Χρυσόστομος Σταμούλης, Στα Άκρα (25Νοε2016)

15107291_10210580153556505_380775577955637523_nΟφείλει ο λόγος της Εκκλησίας να είναι πολιτικός;
Αποδέχεται η Εκκλησία τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα;
Ποια η στάση της Εκκλησίας απέναντι στους ξένους και τους μετανάστες;
Είναι αναγκαίο το μάθημα των Θρησκευτικών στη σύγχρονη εκπαίδευση;

Στα ερωτήματα αυτά, μεταξύ άλλων, απαντάει ο καθηγητής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Χρυσόστομος Σταμούλης.

Παρουσίαση: Βίκυ Φλέσσα

Η ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως στην παρουσίαση του νέου βιβλίου (Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;) του καθηγητή Χρ. Σταμούλη στη Θεσσαλονίκη

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d20Ο τίτλος προσπαθεί να μας εξοικειώσει με το θέμα, όμως, ο διάλογος που ο συγγραφέας επιχειρεί είναι δύσκολος για 2 λόγους: επειδή στις μέρες μας συνήθως δεν διαλεγόμαστε αλλά μονολογούμε παράλληλα (ή ψευδώνυμα στα σχόλια των ιστοσελίδων) και επειδή, ένας τέτοιος διάλογος -αυτός καθ΄αυτόν- είναι δύσκολος. Κάποτε, στα χρόνια του Διατάγματος των Μεδιολάνων, ένας παρόμοιος διάλογος, της Εκκλησίας με την Αυτοκρατορία, ήταν αυτονόητος (και γι΄αυτό νίκησε), όμως σήμερα η Ορθοδοξία ξέμαθε να διαλέγεται «…με την πόλη, με την πολιτική και τον πολιτισμό«.

Το γιατί, θα το βρείτε στις σελίδες αυτού του βιβλίου, όπου ο συγγραφέας εξηγεί ότι «η Εκκλησία δεν αποτελεί την αλεπού της ιστορίας«. Και επειδή θέλω να του δώσω αφορμή (την αιτία την έχει) να ετοιμάσει το επόμενο βιβλίο του, με όσα θα πω διερωτώμαι: εντάξει κ. Καθηγητά, δεν είμαστε η αλεπού, όμως το παζάρι γιατί το φοβόμαστε;

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d109Δεν ξέρω τί γίνεται στο Δήμο Θεσσαλονίκης, όμως στις δικές μας επαρχιακές πόλεις (με περιορισμένες θέσεις, μικρούς δρόμους κλπ) οι παραγωγοί (των ζαρζαβατικών φερ΄ειπείν) με δυσκολία πετυχαίνουν να εξασφαλίσουν  χώρο στο παζάρι. Ναί! το Κράτος προσπαθεί να βγάλει την Εκκλησία από τη δημόσια πλατεία, (αυτό δεν με ξαφνιάζει), όμως απορώ που και η Εκκλησία δεν αισθάνεται πλέον βολικά στην πλατεία. Ποιά; η Εκκλησία! που ξεκίνησε όχι από τους δρόμους αλλά κάτω από τους δρόμους, από τις κατακόμβες και μεταμόρφωσε αυτοκρατορίες. Αλήθεια! πώς τα καταφέραμε!  Με την ιλιγγιώδη ποίηση, με την κορυφαία μουσική, με την μοναδική ζωγραφική, με την εκφραστική αρχιτεκτονική μας, με την τόσο συναρπαστικὴ δραματουργία και τον διαχρονικά γονιμότατο λόγο μας. Όμως τώρα, γιατί μας εγκατέλειψε η αυτοπεποίθηση; Μας έκοψαν κάποτε τα φτερά, και τώρα που ξαναφύτρωσαν δεν τα ανοίγουμε για να πετάξουμε. Δεν πιστεύουμε ότι η «πραμάτεια» μας στο παζάρι, όντως θα γίνει ανάρπαστη! Αλλά κι αν αποκλεισθούμε  από το παζάρι, τότε όπου και να πάμε, εκεί θα στηθεί η λαϊκή αγορά.

Να αναφέρω 3 παραδείγματα που φανερώνουν αυτήν την ατολμία μας να βγούμε στην πλατεία και να ανοίξουμε δημόσιο διάλογο:

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d24

Μεθαύριο Τετάρτη θα συγκροτηθεί σε Σώμα και θα συνεδριάσει στην Αθήνα η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να κάνει μια αποτίμηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης. Είναι σωστό αυτό, όμως γιατί (σε κληρικούς και λαϊκούς), υπάρχει τόσος φόβος και τέτοιος πανικός; Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία, υπάρχει στ΄αλήθεια Σύνοδος Επισκόπων που θα επιδιώξει και θα επιτύχει να βλάψει την Εκκλησία;  Όποιος πεί «ναί», τότε γι΄αυτόν η Εκκλησία δεν είναι ο Χριστός, αλλά ένας ανθρώπινος οργανισμός. Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας πρότεινε στην Κρήτη να καταδικάσουμε τον «αντι-οικουμενισμό» ως αίρεση και κάποιοι το θεώρησαν υπερβολικό, τότε ο Αναστάσιος είπε: «…να αφήσουμε, λοιπόν, το Πνεύμα να πνέει και σήμερα στην Εκκλησία, όπως θέλει, κι όχι να αντιγράφουμε μονίμως το παρελθόν». Κι όταν σε μια κατ΄ιδίαν αγωνιώδη συζήτηση, του είπαμε πόσο δεσμευτικές ήταν για την Ιεραρχία μας οι προτάσεις που κατεβάσαμε στην Κρήτη, μας είπε: «αυτές που φέρατε δεν είναι προτάσεις, είναι το Ταλμούδ».

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d39

Άλλο παράδειγμα:

Έγινε, εδώ στη Θεσσαλονίκη, τόσος θόρυβος για το Πρόγραμμα Ισλαμικών Σπουδών. Ειπώθηκαν και γράφτηκαν απόψεις που δεν είχαν ούτε την εξυπνάδα του φιδιού, ούτε την καθαρότητα του περιστεριού. Φυσικά δεν απέπνεαν αγάπη, ούτε φανέρωναν αυτοεκτίμηση.  Ήρθα και μίλησα γι΄αυτό το θέμα στη Νεάπολη, προσκεκλημένος του αδελφού μου Βαρνάβα. Όταν έγινε μια σχετική εκδήλωση στη Μητρόπολη εδώ, ρώτησα τον Γέροντά μου: να ρθω να μιλήσω; και μου απάντησε: «μην έρχεσαι, γιατί δεν ξέρω τί κλίμα θα επικρατήσει». Δεν ήρθα, από σεβασμό στην ειλικρίνεια των προθέσεων του (προθέσεις, που επί 30 χρόνια στη Θράκη, ως πράξεις, πέτυχαν την ισονομία και την ειρήνη στην περιοχή μας). “Ομως αν ερχόμουν, ξέρετε τί θα σας έλεγα; οι Θεσσαλονικείς φοβάστε τους 30 θρακιώτες μουσουλμάνους που θα παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα, όμως εγώ φοβάμαι κάτι άλλο: μην τυχόν αυτά τα παιδιά -που είναι, όπως ήταν κάποτε τα δικά μας κατηχητόπουλα το 1960- χαλάσουν και στη Σχολή και στη Θεσσαλονίκη.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d57

Τρίτο παράδειγμα:

Δημιουργείται τόση ένταση με τη φοίτηση, σε σχολεία της Χώρας μας, των παιδιών λαθρομεταναστών και προσφύγων. Είναι θέμα για το οποίο η ΕΕ κατάφορα καταπάτησε όχι μόνο τη Συνθήκη Σένγκεν αλλά κάθε ευρωπαϊκό και ανθρωπιστικό Δίκαιο. Μας προέκυψε, δεν το επιλέξαμε, όμως θα τρομοκρατεί την Ευρώπη για πολλές δεκαετίες ακόμη. Πώς το αντιμετωπίζουμε οι Ορθόδοξοι Έλληνες; Με τις ίδιες αναποτελεσματικές και επικίνδυνες μεθόδους που το παλεύουν στην Ευρώπη. Αφού ξέρουμε ότι υπάρχουν δύο τακτικές, η λογική και η φανατική, γιατί δεν επιλέγουμε την πρώτη; Έχουμε προηγούμενο: εξελληνίσαμε και εκχριστιανίσαμε λαούς και φυλές στην ιστορία μας, όχι λίγες, αλλά κι εκείνη η πολιτική δεν ήταν και η πιό πετυχημένη. Την καλύτερη μέθοδο μας την αναγνώρισε πρό ημερών ο Πρόεδρος Ομπάμα, λέγοντας στην Αθήνα: «οι Έλληνες με τον τρόπο που διαχειρίζεσθε τους πρόσφυγες, διδάξατε ακόμα μιά φορά στον κόσμο την ανθρωπιά». Εμείς αποκωδικοποιήσαμε το λόγο του: ξέρουμε ότι η ανθρωπιά πλέον ή εμπνέεται από το Ευαγγέλιο ή απλά δεν υπάρχει. Ή είναι απόρροια -έστω και ασύνειδη- της Ορθόδοξης βιοτής ή είναι απεριόριστη υποκρισία.

Θα ήθελα να σχολιάσω και περί το Συνέδριο με την Αριστερά και περί το μάθημα των θρησκευτικών, που θίγει ο κ. Σταμούλης στο βιβλίο, όμως περιορίζομαι σ΄αυτά τα 3 θέματα, επειδή βιάζομαι να σας ρωτήσω: πείτε μου, σας παρακαλώ, αν ο Λυαίος σήμερα φώναζε και προκαλούσε στο στάδιο (πλατεία, παζάρι, δημόσιο, κοινωνία), ποιός Δημήτριος από το πλήθος θα κατέβαινε στην παλαίστρα, ενθαρρημένος από τί, με ποιά εξάρτυση, ώστε να εξουθενώσει την έπαρσή του;

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d43

Αγαπητοί μου,

Ας πάψουμε να τρωγόμαστε μεταξύ μας, κι ας τολμήσουμε να βγούμε στις αγορές και στις πλατείες. Όχι στις χρηματιστηριακές αγορές ούτε στις αγοραίες πλατείες, αλλά στα μαρμαρένια αλώνια όπου είναι ανάγκη να δοκιμαστεί ξανά, πόσο δραστικό είναι το Ευαγγέλιο σήμερα, πόσο εφικτή είναι η «κατά Χριστόν ζωή» μας, σήμερα.

Ας μη μας λείπει η αυτοσυνειδησία, δεν φτιάξαμε εμείς την Εκκλησία, είναι «Θεού οικοδομή». Ας μη χάνουμε την αυτοεκτίμησή μας, ο Χριστός παραμένει μαζί μας «όλες τις ημέρες της ζωής μας, μέχρι τη συντέλεια των αιώνων».  Ο πολύτιμος μαργαρίτης, δεν κάνει να μένει άλλο θαμμένος στη γη. Ας τον βγάλουμε κι ας τον εμπορευτούμε στον μπάνγκο, στο παζάρι.

Δεν είναι εικόνα χριστιανών αυτή, να βριζόμαστε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα που οι λέξεις της δεν σημαίνουν τίποτε για τον σύγχρονο άνθρωπο. Φωνάζουμε έξαλλα σε κάποιους: «μανιχαϊστή», «οικουμενιστή», «νικολαΐτη», όταν δίπλα μας ένας κόσμος ολόκληρος -στην καλύτερη περίπτωση- νοιάζεται απλώς για το «αν υπάρχει Θεός και πώς θα επιστρέφει σ΄Αυτόν, όταν παρεκτρέπεται».

Για τη σχέση μας με την Ρώμη (ο συγγραφέας μας λέει ότι ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί με βάσει το Τριαδικό πρότυπο), εγείραμε ζήτημα για το «αν η ΡΚαθολική Εκκλησία, είναι Εκκλησία», όταν στη Χώρα μας εκκλησιάζεται το 5% των Ορθοδόξων.

Απαιτούμε τη διόρθωση του μαθήματος των θρησκευτικών, περιφέροντας τις σαγιονάρες των οσίων για προσκύνηση. Θριαμβολογούμε την απομάκρυνση του υπουργού Παιδείας, όταν το Κοινοβούλιο ψήφισε πανηγυρικά το Σύμφωνο Συμβίωσης (και όταν ο Ομπάμα αναφέρθηκε στο γάμο των ομοφυλοφίλων, οι Ορθόδοξοι Έλληνες που ήταν στην κατάμεστη τεράστια αίθουσα του Ιδρύματος Νιάρχου, τον καταχειροκρότησαν).

Οι νέοι μας ζητούν ψωμί κι εμείς τους δίνουμε πέτρες.

Επιστήμες του αύριο, όπως η Βιολογία και η Γενετική, ζητούν να βάλουμε ηθικά όρια στην έρευνά τους κι εμείς ασχολούμαστε με …προφητείες.

Αλλά και μέσα στο σπίτι μας: δεν ανεχόμαστε, ούτε δοκιμαστικά, την μετάφραση κάποιων διδακτικών κειμένων στη Λατρεία, μήτε ανησυχήσαμε όταν μας είπαν ότι ο βαυκαλισμός μας με τα ηρω-ελεγειακά 16σύλλαβα είναι …αυνανισμός. Δεν υποπτευόμαστε καν, ότι το λατρευτικό ωράριο που τηρούμε είναι για περασμένες εποχές, ούτε ιδρώνει το αυτί μας όταν κοστολογείται στον Τύπο η γκαρνταρόμπα μας.

Γι΄αυτό πλέον η μεγάλη πλειονότητα του λαού μας αδιαφορεί και μας προσπερνάει ή μας φοβάται. Κυρίως μας φοβούνται οι πολιτικοί της Χώρας μας, επειδή, όπως ειπώθηκε «γλυστράμε εύκολα». Όταν θίγονται τα προνόμοιά μας, επικαλούμαστε το ρόλο του Κλήρου στα 1821. Όταν προτείνεται η αξιολόγησή μας, κραδαίνουμε τα συσσίτια των ενοριών μας. Ενώ υπάρχουν παπάδες που ξημεροβραδιάζονται στους ναούς με το πετραχείλι στο λαιμό, επίσημα προτάσσουμε το κοινωνικό μας έργο. Επειδή, λοιπόν, όντως «γλυστράμε εύκολα», γι΄αυτό άρχισε εναντίον μας ένας ιδιότυπος κλεφτοπόλεμος και υπάλληλοι του Υπ. Παιδείας γύρισαν προ καιρού σε ενορίες του λεκανοπεδίου για να ελέγξουν αν οι εφημέριοι που αναφέρονται στα Δίπτυχα τηρούν το 8ωρό τους. Και τώρα, ελέγχεται το πόσο συχνά γίνονται αναλήψεις από τους μισθοδοτικούς λογαριασμούς των ιερέων.

Οπότε, πως να βγούμε στο παζάρι, κ. Σταμούλη!

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d91

Καταλαβαίνετε τί θέλω να πω; Είμαστε αναγκαίοι αλλά λιγότερο ενδιαφέροντες απ΄όσο νομίζουμε.

Ο συγγραφέας μας γράφει στο βιβλίο του: «υπάρχουμε όπου οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι και όταν δεν αντέχουμε την παρουσία τους, επιδιώκουμε την απουσία τους«. Γι΄αυτό «είμαστε πλήρεις μέσα στη φυλακή του κλειστού εαυτού μας και φτάσαμε να μην αντέχουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό«.

Ποιά λύση μας προτείνει;

«Με θάρρος και περισσή δύναμη να ακολουθήσουμε την πορεία μας μέσα στον πολιτισμό«, «να μην απουσιάζουμε από τη ζωή«, «να μην πνίγουμε την έκπληξη«, «να δώσουμε στον σύγχρονο άνθρωπο την προσδοκία της ζωής, την επιθυμία της ζωής, όχι απλά της μεταθανάτιας, αλλά της ζωής πριν το θάνατο«. Να μην έχει η ζωή μας «θερμότητα χωρίς λόγο και επιστήμη«, για να μην μείνει «ο πλους της πίστεως ακυβέρνητος«.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d93

Αγαπητοί μου,

«Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τα ψέμματά μας». Βεβαίως και δεν χρειάζεται την υποστήριξή μας Αυτός, που στη Γεθσημανή ζήτησε να βάλουν τα μαχαίρια στις θήκες τους. Μας ζητάει όμως να Τον πάρουμε στα σοβαρά. Ο Σταμούλης λέει ότι «ο Θεός κάποτε έλεγε και ό,τι έλεγε, γίνονταν. Έπειτα έγινε ο ίδιος σιωπηρά κι ασκητικά άνθρωπος«.  Και μας προτρέπει να σεβαστούμε «την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα«.

Αν δεν σταθούμε έτσι μπροστά στο πονεμένο βογγητό του Σαμαρείτη, θα εκλιπαρούμε την δημόσια υπάρξή μας, μόνο και μόνο ως ανάχωμα, παλαιότερα στον κομμουνισμό και σήμερα στο Ισλάμ. Αν δεν διακρίνουμε  τα μαύρα ράσα από τις άσπρες μπλούζες, θα βιώνουμε μέσα στο σπίτι μας, αυτό που λέει ο συγγραφέας μας «το ανέραστο της κλειστοφοβικής εκκλησιαστικής μας επάρκειας και αγοραφοβίας που θα οδηγεί στην υποχώρηση της ανθρωπινότητας[*]«.

Να κλείσω με την εξής απορία που μου δημιούργησε το βιβλίο:

Αλήθεια, τί αξία έχει, η Θεολογία μας, χωρίς το μυστήριο της σάρκωσης; Τί αξία έχει μια Εκκλησία που θα είναι απόκοσμη, επειδή θα φοβάται μην τυχόν χαρακτηριστεί ως κοσμική;

Ευχαριστώ, Χρυσόστομε, για τον προβληματισμό, μπροστά στον οποίο μας έθεσες. Να σ΄έχει ο Θεός καλά και να σε εμπνέει.

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Ερχόμαστε από τη τολμηρή πλευρά της ιστορίας.Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο καινούργιος κόσμος

 

13614989_10209343840609454_8907652239420480273_nΈτσι συμβαίνει πάντοτε:

ο ποιητής ριψοκινδυνεύει,

ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα

που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της

(Οδυσσέα Ελύτη, Τέχνη – Τύχη – Τόλμη).

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά-σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός-όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος/ Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα/ γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία./ Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά/ να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας./ Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη/ -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου./ Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

 

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8,6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή-σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού-Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το άσμα ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σ. 86-89.

ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΝΘΡΑΚΙΚΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΤΩΝ 4 ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
ΥΠΌ ΤΟΝ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β’
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016http://imalexandroupolis.blogspot.gr/2016/07/4.html

 

Χρυσόστομος Σταμούλης, Οι βιβλικές διηγήσεις στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Ν. Καζαντζάκη

Επιστημονικό Συνέδριο Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας 11-12 Δεκεμβρίου 2015
«Αγία Γραφή και Ελληνική Λογοτεχνία»
Πολιτιστικό Κέντρο Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Μεγ. Βασιλείου 15.

Χρυσόστομος Σταμούλης, Τι είναι το ανθρώπινο;

dali_pma_05_01Ανθρώπινο είναι το ρογμώδες. Εκείνη η λειτουργία της διάφανης και μαζί κτιστής πραγματικότητας που η συναίσθηση της οριακότητάς της, της επιτρέπει την εσχατολογική νοηματοδότηση του εδώ και τώρα. Το ανθρώπινο είναι ευαίσθητο, αδύναμο και μαζί ρωμαλέο κατόρθωμα παραμονής στο κάλεσμα της φύσης, η οποία συγκροτείται από ζύμη ελευθερίας και ανοικτή διάθεση μόνιμης εκστατικής επέκτασης. Μιας επέκτασης η οποία είναι υπεύθυνη για την τελική και οπωσδήποτε δραματική μεταμόρφωση του απρόσωπου σε προσωπικό. Πραγματώνεται όταν ο άνθρωπος ζει την ανθρωπινότητά του μετά πάθους ποιητικού σχέσης. Ως εκ τούτου αποτελεί εξομολογητική παραδοχή όλων των συστατικών και άκρως δημιουργικών αδυναμιών, που επιτρέπουν την αποκάλυψη μιας μανικής ερωτικότητας, η οποία γνωρίζει πως η ύπαρξη σώζεται για την ανεπάρκειά της∙ εξάπαντος όχι το αντίθετο.
Χρυσόστομος Σταμούλης, Καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Χρυσόστομος Σταμούλης, Ο ύμνος της αγάπης|Chrysostomos Stamoulis, The Hymn of Love

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.
Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην.
Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.
Αποστόλου Παύλου: Α’ Επιστολή προς Κορινθίους

Μουσική Χρυσόστομος Σταμούλης
Κείμενο αποστόλου Παύλου
Ενορχήστρωση Αντώνης Σουσάμογλου
Τραγούδι Μ. Χατζημανώλης
Διαβάζει ο Δημήτρης Καρέλλης
cd Μεταμόρφωσις 2007(anemos music art-ILP Productions), δεκαεπτά ορχηστρικά θέματα και δύο τραγούδια, που γράφτηκαν για το Ντοκιμαντέρ Τα Βήματα του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα. Τραγουδούν οι Νικολέτα Δημητρίου, Νίκος Σπανός και Μ. Χατζημανώλης. Διαβάζει ο Δημήτρης Καρέλλης.
Έπαιξαν οι Μουσικοί:
Ευθύμιος Ατζακάς (Κιθάρα)
Δημήτρης Ατζέμης (Μαντολίνο)
Δημήτρης Καλπαξίδης (Όμποε)
Στέφανος Κωφίδης ( Κρουστά στα 4,7, 15 και 19, Ζίλιες στο 3, Ντέφι, Τουμπελέκι στο 8)
Γιώργος Ματθαίου (Νέι)
Θανάσης Μπιλιλής (Τσέμπαλο)
Κωστής Παπάζογλου (Φλογέρες)
Αγάπη Παρθενάκη (Μπάσο)
Αντώνης Σουσάμογλου (Βιολί, Πιάνο)
Πέτρος Σουσάμογλου (Φλάουτο)
Μιλτιάδης Σπυριδόπουλος (Λαούτο, Ούτι)
Αλέξης Σταυρίδης (Κλαρινέττο)
Γιάννης Στέφος (Τσέλο)
Παντελής Τερεζάκης (Λύρα)
Χαράλαμπος Τοκανίδης (Τουμπελέκι, Μπεντίρ, Μπόνγκος στο 3, Τζέμπε, Μπεντίρ στο 8, Ταμπούρο, Μπεντίρ, Ντέφι στο 11)
Απόστολος Τσαρδάκας (Κανονάκι)

Ηχοληψία
Χριστόφορος Τσιτουρίδης
Τη φωνή του Δημήτρη Καρέλλη ηχογράφησε ο
Αργύρης Παπαγεωργίου

Μίξεις:
Χριστόφορος Τσιτουρίδης-Αντώνης Σουσάμογλου
Παραγωγή:
ILP Productions

METAMORPHOSIS
«Μπα γιατί; Του παππού μου είναι.»

Έμπαινε μια Άνοιξη που έμελλε να είναι πικρή. Οι ετοιμασίες για τη γιορτή του Πάσχα κόπηκαν στη μέση. Έτσι όπως κόβει ο θάνατος τη ζωή. Ο χρόνος άρχισε να κυλά διαφορετικά. Η καθημερινότητα άλλαξε με μιας, το ίδιο και οι προτεραιότητές της. Τα πρόσωπα, τα πράγματα ακινητοποιήθηκαν και φάνηκε προς στιγμήν να χάνουν το νόημά τους. Έρημη χώρα, κενό δωμάτιο, άδειο πουκάμισο έμοιαζαν σώμα και ψυχή.
Το παιχνίδι των παιδιών συνεχίστηκε, αλλά στα μάτια τους ταξίδευε ακυβέρνητο το γιατί. Και πώς κανείς να εξηγήσει το ανεξήγητο; Πώς να εκφράσει το ανέκφραστο; Πώς να παρηγορήσει απαρηγόρητος τον πόνο; Είναι στιγμές που γιορτάζεις τη σιωπή. Γιορτάζεις την αλήθεια που χρόνια γνώριζες, αλλά την ήθελες ξένη. Γιορτάζεις ως άλλος σαλός και το θάνατο. Τον γιορτάζεις γιατί ξέρεις τη μεταμόρφωση. Ξέρεις να διαβάζεις το θάνατο του θανάτου και να βρίσκεις το κρυμμένο κέρδος.
«Αλεξάνδρα όχι εδώ, δεν κάνει», φώναξε η θεία που της είπαν πως στο κοιμητήρι δεν παίζουν, ο χώρος είναι ιερός. «Μπα γιατί; Του παππού μου είναι», απάντησε η μικρή που έκλεινε τα πέντε της χρόνια και έδειξε με μιας τη συνέχεια, την οικειότητα που νικά το θάνατο, την αθάνατη αγάπη που σκεπάζει τα πάντα και αποκαλύπτει τη μεταμόρφωση, την προσδοκία της άλλης γιορτής.
Χαρά μου, χαρά μου! Αλήθεια μου αληθινή!

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης

Ο ύμνος της αγάπης

Και τι μένει στο τέλος; Μια αγάπη που μας περιέχει, που μας χωράει όλους. Όχι μόνη της, όχι γυμνή. Μια αγάπη χωρίς εμάς δεν έχει νόημα. Λέω πως δεν είναι ούτε αγάπη. Όλοι μαζί λοιπόν στην αγάπη. Όλοι μαζί.

Εφ’ όλης της ύλης και «αιρετικά»…

Αιρετικά Μαθήματα Πολιτισμού στον FM100.6
Με τους Αγγελίδη-Γκέντζο Τάσο και Κουντουρά Παναγιώτη

29 Ιανουαρίου 2016, με καλεσμένο στην εκπομπή τον:
Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητή της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ.

Κινηματογράφηση/Μοντάζ: Χρήστος Σαγιάς