Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Ερχόμαστε από τη τολμηρή πλευρά της ιστορίας.Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο καινούργιος κόσμος

 

13614989_10209343840609454_8907652239420480273_nΈτσι συμβαίνει πάντοτε:

ο ποιητής ριψοκινδυνεύει,

ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα

που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της

(Οδυσσέα Ελύτη, Τέχνη – Τύχη – Τόλμη).

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά-σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός-όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος/ Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα/ γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία./ Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά/ να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας./ Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη/ -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου./ Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

 

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8,6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή-σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού-Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το άσμα ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σ. 86-89.

ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΝΘΡΑΚΙΚΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΤΩΝ 4 ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
ΥΠΌ ΤΟΝ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β’
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016http://imalexandroupolis.blogspot.gr/2016/07/4.html

 

Χρυσόστομος Σταμούλης, Οι βιβλικές διηγήσεις στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Ν. Καζαντζάκη

Επιστημονικό Συνέδριο Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας 11-12 Δεκεμβρίου 2015
«Αγία Γραφή και Ελληνική Λογοτεχνία»
Πολιτιστικό Κέντρο Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Μεγ. Βασιλείου 15.

Χρυσόστομος Σταμούλης, Τι είναι το ανθρώπινο;

dali_pma_05_01Ανθρώπινο είναι το ρογμώδες. Εκείνη η λειτουργία της διάφανης και μαζί κτιστής πραγματικότητας που η συναίσθηση της οριακότητάς της, της επιτρέπει την εσχατολογική νοηματοδότηση του εδώ και τώρα. Το ανθρώπινο είναι ευαίσθητο, αδύναμο και μαζί ρωμαλέο κατόρθωμα παραμονής στο κάλεσμα της φύσης, η οποία συγκροτείται από ζύμη ελευθερίας και ανοικτή διάθεση μόνιμης εκστατικής επέκτασης. Μιας επέκτασης η οποία είναι υπεύθυνη για την τελική και οπωσδήποτε δραματική μεταμόρφωση του απρόσωπου σε προσωπικό. Πραγματώνεται όταν ο άνθρωπος ζει την ανθρωπινότητά του μετά πάθους ποιητικού σχέσης. Ως εκ τούτου αποτελεί εξομολογητική παραδοχή όλων των συστατικών και άκρως δημιουργικών αδυναμιών, που επιτρέπουν την αποκάλυψη μιας μανικής ερωτικότητας, η οποία γνωρίζει πως η ύπαρξη σώζεται για την ανεπάρκειά της∙ εξάπαντος όχι το αντίθετο.
Χρυσόστομος Σταμούλης, Καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Χρυσόστομος Σταμούλης, Ο ύμνος της αγάπης|Chrysostomos Stamoulis, The Hymn of Love

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.
Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην.
Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.
Αποστόλου Παύλου: Α’ Επιστολή προς Κορινθίους

Μουσική Χρυσόστομος Σταμούλης
Κείμενο αποστόλου Παύλου
Ενορχήστρωση Αντώνης Σουσάμογλου
Τραγούδι Μ. Χατζημανώλης
Διαβάζει ο Δημήτρης Καρέλλης
cd Μεταμόρφωσις 2007(anemos music art-ILP Productions), δεκαεπτά ορχηστρικά θέματα και δύο τραγούδια, που γράφτηκαν για το Ντοκιμαντέρ Τα Βήματα του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα. Τραγουδούν οι Νικολέτα Δημητρίου, Νίκος Σπανός και Μ. Χατζημανώλης. Διαβάζει ο Δημήτρης Καρέλλης.
Έπαιξαν οι Μουσικοί:
Ευθύμιος Ατζακάς (Κιθάρα)
Δημήτρης Ατζέμης (Μαντολίνο)
Δημήτρης Καλπαξίδης (Όμποε)
Στέφανος Κωφίδης ( Κρουστά στα 4,7, 15 και 19, Ζίλιες στο 3, Ντέφι, Τουμπελέκι στο 8)
Γιώργος Ματθαίου (Νέι)
Θανάσης Μπιλιλής (Τσέμπαλο)
Κωστής Παπάζογλου (Φλογέρες)
Αγάπη Παρθενάκη (Μπάσο)
Αντώνης Σουσάμογλου (Βιολί, Πιάνο)
Πέτρος Σουσάμογλου (Φλάουτο)
Μιλτιάδης Σπυριδόπουλος (Λαούτο, Ούτι)
Αλέξης Σταυρίδης (Κλαρινέττο)
Γιάννης Στέφος (Τσέλο)
Παντελής Τερεζάκης (Λύρα)
Χαράλαμπος Τοκανίδης (Τουμπελέκι, Μπεντίρ, Μπόνγκος στο 3, Τζέμπε, Μπεντίρ στο 8, Ταμπούρο, Μπεντίρ, Ντέφι στο 11)
Απόστολος Τσαρδάκας (Κανονάκι)

Ηχοληψία
Χριστόφορος Τσιτουρίδης
Τη φωνή του Δημήτρη Καρέλλη ηχογράφησε ο
Αργύρης Παπαγεωργίου

Μίξεις:
Χριστόφορος Τσιτουρίδης-Αντώνης Σουσάμογλου
Παραγωγή:
ILP Productions

METAMORPHOSIS
«Μπα γιατί; Του παππού μου είναι.»

Έμπαινε μια Άνοιξη που έμελλε να είναι πικρή. Οι ετοιμασίες για τη γιορτή του Πάσχα κόπηκαν στη μέση. Έτσι όπως κόβει ο θάνατος τη ζωή. Ο χρόνος άρχισε να κυλά διαφορετικά. Η καθημερινότητα άλλαξε με μιας, το ίδιο και οι προτεραιότητές της. Τα πρόσωπα, τα πράγματα ακινητοποιήθηκαν και φάνηκε προς στιγμήν να χάνουν το νόημά τους. Έρημη χώρα, κενό δωμάτιο, άδειο πουκάμισο έμοιαζαν σώμα και ψυχή.
Το παιχνίδι των παιδιών συνεχίστηκε, αλλά στα μάτια τους ταξίδευε ακυβέρνητο το γιατί. Και πώς κανείς να εξηγήσει το ανεξήγητο; Πώς να εκφράσει το ανέκφραστο; Πώς να παρηγορήσει απαρηγόρητος τον πόνο; Είναι στιγμές που γιορτάζεις τη σιωπή. Γιορτάζεις την αλήθεια που χρόνια γνώριζες, αλλά την ήθελες ξένη. Γιορτάζεις ως άλλος σαλός και το θάνατο. Τον γιορτάζεις γιατί ξέρεις τη μεταμόρφωση. Ξέρεις να διαβάζεις το θάνατο του θανάτου και να βρίσκεις το κρυμμένο κέρδος.
«Αλεξάνδρα όχι εδώ, δεν κάνει», φώναξε η θεία που της είπαν πως στο κοιμητήρι δεν παίζουν, ο χώρος είναι ιερός. «Μπα γιατί; Του παππού μου είναι», απάντησε η μικρή που έκλεινε τα πέντε της χρόνια και έδειξε με μιας τη συνέχεια, την οικειότητα που νικά το θάνατο, την αθάνατη αγάπη που σκεπάζει τα πάντα και αποκαλύπτει τη μεταμόρφωση, την προσδοκία της άλλης γιορτής.
Χαρά μου, χαρά μου! Αλήθεια μου αληθινή!

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης

Ο ύμνος της αγάπης

Και τι μένει στο τέλος; Μια αγάπη που μας περιέχει, που μας χωράει όλους. Όχι μόνη της, όχι γυμνή. Μια αγάπη χωρίς εμάς δεν έχει νόημα. Λέω πως δεν είναι ούτε αγάπη. Όλοι μαζί λοιπόν στην αγάπη. Όλοι μαζί.

Εφ’ όλης της ύλης και «αιρετικά»…

Αιρετικά Μαθήματα Πολιτισμού στον FM100.6
Με τους Αγγελίδη-Γκέντζο Τάσο και Κουντουρά Παναγιώτη

29 Ιανουαρίου 2016, με καλεσμένο στην εκπομπή τον:
Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητή της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ.

Κινηματογράφηση/Μοντάζ: Χρήστος Σαγιάς

 

Χρυσόστομος Σταμούλης,Ζούμε το φασισμό της κυριαρχίας της φθοράς…

12241194_10207900059449627_3668615844340486098_nΠως βλέπεις τη σημερινή σύγκρουση των θρησκειών που έρχεται ξανά στο προσκήνιο με ακραίες και βίαιες ενέργειες που χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως προμετωπίδα;

Αυτή είναι η ευλογία που χάρισε σε εμάς η Εκκλησία. Η ενορία. Συνήθως βγαίνουν προς τα έξω τα αρνητικά. Ζούμε το φασισμό της κυριαρχίας της  φθοράς. Ε, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Δεν πιστεύω στη σύγκρουση των Θρησκειών. Ένας μύθος είναι. Οι Θρησκείες δεν μπορούν εάν λειτουργούν κατά φύση να συγκρούονται. Συγκρούονται μόνον όταν παραδίνονται αμαχητί στις Σειρήνες της εξουσιαστικότητας και στους πορνικούς εκφραστές τους. Ζούμε σε μια εποχή άγριου φονταμενταλισμού, θρησκευτικού, πολιτικού, αθλητικού… Πιστεύω βαθιά πως η Εκκλησία και ειδικά η Ορθόδοξη μπορεί να αποτελέσει ένα κάποιο ανάχωμα. Μικρό, αλλά ικανό να φωτίσει από άλλη γωνία τη ζωή. Να φέρει στη δημόσια πλατεία χαμένα δομικά υλικά που συγκροτούν ερωτικά τη ζωή, την αλληλεγγύη, την αγάπη, τη θυσιαστικότητα, την ελευθερία, το σεβασμό στην ετερότητα, στον άλλον, τον ξένο, το διαφορετικό. Θέλει βέβαια να βγει από τη φυλακή που την κλείσανε και να γίνει αληταριό, να δραπετεύσει στο δρόμο που βάδισε ο Χριστός, να ξαναβρεί την πόρνη, τον ληστή και τη καινούργια της φάτνη.

Ακούστε όλη την αυτοβιογράφηση παρακάτω:

http://webtv.ert.gr/ert3/01dek2015-xenodochio-958/

01Δεκ2015 

Την δική του εκπομπή στο «Ξενοδοχείο 9,58″ κάνει ο Χρυσόστομος Σταμούλης, ένας φωτισμένος θεολόγος, συγγραφέας, συνθέτης και ψυχή της χορωδίας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλά για την πόλη, το στενό του φίλο Σταύρο Κουγιουμτζή, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, τις θρησκείες. Στην υποδοχή ο Γιώργος Τούλας  01/12/2015

 

Χρυσόστομος Σταμούλης, «Η λειτουργία της ομοφωνίας και η ποιητική της ενότητας». Κριτικός σχολιασμός των κατανοήσεων της μεθόδου λήψης αποφάσεων τόσο κατά το προκαταρκτικό όσο και κατά το τελικό στάδιο της συνόδου

Article886.Image.600x600Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η «εκτός απροόπτου» σύγκλιση της «από μακρού αναμενομένης»[1] Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελείγεγονός χαρμόσυνο. Και τούτο διότι μετά από αιώνες η Ορθόδοξη Εκκλησία θα έχει τη δυνατότητα «να μαρτυρήσει την ενότητά της», καθώς «και την ευθύνην και την στοργήν της προς τον σύγχρονον κόσμον»[2], μέσα από την πράξη της συνοδικότητας, η οποία συνιστά την καρδιά της εκκλησιολογικής της αυτοσυνειδησίας, αφού υπενθυμίζει στον κόσμο την εσχατολογική της ταυτότητα και ως εκ τούτου προοπτική.

Τη σημαντικότητα του γεγονότος επιτείνει η απόφαση-δήλωση «άπασαι αι αποφάσεις, τόσον κατά τας εργασίας της Συνόδου, όσον και κατά τα προπαρασκευαστικά στάδια αυτής, να λαμβάνωνται καθ’ ομοφωνίαν»[3], καθώς και ότι «Εκάστη Αυτοκέφαλος Εκκλησία διαθέτει μίαν φωνήν»[4]. Δύο σημεία, που βάζουν δύσκολα στους εκπροσώπους των Εκκλησιών, αλλά τους δίνουν ταυτόχρονα και την «ευλογημένην ευκαιρίαν» να επαναβεβαιώσουν την ενότητά τους μέσα από το μυστήριο της «κοινωνίας και της συνεργασίας»[5].

Βέβαια, το θέμα της ομοφωνίας, σε πείσμα πολλών, δεν είναι καινούργιο. Πέρα από το γεγονός ότι έχει τις ρίζες του στη βιβλική παράδοση της Εκκλησίας -στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων οι αποφάσεις, καθώς σημειώνεται με σαφήνεια στις Πράξεις των Αποστόλων (15,25), ελήφθησαν «ομοθυμαδόν», δηλαδή με ομοφωνία-[6], στο consensus patrum και την οικουμενική συμφωνία-ομοφωνία (consensio) των Εκκλησιών της αρχαίας Εκκλησίας[7], στον καιρό μας μετρά ήδη είκοσι εννέα χρόνια ζωής και εφαρμογής, καθώς αποτέλεσε βασικό και απαράβατο όρο του κανονισμού λειτουργίας των Προσυνοδικών Πανορθόδοξων Διασκέψεων, ο οποίος συγκροτήθηκε στη Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Σαμπεζύ, από τις 28 έως και τις 6 Νοεμβρίου του 1986. Δύο χρόνια ακριβώς  πριν από την  υιοθέτηση της πρακτικής του consensus για τη λήψη των αποφάσεων από το Π.Σ.Ε. Γεγονός που περίτρανα αποδεικνύει το ψευδές εκείνης της άποψης που υποστηρίζει ότι η ομοφωνία είναι αποτέλεσμα επιδράσεων που η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχθηκε από το Π.Σ.Ε.. Η αλήθεια είναι ότι το consensus, την αρχή ουσιαστικά της συναίνεσης, εισηγήθηκαν στο Π.Σ.Ε. και διεκδίκησαν με ένταση οι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προκειμένου να αποφευχθεί η  κυριαρχία των Προτεσταντών, η οποία χτίστηκε πάνω στην αρχή της ποσοτικής πλειοψηφίας[8], στο πρότυπο ή σε αναλογία με την αρχή της  αρχαίας Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η «της των πλειόνων ψήφος κρατείτω».

Η συνέχεια στο http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/20/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1/

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Περί κοινότητας και αλλοτρίωσης

61Συχνά  στο θεολογικό μας χώρο γίνεται συζήτηση για την αλλοτρίωση. Τις περισσότερες φορές, εάν όχι όλες, ως αλλοτρίωση περιγράφεται εκείνη η κατάσταση απείθειας ή σταδιακής απομάκρυνσης από τον τρόπο μιας ιστορικής κοινότητας, στις περισσότερες περιπτώσεις της κοινότητας, άλλως των κοινοτήτων, της πρώτης Εκκλησίας του Χριστού. Άλλες φορές ως αλλοτρίωση κατανοείται η απομάκρυνση από τους καρπούς που παράγει η ζωή μιας  τέτοιας κοινότητας, όπως για παράδειγμα τα δόγματα, οι κανόνες, οι ηθικές επιταγές και η τέχνη.

Έχω την αίσθηση, πως όλες αυτές οι αλλοτριώσεις μένουν α-νόητες εάν δεν σημειώσουμε, ότι η πραγματική αλλοτρίωση είναι η διαίρεση των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, από το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, του Χριστού. Με άλλα λόγια, η απώλεια του προσώπου, τουτέστιν η απώλεια της σχέσης ενός συγκεκριμένου τρόπου ύπαρξης, που αποκαλύπτεται πάντα από αυτό το πρόσωπο[1]. Και τούτο διότι «ιδανικές», «ειδυλλιακές» κοινότητες δεν υπήρξαν και νομίζω πως δεν θα υπάρξουν, στα όρια της ιστορικής παροντικότητας,  ποτέ[2]. Ακόμη και η πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα, στην ιστορία του πολιτισμού, η κοινότητα των μαθητών, βίωσε εντός της, στο πρόσωπό του μαθητή Ιούδα, την τραγωδία της αλλοτρίωσης.

Συνεπώς, το κριτήριο της αλλοτρίωσης δεν προσδιορίζεται από την οποιαδήποτε πιστότητα στη ζωή της κοινότητας, αλλά από τη ζωή του Χριστού εντός της κοινότητας, ή τη ζωή της κοινότητας με τον Χριστό. Και το λέγω τούτο διότι το Ευαγγέλιο, χωρίς να ταυτίζεται με τον κάθε υπαρκτό και οπωσδήποτε ιστορικό Χριστιανισμό, είναι από μόνο του, ως η περιγραφή της ζωής, το υπόμνημα της ιστορίας της συγκεκριμένης κοινότητας εν Χριστώ, ένας υπαρκτός  και οπωσδήποτε ιστορικός Χριστιανισμός[3]. Τόσο ιστορικός όσο και το πρόσωπο του Ιησού.  Ένας Χριστιανισμός, που οι οποιεσδήποτε αστοχίες  και προδοσίες του, σαν αυτή του Ιούδα, αλλά ακόμη ακόμη και οι οποιεσδήποτε αταξίες και ατημελησίες του[4], δεν αλλοτριώνουν το πρόσωπο του Χριστού, αλλά την ίδια την κοινότητα, δείχνοντας πως η τραγικότητα, χαρακτηριστικό που αδυνατούν να δουν οι υπέρμαχοι θεωριών καθαρότητας, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, που δεν μπορεί παρά να χρεώνεται πάντα τα αποτελέσματα  της αβάσταχτης ελευθερίας με την οποία πλάστηκε. Και ίσως είναι εν τέλει αυτές οι αταξίες και αστοχίες, η έλλειψη μιας κάποιας ηθικιστικής καθαρότητας και ακρίβειας, που δίνουν στο Ευαγγέλιο το πραγματικό του μέγεθος, την αληθινή του διάσταση, που ορίζεται κατά τρόπο παράδοξο, από την παρουσία του ακτίστου, αλλά και τη δραματική πορεία του κτιστού να αγγίξει το άκτιστο[5].

Με τον τρόπο αυτό γίνεται σαφές πως η σωτηρία, ως ανερμήνευτη και ταυτόχρονα χειροπιαστή πραγματικότητα, δεν αναζητιέται στην οποιαδήποτε πιστότητα στο παρελθόν, αλλά στην κοινωνία της  ζωής του προσώπου του Χριστού, που καλεί από τα έσχατα[6]. Στη συνεχή αποκάλυψη της πιστότητας στο μυστήριο της υποστατικής ένωσης, στη συνεχή κατάφαση στο Σύμβολο της Πίστεως, που συνιστά τον πυρήνα του πολιτισμού της σάρκωσης[7]. Έτσι, χωρίς φόβο, μπορούμε να πούμε πως η μόνη αλλοτρίωση, όπως άλλωστε και η μόνη θανάσιμη αμαρτία είναι η άρνηση της υποστατικής ένωσης, η άρνηση της σάρκωσης του Λόγου του Θεού Πατέρα, η απομάκρυνση από το  Ευαγγέλιο της βασιλείας[8], που είναι ο ίδιος ο Χριστός[9]. Και είναι σαφές, πως η οποιαδήποτε άρνηση της σάρκωσης του Λόγου δεν διαβρώνει μόνο την αλήθεια του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά καταργεί ολόκληρη την Αγία Τριάδα. Η σάρκωση του Θεού Λόγου, του ενός της Τριάδος,  αποκαλύπτει την όλη Τριάδα. Κάνει την όλη Τριάδα, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι, να αληθεύει. Γράφει σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Ει μη εσαρκώθη ο του Θεού Λόγος, ουκ αν εδείκνυτο Πατήρ αληθώς ο Πατήρ, ουκ αν αληθώς Υιός ο Υιός, ουκ αν το Πνεύμα το άγιον, προϊόν και αυτό εκ του Πατρός∙ ουκ αν Θεός εν ουσία και υποστάσεσιν, αλλ’ ενεργεία τις μόνον ενθεωρουμένη τοις κτίσμασι, καθάπερ οι τε μωραθέντες έφησαν πάλαι σοφοί και οι νυν κατά τον Βαρλαάμ και Ακίνδυνον φρονούντες»[10].

Μια τέτοια τοποθέτηση, βέβαια, που θέτει στο κέντρο κατανόησης το πρόσωπο του Χριστού, σαφώς και δεν αδειάζει την κοινότητα από το λειτουργικό της περιεχόμενο. Πολύ περισσότερο δεν εισηγείται μια κάποια απόδραση από τα όρια της αμεσότητας, ούτε, βέβαια, οδηγεί σε τυπικές   ατομοκρατίες,  μυστικισμούς και θεωρίες καθαρότητας. Η κοινότητα είναι αυτό που είναι εξαιτίας του Χριστού. Αυτό που κάνει την κοινότητα Εκκλησία είναι ο Χριστός μέσα της. Ο ίδιος Χριστός που έκανε την Μαρία Θεοτόκο, ο ίδιος Χριστός που με την ύπαρξή του επιτρέπει την άνθιση του μυστηρίου της αγιότητας. Σε τελική ανάλυση ως αλλοτρίωση μπορούμε να θεωρήσουμε την απώλεια της σχέσης, την αποτυχία κοινωνίας με το πρόσωπο του Χριστού, και δι αυτού με τον κόσμο ολάκερο, εντός της κοινότητας, εν χρόνω και εν τόπω[11]. Τούτο δίχως άλλο, μπορεί να σώσει τους ταπεινούς και καταφρονεμένους από τον αδηφάγο ηθικισμό, αλλά πολύ περισσότερο από τη συνεχή επιστροφή στα «ιδανικά» του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος, που κλεισμένο πάντα στη μήτρα της συναισθηματικής μεγέθυνσης -γέννημα της εξιδανίκευσης που δημιουργεί η απομάκρυνση από τη στιγμή-, θεωρείται πάντα καλύτερο από το παρόν. Καλύτερο οπωσδήποτε και από αυτά που θα έρθουν.

Ρωτήσανε κάποτε, τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ποιοι ήταν αυτοί που ακολούθησαν τον Χριστό κατά την Κάθοδό του στο Άδη και ποιοι αυτοί που τον αρνήθηκαν, και εκείνος, αναφερόμενος στους πρώτους, απάντησε αφοπλιστικά, δείχνοντας από τη μια την άρνησή του στην εξιδανίκευση του παρελθόντος και από την άλλη τη βαθιά πεποίθησή του πως κάθε εποχή είναι ευαγγελική εποχή: «όσοι πιστεύειν έμελλον, ει κατά τον της εκείνων ζωής καιρόν σαρκωθείς επεδήμησεν∙ ούτοι γαρ και εις Άδου πάντως επέγνωσαν»[12].

 

 

[1] Για το θέμα της αλλοτρίωσης, καθώς και της κοινωνικής επαλήθευσης της αλλοτρίωσης ή της σχέσης, βλ. Χ. Γιανναρά, Προτάσεις κριτικής οντολογίας, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1995, σ. 24-25.

 

[2] Βλ. σχετικά Ν. Ματσούκα, Οικουμενική Θεολογία, σ. 103.

 

[3] Βλ. σχετικά Ν.Α.Ματσούκα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης σημεία, νοήματα, αποτυπώματα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 12. Πρβλ. Ν.Α.Ματσούκα,Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, σ. 14,18∙ Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σ. 114-115,121∙ Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 15, 21: «Η αποκάλυψις είναι η ιστορία της Διαθήκης. Η γραπτή αποκάλυψις, δηλαδή η Αγ. Γραφή, είναι επομένως πρωτίστως ιστορία. Οι νόμοι και οι Προφήται, οι ψαλμοί και αι προφητείαι, όλα περιχωρούνται και συνυφαίνονται εις τον ζώντα ιστορικόν ιστόν. Η αποκάλυψις δεν είναι μόνον σύστημα θείων ενεργειών. Η αποκάλυψις, θα ημπορούσε κανείς να είπη ότι ήταν η πορεία του Θεού εις την ιστορίαν. Το αποκορύφωμα ήλθεν, όταν ο Θεός εισήλθεν ο ίδιος εις την ιστορίαν “διά παντός”, όταν ο Λόγος του Θεού ενεσαρκώθη και “ενηνθρώπησεν”…Σημαίνει δε τούτο ότι αυτό το Ευαγγέλιον καθίσταται αντιληπτόν εις όλον το βάθος και την πληρότητα μόνον ως πνευματική εμπειρία. Αλλ’ ό,τι ανακαλύπτεται δια της πίστεως, δίδεται “εν πλήρει αληθεία”. Τα Ευαγγέλια συγγράφονται εντός της Εκκλησίας, κατ’ αυτήν δε την έννοιαν αποτελούν μαρτυρίαν της Εκκλησίας. Καταγράφουν την εμπειρίαν και την πίστιν της Εκκλησίας, αλλά δεν παύουν να είναι και ιστορικαί αφηγήσεις, που μαρτυρούν τι πράγματι συνέβη εν τόπω και χρόνω».

 

[4] Βλ. Ν.Α.Ματσούκα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης σημεία, νοήματα, αποτυπώματα, σ. 12.

 

[5] Μια πρώτη περιγραφή τούτης της δραματικής πορείας της Εκκλησίας, όπου τα μέλη της παλεύουν με νύχια και με δόντια για παραμονή στην «κοινωνία», που έχει ως βάση της τη μυστηριακή ένωση των πιστών με τον Κύριο, βλ. στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Β. Στογιάννου, Πέτρος παρά Παύλω (Εναίσιμος επί διδακτορία διατριβή), Θεσσαλονίκη 1968.

 

[6] «Ούτω ο άνθρωπος κινείται δυναμικώς και πάσα πτώσις αυτού είναι απομάκρυνσις από του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος», Ν. Α.  Ματσούκα, Θεολογία, κτισιολογία, εκκλησιολογία κατά τον Μέγαν Αθανάσιον. Σημεία πατερικής και οικουμενικής θεολογίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 149.

 

[7] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Αγώνας Θεογνωσίας. Η αλληλογραφία του γέροντος Σωφρονίου με τον Δ. Μπάλφουρ, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σ. 305-306: «Γράφεις: “Παρέμεινα ορθόδοξος με την πολιτιστική σημασία του όρου”, ταυτόχρονα όμως “έπαυσα να πιστεύω σε πολλά ορθόδοξα δόγματα”, και ακόμη “ο τύπος της ζωής μου δεν είναι καθόλου ασκητικός”. Σε τι λοιπόν συνίσταται ο ορθόδοξος πολιτισμός; Μου φαίνεται ότι, αν απορρίψουμε το ορθόδοξο Σύμβολο της πίστεως και την ασκητική εμπειρία που αποκτήθηκε με αιώνες ζωής εν Χριστώ, εκείνο που θα απομείνει από τον ορθόδοξο πολιτισμό δεν θα είναι παρά μόνο το ελληνικό μινόρε και η ρωσική τετραφωνία». Πρβλ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σ. 120: «Το δόγμα λοιπόν της Σαρκώσεως αποτελεί ουσιαστικό θεμέλιο για την εξέταση και ορθή θεώρηση του προβλήματος που μας απασχολεί».

 

[8] Ματθ. 4,23∙ Μαρκ. 1,14: «Μετά δε το παραδοθήναι τον Ιωάννην ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και λέγων ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του Θεού∙  μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω». Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εξήγησις υπομνηματική εις τον προφήτην Αβδιού, PG 71, 736A: «Και ημάς ο μακάριος έφη Παύλος ενδύσασθαι μεν τον θώρακα της δικαιοσύνης, υποδήσασθαι δε και τους πόδας εν ετοιμασία του Ευαγγελίου της ειρήνης, τουτέστιν Χριστού».

 

[9] Γράφει σχετικά ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 14: «Τοιουτοτρόπως το ιστορικόν πλαίσιον της αποκαλύψεως δεν είναι κάτι από το οποίον θα έπρεπε να απαλλαγώμεν. Δεν υπάρχει λόγος να αποσπάσωμεν την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν από το πλαίσιον εντός του οποίου επραγματοποιήθησαν αι αποκαλύψεις. Τουναντίον, μία αφαίρεσις, ως αυτή, θα εξηφάνιζε και την αλήθειαν, καθ’ όσον η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, αλλά πρόσωπον και μάλιστα ο ενανθρωπήσας Κύριος». Πρβλ. Γ. Μαρτζέλου, Η σάρκωση του Λόγου ως θεμελιώδης ιεραποστολική αρχή της αρχαίας Εκκλησίας,Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, σ. 54, όπου το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζεται ως ο σαρκωμένος λόγος του Θεού.

 

[10] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΙΣΤ, 19, Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα Έργα, εκδ. Π. Χρήστου, ΕΠΕ, τόμος 9, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 448-450.

 

[11] Θαυμάσιες εικόνες για τη σχέση εμπιστοσύνης, εκείνης της δυνατότητας που κάνει την κοινωνία να αληθεύει, σώζει ο Ωριγένης, Φιλοκαλία 15,19, έκδ. J.A. Robinson, ThePhilocalia of Origen, σ. 85: «αεί γαρ εν ταις γραφαίς ο Λόγος σαρξ εγένετο, ίνα κατασκηνώση εν ημίν∙  αλλ’,  εάν εις το στήθος του σαρκωθέντος Λόγου ανακλιθώμεν και ανιόντι αυτώ εις το υψηλόν όρος ακολουθήσαι δυνηθώμεν, ερούμεν το∙ Είδομεν την δόξαν αυτού…και καθ’ ετέραν δε υψηλοτέραν διήγησιν οι δυνηθέντες τοις ίχνεσιν Ιησού κατακολουθείν αναβαίνοντος και μεταμορφουμένου από της επί γης όψεως, όψονται αυτού την μεταμόρφωσιν καθ’ εκάστην γραφήν».

 

[12] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Α΄ Πέτρου 3, 19, PG 74, 1013D.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο μου Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήα 2009.