Στη σύγχρονη διάσταση των πραγμά­των ο λόγος τίθεται στον αντίποδα της σιω­πής. Λογική ασυμβατότητα που παίρνει τις αποστάσεις της από κάθε παράδοξη σύμβα­ση που «συγχέει» τα δυο μεγέθη. Άρνηση της μαγνητικής έλξης και αποδοχή των φυ­σικών παιχνιδιών όπου η ένωση του υπο­κειμένου με τη σκιά του παραμένει απραγ­ματοποίητη έως ότου κυριαρχήσει το από­λυτο σκοτάδι. Στην παρουσία της σιωπής ο φανερός λόγος απουσιάζει και στη φα­νέρωση του λόγου η παρούσα σιωπή γίνε­ται άφαντη.

Η κλασική κληρονομιά αγνοείται και αρκετές φορές περιφρονείται. Η σιωπή δεν είναι πια χρυσός ή δεν μπορεί να είναι πια χρυσός, εφό­σον η «πρόοδος» της κοινωνίας μας δεν το επιτρέπει. Η οντολογία καταλαμβάνει τη θέ­ση της στη «λαμπρή ιστορία» και ταυτόχρο­να παραχωρεί τα πρωτεία της στον ψευτοη-θικισμό που εισβάλλει κυριαρχικά στο χώρο και το χρόνο.

Αντιπροσωπευτικό το αξίωμα που επι­κρατεί στις σύγχρονες σχέσεις επικοινωνίας όπου περισσότερη αξία έχει το να μιλούν για κάποιον ή για κάτι και λιγότερο ενδιαφέρει το τι λέγουν γι’ αυτόν. Η δημιουργία των εντυπώσεων περνάει στην πρώτη θέση της μεθοδολογικής ιεραρχίας και ακολουθεί σε δεύτερη μοίρα το ποιόν των εντυπώσεων που προκύπτουν. Άλλωστε το σήμα προη­γείται και στη συνέχεια ακολουθεί ο χαρακτηρισμός τους. Η κίνηση από τη θεωρία στη ζωή είναι τραγικά σαφής. Την αλήθεια δια­δέχεται ο δογματισμός.

Η σιωπή είναι απαγορευμένο είδος, πα­ρότι είναι παρούσα (ως μορφή κενού λόγου) περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η νεκρο­φάνεια βαπτίζεται ζωή και η απουσία πα­ρουσία.

Ο λόγος αποτελεί δημοκρατική κατά­κτηση και αναφαίρετο δικαίωμα. Το τι λέ­γουμε είναι άλλο θέμα.[2] Η υιοθεσία άλλω­στε έγινε, και όλοι είναι παρόντες και λαλί­στατοι : «πολιτικοί», «επιστήμονες», «δια­νοούμενοι» και τελευταία οι νεόκοποι πα­ντογνώστες «δημοσιογράφοι».

Ο λόγος ταυτίστηκε με την αναπνοή και η διακοπή του με την ασφυξία∙ είναι και αυτή οικολογική και εξάπαντος όχι ανθρω­πολογική!

Το «ηδύ» και «εύκομπον» αντικατέστη­σε το «αναγκαίον» και η λατρεία των σχημά­των των λόγων εξοβέλισε τη δύναμη των σημαινόμενων που οδηγεί στον «πρέποντα σκοπόν». Το «απερισκέπτως ψηλαφείν» α­ποτελεί πλέον συνήθεια καθημερινής πρά­ξης. Ο λόγος δεν αναπαράγει πλέον την αλήθεια.

Η σχιζοφρενική διαίρεση σώματος και ψυχής που εμπνεύστηκε ο Καρτέσιος (ο μο­ναδικός με τέτοια ένταση) μετατρέπεται στο χώρο και χρόνο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και εμφανίζεται το αδόκιμο σχήμα διαίρεσης λόγου και τρόπου. Η ασυμβα­τότητα αποτελεί πλέον ανάγκη ύπαρξης ό­που το ψεύδος καλείται αλήθεια και το σκο­τάδι φως[3]. Και παντού και πάντα ο λόγος. Το ήθος δεν παλεύει πλέον με την ανηθικότητα αλλά με την ίδια του την έλλειψη. Χθες είχαμε το ανήθικο, σήμερα θωρούμε το άηθες[4]. Έτσι όταν ο σύγχρονος άνθρω­πος ομιλεί για «ησυχία» ανατρέχει στο χωροχρονικό πλαίσιο των ξεχασμένων παρα­μυθιών, ίσως στο όνειρο της Χαλιμά. Η ειρήνη ξεχασμένη[5], το ίδιο και η ευημερία, το ίδιο και η πρόοδος. Τα τύλιξε όλα ο λόγος. Ο λόγος της αλογίας, ο άκαιρος, ο περίσ­σιος, ο καταστροφικός[6]. Αυτός που ακολουθεί την απολογία των ενόχων, όχι πάντως των δικαίων.

Οι δίκαιοι σήμερα σιωπούν, «την δε γε σιωπήν των άλλων εν τούτοις προυτίθησιν μάλιστα», ως άλλοι σαλοί. Έτσι οδηγούνται στη νήψη και οπωσδήποτε πορεύονται την ανάγκη τους[7]. Η σιωπή γίνεται εύλογη και φανερώνει τον άλογο λόγο.

Ο τρόπος του δικαίου σήμερα είναι εύλογα σιωπηλός και δικαιώνει την παρατήρη­ση του σοφού Βασιλείου από τη Σελεύκεια: «Τοσαύτα μαρτυρούσι, και αυτός περί εαυτού σιωπά. Οίδε γάρ εύκαιρος σιωπή μεγα­λόφωνος γενέσθαι κήρυξ»[8].


[1] Δρ. Θεολογίας – καθηγητής Μ. Εκπ/σης.

[2] Οπωσδήποτε εδώ αγνοούνται οι πολύτροπες προτροπές για εγκράτεια λόγου: «Μέγα ουν της γλώσσης το εγκρατές, ώσπερ αμέλει παγχάλεπον νόημα το μη ούτως έχειν», Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία Β’ Πέτρου, ΡG 74,1013Β.

[3] Πρόκειται γι’ αυτούς που εγκαταλείπουν την απλή σύνεση και προτιμούν να διαβιούν «νενοθευμένων εννοιών συρφετούς συλλέγοντες». Βλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί Αγίας τε και Ομοουσίου Τριάδος, ΡG 75,716Α.

[4] Ίσως και ο λόγος αύριο να μην παλεύει με την σιωπή, αλλά με την ίδια του την ύπαρξη. Σήμερα έχουμε τον άλογο λόγο, αύριο ίσως ν’ ανταμώσουμε την πλήρη του απουσία. Ποιος ξέρει, ίσως να είναι προτιμότερη από τις οποιεσδήποτε καρικατούρες του.

[5] Η προφητική ρήση γνωρίζει στο σημείο αυτό πλήρη δικαίωση: «Δόλια τα ρήματα του στόματος αυτών. Τω πλησίον αυτού λαλεί ειρηνικά και εν αυτώ έχει την έχθραν»,  Ιερεμ. 9,8.

[6] Πρόκειται για κίνηση από το «λόγο» σε μορφή «γλώσσας των ζώων», όπου ο συνδυασμός των ήχων δεν είναι «σύμβολο», αλλά «σήμα».

[7] Παλαιότερα ο όρος ταυτιζόταν με την υγεία και οδηγούσε σε πρόταση ελπίδας. Σήμερα η συνάντηση λόγου και ασθενείας είναι προφανής, όπως άλλωστε και το αποτέλεσμα της που είναι η μάταιη (κούφη) πρόταση. Βλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Θησαυρός, ΡG 75,148Α.

[8] Εις το «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν τον Ανθρώπου»,  PG  85,269Α.

[Καθ’ οδόν 2(1992), 139-140].

Advertisements