Οι ζωές των άλλων αποτελούν ουσιαστικά έναν ύμνο στην ελευθερία, αλλά και την αγάπη και την πίστη που γεννά  η υπαρξιακή υιοθέτησή της.  Μια σύγχρονη τραγωδία που με δραματικό τρόπο αποκαλύπτει πως τα οριακά προβλήματα δεν αποτελούν «προνόμιο» μιας εποχής, αλλά την αγωνία  κάθε εποχής. Τα πρόσωπα του Florian Henckel von Donnersmarck, στέκονται εκεί, στην άκρη της γης της υπαρξιακής αγωνίας, μάρτυρες   των παιχνιδιών που τους επιφυλάσσει   ένας τρόπος, μια χώρα που στ’ αλήθεια αγνοεί την ύπαρξή τους. Μια χώρα όπου κουβέντες όπως,  ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία, αποτελούν την ύψιστη ύβρη για τους «θεούς» της εξουσίας και της δύναμης. Τους εχθρούς του απρόσωπου και συνεπούς ολοκληρωτισμού[1]. Η γνωστή πλέον και πολυτραγουδισμένη φράση για το καλό σου, σουξέ κάθε συστήματος, ψιθυρίζεται πάντα στο αυτί των εκλεκτών, όσων δηλαδή προορίζονται για να πληρώσουν τον σκοπό του «νέου Μεσσία»[2], κάποτε ως εκδήλωση προστασίας και κάποτε ως υπονοούμενη απειλή, στην περίπτωση που κάποιος τολμά έστω  και να σκεφτεί  την άρνηση αποδοχής τής τιμητικής κλήσης. Έτσι το παιχνίδι στρατολόγησης ξεκινά πάντα με το χάδεμα της οποιασδήποτε ματαιοδοξίας, την τόνωση της οποιασδήποτε αυταρέσκειας με ταξίματα και μαλάματα και καταλήγει, εάν και εφόσον χρειαστεί και αφού πρώτα περάσει μέσα απ’ όλα τα ενδιάμεσα στάδια, στην απειλή για την ίδια  την ύπαρξη, σε εκείνη την πίεση που οδηγεί τους ανθρώπους της τέταρτης κατηγορίας, στην οποία ανήκουν ο Ντρέυμαν, ο Ζέρσκα και εν μέρει η Κρίστα Μαρία, στην απόδραση από τη ζωή, στην αυτοκτονία, που αποτελεί το έσχατο δώρο του συστήματος στον ασυμβίβαστο. Τη μια «μηχανικός στην Εδέμ…ένα λαμπερό αστέρι στην κοινωνία» και την άλλη υπονομευτής της «Δημοκρατίας» και της προόδου, επικίνδυνος για τη λειτουργία του συστήματος, αποδιοπομπαίος μιας κοινωνίας καθολικής «αγάπης» και «πίστης», στην οποία δεν ξεπλήρωσες  ποτέ το χρέος που έγραψες. Ένα χρέος που υπενθυμίζεται κάθε φορά που πρέπει να ξανανεβεί  μέσα σου εκείνη η ενοχικότητα, που γεννά συμμόρφωση και σταδιακή προσαρμογή-υποταγή στη νέα πραγματικότητα, που ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Και εάν ξέρεις να δένεις μια Mont Blanc καλώς, σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα μπορέσεις ποτέ να σωθείς και να σώσεις τον λαό σου. Δεν θα αποδειχτείς εκλεκτός, θα προσβάλλεις αυτόν που σε καλεί και θα γίνεις άξιος όλων των συνεπειών που  ακολουθούν μια τέτοια «ανόητη» και «επιπόλαια» συμπεριφορά.

Το ίδιο βέβαια που ισχύει για τον κλητό του συστήματος (Ντρέυμαν, Κρίστα Μαρία), τον κλητό του καθεστώτος, ισχύει και για τον εκλεκτό του (Βίσλερ). Τον αποδειγμένα δηλαδή δικό του άνθρωπο, που καλείται όμως να επιβεβαιώνει την πιστότητά του, την παραμονή στο κοινό στρατόπεδο, στην ίδια πλευρά μάχης, κάθε φορά που οι περιστάσεις το απαιτούν. Εχεμύθεια και διάθεση συγκάλυψης, αποτελούν κάποιες από τις αρετές εκείνες που επιτρέπουν την ανάπτυξη συνεκτικών ιστών των μελών του συστήματος και τη δημιουργία μιας ισχυρής καθολικότητας που αποδεικνύεται πάντα ικανή για την αναχαίτιση των εξωτερικών αντιπάλων, των εχθρών που πάντα υπονομεύουν το καθεστώς. Και εδώ, όπως άλλωστε και σε όλες τις περιπτώσεις συνάντησης με το σύστημα, τη χώρα δηλαδή του τίποτα, όπου απαγορεύεται μετά μανίας ο κοινός τρόπος που ορίζει η ασήκωτη ελευθερία,  υπεύθυνοι της ενότητας αποδεικνύονται «οι βάρβαροι», αυτοί οι άνθρωποι, που ακόμη και εάν δεν υπάρχουν θα πρέπει εξάπαντος να δημιουργηθούν, έτσι ώστε να αποτελούν στους αιώνες  μια κάποια λύση, που θα επιτρέπει στους ρήτορες παλαιών και καινούργιων μεσσιανισμών, σε όλους εκείνους δηλαδή τους «παίκτες» του λυτρωτικού ολοκληρωτισμού, που προκλητικά δηλώνουν πως θα σώσουν τον κόσμο, -«ήμασταν τίποτα, θέλουμε να γίνουμε όλα», ήταν το σύνθημα της προλεταριακής επανάστασης-, να γεμίζουν πλατείες, στάδια και αγορές[3].

Θα μπορούσα να πω ότι οι πρωταγωνιστές  του Donnersmarck καλύπτουν όλες τις διαβαθμίσεις από την απόλυτη και υποδειγματική προσαρμογή έως και την εκρηκτική αντίσταση. Πρόσωπα που αναδεικνύουν το αναπόφευκτο του αγώνα, αλλά ταυτόχρονα και τη ματαίωσή του, την παρουσία και την απόδραση, τη δύναμη και την αδυναμία, τη σύμβαση και το ασυμβίβαστο, τη ζωή και την απουσία. Πρόσωπα που ζουν σε μια χώρα που αγνοεί επιδεικτικά την αγωνία τους, σε μια χώρα στενή, φτιαγμένη για το τίποτα. Μια χώρα που όπως ήδη σημείωσα δεν χωρά ούτε αυτούς που τη δημιούργησαν. Μια χώρα γεμάτη στέρηση και θάνατο, άδεια από κάθε υπαρκτικό περιεχόμενο,  στεγνή από έρωτα. Στεγνή από ο,τιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει ρωγμές στον εφησυχασμό της συνείδησης που δημιούργησε η συνήθεια, που με τρόπο αριστοτεχνικό σφυρηλατήθηκε ως η μόνη δυνατότητα για την ύπαρξη και εξαφάνισε κάθε δίψα για ελευθερία. Ένα σύστημα που τρελαίνει, αλλά ταυτόχρονα εμπνέει τον ελεύθερο άνθρωπο να γράψει για τις αληθινές ζωές ανθρώπων του τόπου, που βρίσκονται πάντα εκεί για να σώζουν την ελπίδα.


[1] «Με τη λέξη “ολοκληρωτισμός”», σημειώνει εύστοχα ο Χρήστος Γιανναράς, «σημαίνουμε την απαίτηση και προσπάθεια (μεθοδικά οργανωμένη) της εξουσίας να ελέγχει ολόκληρο τον βίο, δημόσιο και ιδιωτικό, των εξουσιαζομένων, προκειμένου να πειθαρχεί κάθε πτυχή του βίου (ακόμα και οι πεποιθήσεις, οι προθέσεις, οι κρίσεις των ατόμων) στους κανόνες που θέτει η εξουσία», Ενάντια στη θρησκεία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2006, σ. 37.

[2] «Απετέλεσε όντως ιστορικό παράδοξο και ειρωνία ότι οι Μαρξιστές υιοθέτησαν ταυτόχρονα τόσο τη στάση εσχατολογικής προσδοκίας που απαντάται στον Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό, όσο και την “αστική” στάση, κατά την οποία η επιστήμη αναμένεται να εκτοπίσει την θρησκεία», Π. Τζαμαλίκος, Η θρησκευτική έκφανση της τεχνολογίας, Φιλοσοφία 23-24 (1993-94), σ. 77. Για τη «μυθολογική διάρθρωση του κομμουνισμού και το εσχατολογικό του περιεχόμενο», ο Mircea Eliade, Το ιερό και το βέβηλο, μετάφραση Νίκος Δεληβοριάς, εκδ. Αρσενίδη, Αθήνα 2002, σ. 183-184, σημειώνει: «Ο Μαρξ ανακάλυψε ξανά έναν από τους μεγάλους εσχατολογικούς μύθους του ασιατικού-μεσογειακού κόσμου και τον διαπλάτυνε: ο σωτήριος ρόλος του δικαίου (του “επιλεγμένου”, “χρισμένου”, “αθώου”, του “προάγγελου”- στη σημερινή εποχή το προλεταριάτο), του οποίου τα βάσανα έχουν κληθεί να αλλάξουν την οντολογική κατάσταση του κόσμου…Ο Μαρξ πλούτισε αυτό τον αξιοσέβαστο μύθο με μια ολόκληρη εβραιο-χριστιανική μεσσιανική ιδεολογία: ας σκεφτούμε απλά τον προφητικό και σωτηριολογικό ρόλο, που αποδίδει στο προλεταριάτο, και την τελική μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, την οποία μπορεί κανείς εύκολα να παρομοιάσει με την αποκαλυπτική πάλη μεταξύ Χριστού και Αντιχρίστου, από την οποία ο πρώτος βγαίνει νικητής. Ο Μαρξ υιοθετεί με χαρακτηριστικό τρόπο την εβραιο-χριστιανική εσχατολογική ελπίδα για το οριστικό τέλος της ιστορίας και αποστασιοποιείται από τις άλλες ιστορικές φιλοσοφίες (π.χ. Groce και Ortega y Casset), σύμφωνα με τις οποίες οι ιστορικές εντάσεις της ανθρώπινης κατάστασης είναι οντολογικής ουσίας και γι’ αυτό μη αποτρέψιμες».  Τους ίδιους, όμως, μεσσιανισμούς, παρατηρεί ο Eliade, δεν συναντούμε μόνο στις «μικρές θρησκείες», αλλά και  σε άλλες «απόκρυφες και εκφυλισμένες θρησκευτικές συμπεριφορές», όπως για παράδειγμα κάποια «κοσμικά κινήματα, σχεδόν αντιθρησκευτικά», ένα από αυτά είναι ο γυμνισμός, τα οποία εισάγουν από το παράθυρο, θεωρίες πτώσης και παραδεισένιας κατάστασης, που οι θρησκείες εισήγαγαν από την πόρτα (σ. 184). Για το θέμα αυτό, όμως, θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια, όταν η συζήτηση θα φτάσει στο κεφάλαιο της σύγχρονης αθεΐας. Εξαιρετικά ενδιαφέροντα, όμως, για την περίπτωση του επαναστατικού μεσσιανισμού και της προσπάθειας απόλυτης σύνδεσης της θεολογίας με το μαρξισμό, είναι τα βιβλία του Michael Lowy, Λύτρωση και Ουτοπία, μετάφραση Θ. Παπαδόπουλος, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα, 2002, και Walter Benjamin, Προμήνυμα κινδύνου – Μια ανάγνωση των Θέσεων «για τη φιλοσοφία της ιστορίας»,  μετάφραση Ρ. Πέσσαχ, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2004, που φέρνουν στο προσκήνιο την «αιρετική» και αντικαπιταλιστική σκέψη του Walter Benjamin, που εμπνεόμενος από το γερμανικό ρομαντισμό και τον εβραϊκό επαναστατικό μεσσιανισμό, έτσι όπως αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από έναν κύκλο σπουδαίων Γερμανο-Εβραίων στοχαστών, ανάμεσα στους οποίους  ο Ernst Bloch, ο G. Scholem, ο G. Landauer και ο F. Rosenzweig, αλλά και  τις ιδέες μιας «νέας θρησκείας» και «ενός νέου σοσιαλισμού» του Tolstoj, του Nietzsche και του Strinberg, που δέσανε καλά με τις απόψεις του Lukacs  και της  Asja Lacis  για τον επαναστατικό μαρξισμό και τον κομμουνισμό, οδηγήθηκε στη διαμόρφωση μιας σκέψης και μιας στάσης, στην καρδιά της οποίας βρέθηκαν η «αναμνημόνευση» και η «λύτρωση», πράξεις και πραγματικότητες που θα επιβάλλει ο εγκόσμιος Μεσσίας-άνθρωπος.  Όσον αφορά, τώρα, το θέμα της σωτηριολογίας και του μεσσιανισμού των καπιταλιστικών και υπερκαπιταλιστικών συστημάτων, βλ. ενδεικτικά, κάποιες εισαγωγικές νύξεις, στο ενδιαφέρον βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα. Σημειωματάριο κριτικής, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 74-76. Πρβλ. P. Ariès, Le mésusage. Essai sur l’ hypercapitalisme, εκδ. Parangon, Paris 2007. Γενικότερα για τη σχέση θεολογίας και ιδεολογίας βλ. Μ. Μπέγζου, Θεοκρατία ή Δημοκρατία. Μελέτες Κονωνιολογίας της Θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2005, σ. 113-140.

[3] Βλ. Κ. Καβάφης, Περιμένοντας τους Βαρβάρους, Τα Ποιήματα (1897-1933), εκδ. Μετόπη, Θεσσαλονίκη, χ.ημ.έκδ., σ.38-39. Πρβλ. Ν.Γ. Πεντζίκη, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1992, σ. 37: «Αν κανένας τον έβλεπε εκείνη την ώρα να μιλά τόσο φανατισμένα μονάχος του, στην  ερημιά, θα τον έπαιρνε για κανέναν απ’  εκείνους τους κήρυκες της σωτηρίας του κόσμου, που αφθονούν στους δρόμους των πόλεων σε καιρούς δυστυχίας και πολέμων ή καταστροφών». Βέβαια, πρέπει να τονίσω εδώ πως τα ηθικιστικά συστήματα, και όλα τα συστήματα είναι τέτοια, χρησιμοποιούν ήρωες και αντιήρωες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το αίμα των ζωντανών και οι χιλιάδες νεκροί, ανάμεσά τους και οι αυτοκτόνοι, δεν είναι πλέον το λίπασμα για την επιστροφή του Ήλιου, για τη νίκη της χώρας του θανάτου, για την οντολογική αλλαγή του τρόπου, αλλά ακόμη ένα μέσον, ένα εργαλείο, για τη στερέωση του συστήματος, που στηρίζεται σε ασταμάτητη και στείρα ρητορεία, τουτέστιν χυδαία και υβριστική προπαγάνδα. Η αυτοκτονία του αντιήρωα και ο θάνατος του ήρωα, χωρίς να εξετάζω εδώ ποιος ο ήρωας και ποιος ο αντιήρωας,  έχουν ένα και μόνο σκοπό, την επιτυχία και το θρίαμβο της χώρας του τίποτα. Άκρως καυστικός ο Ν.Γ. Πεντζίκης, για μία ακόμη φορά σημειώνει: «Ύστερα από την τραγική εικόνα που δώσαμε παραπάνω, δεν χωρούν πια συναισθηματικές διαχύσεις. Πρέπει ν’ ακολουθήσει ο θάνατος του ήρωα, που δεν έχει πουθενά ν’ ακουμπήσει ανάμεσα στα ερείπια. Πρέπει να περιγράψω την τραγική αυτοκτονία του νέου. Τότε το γράψιμο θα μπορούσε να φωτιστεί πνευματικά και να ξεχωρίσουν σ’ όλο το βάθος αίτια και αιτιατά. Τότε θα μπορούσα να έχω ελπίδες επιτυχίας, θριάμβου που θα με εξασφάλιζε περίοπτη θέση στην κοινωνία. Θα μπορούσα να τρώγω τους εκλεκτότερους αστακούς της αγοράς, που θα διάλεγα μαζί με ακριβές μπουκάλες κρασί της εποχής του Ναπολέοντος, αρκεί με απόλυτη λογική συνέπεια να κατάφερνα να πεθαίνει ο ήρωάς μου, και να μεταχειριζόμουνα το θάνατό του σαν βάθρο για κήρυγμα ωφελιμιστικών ιδεών», Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 20.

Χρυσόστομος Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 61-66.

Advertisements