Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις» Θρησκεία και πολιτική στις αρχές του 21ου αιώνα.

10551543_10203893984213469_5901127685602415682_o Δεν είναι λίγες οι φορές ή μάλλον είναι οι περισσότερες στη ροή της ιστορίας του τόπου μας, όπου η σχέση Εκκλησίας και πολιτικής εξαντλείται στην ανάδειξη του  απόλυτου κενού. Ένα κενό που δημιουργεί το ανεπαίσθητο και ανύποπτο πέρασμα -κάποτε κυριαρχούν και οι χρονικές αντιμεταθέσεις και αντικαταστάσεις- από την εμβατηριακή αθάνατη σύζευξη Εκκλησίας και κράτους, κατά το πρότυπο της γραφικής αθάνατης και ως εκ τούτου αδύναμης κατά Μάνο Χατζιδάκι να αναστηθεί Ελλάδος, στην επίσης εμβατηριακή αθάνατη σύγκρουση Εκκλησίας και κράτους, όπου πάντα στο τέλος επικρατεί η παντοδύναμη και ισχυρή Εκκλησία, η οποία τραγουδά ανερυθρίαστα το  «βιασμένο» από την συστημική έπαρση εσχατολογικό ευαγγελικό διαλάλημα:   «καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν»[1]. Και στις δύο περιπτώσεις η «συνάντηση» -είναι σαφές ότι εδώ η λέξη χρησιμοποιείται καταχρηστικά και οπωσδήποτε δηκτικά- πραγματοποιείται εντός της δημόσιας πλατείας, που δεν χωρά καμία αμφιβολία πως έχει τη δική της ιστορία.

Θυμόμαστε όλοι, νομίζω, τις γεμάτες πλατείες, ακόμη και τα στάδια -η προσωπική μου μνήμη είναι ασπρόμαυρη καθότι τηλεοπτική- , που ξεχείλιζαν από «εθνική υπερηφάνεια». Μια υπερηφάνεια την οποία συγκροτούσαν  από κοινού η εμμονή στη νεκρή αναπαραστατική παράδοση,  ο κενός μεγαλοϊδεατισμός, η γραφικότητα του ιδεολογικοποιημένου φολκλόρ και οπωσδήποτε η επική είσοδος και παρουσία του αυτομυθοποιημένου  «αγαθού δικτάτορα», ο οποίος «σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένους»[2].  Θυμόμαστε, βεβαίως, και τις άλλες πλατείες που χρονικά ακολούθησαν -τις πλατείες του πολιτικού γάμου και των ταυτοτήτων- και τις οποίες περιφρουρούσαν παιδιά με περιβραχιόνια και βαθιά χαραγμένη μέσα τους την ειλικρινή αίσθηση του χρέους να διαφυλάξουν  ανόθευτη την πίστη και την Εκκλησία, όπως αυτή αποκαλύπτονταν από τα μπαλκόνια και η οποία χτυπιότανε από την άθεη εξουσία των κυβερνώντων.

Τα χρόνια, βέβαια, πέρασαν, πολλοί από τους πρωταγωνιστές έφυγαν, μαζί τους και τα δεδομένα ενός κόσμου ολόκληρου, αλλά η απορία για το ρόλο της πλατείας στη διαμόρφωση του διαλόγου της εκκλησίας με την πολιτική μένει. Μαζί μένουν και τα ερωτήματα που ο ιστορικός χρόνος μας κληροδότησε. Κάποιοι επιτείνοντας τη σύγχυση συνεχίζουν και σήμερα να αναπολούν τα «δοξασμένα χρόνια» της λαμπρής συμπόρευσης και άλλοι τις «ηρωικές εποχές» της μεγάλης αντίστασης, που η Εκκλησία στάθηκε με πλήρη αρματωσιά απέναντι στις δυνάμεις  του Καίσαρα.

Υπάρχουν, όμως, και εκείνες οι  στερεοφωνικές φωνές, οι οποίες συνεχίζουν μετ’ επιτάσεως να ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα, σήμερα, ύστερα από τις ιστορικές εμπειρίες του πρόσφατου σχετικά παρελθόντος τις οποίες προανέφερα και του  αρνητικού τους ρόλου στη συγκρότηση σχέσης και κοινωνίας, οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Και επειδή το παζάρι είναι ο κατεξοχήν χώρος της πολιτικής, αντιλαμβάνεσθε ότι η αλεπού στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα πάντα με τη σκέψη των εν λόγω απορούντων  είναι η Εκκλησία. Οφείλω, όμως, ευθύς εξαρχής να σημειώσω ότι η Εκκλησία δεν αποτελεί την αλεπού της ιστορίας. Ο Χριστός στέλνοντας τους μαθητές του στη δημόσια πλατεία, στη συνάντησή τους με τον κόσμο -και βρισκόμαστε εδώ ενώπιον του μυστηρίου της ιεραποστολής-  τους εφιστά την προσοχή λέγοντας τους ότι «σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους», την ίδια στιγμή που τους καλεί να έχουν «τη σύνεση που έχουν τα φίδια και την ακεραιότητα που έχουν τα περιστέρια»[3]. Προτροπή, βέβαια, που στην πρώτη ανάλυσή της φαντάζει προβληματική και δυσερμήνευτη, καθότι ο όφις και το περιστέρι συνιστούν συμβολισμούς αντιθετικούς. Όλοι ξέρουμε ότι τα περιστέρια τρέφονται από τα φίδια. Το πραγματικό νόημα, όμως, της φράσης κρύβεται βαθύτερα στη σημασία που είχαν οι φαινομενικά αντίθετοι συμβολισμοί στον κόσμο της προχριστιανικής Ανατολής, εκεί όπου το φίδι και το περιστέρι κατανοούνταν ως φορείς της επερχόμενης Άνοιξης και της γονιμοποίησης της γης που αυτή πάντα ευαγγελίζεται[4].

Μια τέτοια βιβλική κατανόηση της Εκκλησίας είχε δίχως άλλο ο τιμώμενος σήμερα Ιεράρχης, ο μακαριστός μητροπολίτης κυρός Ειρηναίος Γαλανάκης, το πρόσωπο και το έργο του οποίου μας συνάζουν σήμερα επί το αυτό.

Σε επιστολή  του στους Ιεροσπουδαστές της Ιερατικής Σχολής Κρήτης, τον Ιούλιο του 1953, γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «Λογιάστε για μια στιγμή πως ανάμεσα στην καρδιά σας και στον Χριστό δεν μπαίνουν οι είκοσι αιώνες της Ιστορίας της Θρησκείας Του και λογιάστε ακόμη πως σε κείνη την τελευταία λειτουργία, που κάναμε φέτος στην ωραία μεγάλη Εκκλησιά της Σχολής μας, στήθηκε ο ίδιος ο Χριστός και μας μίλησε τα λόγια Του: “Πορευθέντες μαθητεύσατε…” […] Πηγαίνετε στον κόσμο να κηρύξετε το Θεό, πηγαίνετε στον κόσμο να ξαναφέρετε το Θεό, τον διωγμένο Θεό, τον ξορισμένο Θεό. Αν απορείτε για τα λόγια μου αυτά σάς εξηγούμαι αμέσως. Υπάρχει στον κόσμο αυτό, κάποιος που πολεμά αδιάκοπα το Θεό και κατορθώνει να βάζει τους ανθρώπους στα σχέδια και στους σκοπούς του. Έτσι, λίγο ύστερα από την πλάση  και την δημιουργία του κόσμου οι άνθρωποι ξέχασαν το Θεό. Υστέρα, όταν ο Θεός ξανάλθε στον κόσμο, οι άνθρωποι τον εσταύρωσαν. Επειδή όμως με το σταυρό ο Θεός ξαναπαίρνει στα χέρια Του τον κόσμο, ο μεγάλος εχθρός Του, ο σατανάς, έβαλε επάνω στους ανθρώπους να τον διώξουν και να Τον ξορίσουν έξω από το κόσμο. Και το σχέδιο τούτο πέτυχε πάνω κάτω, γιατί χρονιά τώρα οι άνθρωποι λένε στον Θεό: Κύριε Θεέ, να καθίσεις  πάνω στους Ουρανούς Σου και μείς θα Σου στέλνομε εκεί τις προσευχές και τα θυμιάματά μας. Σε τούτη δω την γη, που ‘ναι γεμάτη με αμαρτίες και λάσπη, να μην ανακατεύεται καθόλου η αγιότητά Σου, κι άφησε να την ορίζομε και να την κυβερνούμε μεις. Αλλά πάλι αν θέλεις να ‘ρχεσαι πότε πότε και εδώ κάτω για να περνάς την ώρα Σου, εμείς θα Σου βρίσκομε ένα κατάλληλο και σοβαρό τόπο. Ένα νεκροταφείο π.χ. μια ξωτική σπηλιά μια απόμερη ερημιά και αλλά παρόμοια είναι κατάλληλα και σοβαροί τόποι για τα γερατειά και την Αγιότητά Σου. Τα άλλα, οι πολιτείες, τα χωριά, τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα παλάτια, τα βουλευτήρια, τα θέατρα, τα στάδια, δεν είναι σοβαροί Τόποι και άφησέ τα σε μας να τα ορίζομε. Έτσι συμβουλευτήκαν οι άνθρωποι και έτσι έπραξαν. Έδιωξαν τον Θεό από το κόσμο αυτό, από τη ζωή αυτή. Το ξόρισαν στις άγονες ερημιές και πάνω ψηλά στα σύννεφα για να του στέλνουν εκεί νωθρές προσευχές, τις βλαστήμιες και τις μούντζες των και να αφήσουν εδώ κάτω άρχοντα και κυβερνήτη τον εγωισμό, την τρέλα, το συμφέρον, την πονηριά και την σκληράδα των τον ίδιο τον Σατανά. Να πιο είναι το αμάρτημα και το έγκλημα του σύγχρονου ανθρώπου: το έγκλημα της αποκοπής και της ορφάνιας του κόσμου από το Θεό. Το έγκλημα της εξορίας του Θεού μακριά από τον παλμό της ζωής αυτής. Ένα έγκλημα για το οποίον εργαστήκανε όχι μονό οι εχθροί του αλλά και οι φίλοι Του, χωρίς ίσως να το καταλάβουνε και οι ίδιοι. Ε, λοιπόν. Αυτόν τον ξορισμένο και διωγμένο Θεό, πηγαίνετε να κηρύξετε στο κόσμο, αγαπημένα μου παιδιά. Αυτόν τον λησμονημένο και συκοφαντημένο τόσο πολύ στην εποχή μας Θεό, σταθείτε να τον υπερασπιστείτε […] Αναστήσετε τον Θεό από τα μνήματα που τον έχουν θάψει οι τυπολατρίες και η δειλία όλων μας και φέρετέ τον στο Φως, στη ζωή, στη δημιουργία τη δική Του και στη δημιουργία των παιδιών Του, για να γνωρίσουμε όλα τη χάρη και τη λύτρωση Του. Γιατί στο Θεό δεν ανήκουνε μόνο τα “υπερπέραν” και τα “αόρατα”, ο θάνατος, τα μνήματα κι οι ερημιές, αλλά στο Θεό ανήκει επίσης η γη “και το πλήρωμα αυτής” […] Πρέπει να φωνάξομε τούτο το Σύνθημα: ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ. Μιλήστε σαν Προφήτες του παλιού καιρού. Μιλήστε με τη φωνή του κεραυνού, με την κραυγή του λιονταριού κι όπου χρειάζεται με τη φωνή τ’ αρνιού και το ρυθμό της λύρας. Ξεσηκώστε τις σκλάβες ψυχές κι αρματώστε τις για τον Αγώνα του Θεού. Στηθείτε και δείξετε στους ανθρώπους το δρόμο του Θεού. ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΑΣ. “Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη”»[5].

Ξέρετε, διαβάζοντας αυτό και άλλα αντίστοιχα κείμενα του μακαριστού κυρού Ειρηναίου, νιώθει κανείς μέσα του την Άνοιξη για την οποία μας μιλάει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Μια Άνοιξη δυναμική και λειτουργική, δεμένη με την κοινωνική πράξη, η οποία ως γεγονός απόλυτα συμμετοχικό  παλεύει την ερωτική συγκρότηση του βίου και ως εκ τούτου την «ενοποίηση της θρυμματισμένης ύλης του κόσμου γύρω από τους καημούς και τα πάθη του ανθρώπου», καθώς σημειώνει ο Κωστής Μοσκώφ[6]. Αυτό ακριβώς είναι που τονίζει και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν με έμφαση σημειώνει ότι η χαρισματική ζωή της Εκκλησίας είναι λόγος έμπρακτος και πράξις ελλόγιμος. Ως εκ τούτου η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να κατανοείται ως μία διαρκής ερωτική έξοδος που αποκαλύπτει τη «δισυπόστατη φύση μας, σαν ουράνιο τόξο, “φωτίζοντας σε κάθε σώμα τον ουρανό του και το χώμα”»[7].

Το ερώτημα, βεβαίως, που αμέσως τίθεται ύστερα από όλα αυτά και εφόσον αποδεχθούμε ότι η Εκκλησία έχει θέση στη δημόσια πλατεία, εφόσον αποδεχθούμε ότι «ο Χριστός περπατά μες στον Καιρό»[8] και «διασχίζει την ιστορία»[9], είναι «το πώς» αυτής της παρουσίας.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο και χωρίς να καταργείται οριστικά «η πολλαπλότητα των σημασιών που χαρακτηρίζουν τις έννοιες του “δημόσιου” και του “ιδιωτικού”», που «μπορούν να γίνουν κατανοητές ως μια σειρά χωρικών» και εξάπαντος τροπικών «ποιοτήτων και σχέσεων»[10], κυριάρχησε η άποψη ότι το δημόσιο ταυτίζεται με το κρατικό, το οποίο βρίσκονταν στον αντίποδά του  ιδιωτικού. Σε αυτήν την περίπτωση η Εκκλησία και γενικότερα οι θρησκείες πότε συνδέθηκαν με το κρατικό και ως εκ τούτου με τη νόμιμη άσκηση της κρατικής εξουσίας και πότε με το ιδιωτικό και την άμεση εξορία τους από το χώρο του «κοινού», που εκφράζει και αποκαλύπτει η  δημόσια πλατεία, η αγορά του λαού της αρχαίας Ελλάδας.

Από το τελευταίο τέταρτο, όμως, του 20ου αιώνα και μέχρι σήμερα επιστήμονες από διαφορετικούς χώρους, ανάμεσα στους οποίους και θεολόγοι, προσπάθησαν να δείξουν τη σύγχυση που δημιουργεί η ταύτιση των όρων δημόσιο και κρατικό. Μια προσπάθεια με τεράστιο νόημα η οποία, σε θεολογικό και θρησκευτικό τουλάχιστον επίπεδο, δίνει τη δυνατότητα μιας νέας κατανόησης των ορίων που ορίζουν τη διάκριση κρατικού, δημόσιου και ιδιωτικού[11]. Μια διάκριση που με τη σειρά της επανα-νοηματοδοτεί τη ζωή και καλεί σε νέες σχέσεις, διεκδικήσεις και αναμονές. Μια διάκριση που αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός διαλόγου με στοιχεία ειλικρίνειας, γνώσης και καταλλαγής. Μια διάκριση, που  έρχεται από παλιά -όχι οπωσδήποτε με τα συγκεκριμένα επιστημολογικά χαρακτηριστικά της-  για να αποδείξει και πάλι,  τόσο το ανέραστο της  κλειστοφοβικής εκκλησιαστικής επάρκειας και μαζί αγοραφοβίας  που οδηγεί στην υποχώρηση της ανθρωπινότητας, δηλαδή σε μια ακόμη απόδραση από το εδώ και τώρα και ως εκ τούτου σε μια τραγική έκσταση από τη μόνη αληθινή γη στην οποία δίνεται η μάχη των εσχάτων, όσο και το ανέραστο της πολιτικής και πολιτισμικής επάρκειας, η οποία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία της ισχύος, της δύναμης και της εωσφορικής πλεονεξίας. Μια διάκριση που στέκεται ενάντια στο οποιοδήποτε σφιχταγκάλιασμα κράτους και Εκκλησίας, τουτέστιν ενάντια στο τέρας του εξουσιαστικού λαϊκισμού, που αφαιρεί τόσο από την πολιτεία όσο και από την Εκκλησία την καθαρή όραση και ως εκ τούτου τη δυνατότητα κριτικής θεώρησης των πραγμάτων.

Συνεπώς, και με βάση  όλα ως τα τώρα σημειώθηκαν, γίνεται σαφές, πως η Ορθόδοξη Εκκλησία,  ως σώμα πλήρως αυτοδιοίκητο με παρουσία  και λόγο στη δημόσια πλατεία -ένας λόγος κατά πάντα πολιτικός και ταυτόχρονα αντιεξουσιαστικός-, έχει τη συνευθύνη της συνοχής, αλλά και της ειρηνικής συνύπαρξης των μελών της κοινωνίας. Εξάπαντος, όμως,  δεν αποτελεί γρανάζι της κρατικής εξουσίας.  Η διακονία της, που στηρίζεται στους κανόνες και τα δρώμενα του σώματος, είναι «αμέτοχη παντελώς σε κάθε μορφή έννομης εξουσίας»[12], η οποία ανήκει αποκλειστικά στην κρατική εξουσία. Και το λέγω τούτο, διότι σήμερα φαίνεται να βρίσκουν χώρο, να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εντός της Ορθοδοξίας απόψεις  φονταμενταλιστικές, οι οποίες θεωρούν πως το Σύνταγμα αποτελεί μανιφέστο της Ορθοδοξίας και ως εκ τούτου υπόκειται στη δογματική της διδασκαλία.  Από την άλλη δεν είναι λίγες οι φορές που ο εκτροχιασμένος πολιτικός λόγος παλεύει με νύχια και με δόντια να εξορίσει την Εκκλησία από το δημόσιο χώρο. Αυτό, μάλιστα,  έχει ιδιαίτερη σημασία τώρα που η Ορθοδοξία  συναντά τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο τις δημιουργικές προκλήσεις που θέτει ο διάλογος της με τις Θρησκείες του κόσμου και κυρίως το Ισλάμ, στο οποίο, παρότι «η πνευματική κληρονομιά του μουσουλμανικού κόσμου δεν αποκλείει μια συμβατική μορφή αρμονικής συζυγίας μεταξύ της θεοκρατικής κατανοήσεως της φύσεως  της πολιτικής εξουσίας και της δημοκρατικής εκφράσεως των θεσμικών της λειτουργιών σε έναν κόσμο, ο οποίος ανέχεται ή και ενθαρρύνει την πολυπολιτισμική ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας»,  η διάκριση της πολιτικής εξουσίας από τη θρησκευτική εξουσία δεν είναι σαφής[13].

Τώρα είναι λοιπόν η στιγμή να υπογραμμίσουμε με ένταση, πως η οντολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν ευνοεί κανέναν πόλεμο χαρακωμάτων. Δεν μπορεί, όμως, και να μείνει άφωνη και άπρακτη σε εκείνες τις περιπτώσεις που «οι λύκοι» της ιστορίας, τουτέστιν οι πράξεις της πλεονεξίας, απ’ όπου και εάν προέρχονται, θέτουν εν αμφιβόλω την ειρηνική συνύπαρξη των μελών της κοινωνίας και των λαών του κόσμου ολάκερου. Γι αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ, έχοντας ως μοναδικό της όπλο την οντολογική της άρνηση επιβολής της ζωής της στα μέλη μιας δημοκρατικής πολιτείας που επέλεξαν να βρίσκονται έξω από τον οίκο της, να ευαγγελίζεται ως άλλος όφις και ως άλλη περιστερά, την Άνοιξη του κόσμου.   Μια άνοιξη, η οποία σε αντίθεση με τους βαθείς χειμώνες της ιστορίας του πολιτισμού,  θα επιτρέψει, καθώς σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την επάνοδο του Χριστού από την εξορία και την  εναπόθεσή του σε νέα φάτνη εξίσου ταπεινή, εντός των ορίων της πόλεως[14].

Μια φάτνη, η οποία θα ξαναδώσει νόημα στον άμβωνα, ο οποίος, καθώς σημειώνει ο μακαριστός Μητροπολίτης κυρός Γαλανάκης, «είναι τοποθετημένος στη μέση του χριστιανικού Ναού για να ακούγεται το κήρυγμα του από όλες τις πλευρές του, το ίδιο και το μήνυμά του πρέπει να τοποθετείται στη μέση της ζωής για να το ακούνε όλοι. Κι αυτοί που είναι μπροστά (προοδευτικοί;) και αυτοί που είναι πίσω  (συντηρητικοί;) κι αυτοί που είναι ‘δεξιά’ και αυτοί που είναι ‘αριστερά’. Κι αυτοί που ανεβαίνουν στα μπαλκόνια κι αυτοί που κοπαδιάζονται στις πλατείες. Χρέος λοιπόν της “Εκκλησίας” να ερμηνέψει και στον τόπο μας το αληθινό νόημα της Εκκλησίας του Χριστού, έτσι που είναι ο άμβωνάς της να μπορεί να κατηχεί και στις αγορές (τα μπαλκόνια) και στις πλατείες[15]».

[1] Μτ 16,18.

[2] Μ. Χατζιδάκις, Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη, Τα σχόλια του τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003, σ. 145.

[3] Μτ 10,16.

[4] Βλ. σχετικά Μ. Γκουτζιούδη,  Φύσις Θηρίων. Η χρήση της Ζωικής Ποικιλότητας στην Καινή Διαθήκη και στο Περιβάλλον της, εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 316-317: «Στο Μτ. 10:16 έχουμε δύο παροιμιακά λόγια. Το δεύτερο μέρος του στίχου 16 συνδέει τα φίδια με τα περιστέρια και δεν απαντάται σε κανένα από τα υπόλοιπα ευαγγέλια. Το φίδι σε σύνδεση με το περιστέρι έχει παρατηρηθεί σε διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως λατρευτικά αντικείμενα από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., τα οποία έχουν βρεθεί και στην περιοχή του Ισραήλ. Ιερά κυτία διακοσμημένα με φίδια και περιστέρια φανερώνουν κατά τους ειδικούς τη λατρεία κάποιας προ-ισραηλιτικής θεότητας της γονιμότητας και τον εορτασμό της άνοιξης ή την επαναφορά της βλάστησης. Όταν το περιστέρι εικονίζεται μαζί με το φίδι λειτουργεί βοηθητικά, απομακρύνοντας τον όποιο αρνητικό συμβολισμό του φιδιού και συνεπώς αυξάνοντας τη φιλικότητα προς τους ανθρώπους. Δεν θα ήταν υπερβολή να δεχτούμε λόγω της παρουσίας του περιστεριού σε αυτές τις αρχαιότητες ότι συμβολίζεται έτσι η μεταφορά του φιδιού από τη γήινη σφαίρα στην ουράνια, όπου πιστευόταν ότι κατοικούσε η σοφία. Ίσως συμβολίζεται ακόμη μια αναγέννηση».

[5] Μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης, Αείφωτος Πορεία, έκδ. Ι.Μ. Κισάμου και Σελίνου, Κίσαμος 2011, σ. 242-243.

[6] Κ. Μοσκώφ, Σαρακοστιανό ή ερειπωμένη Εκκλησία, Λαϊκισμός ή πρωτοπορία;, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σ. 21. Πρβλ.  του ίδιου, Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του έρωτα και τα όρια της ιστορίας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1988, σ. 128-131.

[7] Μ. Γκανάς, Άσμα Ασμάτων, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 20015, σ. 53.

[8] Κ. Μοσκώφ, Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του έρωτα και τα όρια της ιστορίας, σ. 128.

[9] Τ. Λειβαδίτης, Ο τυφλός με το λύχνο.

[10] Α. Ψυλλίδης, Το δίπολο δημόσιο-ιδιωτικό: οι κλασσικές προσεγγίσεις, http://www.greekarchitects.gr/gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82/%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF-%E2%80%93%CE %B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BF%CE%B9-%CE %BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82%CF%80%C% 81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-id123

[11] Άκρως ενδιαφέρουσες για το θέμα μας είναι οι διευκρινίσεις του Ιωάννη Πέτρου για τους όρους «ιδιωτικό», «δημόσιο» και «κρατικό». Γράφει σχετικά: «Υπάρχει κάποια σύγχυση στη χρήση των όρων αυτών που οφείλεται στο γεγονός ότι στην ελληνική πραγματικότητα, ιδίως σε επίπεδο νομικής ορολογίας, ταυτίζεται συνήθως το “δημόσιο” με το “κρατικό”…Το “κράτος”, και κάθε τι που είναι “κρατικό”, συνδέεται  με τη νόμιμη άσκηση εξουσίας. Όσο το “δημόσιο” ταυτίζεται με το “κρατικό” συνδέεται και αυτό με την άσκηση εξουσίας, Έτσι, δυσχεραίνεται η κατανόηση του δημόσιου με την έννοια του “κοινού”, που ανήκει στον κοινωνικό χώρο, γιατί στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την έννοια της άσκησης κρατικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, όταν κατανοηθεί σωστά η έννοια του “ιδιωτικού”, τότε αυτό δεν είναι αντίθετο προς το “δημόσιο”, αλλά μόνο προς το “κρατικό”. Η κατανόηση όμως αυτή προϋποθέτει την παραπάνω διαφοροποίηση του ‘δημόσιου” από το “κρατικό”», Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, σ. 211.

[12] Ν. Ματσούκα, Ανέκδοτη επιστολή στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Χριστόδουλο, Θεσσαλονίκη 22-11-2000, σ. 1.

[13] Β. Φειδά, Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση, Εκκλησία-Οικουμένη-Πολιτική. Χαριστήρια στον Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δαμασκηνό, εκδ. Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ορθοδοξίας, Αθήνα 2007, σ. 618-619.

[14] Για αντίστοιχα φαινόμενα στα όρια του σύγχρονου πολιτισμού της επιβεβλημένης αμνησίας, ενός είδους πολιτισμικού Αλτσχάϊμερ, που θέτουν την Εκκλησία, λόγω και πράξει, έξω από τη δημόσια πλατεία, την αγορά του λαού της αρχαίας Ελλάδας, βλ. D.G.Goa, The Public Square and the Culture of Amnesia, Findings (2002), σ. 1-6.

[15] Κείμενο είναι του 1981 που βρίσκεται στο βιβλίο του Παντελή Μαριακάκη, Ορθοδοξία και Ελληνισμός, Αθήνα 2005, σελ. 172.

Εισήγηση που παρουσιάσθηκε τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014   στο Πνευματικό Μνημόσυνο σεβασμού, μνήμης και τιμής προς τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου κυρό Ειρηναίο, με θέμα «ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΘΡΗΣΚΕΙΑ» που διοργάνωσε η Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ) .

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΕΙ Η ΑΤΑΞΙΑ, Η ΤΑΞΗ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙ

taxikaiataxia
Αγαπητέ Μάριε, χαίρε.
Έως και τη στιγμή που σου γράφω, εξάντλησα κάθε προσπάθεια προκειμένου να σου στείλω κείμενο. Δυστυχώς απέτυχα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ή μάλλον ξέρω. Το θέμα που ανέλαβα, όπως και το γενικότερο θέμα του αφιερώματος, με ξεπερνά. Ζούμε σε μια εποχή αφασίας. Κάποτε ήμασταν βέβαιοι πως το πλοίο πλησιάζει την προκυμαία. Σήμερα, χαμένοι μέσα στην ανέραστη και απαίδευτη καθημερινότητά μας, αδυνατούμε να νοηματο-δοτήσουμε τα πράγματα και τον εαυτό μας. Πράγμα που μας κάνει να νιώθουμε την ακινησία του πλοίου… και τη μοιραία μετάθεση της όποιας ελπίδας της κίνησης στις δυνάμεις της ακινησίας, φυσικής ή άλλης δεν έχει σημασία. Το ωραίο καράβι, με το σταυρό στην κορφή, έπαψε πλέον να αρμενίζει τα δάκρυά μας.
Το ερώτημα, βέβαια, -κρίσιμο όσο ποτέ- είναι τι γίνεται σε μια τέτοια περίπτωση όπου τα πράγματα αντιστρέφονται. Έχω την αίσθηση, ότι η ανάγκη μας πλέον μας σπρώχνει σε μια νέα α-τοπία, πέρα και πάνω από τον τόπο που βαφτίσαμε οίκο. Σε μια νέα α-ταξία, πάνω από τη τάξη που ονομάσαμε κιβωτό. Άλλωστε, «όταν ακούς “τάξη”», καταπώς λέει ο Ελύτης, «ανθρώπινο κρέας μυρίζει». Διαπίστωση που κάνει πολλούς μας, νομίζω, να συμφωνήσουμε με την άλλη ποιητική φωνή, που παραδέχεται ότι: «χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων». Δεν έχει περάσει, άλλωστε, πολύς καιρός από τότε που οι περισσότεροι γίναμε μάρτυρες, αυτόπτες και αυτήκοοοι, παθόντες και μαθόντες(;) -τηλεοπτικώ τω τρόπω εξάπαντος, όπως άλλωστε και στον έρωτα και στο θάνατο-, μιας κίνησης που θέλησε να βάλει την ελληνική κοινωνία στο θαύμα. Παιδιά στους δρόμους, σε μια διαδικασία συνάντησης με την αβεβαιότητα του μέλλοντός τους, την απουσία του παρόντος τους. Και απέναντί τους εμείς και οι άλλοι, σε περίπτωση ο ίδιος μας ο εαυτός. Ένας εαυτός, που μοιάζει του καλλιτέχνη, ο οποίος «μαλακωδώς εφησυχασθείς επί μακρόν», καθώς τραγουδά ο Αλκίνοος στη Νεροποντή του, «επανεξετάζει την κατάσταση πριν ξεχαστεί εκ νέου». Και οφείλω να σημειώσω εδώ, πως πρέπει να μας τρομάζει αφάνταστα τούτο το «μαλακωδώς». Δεν πρόκειται για το νεοελληνικό μας «ω φίλε αγαθέ», τη νεοελληνική μας «καλημέρα» τη βαφτισμένη και ως «μαγκιά» της απαίδευτης καθημερινής-καιροσκοπικής μας συνήθειας. Ούτε βεβαίως για μια απλή ύβρη, την οποία αφήνουμε χωρίς συστολή και εξάπαντος λόγω «αρχοντιάς» -έτσι ονομάζουμε τελευταία τον πολιτισμικό μας νεοπλουτισμό- να πέσει χάμω. Αλλά πρόκειται στ’ αλήθεια για κείνη την άκρως επικίνδυνη ασθένεια, τη βιβλική αδυναμία, που έχει τις ρίζες της στο περίφημο ρήμα μαλακύνω, τουτέστιν μαλάσσω ή μαλακίζω, το οποίο σημαίνει πως με τη στάση αυτή «καθιστώ τι μαλθακόν, αδύνατον, ασθενές, χείράς τε και πόδας περιδέσει πίλων ή υφασμάτων τινών μαλακύνειν». Εξ ου και το μαλακώδης, συνηρημένο του μαλακοειδής, για το οποίο με γλαφυρότητα μας μιλάει ο Στέφανος Βυζάντιος. Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως τούτο το μαλακώδης και το ομόσκηνό του μαλακωδώς συνδέονται αχωρίστως και αδιαιρέτως, ατρέπτως και ασυγχύτως, με τη μικρολογία και την ωμότητα. Διαθέσεις και τρόποι, που κατά Ιωάννη Χρυσόστομο ευθύνονται για τη δέσμευση της αληθινής όρασης των ανθρώπων, για την αφαίμαξη της αρετής, την απώλεια του κάλλους και τέλος την αυτοπαράδοση του εαυτού στη «βλακεία» και την «κακοτεχνία». Εικόνες, που δίχως άλλο αποκαλύπτουν την ολοκληρωτική ερήμωση που ακολουθεί την ύπαρξη, η οποία αποκόπηκε από τη μητρική της γη. Την ύπαρξη, που λησμόνησε τη «μυθολογία» των ασκημένων, των γεγυμνασμένων αισθητηρίων και πνίγηκε στην πλήξη και την απραξία.
Έτσι, λοιπόν, ο νεαρός και η νεαρή, ο κάθε νεαρός και η κάθε νεαρή, χαμένοι μέσα στο σύστημα που τους περιβάλλει, έγιναν ήρωες παρά της θέλησή τους. Το θέμα, βέβαια, στη δική μας περίπτωση, είναι πως το πλοίο παίρνει κλίση και κινδυνεύει να βουλιάξει αύτανδρο εντός του λιμένος. Μια εικόνα-πραγματικότητα, που με έναν άλλο τρόπο παρατηρεί και ο Ιγκόρ Στραβίνσκυ, στη Μουσική Ποιητική του, εβδομήντα χρόνια πριν, όταν δίνοντας διαστάσεις γενικού κανόνος στην περίπτωση, σημειώνει, πως «Τα επαναστατικά ξεσπάσματα βέβαια δεν είναι ποτέ εντελώς αυθόρμητα. Υπάρχουν πάντα πονηροί άνθρωποι που προκαλούν επαναστάσεις για συμφεροντολογικούς σκοπούς. Πρέπει να φυλάγεσαι πάντα μη τυχόν και παρεξηγηθείς από εκείνους που σου καταλογίζουν προθέσεις που εσύ δεν είχες». Βέβαια, πώς να προφυλαχθεί ένας νεκρός; Πώς να προφυλαχθούν όλοι εκείνοι οι νεκροί που δώσανε τον εαυτό τους στους τροχούς με την ελπίδα της επιστροφής του ήλιου; Η προτροπή μού θυμίζει κάπως εκείνη την περίφημη ιστορία με τον Διογένη τον κυνικό, ο οποίος στρίβοντας σε μια γωνία δέχθηκε το χτύπημα του καλαμιού ενός ανθρώπου που ερχόταν από την άλλη μεριά του δρόμου και ο οποίος του φώναξε δυνατά: «πρόσεχε». Τότε ο Διογένης γύρισε και του είπε: «γιατί, πρόκειται να με ξαναχτυπήσεις;». Αυτά, βέβαια, γι’ αυτούς που φεύγουν, γι’ αυτούς που φύγανε. Διότι όσοι μένουν παραδίνονται κατά κανόνα σε κείνη την συνουσιαστική σχέση εξουσίας και επαναστάσεως που ο Μάνος Χατζιδάκις με ξεχωριστή μαστοριά περιγράφει σε ένα άκρως ενδιαφέρον κείμενό του, Για τους Έλληνες νέους του ’88: «Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης, όπως είπαμε, Κυρίας. Της εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μια επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες. Η καταπίεση ευνοεί την αντίσταση και την ψυχική υγεία. Η επιτυχία και η επικράτηση κάνει ν’ αναβιώνει η εγωπάθεια, ο απολυταρχισμός, ο συγκεντρωτισμός και η απανθρωπιά. Η αντίσταση ξαναγεννά. Η Εξουσία φθείρει, καταστρέφει τα ζωογόνα κύτταρα του ανθρώπου. Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν’ ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας».
Αγαπητέ φίλε, εδώ παραιτούμαι και ως ειλικρινή συγνώμη για την τελική μου ασυνέπεια και απουσία, ως μια κάποια ελάχιστη αντίσταση στην ασχήμια της εξουσιαστικότητας που μας καταπίνει, σου χαρίζω το ποίημα της Δημουλά που προσπάθησε να εμπνεύσει το κείμενό μου: «Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων/ Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει/ -έχει μεγάλη πείρα ο χαμός./ Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό/ του ανώφελου/ Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη/ να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας/ σε ό,τι έχει πεθάνει/ Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής/ φωτογραφίας/ που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:/ νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι/ ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας./ Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;/ Θα πεις/ και πού δεν ήταν τότε θάλασσα».
Το γράμμα τούτο γράφτηκε πριν από δέκα περίπου μήνες. Όταν τελικά αποφασίστηκε να συμπεριληφθεί στον παρόντα τόμο, καθώς ξεπερνούσε, όπως μου είπε η αγαπητή κυρία Κοκκίνου, τα όρια μιας απλής άρνησης συμμετοχής -διαπίστωση που αφάνταστα με τιμά-, μας είχε ήδη προλάβει η τελευταία στροφή της νεοελληνικής μας ιστορίας, το Δ.Ν.Τ. Μέσα σε τούτο το χαμό ξεκίνησα και πάλι να διαβάζω τους Δαιμονισμένους του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι (μετάφραση από τα Ρωσικά-Πρόλογος-Επίμετρο: Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σ. 72-73), από τους οποίους και προκειμένου να επανέλθουμε στην άτακτη τάξη των πραγμάτων, αντιγράφω: «Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς γέλασε πολύ τότε.- Φίλοι μου-μας έλεγε με διδαχτικό ύφος-, ο εθνισμός, αν όντως “γεννήθηκε”, όπως μας διαβεβαιώνουν αυτοί στις εφημερίδες, είναι ακόμα σκολιαρόπαιδο σε γερμανικό σχολείο, κρατάει γερμανικό αλφαβητάρι, μαθαίνει το αιώνιο γερμανικό του μάθημα, και ο γερμανός δάσκαλος το βάζει τιμωρία, γονατιστό, όταν χρειαστεί. Το γερμανό δάσκαλο τον εγκρίνω. Αλλά το πιθανότερο όλων είναι να μην έχει συμβεί τίποτα τέτοιο, κι όλα εξελίσσονται όπως παλιά, δηλαδή, υπό τη σκέπη του Θεού. Κατά τη γνώμη μου, καλά για τη Ρωσία, pour notre Sainte Russie. Επιπλέον, όλοι αυτοί οι πανσλαβισμοί και οι εθνισμοί παραείναι παλιοί για να είναι καινούργιοι. Ο εθνισμός, αν θέλετε, ποτέ δεν ήταν εδώ πέρα τίποτα περισσότερο από επινόηση των αριστοκρατών, κυρίως των Μοσχοβιτών, που συχνάζουν στις λέσχες. Εξυπακούεται ότι δεν μιλάω για την εποχή του Ίγκορ. Κι ύστερα, όλα είναι αποτέλεσμα νωθρότητας. Εδώ όλα είναι αποτέλεσμα νωθρότητας, και τα καλά και τα κακά. Όλα απορρέουν από την αριστοκρατική, χαριτωμένη μορφωμένη, πεισματάρικη νωθρότητα! Τριάντα χιλιάδες χρόνια το λέω αυτό. Δεν ξέρουμε να ζούμε από το μόχθο μας. Και, πώς μας προέκυψε το ότι ορισμένοι ασχολούνται τώρα με κάποια “αναδειχθείσα” κοινή γνώμη, έτσι ξαφνικά; Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουν ότι για να διαμορφώσεις άποψη χρειάζεται πριν απ’ όλα να μοχθήσεις, προσωπικά, με ατομική πρωτοβουλία, με ατομική δράση! Χάρισμα τίποτα και ποτέ δεν δίνεται. Αν μοχθήσουμε, θα έχουμε και άποψη. Και καθώς δεν πρόκειται ποτέ να μοχθήσουμε, άποψη για εμάς θα έχουν μόνον αυτοί που δούλευαν αντί για μας μέχρι τώρα, δηλαδή η Ευρώπη ως συνήθως, οι Γερμανοί ως συνήθως, αυτοί που είναι δάσκαλοί μας, δηλαδή, διακόσια χρόνια τώρα».

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το «θαμπό μυστήριο»[1]. Οι αρμένιοι της Θράκης και η ποιητική της συγ-χώρησης. Με αφορμή τους εορτασμούς συμπλήρωσης 180 χρόνων από τη θεμελίωση του ιερού ναού του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή στην Κομοτηνή

logo-300x265

Αγιώτατε,

Πανοσιολογιώτατε εκπρόσωπε του σεβασμιωτάτου,

Κυρίες και κύριοι των αρχών,

Κυρίες και κύριοι,

Το πρώτο πράγμα που ήρθε στα μάτια μου όταν δέχτηκα την τιμητική πρόσκληση να βρεθώ απόψε ανάμεσά σας και να μιλήσω για την Αρμενική κοινότητα της Κομοτηνής, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από τη θεμελίωση του Ιερού Ναού του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, ήταν το πρόσωπο ενός παλιού μου συμμαθητή στο 2ο Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, του Λεβόν Σουκισιάν. Πρόσωπο αγαπητό, παρουσία ξεχωριστή, η οποία εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του ονόματος και  της καταγωγής έπαιρνε μέσα μου  διαστάσεις μιας άκρως ενδιαφέρουσας μυθολογίας που σχετίζονταν με τον ξένο, την πατρίδα, την θρησκεία, την κουλτούρα και τον πολιτισμό στο σύνολό του. Μια μυθολογία ικανή να σε οδηγήσει στην αναζήτηση της ζωής των άλλων, που εν τέλει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Τον Λεβόν έχω να τον δω από τότε, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, από τις αίθουσες διδασκαλίας, την αυλή του σχολείου και το γήπεδο της ΧΑΝΘ, όπου έκανα μερικές προπονήσεις με την παιδική ομάδα μπάσκετ της Αρμενικής κοινότητας.  Χαθήκαμε, αλλά η ολιγόχρονη συνάντησή μας άφησε πίσω της μια οικειότητα για τους Αρμένιους και την Αρμενία. Γεγονός, που δικαιώνει τη βαθιά μου πίστη, πως η διαμόρφωση του  εαυτού και ως εκ τούτου της κοινωνίας, που βρίσκεται πάντα εν διαλόγω με το άλλο και τον άλλο, το διαφορετικό και τον διαφορετικό, δεν πραγματώνεται μόνον από την εξωτερική και επιφανειακή γνώση, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις κινδυνεύει τον κίνδυνο δημιουργίας εικονικών πραγματικοτήτων που εκβάλλουν στη χώρα του ψευδούς, αλλά κυρίως και κατεξοχήν από τη σχέση, η οποία εν τέλει συνιστά και την οριστική γνώση. Σε μια τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι και η ιστορία τους δεν αποτελούν τα φερτά υλικά της καθημερινότητας μας, που είναι καταδικασμένα σε αφανισμό, αλλά τα σταθερά μέλη ενός κοινού σώματος που συνεχώς ανακαινίζεται και αυξάνει.

Ως εκ τούτου, η τιμή που νιώθω γι αυτήν την πρόσκληση να μιλήσω απόψε ενώπιόν σας, σε μια τόσο σημαντική στιγμή για την κοινότητα σας, είναι μεγάλη. Το ίδιο μεγάλη είναι και η χαρά μου, διότι με την πράξη αυτή λειτουργούμε όλοι μαζί, από κοινού, εδώ και τώρα, το μυστήριο της συγ-χώρησης. Ένα μυστήριο το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός θέλει να θέσει στο περιθώριο της ιστορίας, αντικαθιστώντας το χωρίς περίσκεψη και δίχως αιδώ, με την αμαρτία της διαίρεσης. Και νομίζω, πως κανείς μας δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη διαπίστωση ότι ζούμε στον αιώνα της κυριαρχίας του μερισμού, όπου ο καθένας είναι πλήρης εντός της φυλακής του κλειστού εαυτού. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντέχουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δίχως αμφιβολία, λοιπόν, η παρουσίαση της παραδειγματικής λειτουργίας της αρμενικής κοινότητας εντός του ευρύτερου χώρου της Θράκης και ιδιαίτερα εντός των ορίων της πόλης της Κομοτηνής, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια μικρή συμβολή στην αντίσταση που ο άνθρωπος μπορεί να προβάλλει απέναντι στις ολοκληρωτικές δυνάμεις της διάλυσης και της αφιλίας.

Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να δημιουργήσω μια ειδυλλιακή κατάσταση. Η ζωή των Αρμενίων στη περιοχή, από την πρώτη τους εγκατάσταση στα μέσα του 18ου αιώνα έως και σήμερα δεν υπήρξε ανέφελη. Μύρια όσα προβλήματα υπήρξαν τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και στις σχέσεις τους με τους ελληνορθόδοξους, τους μουσουλμάνους και τους εβραίους πολίτες της Ελληνικής Θράκης. «Η διαφορετική προέλευση», σημειώνει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «το διαφορετικό νομικό καθεστώς, οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές, ακόμα και η διαφορετική γλώσσα φαίνεται ότι προκαλούσαν συχνά τριβές ανάμεσα στα μέλη της αρμενικής παροικίας. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, είχε σοβαρό αντίκτυπο τόσο στη συνοχή, όσο και στη λειτουργία της κοινότητας»[2]. Γεγονός που αποδεικνύει για μία ακόμη φορά πως η πορεία των ανθρώπων εντός του πολιτισμού ήταν και παραμένει δραματική. Και χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος και περισσή δύναμη προκειμένου να μειωθούν σταδιακά και λυτρωτικά τα στοιχεία της διάσπασης, οι αιτίες της διαίρεσης που απαγορεύουν την πραγματική συνάντηση, την ανοχή και εν τέλει την αγαπητική πρόσληψη του διαφορετικού. Την πρόσληψη, εκ μέρους του «ντόπιου», του «εσωτερικού μετανάστη», του «ξενομερίτη», του «γιαμπατζή», αλλά και του «πρόσφυγα», του «Νανσενιάν», τους οποίους η αγριότητα του πολιτισμού των ανθρώπων στέλνει στην πόρτα του σπιτιού μας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην Κομοτηνή και ενώπιον των ποιοτικών χαρακτηριστικών που κατέθεσαν στη διακονία του κοινού σώματος  οι Αρμένιοι, η αμαρτία των καιρών αργά, αλλά σταθερά, υποχώρησε. Στη θέση της στήθηκε το άγαλμα της δημιουργίας. Ένα άγαλμα φτιαγμένο από υλικά συμβολής. Πολιτιστικοί, καλλιτεχνικοί και αθλητικοί σύλλογοι,  λέσχες, όμιλοι, εμπόριο, βιοτεχνία, επιστήμες, εκπαίδευση, είναι κάποια από τα στοιχεία που προσέφεραν οι Αρμένιοι στην ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της πόλης. Και κοντά σε αυτά η διαπιστωμένη και επιβεβαιωμένη σήμερα ιστορικά μεγάλη συμβολή τους στην προσπάθεια ενσωμάτωσης της Θράκης στη μητέρα Ελλάδα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το όνομα του Ρουπέν Κεβορκιάν, με τη ψήφο του οποίου, αλλά και των μουσουλμάνων Χαφούζ Σαλήχ και Οσμάν Αγά,  το Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο της Διασσυμαχικής Θράκης εξέλεξε Έλληνα πρόεδρο. Πράξη η οποία πήρε διαστάσεις δημοψηφίσματος των κατοίκων της Θράκης και «συνέβαλε αποφασιστικά στις προσπάθειες του Βενιζέλου στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων»[3]. Η επιλογή, βέβαια, του Κεβορκιάν δεν ήταν απροϋπόθετη. Όπως με σαφήνεια τονίζει ο Αρμένιος δημοσιογράφος των αρχών του 20ου αιώνα Leon Savandjian, «οι ελληνικές αρχές σεβάστηκαν απόλυτα όλες τις μειονότητες της περιοχής και εφάρμοσαν πολιτική ισονομίας και δικαιοσύνης»[4]. Γεγονός που δημιούργησε ανάμεσα σε Αρμενίους και Έλληνες  σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού.

Τους δεσμούς φιλίας ενίσχυε διαχρονικά και ένα άλλο γεγονός∙ η κοινή χριστιανική καταγωγή. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι Αρμένιοι δέχθηκαν τον χριστιανισμό σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις από τους αποστόλους Θαδδαίο ή Λεβαίο και Βαρθολομαίο και ότι η Αρμενία υπήρξε το πρώτο κράτος στον κόσμο το οποίο κατέστησε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του. Στην μεγάλη, βέβαια, προσπάθεια εκχριστιανισμού των Αρμενίων  σημαντική θέση, τη σημαντικότερη,  κατέχει δίχως άλλο ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής. Και είναι οι εορτασμοί για τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από την  ανέγερση το 1834 του πρώτου αρμενικού ναού προς τιμή του στην Κομοτηνή, που απόψε μας συνάζουν επί το αυτό. Για να δούμε, όμως, πως περιγράφει ένας κορυφαίος Έλληνας εκκλησιαστικός ιστορικός, ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης, τις πρώτες ημέρες της Εκκλησίας της Αρμενίας: «Η Αρμενία κατά το πρώτον ήμισυ της γ΄ εκατονταετηρίδος περιήλθεν εις τους Πέρσας, οι οποίοι επέβαλλον την περσική θρησκείαν. Ο Γρηγόριος, ο βραδύτερον τους Αρμενίους εκχριστιανίσας και επικληθείς φωτισθείς, ήτο τότε εις μικράν ηλικίαν και εθνικός. Έφυγεν εξ Αρμενίας εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, όπου έγινε χριστιανός και έλαβεν ελληνικήν μόρφωσιν. Ο Αρμένιος βασιλεύς Τιριδάτης, δεύτερον ήμισυ της γ΄εκατονατετηρίδος, ηλευθέρωσε την Αρμενίαν από των Περσών και, πεισθείς εις τον επανελθόντα Γρηγόριον, υπεστήριξε την διάδοσιν του χριστιανισμού, του οποίου και προηγουμένως υπήρχον σπέρματά τινα. Εν Αρμενία ο χριστιανισμός κατέστη επίσημος θρησκεία του κράτους. Ο Γρηγόριος μετέβη πάλιν εις την Καισάρειαν, εχειροτονήθη υπό του επισκόπου αυτής Λεοντίου επίσκοπος των Αρμενίων και επέστρεψε συνοδευόμενος υπό Ελλήνων ιερέων. Εφρόντισε περί του εκχριστιανισμού των κατοίκων και της διοργνώσεως της αρμενικής Εκκλησίας. Εκκλησιαστική γλώσσα κατέστη η ελληνική και η συριακή, αναλόγως της γειτνιάσεως των αρμενικών επαρχιών προς το ελληνικόν κράτος ή προς την Συρίαν»[5].

Σήμερα, δεκαπέντε αιώνες μετά το χωρισμό που ακολούθησε τη σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), χάρη «στην ιερή τόλμη και το άγιο θάρρος του Διαλόγου μας, που κινείται χωρίς φόβο και πάθος»[6], καθώς σημειώνει ο μακαριστός πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρός Παρθένιος, οι δύο εκκλησιαστικές οικογένειες έφτασαν  «παρά την υπάρχουσα διαφορά τους ως προς τη χριστολογική ορολογία και τη διαμετρικά αντίθετη στάση τους έναντι του Όρου της Χαλκηδόνας, […] στο απρόσμενο και εκπληκτικό σημείο όχι μόνο να διαπιστώσουν τη δογματική τους εγγύτητα αλλά και να υπογράψουν κοινά δογματικά κείμενα, με τα οποία διακηρύττεται η κοινή δογματική πίστη και διδασκαλία τους ανά τους αιώνες»[7]. Με τον τρόπο αυτό η διαίρεση  που πηγάζει από την απολυτοποίηση «των ανθρωπίνων», και «είναι πάντα αμαρτία και κόλαση», φαίνεται να δίνει τη θέση της στην ενότητα, που «είναι παράδεισος και αλήθεια»[8]. Ή για να το πω Αγιώτατε, με τα λόγια του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, τα οποία με αγάπη απηύθηνε προς εσάς πριν από  λίγες ημέρες εδώ στην καρδιά της Θράκης, «ατυχείς ιστορικές συγκυρίες, πολιτικοί και όχι μόνο θεολογικοί λόγοι μας χώρισαν. Υπήρξε μία μακρά περίοδος αποξένωσης των Εκκλησιών αλλά τώρα μερικές δεκαετίες […] εργαζόμαστε και συναντιόμαστε για να επανέλθουμε στην πλήρη ενότητα μας…»[9]. Μια ενότητα η οποία είναι θέλημα Θεού, μα καθόλου εύκολη, καθότι απαιτεί κοινό όραμα, αυτοθυσία, μοίρασμα και  γενναιότητα. Θέλει, δηλαδή, κατάφαση στον πολιτισμό της σάρκωσης. Και βεβαίως όταν λέγω πολιτισμό της σάρκωσης, σαφώς αναφέρομαι στο σύνολο  του υλικού και πνευματικού πολιτισμού, χωρίς τις σχιζοφρενικές διαιρέσεις που μας κληροδότησε η οποιαδήποτε νεωτερικότητα[10]. Μιλώ για έναν πολιτισμό, που εξάπαντος  δεν είναι και δεν θέλει να είναι ένας πολιτισμός των πολιτισμών, ή ένας υπέρ-πολιτισμός. Μιλώ για τον κάθε πολιτισμό με τα δικά του συστατικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη μουσική, την αρχιτεκτονική, την οποιαδήποτε εντέλει ιδιαίτερη έκφραση που συνδέεται με ρίζες βαθιές, εν γνώσει ή ανεπίγνωστα, με τον τρόπο που αποκαλύπτει η σάρκωση, με τον τρόπο του έρωτα που νικά τον θάνατο και ευαγγελίζεται εδώ και τώρα την πρόσληψη, την εξάπαντος ερωτική πρόσληψη, του ολοκληρωτικά άλλου, του ξένου[11].

Μια αλήθεια που συναντά κανείς ακόμη και σε κείνους, που χωρίς να αποδέχονται φανερά τη σάρκωση του Λόγου, μπορούν να κατανοούν τον κόσμο και τον άνθρωπο στα πλαίσια ενός αναγκαίου για την αλήθεια της υπάρξεώς μας ολισμού, που φαίνεται πως δέχεται ανομολόγητα, και νομίζω πως η ομολογία δεν είναι πάντα επιβεβλημένη, τα αποτελέσματα της σάρκωσης∙ την κένωση και την πρόσληψη. Τουτέστιν το μυστήριο της ενότητας και το θαύμα της διάκρισης, που αρνούνται την αμαρτία της  χοντροκομμένης διαίρεσης, που γεννά η ανάγκη εξουσιασμού της ύπαρξης του άλλου[12].

Μια τέτοια κατανόηση και παραδοχή δίνει ίσως στον πολιτισμό της σάρκωσης όρια ευρύτερα από αυτά της Ορθοδοξίας, σαφώς ευρύτερα και από αυτά του συνολικού χριστιανισμού και απλώνεται έως εκεί που ο άνθρωπος συναντά το παράδοξο και την αμφισημία, στη χώρα της αγωνίας και του τελευταίου ανθρώπου της γης[13].

Αγαπητοί μου,

Ζούμε σε μια εποχή ακραία φονταμενταλιστική -και είναι πέρα από σαφές ότι δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο, εάν θέλουμε να είμαστε έστω και ελάχιστα συνεπείς στην κλήση της αγάπης του πολιτισμού της σάρκωσης που μόλις ανέφερα,  να δεχθούμε το σφαγιασμό του διαφορετικού και των διαφορετικών, πολύ περισσότερο τη χυδαία και πορνική χολιγουντιανή προβολή του. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να δεχθούμε ούτε το βομβαρδισμό της συνείδησής μας από τις δυνάμεις του παράλογου και του σκοτεινού, που ντύνονται το μανδύα του προστάτη και του απελευθερωτή.  Και είναι αυτή η εποχή που αναδεικνύει τη σημαντικότητα τη Θράκης και ιδίως της Κομοτηνής, η οποία αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση ειρηνικής συμβίωσης κοινοτήτων ελλήνων πολιτών με διαφορετική πίστη, διαφορετικές παραδόσεις, αλλά εξάπαντος κοινό παρόν και μέλλον. Ένα μέλλον που στηρίζεται στην ανάσταση του  «θαμπού μυστηρίου», που εκβάλλει  στο σεβασμό της ανθρωπινότητας και μαζί της ελευθερίας που χαρακτηρίζει τους θεσμούς της έννομης πολιτείας. Σε μια τέτοια κοινωνία ελευθερίας, δημιουργικότητας και αγάπης, οι Αρμένιοι αποτελούν τον αρμό που συγκρατεί τα υλικά του κοινού οίκου της Θράκης, του κοινού σπιτιού της Κομοτηνής.

Φίλες και φίλοι,

Στην αρχή της ομιλίας μου σας μίλησα για τον συμμαθητή μου, τον Λεβόν. Χαμένος μέσα στις θύμησες που ανάστησε η πρόσκληση του ευγενικού και ηρωϊκού λαού των Αρμενίων της πόλης της Κομοτηνής, για την οποία και πάλι από καρδιάς σας ευχαριστώ, έψαξα να βρω τον χαμένο φίλο. Δεν τα κατάφερα. Βρήκα, όμως, στο διαδίκτυο ένα blog, που φέρει τον τίτλο: «Να παλεύεις το αδύνατο. Οι ωραιότερες μάχες της ζωής μου…», και πρέπει να του ανήκει. Παρότι τα χρόνια πέρασαν η φωτογραφία του μεσήλικα άνδρα που το συνοδεύει μου θυμίζει τον Λεβόν Σουκισιάν, πολύ περισσότερο μου τον θυμίζουν τα κείμενά του. Σε ένα από αυτά, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 2011 που τιτλοφορείται Χαμογελώντας, διαβάζουμε:

«Κάποτε ο πατέρας μου σ’ ένα κυριακάτικο τραπέζι που είχα μουλαρώσει και δεν ήθελα να κάτσω, πολύ πράος μου είχε πει: «Μην κάθεσαι, δεν πειράζει, ο λόγος που έχεις, για σένα είναι ισχυρός και δεν θέλω να τον παλέψω. Μα να θυμάσαι ότι το κυριακάτικο τραπέζι για μένα είναι η δύναμη για όλη τη βδομάδα που έρχεται». Πολλά χρόνια μετά, όταν πέθανε, την πρώτη Κυριακή που δεν έκατσε μαζί μας, σκέφτηκα πως και μια φορά το χρόνο να μπορούσα να ξανακάτσω μαζί του στο κυριακάτικο τραπέζι θα είχα δύναμη για όλη τη χρονιά»[14].

[1] Το «θαμπό μυστήριο» είναι δάνειο από τη Γούρνα του DANIEL VAROUJAN http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=64706&code=1330

[2] Κ. Χατζόπουλος, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, εκδ. Εκπολιτιστικού Μορφωτικού Ομίλου Αρμενίων Κομοτηνής, Κομοτηνή 2009, σ. 56.

[3] Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Ο ρόλος των Αρμενίων στη «Διασυμμαχική Θράκη» και την απελευθέρωση,
/http://www.xronos.gr/detail.php?ID=92838. Πρβλ. Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[4]  Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[5] Β. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1959, σ. 272.

[6] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[7] Γ. Μαρτζέλου, Ο θεολογικός διάλογος της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας με τις μη-Χαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής. Χρονικό-αξιολόγηση-πρακτικές, Πρακτικά ΙΔ΄ Θεολογικού Συνεδρίου Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης με θέμα «Η Μήτηρ ημών Ορθόδοξος Εκκλησία»» (10-13 Νοεμβρίου 1993), Θεσσαλονίκη 1994, σ. 295.

[8] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[9] http://fanarion.blogspot.gr/2014/09/blog-post_83.html

[10] Στην ορθόδοξη παράδοση δεν έγινε ποτέ διαίρεση του υλικού από τον πνευματικό πολιτισμό. Στην πατερική γλώσσα, σε αντίθεση με τα κρατούντα στη σύγχρονη Δύση, όπου γίνεται σαφής διάκριση των όρων Civilisation και Culture, υπάρχει μόνο η λέξη πολιτισμός, που εκφράζει κατά χαλκηδόνιο τρόπο την αλήθεια των πραγμάτων. Γράφει σχετικά ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών 22, PG 76, 1117 CD: «Και ώσπερ έστι νοείν υπέρ ανθρώπου τέκτονος, τεχνίτου τυχόν, ή σιδηρέως, ότι ποιεί τα έργα μετά του ιδίου σώματος η ψυχή∙ και ουκ αν τις είποι ψυχής έργα μόνης είναι, καν αυτή κινεί προς έργα το σώμα, αλλά του συναμφοτέρου∙  ούτω νόει και επί Χριστού». Πρβλ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  σ. 112.

[11] Βλ. σχετικά Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σ. 113. Για το θέμα βλ. και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του π. Βασιλείου Θερμού, στο βιβλίο του, Οι δικοί μου οι ξένοι, εκδ. Εν πλω, Αθήνα  2005.

[12] Βλ. Φ. Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 34: «Η γλώσσα δεν μπορεί να ξεπεράσει τη χοντροφτιαξιά της και συνεχίζει να μιλά για αντιθέσεις εκεί όπου υπάρχουν μόνο βαθμοί και λεπτές αποχρώσεις».  Για το θεολογικό ολισμό στα πλαίσια της ορθόδοξης θεολογίας βλ. Χ.Α.Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 150εξ., 233εξ. Πρβλ. Χ.Α. Σταμούλη, Η θεώρηση του κάλλους και του ανθρωπίνου σώματος στην ειδωλολατρία και την χριστιανική διδασκαλία, Χριστιανική λατρεία και ειδωλολατρία (Πρακτικά ΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), εκδ. Κλάδος εκδόσεων της επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 487-488.

[13] Χ.Α.Σταμούλη, Έρως και θάνατος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 139.

[14] http://soukissian.blogspot.gr/2011/08/blog-post_27.html.

Παναγιώτης Θωμά, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία (Παρουσίαση βιβλίου)

GynaikaLotTheologiaΤις ημέρες που ετοίμαζα το κείμενό μου για τη σημερινή παρουσίαση, συνέπεσε να ακούσω αρκετές φορές ένα τραγούδι από την πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της Ελένης Βιτάλη, σε στίχους και μουσική δικά της. Το τραγούδι τιτλοφορείται «Χαραμάδα» και οι στίχοι του μιλάνε για τη «μικρή χαραμάδα με φως». Μέσα στο φως αυτής της χαραμάδας αποκαλύπτεται «Το θαύμα του χαδιού, το θαύμα της ψυχής, το θαύμα του φιλιού, το θαύμα της ζωής». Σχεδόν αβίαστα αυτή τη χαραμάδα, όπως την περιγράφουν οι στίχοι της Βιτάλη, τη συνέδεσα με το δημιουργικό «ανάμεσα», το ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που με αφορμή τον Γιάννη Τσαρούχη επιχειρεί να περιγράψει ο Χρυσόστομος Σταμούλης στο βιβλίο του Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η Εξορία του θανάτου.

παιδί κερίΠετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος

κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει.

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα

να φιλιούνται.

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του

μες στο φιλόξενο χώμα (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

«Το μεγάλο κακό του πολιτισμού μας», σημειώνει ο Άρθουρ Αντάμωφ, την Άνοιξη του 1940, στον Πρόλογό του, στο βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, «είναι περισσότερο έγκλημα ενάντια στο θάνατο παρά έγκλημα ενάντια στη ζωή»[1]. Και, βέβαια, τούτο το έγκλημα συντελείται θαρρώ με δύο τρόπους. Ο πρώτος και πλέον διαδεδομένος σήμερα είναι ο απόλυτος καταχωνιασμός του θανάτου στα βάθη του αζήτητου. Στη χώρα του απωθημένου, τα σύνορα της οποίας είναι κλειστά και ως εκ τούτου αδιαπέραστα, καθώς κατά μήκος του απλώνεται ο «τρισάγιος» φύλακας «φόβος», που προπαγανδίζει πρόστυχα και τελικά επιβάλλει τη λήθη του θανάτου[2]. Ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο και χτίζει έτσι μια ζωή χωρίς θάνατο, που του αφαιρεί, μαζί με όλα τα άλλα, ακόμη και αυτή τη δυνατότητα να τον αρνηθεί. «Ο θάνατος», σημειώνει και πάλι ο Αντάμωφ, «θα έχανε την τετριμμένη αποκρουστικότητά του αν ο άνθρωπος τον είχε συλλογιστεί έστω μια φορά στη ζωή του· έτσι δεν θα ’πεφτε  πάνω του σαν λιθάρι, ανόητα. Ο άνθρωπος πρέπει να αποδέχεται από τα πριν τον θάνατό του, να τον βιώνει μέσα του με αγάπη. Μα όσοι δεν τον δέχονται στερούνται και τη δύναμη να τον αρνηθούν. Ανοιγοκλείνουν μόνο τα μάτια όπως σε μια χειμωνιάτικη βροχή και τα σβησμένα πρόσωπά τους ζαρώνουν από ανείπωτους φόβους, ρυπαρούς»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη

ImageΥπάρχουν πολλές ματιές με τις οποίες βλέπουμε τα πράγματα. Απόψεις λέγονται αλλιώς. Καθιερωμένες και ακαθιέρωτες. Νόμιμες και μη νόμιμες. Επιστημονικές και μη επιστημονικές. «Ο νέος που προχωρούσε στο δρόμο μετρούσε τον εαυτό του προς τα καθαρά συναισθήματα και ένιωθε ηττημένος…Το παιδί συνομιλεί με τον κόσμο των πραγμάτων που το αγκαλιάζει. Εκείνος έβλεπε από απόσταση»[1].

          Έχω την αίσθηση πως ο Πεντζίκης ως παιζω-γράφος, και προσέξτε τούτο το άλφα γιώτα, δεν έχει καμιά ιδέα για τον εαυτό του, ούτε για τα πράγματα. Δεν στήνει πρόσωπο μυθικό μέσα του για να τρέφει κάποια ιδέα γι’ αυτό, αλλά βγαίνει γυμνός και εναγκαλίζεται αδελφωτικά με τους πάντες και τα πάντα. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το πατερικό concencus, το «αλάθητο» των Οικουμενικών Συνόδων και τα όρια της γλώσσας των ανθρώπων

ΧΕΡΙΑ 2000Αν παρατηρήσει κάποιος με προσοχή τις ερμηνευτικές προσπάθειες των πατέρων της Εκκλησίας, θα ανακαλύψει πως, πέρα από το γενικό consensus, υπάρχουν μύριες όσες λεπτομέρειες[1], που διαφοροποιούν τις αφηγήσεις και αποκαλύπτουν πως η θεοπνευστία, ως προϋπόθεση της συγγραφής και της ερμηνείας των κειμένων, δεν αποτελεί μια μαγική λειτουργία πέρα και έξω από το υποκείμενο, αλλά κυρίως και κατεξοχήν, μια δυναμική και άκρως υποκειμενική-προσωπική διαδικασία πρόσληψης και οικείωσης των ενεργειών του Θεού, με σκοπό τη νοηματοδότηση του μυστηρίου της κτιστότητας και της σχέσης του με το δημιουργό Θεό. Με άλλα και απλούστερα λόγια η θεοπνευστία δεν είναι μια πράξη κατάργησης του υποκειμένου ανθρώπου, αλλά μια διαδικασία ανάδειξης της εσώτερης αλήθειάς του. Τουτέστιν μια πράξη επέκτασης, που ποιεί τον άνθρωπο χώρα του αχωρήτου, κοινωνό των μυστηρίων τού ακτίστου και εκφραστή του καλύτερου για τον εαυτό του, μα και το σύνολο του λαού σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω πάντα από τις επικρατούσες συνθήκες. Μια τέτοια ερμηνεία, βέβαια, συνδέει με δυναμικό τρόπο τη θεοπνευστία με την ευαισθησία και την αγάπη[2], την πνευματική διάκριση με την ανάγκη του σώματος και των καιρών, ενώ τέλος απαιτεί την άμεση απομάκρυνση από την οποιαδήποτε τυπολατρία που «δένει» τη θεοπνευστία με το «αλάθητο» και τους «αλάθητους»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Παναγιώτης Θωμά, Σπαραγμός για την απώλεια (σχόλιο στο αγάπη σ’αγαπάω του Χρυσόστομου Σταμούλη).

2πένθοςΚινούμαστε συχνά όταν μιλάμε για έναν καλλιτέχνη, ή έναν άνθρωπο που γενικά πείθει τους καλοπροαίρετους για τη σημαντικότητα του έργου του, από τον εκθειασμό μέχρι την συγκίνηση. Εκεί είναι τα όρια μας. Το πολύ πολύ να φτάσουμε και σε κάποιες σκέψεις-προεκτάσεις του έργου του, των λόγων του, των στίχων του, της γενικότερης έκφρασής του. Σκέψεις που ο πομπώδης ενθουσιαστικός σχολιασμός μας τις στεγνώνει από την πειθώ που πρέπει να χαρακτηρίζει την υπαρξιακή ανατάραξη την οποία προκαλεί ένα καλό και ειλικρινές έργο. Αυτή η στάση δεν οδηγεί, ως πραγματική κατάφαση σε αλήθειες ορθά και όμορφα δηλωμένες, σε ταρακούνημα πραγματικό της βεβαιότητας μας για τις δικές μας απόψεις. Είναι μια απλή επιβεβαίωση, ένας νέος εγκιβωτισμός του κεκτημένου σε όρια που απαγορεύουν την απορία. Και απορία σημαίνει δεν έχω, δεν κατέχω και δεν έχω διέξοδο… Άρα πάλλομαι, αν-ησυχάζω, θυμώνω, λυγίζω, παραπονιέμαι• μοιάζω της θάλασσας που η αιώνια ουσία της είναι πως κινείται…

Δεύτερη μάνα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι εξάλλου η θάλασσα και κάπου εδώ, μ’ αυτό το εισοδικό, θα προσπαθήσω να σας πω κάποιες σκέψεις μου για τον Χρυσόστομο Σταμούλη και τη συνεπή δημιουργική του έκφραση. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Αγία ευαισθησία: Η αγία των αγίων. Συναξάρι μικρό, πόνημα γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου.

PC170020-2 «Μια μέρα, ένα πρωινό επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα. Τελικά, απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι, ήταν αηδόνι. Κι ακούω το αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται× μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα του, φούσκωσε απ’ τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του. Αυτό το πουλάκι το μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ο λάρυγγάς του! Πω, πω, πω! Να’ χα ένα ποτηράκι με νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει! Μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γέρο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που τα δοκίμαζα».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Σταμούλης, Η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα…

xartaetos-cebcceb9ceb5cf841Καθηγητής Θεολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνθέτης, μαέστρος, συγγραφέας… Υπάρχει κάτι άλλο με το οποίο θα θέλατε να ασχοληθείτε και δεν το έχετε κάνει ακόμα;

Καταρχήν θα πρέπει να σας πω, ότι είναι πολύ σημαντικό για οποιονδήποτε άνθρωπο να ασχολείται με πράγματα που επιθυμεί. Προσωπικά μου χαρίστηκε αυτή η μεγάλη ευλογία, μου δόθηκε το δώρο να καταπιάνομαι καθημερινά, σε επίπεδο καθημερινής επιβίωσης,  με τις μεγάλες μου αγάπες, που με συντροφεύουν από παιδί,  τη θεολογία και τη μουσική. Δύο αντικείμενα με αξεπέραστο ενδιαφέρον και συγγένειες καλά κρυμμένες σε όλα εκείνα τα υλικά που συγκροτούν τον εαυτό τους. Όσον αφορά το ερώτημα σας, θα πρέπει να σας πω ότι η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα. Όσο ονειρευόμαστε υπάρχουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 2.262 other followers