζί με τόσους ελάχιστους αδελφούς του τη φυλακή, την ομηρία, τα δεσμά του κόσμου, που ο Ίδιος έπλασε. Θυμίζει τούτη η, πιστεύω νόμιμη —δίκην υποσημείωσης— αποστροφή μου, ένα περιστατικό που παραδίδει ο Charles Bukowski, καθώς περιγράφει την περιπέτεια ενός των περιθωριακών ηρώων του στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Διαβάζουμε:

«Και υπήρχε μια ηλίθια ιστορία που δεν θα μπορούσε να διηγηθεί ποτέ σε κανένα, για τη νύκτα που μέθυσε, τότε που έμενε στη γειτονιά με το ΒΥΣΣΙΝΙ ΦΩΣ. Καταμεσής σ’ ένα λουλουδιασμένο κήπο, υψωνόταν ένας λυπημένος Χριστός μέσα σε γυάλινο κλουβί. ΤΟ ΒΥΣΣΙΝΙ ΦΩΣ ΕΛΑΜΠΕ ΠΑΝΩ ΤΟΥ. Τον τρέλανε τον Νταν. Τέλος, κάποια νύκτα που τα ’χε πιει, όρμησε στον κήπο. Γριές κάθονταν τριγύρω, κοιτώντας τον ΒΥΣΣΙΝΙ ΧΡΙΣΤΟ. Ο Σκόρσκι προσπάθησε να βγάλει τον Χριστό από το πλαστικό του κλουβί. Ήταν δύσκολο. Ένας άντρας έφτασε τρεχάτος.

‘‘Κύριε! Τι προσπαθείτε να κάνετε;’’

‘‘…να βγάλω αυτόν τον μάγκα από το κλουβί του. Σε κόφτει;’’

‘‘Λυπάμαι,  κύριε, αλλά καλέσαμε την αστυνομία…’’

‘‘Την αστυνομία;’’

Ο Νταν παράτησε τον Χριστό κι έφυγε τρέχοντας».[2]

 

Υποσχέθηκα στην αρχή του κειμένου μου πως θα σας συστήσω τον Σταμούλη μέσω του Χατζιδάκι. Δεν λησμονώ την υπόσχεσή μου και επιστρέφω σε λόγια του Μεγάλου Μάνου:

«Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως […] Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.

Το τραγούδι είναι μία μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας […] που θα φωτίσω τις κρυφές κι αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα  —αν είναι δυνατόν— ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. […]

[…] (Το τραγούδι μου) θα το θυμάσθε και θα το ’χετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήσετε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίσετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το ‘‘Υπερμάχω’’».[3]

 

Τέτοιος είναι ο συγγραφικός, ο θεολογικός λόγος του καλλιτέχνη Σταμούλη. Απαιτεί άσκηση η οικείωσή του· όμως θα σας αποζημιώσει αρχοντικά η απόλαυση της ρέουσας γλώσσας του, που καθώς βυθίζεται στα νάματα της ποίησης υψώνεται ανάλαφρη αλλά μεστή σε κορυφές της φιλόκαλης αισθητικής της Ορθοδοξίας.

 

 

 

[1] Μάνος Χατζιδάκις, «Όταν ελευθερωθούμε από τη δυναστεία των τεχνών και από τη δυστυχία των καλλιτεχνών», Τα σχόλια του τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας, Αθήνα ⁵2003, σ. 165-166.

[2] Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας, μετάφρ.: Χρύσα Τσακλίδου, Το Βήμα, χ.τ., 2011, σ. 2016.

[3] Μάνος Χατζιδάκις, «Για το τραγούδι», Ο καθρέφτης και το Μαχαίρι, Ίκαρος, Αθήνα 31995, σ. 33-34.

(Συνάντηση Θεολογίας και Πολιτισμού, Πολιτιστικό Εργαστήρι Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία 4 Μαρτίου 2017)

 

Advertisements