ανασκάπτω: εκριζώ, ‘ξεριζώνω’ , επί φυτών,

ανατρέπω εκ θεμελίων, κατεδαφίζω, επί οικοδομών.

          Έχω την αίσθηση εκ των προτέρων ότι το θέμα που κληθήκαμε σήμερα να προσεγγίσουμε, προϋποθέσεις συγγραφής νέων κατηχητικών βοηθημάτων, είναι ένα από τα πλέον δύσκολα προβλήματα που οφείλει να λύσει – ή κατά τον εκκλησιαστικό τρόπο του ομιλείν – να θεραπεύσει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι δυνατή ακόμη η αίσθησή μου ότι το μεγαλύτερο μέρος των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, ιερείς και λαϊκοί, ασχολήθηκε – ποικιλοτρόπως – και πάλιν και πολλάκις με την ανάγκη αλλαγής των κατηχητικών εγχειριδίων. Εντούτοις, ευθύς εξαρχής οφείλω να ομολογήσω ότι βρισκόμαστε ενώπιον ψευδοπροβλήματος, διότι το μέγιστο πρόβλημα της Ορθόδοξης Κατήχησης μοιάζει να μην είναι πρωτίστως ή απλά και μόνον η αλλαγή των συγκεκριμένων εγχειριδίων, με άλλα καλύτερα, ακριβέστερα, συστηματικότερα ή ακόμη ακόμη και «Ορθοδοξότερα» εγχειρίδια, αλλά  κυρίως και κατεξοχήν η αναζήτηση της χαμένης αυτοσυνειδησίας των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, από τον απλό λαό και τους ευλαβέστατους ιερείς έως και τους επισκόπους της Εκκλησίας, αλλά και τα μέλη των θεολογικών μας σχολών.

Εντός αυτών των πλαισίων κατανόησης και αντιμετώπισης του προβλήματος θαρρώ ότι η αφετηρία μιας τέτοιας συγκεκριμένης προσπάθειας, όπως είναι η σημερινή, οφείλει να έχει χαρακτήρα εισαγωγικό. Δηλαδή να θέτει καταρχήν τα προβλήματα στη βάση τους, με χαρακτηριστικά εντιμότητας απέναντι σε Θεό και ανθρώπους, με ειλικρίνεια, παρρησία και ορίζοντες ανοικτούς, ή  αλλιώς, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του εθνικού μας ποιητή, να   σταθούμε ενώπιον του μεγάλου προβλήματος που κληθήκαμε να διακονήσουμε με «τα μάτια της ψυχής μας πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα».[1]

Έτσι κανείς θα μπορούσε να θέσει στο τραπέζι μας μια σειρά από προβλήματα και διαπιστώσεις που  ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποιες προτάσεις.

  1. 1.     Υπάρχει σήμερα κατήχηση στο χώρο της Εκκλησίας;

Η πρώτη εικόνα που έρχεται αμέσως στη σκέψη, όταν τίθεται το θέμα της ύπαρξης Ορθόδοξης Κατήχησης, σήμερα, είναι αυτή της έρημης χώρας και αναδεικνύει το μείζον πρόβλημα της απουσίας κατήχησης στο χώρο της Ορθοδοξίας. Θα ήταν αφελές ή υποκριτικό στην αρχή του 21ου αιώνα, ενώπιον της νέας κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής πραγματικότητας να υποστηρίξει κανείς ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργείται η κατήχηση στο χώρο της Εκκλησίας.

Πολύ σωστά έχει τονιστεί ότι : «Ο σύγχρονος ορθόδοξος χριστιανός στην Ελλάδα – αν όχι και στην ελληνική διασπορά – κατά κανόνα νηπιοβαπτισμένος και ‘κατά παράδοση’ ακατήχητος, ζει συντροφιά με την άγνοια ‘της σωζούσης πίστεως’  και πεθαίνει παραδομένος σε κάποιες συγκεχυμένες και αόριστες ελπίδες που τις έχει στηρίξει σε μια –  κάποια εμπειρική θρησκοληψία, όταν αυτή δεν έχει καλυφθεί από αντιδραστικό αθεϊστικό αρνητισμό, που πότε – πότε παίρνει και το χρώμα του αντικληρικού μίσους ή της ψυχοτραυματικής πικρίας»[2]. Και σε άλλο κείμενο, άλλου συγγραφέα σημειώνονται τα εξής: «Έχουμε πεισθεί πια ότι ο λαός μας έχει ανάγκη κατηχήσεως. Είναι θλιβερό, είναι πολύ θλιβερό το γεγονός ότι ο λαός μας αγνοεί τον λόγο του Θεού, αγνοεί τα ωραία της πίστεώς μας…Πόσο είναι αλήθεια αυτό που λέχθηκε ότι η Ορθοδοξία σήμερα πάσχει από βερμπαλισμό και σχιζοφρένεια! Και πόσο αλήθεια είναι αυτό που είπε ο Spurgeon, προτεστάντης μεν στην πίστη, αλλά βαθειά επηρεασμένος από τον δικό μας Χρυσόστομο, ότι ‘το καλύτερο έργο που έχουν να κάνουν μερικοί ιεροκήρυκες είναι να κλείσουν το στόμα τους’!».[3]

Πρόκειται για διαπιστώσεις και περιγραφές που στοχεύουν το κέντρο, την καρδιά του προβλήματος και αναδεικνύουν την ανάγκη κοινωνίας αυτής της αυτοσυνειδησίας, εάν και εφόσον η διάθεση λειτουργίας της κατήχησης είναι ειλικρινής και εξάπαντος όχι κίνηση εντυπωσιασμού και εκπλήρωσης αρρωστημένου καθήκοντος.

Ίσως κάποιοι εδώ βέβαια να πουν ότι τα πράγματα γενικεύονται επικίνδυνα και παραθεωρούνται προσπάθειες και αγώνες ανθρώπων, ίσως αγώνες μιας ζωής. Οφείλω όμως με πλήρη ειλικρίνεια να σημειώσω ότι τα πράγματα μπορεί να είναι έτσι, είναι έτσι. Εντούτοις, στην Ορθοδοξία πρέπει να κλείσει κάποτε το θέμα των εξαιρέσεων, ο λόγος για τα μετόχια της αγάπης, και να δούμε τον κανόνα, να αναζητήσουμε την καθολική αγάπη της Εκκλησίας, στην περίπτωσή μας την Ορθόδοξη κατήχησή της.[4] Αγάπη χωρίς γνώση του προσώπου της αγάπης δεν υφίσταται, ή όπου υπάρχει αγγίζει τα όρια της μαγείας, της ειδωλολατρίας, της ιδεολογίας. Και ο Θεός της Ορθοδοξίας είναι πρόσωπο, τριάδα ομοούσιων προσώπων, που το εκκλησιαστικό πρόσωπο καλείται να γνωρίσει προσωπικά, εντός του καθολικού σώματος της Εκκλησίας.

  1. 2.     Το παράδειγμα κατήχησης στη νεότερη Ελλάδα

 

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι εικόνες της κατήχησης και του κατηχητικού, περί εικόνων και όχι εικόνας πρόκειται, που κατά κανόνα περιγράφουν τα πράγματα στη διάρκεια των δεκαετιών από το 40 και μετά, είναι πολυποίκιλες, ωστόσο συγκλίνουσες και σε κάποιες, ελάχιστες περιπτώσεις,  αλληλοαναιρούμενες. Η αναγκαστική επιλεκτική παρουσίαση τους, όπως αμέσως παρακάτω θα φανεί, δηλώνει ξεκάθαρα, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να κινδυνεύει να γίνει μονομερής, το έλλειμμα και οπωσδήποτε όχι την παρουσία πραγματικής κατήχησης, και ως εκ τούτου συμφωνεί με τις παρατηρήσεις που έχουν ήδη προηγηθεί, ή με άλλα λόγια τις επιβεβαιώνει.

Ο Γιώργος Ιωάννου, άνθρωπος των γραμμάτων της πόλης της Θεσσαλονίκης, νομίζω ότι μπορεί να αποτελέσει ικανό οδηγό σε αυτό το ταξίδι μνήμης και γνώσης. Τα γραπτά του, κυρίως και κατεξοχήν η περίφημη Πρωτεύουσα των προσφύγων, ειδικά το κεφάλαιο «Ο Χριστός αρχηγός μας…», δίνουν εικόνα αντικειμενική, γλαφυρή και άκρως εμπειρική. Οι παρατηρήσεις του είναι ζυμωμένες με αγάπη, νοσταλγία, κριτική διάθεση και έντονο σεβασμό. Αναφέρονται σχεδόν εξολοκλήρου στην περίοδο των χριστιανικών οργανώσεων, πράγμα φυσικό, εάν αναλογισθούμε το χώρο, τον χρόνο, δηλαδή την ιστορικότητα και τον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας στην περίοδο που ο συγγραφέας αναφέρεται. Το κατηχητικό που περιγράφει αποτέλεσε από τότε και σε πολλές περιπτώσεις έως και σήμερα το «παράδειγμα» πάνω στο οποίο στήθηκε η κατήχηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας των νεότερων χρόνων.

Ας  αφήσουμε όμως τον ίδιο να δηλώσει τις προθέσεις του και το σκοπό αυτής της συγγραφής. Να μας δείξει πως μέρος του λαού, βαπτισμένου ή όχι, κατανοεί την Εκκλησία, την κατήχηση της, το κήρυγμά της, την πορεία της στον κόσμο. Γράφει σχετικά: «Συμβαίνει συχνά, διάφοροι γνωστοί μου όταν μιλούν για κατηχητικά, χριστιανικές οργανώσεις και τα παρόμοια, να στρέφονται προς εμένα και να μου λένε : ‘Εσύ τα ξέρεις καλά αυτά, πρέπει να καθίσεις να τα γράψεις’. Και καγχάζουν προκαταβολικά για τα όσα πια εγώ θα κάτσω να γράψω, να αποκαλύψω, και, κατά την προσδοκία τους, να διακωμωδήσω. Ακόμα και ένας εκδότης με πίεζε προ ολίγων ετών να γράψω ένα βιβλίο για τα κατηχητικά, έστω μόνο για τα κατηχητικά της Θεσσαλονίκης, για να γελάσουμε και να πουλήσουμε, κατά την έκφρασή του.

Εγώ στον εκδότη αυτόν, και σε κάθε παρόμοιο, συνηθίζω να λέω, ότι και να γράψω κάποτε για τα κατηχητικά δεν πρόκειται να γράψω ποτέ μ’ αυτό το πνεύμα και αυτό, όχι μόνο γιατί δεν προσφέρονται, αλλά και γιατί έχω τραφεί στα συσσίτιά τους σε καιρούς χαλεπούς, πράγμα που το θεωρώ ιερό δεσμό και ακατάλυτο.

Αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκαιο, οι γνωστοί μου δεν στρέφονται άδικα προς εμένα για το θέμα αυτό, γιατί κι εγώ έχω δώσει πολλές ενδείξεις για να πιστεύουν ότι θα ήθελα να κάνω κάποτε κάτι τέτοιο. Αρκετές φορές μέσα σε ορισμένα κείμενα μου έχω ρίξει πετριές προς τα εκεί κι αυτό το έκανα όχι μονάχα γιατί αυτά που τους καταμαρτυρώ είναι αληθινά, αλλά και γιατί μ’ αρέσει, εκεί που κατά βάθος συμπαθώ, να πειράζω…Άλλο αυτό και άλλο η φριχτή παραγνώριση, η κακότητα πέρα για πέρα, η διάθεση για εξόντωση και κονιορτοποίηση, απλώς επειδή πρόκειται περί πιστών χριστιανών. Αυτό όχι μόνο το αρνούμαι αλλά και το αποκρούω, όπου κι αν το συναντήσω. Και το συναντώ αρκετά συχνά να εκπέμπεται από πλάσματα φριχτά, κουτά, ανίδεα, κακά, που δεν ξέρουν που πάνε τα τέσσερα, με ζωές ανακατωμένες, σκοτεινές, άστατες, στηριγμένες πάνω στην ασυνέπεια και την ανακρίβεια. Αυτοί ανοίγουν τη στοματάρα τους και λένε: ‘Τα κατηχητικά! Οι παπάδες!’ Όχι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να μιλάνε γιατί είναι εμπαθείς και αμαθείς. Ούτε καν δικαίωμα σε απάντηση έχουν, παρά μόνο στην περιφρόνησή μας…

Σίγουρα δεν ήταν τέλεια τα πράγματα και ‘ εκεί’. Ούτε τόσο χριστιανικά, ούτε τόσο άγια, ούτε, προπάντων, τόσο ανθρώπινα μερικές φορές. Και σίγουρα ήταν διαβρωμένα και μονόπαντα από εγκόσμιες καταστάσεις και σκοπιμότητες και διαιρέσεις της στιγμής- και τι στιγμής! Και σίγουρα -σιγουρότατα- εγώ, ένα παιδί που μπήκε εκεί στα δεκαπέντε του και βγήκε περίπου στα δεκαεννιά του, δεν είδα παρά μονάχα ένα μέρος της εκεί πραγματικότητας, ένα μέρος της καλοσύνης ή της σκληρότητας, της υστεροβουλίας ή της αγάπης.

Κανονικά, λοιπόν, εφόσον δεν ξέρω τα πάντα, δεν θα’ πρεπε να γράψω τίποτε. Αλλά ποιος θα γράψει έστω και αυτά που ξέρω εγώ; Δεν βλέπω κανέναν στον ορίζοντα. Και ποιος –προπάντων αυτό- ποιος θα βγάλει τα συμπεράσματα και τα διδάγματα; Ποιος θα τα εντάξει μέσα στο μύθο της εποχής μας; Αυτά είναι πράγματα που ούτε η ιστοριογραφία τα πιάνει ούτε όμως και τα εφήμερα φύλλα τα αποδελτιώνουν…Λοιπόν, μιλώντας για τη χριστιανική κίνηση στη Θεσσαλονίκη δεν θα χαρισθώ αλλά ούτε και θα χτυπήσω. Είναι πέρα από μένα αυτά και ντρέπομαι μάλιστα που αναγκάζομαι να δίνω τέτοιες εξηγήσεις. Θα προσπαθήσω να μείνω πιστός στις εντυπώσεις ενός εφήβου και στις κρίσεις ενός μεσήλικος.».[5]

Ένας τέτοιος άνθρωπος, λοιπόν, με αυτές τις ποιότητες και τις ευαισθησίες που ο Ιωάννου φανερώνει στο αποκαλυπτικό κείμενό του, έχω την αίσθηση ότι μπορεί να δώσει εικόνα καθαρή των πραγμάτων, να περιγράψει με πάθος αλλά χωρίς εμπάθεια, με τρόπο κριτικό αλλά πέρα από κατακρίσεις και δογματισμούς και να φανερώσει κατά συνέπεια το ζητούμενον : Ποια η μορφή της κατήχησης στην περίοδο που εξετάζουμε; Ποιες ανάγκες τη γέννησαν; Ποια τα χαρακτηριστικά της; Ποιοι οι στόχοι της; Ας αφήσουμε όμως και πάλι τον ίδιο να μας ταξιδέψει, με τον μοναδικό τρόπο που αυτός ξέρει, να τοποθετήσει τα πράγματα στο χώρο και τον χρόνο.

«Τα ‘Κατηχητικά’, που αργότερα μάθαμε να τα λέμε ‘Χριστιανική Κίνηση’ ή και απλώς ‘Κίνηση’, δεν ήταν μια υπόθεση που άρχισε από τη μια μέρα στην άλλη.

Άρχισε από τα βαθιά προπολεμικά χρόνια, από το 1937,’38 και’39, κατάπεσε για ένα διάστημα με τις πολεμικές επιχειρήσεις, όταν χάσαμε τ’ αυγά με τα καλάθια και ξαναφούντωσε –και φούντωσε για καλά- μέσα στην κατοχή και τον εμφύλιο.

Προπολεμικά οι οργανωτές τους έψαχναν να βρουν το δρόμο τους. Δρούσαν πιο πολύ μέσα στους μεγάλους παρά στους μικρούς. Δρούσαν μέσα στην καταπατημένη αλλά συχνά ευγενικής καταγωγής προσφυγιά, αυτήν της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης και των παραλίων της Μικράς Ασίας, που σιχαίνοταν κάθε τι βλαχομακεδονικό, που διψούσε για αστικής υφής, πνεύματος και τόνου λόγους, για συναρπαστικές αφηγήσεις και ρητορείες, για ζύμωμα της ζωής της με τη νέα κατάσταση, για δικαίωση μεταφυσική της συμφοράς της, για ενότητα μέσα στη νέα πατρίδα, για οριοθέτηση τέλος πάντων αυτού του νέου χάους.

Μιλάμε για εποχές που οι πρόσφυγες μόλις είχαν πάρει να συνέρχονται, να έχουν κουτσά στραβά μια δουλίτσα, ένα σπιτάκι σε μακρινή ανηφοριά, μια παράγκα ή μια δυο κάμαρες σε τουρκόσπιτο. Τώρα ήθελαν πια μια κάποια ψυχαγωγία, μια ανώτερη πνευματική ευχαρίστηση, μια τακτική απασχόληση με πράγματα όχι και τόσο πεζά και όλα αυτά τα βρήκαν στα τακτικά κηρύγματα που εγκαινίασαν τα ‘κατηχητικά’…Για τους μεγάλους ήταν αυτά τα κηρύγματα, για τους μικρούς τα κατηχητικά σχολεία. Οι μικροί, βέβαια, παρακολουθούσαμε και τα κηρύγματα, ενώ οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα κατηχητικά σχολεία. Εγώ, καθώς ήμουν τότε στην Τετάρτη του δημοτικού, πήγαινα στο κατώτερο κατηχητικό, που χρησιμοποιούσε κι αυτό, κάποιο άλλο απόγευμα της εβδομάδας, πάλι στην Αχειροποίητο. Δεν ήμασταν, βέβαια, τόσα πλήθη παιδιών, όσοι οι μεγάλοι τα κυριακάτικα απογεύματα, ήμασταν όμως πολλά και καθισμένα με τάξη σε καρέκλες στο δεξιό κλίτος και μετά το δεσποτικό ακούγαμε με απόλυτη προσοχή τον κατηχητή μας…Δεν θυμάμαι όμως πολλά πράγματα από τότε, εκτός από τις καταστάσεις που με πλημμύριζαν. Οι καταστάσεις αυτές είχαν μιαν απεραντοσύνη και μια φωτεινότητα. Μια απέραντη ξεγνοιασιά, ένα κολύμπι μέσα σε ένα διαφανές ρευστό, όπου αφηνόμουν χωρίς καμιά απολύτως ανησυχία Όλα αυτά τότε στην αρχή και για πολύ λίγο. Ύστερα ήταν και το τραγούδι…Τον άλλο χρόνο, που ήμουν στο γυμνάσιο…πήγαινα σε ένα άλλο κατηχητικό, μέσο κατηχητικό…Ύστερα υπάρχει μια θολούρα στη μνήμη μου. Δεν θυμάμαι καθόλου τα κατηχητικά το’39 ούτε και το’40. Μάλλον εγώ είχα αποκοπεί και όχι ότι αυτά είχαν καταπέσει…στις 26 Μαρτίου 1944, μέρα Κυριακή, έδωσα αίτηση εγγραφής στην ‘Αδελφοσύνη’. Έτσι λεγόταν το τμήμα της χριστιανικής κινήσεως που περιλάμβανε τους μαθητές του Γυμνασίου, βέβαια…Τώρα πια πήγαινα στα συσσίτια, πήγαινα στο κατηχητικό, πήγαινα στις χριστιανικές ομάδες, πήγαινα και στις γενικές συγκεντρώσεις- άλλη σπουδαία λέξη ‘συγκέντρωση’- τις Κυριακές…Στις γενικές συγκεντρώσεις μας ανέπτυσσαν κάποιο θέμα, κοινωνικά ή ηθικά επίκαιρο, ακολουθούσε κάποια συζήτηση, πάντοτε εποικοδομητική, και μετά το ρίχναμε στο τραγούδι. Όλα αυτά μέσα σε πολύ πιο στενεμένα πλαίσια απ’ ό,τι στα συσσίτια. Εκεί ως απλοί τρόφιμοι είχαμε μεγαλύτερη ελευθερία γνώμης. Εδώ δεν μπορούσες να αμφισβητήσεις τα πράγματα εξ υπαρχής. Δεν μπορούσες να αρνηθείς το δόγμα πάνω στο οποίο στηριζόταν η ομιλία. Μόνο να προσθέσεις μπορούσες, να αφαιρέσεις ή να αρνηθείς – όχι. Γι’ αυτό ελάχιστες φορές μίλησα ή μάλλον ψέλλισα κάτι. Μέσα στα λόγια μου κρυφοϋπήρχε η άρνηση και η αμφισβήτηση, έστω και ως έλλειψη τόνου ή φανταχτερής φρασεολογίας του εκεί συρμού. Γι’ αυτό και με αντιμετώπιζαν ψυχρά, δίνοντας – ήμουν βέβαιος – άλλες ερμηνείες, ερμηνείες που τους συνέφεραν, στα άτονα και γεμάτο σκεπτικισμό λόγια μου. Το ένιωθα ότι με θεωρούσαν καλό παιδί, αλλά στο πρόσωπό μου δεν έβλεπαν κάποιον που θα μπορούσε να αναδειχθεί εκεί σε σπουδαίο στέλεχος. Με υπόφερναν σιωπώντας ή πετώντας καμιά φορά και κανένα ειρωνικό σχόλιο. Η ειρωνεία ήταν ένα φυτό που φύτρωνε εκεί σε μεγάλη αφθονία».[6][7]

Στην αρχή του εκτενούς αποσπάσματος του Γιώργου Ιωάννου είχαν τεθεί κάποια ερωτήματα. Έχω την αίσθηση ότι οποιοσδήποτε αναλυτικός σχολιασμός μπορεί να αδικήσει το κείμενο, το οποίο και σαφές και ακριβές είναι. Εντούτοις, οφείλει κανείς να κάνει κάποιες ελάχιστες παρατηρήσεις, απλά και μόνον να υπογραμμίσει σημεία του κειμένου που απαντούν στα υπό εξέταση ερωτήματα και  δίνουν το στίγμα, δημιουργούν δηλαδή το παράδειγμα του τρόπου σε σχέση πάντα με το χρόνο και το χώρο λειτουργίας του.

Η Κατήχηση, λοιπόν,  έχει πάντα δύο πόλους τον κατηχητή και τον κατηχούμενο. Στην υπό εξέτασιν περίοδο οι οργανωτές της κατήχησης έψαχναν, κατά Ιωάννου, να βρουν το δρόμο τους. Και αυτό τον δρόμο τον έψαχναν πάντα σε σχέση με τις ανάγκες των υποψηφίων κατηχουμένων, στην προκειμένη περίπτωση, κατά κανόνα, σε σχέση με τις ανάγκες των μελών της καταπατημένης προσφυγιάς. Ουσιαστικά η κατηχητική προσπάθεια στην περίοδο αυτή στόχευε την κοινωνική αναγνώριση και ένταξη, την  καταξίωση ανθρώπων με χαμένο κέντρο, ανθρώπων που διψούσαν για επαναφορά στη ζωή της αστικής κοινωνίας, για ενότητα με τους υπόλοιπους πολίτες της πατρίδας, για μεταφυσική δικαίωση των συμφορών τους και δικαίωμα στη ζωή.7

Εν πρώτοις, η προσπάθεια, ιδιαίτερα για την περίοδο που εξετάζουμε,  δεν μοιάζει κακή, εντούτοις φαίνεται ελλιπής και άκρως προβληματική.[8] Η Ορθόδοξη κατήχηση  όπου και όταν υπάρχει, οφείλει να είναι λειτουργική, μυστηριακή και οπωσδήποτε δοξολογική.[9] Η περιπτωσιολογία, η αποστασιοποίηση από το κέντρο της λειτουργικής ζωής και ο απομονωμένος συναισθηματικός ακτιβισμός είναι φαινόμενα αλλοτρίωσης της εκκλησιαστικής ζωής την οποία στοχεύει η κατήχηση.

Τις ίδιες αλήθειες, μέσα από άλλους δρόμους, έρχεται να επιβεβαιώσει η  παρουσίαση της δομής των Κατηχητικών, εικόνα που με μοναδική μαστοριά ζωγραφεί  ο Ιωάννου και η οποία ταυτίζεται με τη σημερινή δομή και λειτουργία των Κατηχητικών. Κατώτερο κατηχητικό, μέσο κατηχητικό και ανώτερο κατηχητικό αποτελούσαν τότε, αποτελούν και σήμερα τα στάδια της «τυπικής» εκκλησιαστικής κατήχησης της Ορθοδοξίας. Και τούτο στη συνέχεια αντιγραφής των προτεσταντικών «Κυριακών σχολείων» (Sunday Schools) της Δύσης.[10] Βασικά χαρακτηριστικά των δύο πρώτων βαθμίδων «οι καταστάσεις φωτεινότητας και απεραντοσύνης…η ξεγνοιασιά και το τραγούδι». Ήταν όμορφα, χωρίς γιατί και πώς, απλά ήταν. Στην ανώτατη βαθμίδα τα πράγματα άλλαζαν. Τη θέση της ξενοιασιάς έπαιρνε ο προβληματισμός για την απουσία της ελευθερίας, η αγωνία για την κυριαρχία του δογματισμού, η υπαρξιακή έκρηξη για το «στένεμα» των πλαισίων, συνακόλουθα και της ζωής. Τα πλαίσια τέθηκαν, μα η ζωή φαίνεται πως άρχισε να απουσιάζει. Το μόνο που έμενε ήταν το τραγούδι, και αυτό προβληματικό, ξένο στην αυτοσυνειδησία του σώματος, υποκατάστατο, μόρφωμα.[11]

Η εικόνα βέβαια αυτή, πέρα από τα γενικά χαρακτηριστικά της, μερικά  από τα οποία έχουν ήδη επισημανθεί, φανέρωνε και συνεχίζει να φανερώνει και μια άλλη πραγματικότητα. Η κατηχητική ζωή έμοιαζε και μοιάζει σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα να βρίσκεται σε απόσταση ή ακόμη περισσότερο σε διάσταση από ή με  τη λαϊκή ορθοδοξία της «ανασφάλειας, της αναζήτησης, της συνεχούς κίνησης», την ορθοδοξία της αγιότητας.  Στα κατηχητικά «η ποιότητα ήταν σταθερή και σίγουρη».[12] Κανένας προβληματισμός για  περιπτώσεις αστοχίας, πιθανής ανάγκης μεταμέλειας, συγγνώμης, επαναπροσδιορισμού της πορείας, κατάδυσης στην αυτοσυνειδησία της υπάρξεως. Η ζωή φαινόταν αντικειμενοποιημένη, όπως και τα εγχειρίδια της κατήχησης, το ίδιο και οι κατηχητές.

Η πρακτική αυτή υπήρξε ο κανόνας, προβλήθηκε στη σύγχρονη πραγματικότητα και αποτέλεσε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, την «αλήθεια» της νεοελληνικής κατήχησης. Κυριάρχησε σχεδόν ολοκληρωτικά και συνεπώς καταθλιπτικά. Το παράδειγμα έγινε ο κανόνας, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου καταπολεμήθηκε. Η Εκκλησία, δια της ενορίας, «ζήλεψε» και αντέγραψε όπου και όταν μπόρεσε την οργάνωση της οργάνωσης.

Τούτη η πραγματικότητα, εξάπαντος όχι εικονική, συνεχίζει, παρά τις σημαντικές προσπάθειες ανθρώπων φωτεινών και φωτισμένων, να βαραίνει τη σύγχρονη ζωή της Εκκλησίας. Βαραίνει το σήμερα και αποτελεί τροχοπέδη στη δημιουργική και ανακαινιστική πορεία του εκκλησιαστικού σώματος, της κατάφασης στην αυτοσυνειδησία και της «λογικής» και λειτουργικής κοινωνίας με τον κόσμο ολάκερο.

 

3. Λόγος για μια καινή πορεία

Τα ερωτήματα που προκύπτουν από μια τέτοια πορεία, ομολογία αναγνώρισης της απουσίας κατήχησης, αμείλικτα και επιτακτικά.

  • Έχουμε σήμερα επαρκείς κατηχητές;
  • Μπορούμε σήμερα να ομιλούμε για Κατήχηση του ενός εγχειριδίου;
  • Ποια, ενδεικτικά,  η κατήχηση των Κατηχήσεων του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων και ποια η μορφή και το περιεχόμενο της σημερινής κατήχησης. Υφίσταται Εκκλησία χωρίς θεολογία. Υφίσταται θεολογία χωρίς Εκκλησία;
  • Υφίσταται Εκκλησία χωρίς Χριστό;
  • Είναι δόκιμη η μετατροπή της Εκκλησίας σε κοινωνικό σωματείο, σε πολιτιστικό οργανισμό;
  • Ποια είναι η σχέση Εκκλησίας, κατήχησης και σωτηρίας; 
  • Ποια είναι η σχέση των μνημείων του πολιτισμού και της Εκκλησίας;
  • Ποια είναι η λειτουργία της  ιστορικότητας στα πλαίσια της Ορθοδοξίας;
  • Ποια η θέση ενός ορθόδοξου υλισμού στα όρια της Εκκλησίας; Δηλαδή  πως κατανοείται ο λόγος των μυστηρίων (Οίνος, άρτος, έλαιον) και εν τέλει ποια η σχέση δόγματος και λατρείας;
  • Ποια η γλώσσα της κατήχησης; Αποτελεί λειτουργό κοινωνίας και επικοινωνίας;
  • Πως αξιοποιούνται στα όρια της εκκλησιαστικής ζωής οι τέχνες και η καλλιτεχνία; Πως κατανοείται η πατερική ταύτιση  διαβόλου και κακοτεχνίας; Πως λειτουργείται η ποιητική της ενότητας του σώματος;
  • Μήπως είναι προτιμότερη η κατάργηση της κατήχησης  απότη λειτουργία μιας κακής κατήχησης;
  • Μήπως η μόνη ελπίδα συνεχίζει να παραμένει για την Ορθοδοξία ο θάνατος και η προσδοκία της ανάστασης;

 

Ίσως ήλθε ο καιρός ο θάνατος του Χριστού να σταματήσει να αποτελεί «βάθρο για κήρυγμα ωφελιμιστικών ιδεών» και να νοηθεί ως «η μόνη συνέχεια που μας συμπληρώνει». Ίσως ήλθε η στιγμή να ακουστεί η φωνή της σεβάσμιας μορφής που δίνει την εντολή «να γκρεμίσουμε το σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την Εκκλησία». [13]


[1] Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

[2] Αντ. Ρωμαίου, αρχ., Πρόλογος, Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, εκδ. «Ετοιμασία», Καρέας 1991, σ.7.

[3] Ι. Φούντα, αρχ., Ορθόδοξη κατήχηση, Μάνδρα Αττικής 1996, σ.7-8.

[4] Γ. Σεφέρη, «Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι

Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;

Αγάπη, πού’ ναι η Εκκλησιά σου

Βαρέθηκα πια τα μετόχια».

[5] Η πρωτεύουσα των προσφύγων, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1984, σ. 113.

[6]. Η πρωτεύουσα των προσφύγων, σ. 115,116,119,120,130,131,132.

7 Βλ. και Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σ. 358.

[8] Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι και σήμερα παρατηρούνται παρόμοια φαινόμενα με τους επαναπατρισθέντες Έλληνες από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

[9] Βλ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις, σ. 41 «μυστήριον γαρ σοι παραδίδομεν, και ελπίδα μέλλοντος αιώνος».

[10] Βλ. Ι. Κογκούλη, Κατηχητική και Χριστιανική Παιδαγωγική, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 110 εξ. Πρβλ. Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, σ. 370.

[11] Βλ. Χ. Σταμούλη, Η τέχνη της θεολογίας και η θεολογία της τέχνης, Θεολογία και τέχνη, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 116-117.

[12] Η πρωτεύουσα των προσφύγων, σ. 127. Πρβλ. Ν. Ματσούκα, Γλυκόπικρες ρίζες. Μυθιστοριματική αυτοβιογραφία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 159-160 : «Το μεταπολεμικό κατηχητικό είχε μια χτυπητή ιδιαιτερότητα. Από ό,τι καταλάβαινα ήταν ριζικά διαφορετικό απ’ τη θρησκευτική ζωή της οικογένειας, της εκκλησίας και του σχολείου. Βέβαια τα κοινά σημεία ανάμεσά τους ήταν ολοφάνερα, αλλά η νοοτροπία των κατηχητών φιλόδοξα σκόπευε να φέρει στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο μια νέα ανακαινισμένη ζωή- λουσμένη στο φως του Χριστού τη λέγανε. Έτσι πολλές φορές δέσποζε συγκινητικά το ηρωϊκό στοιχείο, που ωστόσο μετρικές φορές καταντούσε κάτι Σα στρατιωτική ζωή ή σαν καρικατούρα».

[13] Ν. Γ. Πεντζίκη, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 20,71,153.

(Πρώτη δημοσίευση: Κατηχητική Διακονία. Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Κ. Φράγκο, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 103-113).

Advertisements