13614989_10209343840609454_8907652239420480273_nΈτσι συμβαίνει πάντοτε:

ο ποιητής ριψοκινδυνεύει,

ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα

που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της

(Οδυσσέα Ελύτη, Τέχνη – Τύχη – Τόλμη).

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά-σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός-όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος/ Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα/ γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία./ Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά/ να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας./ Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη/ -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου./ Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

 

γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

 

Μακαριώτατε,

σεβασμιώτατοι,

σεβαστοί πατέρες,

η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

 

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8,6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή-σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού-Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το άσμα ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σ. 86-89.

ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΝΘΡΑΚΙΚΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΤΩΝ 4 ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
ΥΠΌ ΤΟΝ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β’
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016http://imalexandroupolis.blogspot.gr/2016/07/4.html

 

Advertisements