kougioumtzis_001Έβρεχε εκείνο το πρωί ασταμάτητα. Το ίδιο και το μεσημέρι. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, του είπα πως έχουν τα πράγματα. Συμφωνήσαμε να περιμένουμε έως το απόγευμα. Εάν η βροχή συνέχιζε θα αναβάλαμε τη συναυλία μας, κι ας ήτανε η επίσημη πρώτη. Η στενοχώρια μεγάλη. Η πρώτη μας και να αναβληθεί! Και οι ετοιμασίες, οι αφίσες, οι πολύωρες πρόβες; Και ο Θεός; Τι λέει για όλα αυτά ο Θεός; Καλά, δεν σκέφτηκε τα παιδιά, τις αγωνίες τις ακριβές, τους κόπους τόσων μηνών, αλλά ούτε τον επίσημό μας, που καλέσαμε για να τιμήσουμε; Μας ξέχασε. Έβρεχε και το απόγευμα, ασταμάτητα. Το ίδιο και το βράδυ. Κολλήσαμε δυο τρεις ψευτοαφίσες-ανακοινώσεις στην είσοδο, το είπαμε και σε κάποιους γνωστούς, μαζέψαμε και τις ελπίδες μας και φύγαμε. Η πρώτη μας αναβλήθηκε. Ούτε ο Θεός δεν την ήθελε. Τα σταθερά τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα, δεν είχαμε κινητά τότε. Σε δυο βδομάδες τους λέγαμε όλους, την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, να φτιάξει λίγο ο καιρός.

Οι μέρες πέρασαν. Από το βράδυ της προηγούμενης η αγωνία μεγάλωνε. Έβρεχε και πάλι. Μια από τα ίδια. Τα μάτια συνέχεια στον ουρανό. Πότε παρακαλούσαμε, πότε θυμώναμε, πότε ελπίζαμε. Φαίνεται πως ο Θεός μας λυπήθηκε. Όχι ότι η βροχή σταμάτησε εντελώς, αλίμονο, τόσο εύκολα θα τελειώναμε; Αλλά δεν άνοιξαν και οι ουρανοί, ένα ψιλοβρόχι ήταν, που μας έδινε υποσχέσεις, μας επέστρεφε εκείνες τις χαμένες ελπίδες της πρώτης προσπάθειας. Που θα πάει θα σταματήσει, λέγαμε κάθε λίγο ο ένας στον άλλο, για να παίρνουμε δύναμη. Πόσο επιτέλους θα κρατήσει, για δυο βδομάδες κάθε απόγευμα βρέχει. Το πρωί λιακάδα και το βράδυ χαμός. Ήρθε το απόγευμα. Το τι γινόταν δεν λέγεται. Οι τεχνικοί στήνανε ήχο και φως, εμείς πρόβες, το συμβούλιο όλα τα υπόλοιπα. Γύρω-γύρω κόσμος γεμάτος περιέργεια έβλεπε, άκουγε, απορούσε. Και τα μπαλκόνια γεμάτα. Βγαίνανε όλοι για να δουν. Δεν ήταν δα και καθημερινό γεγονός μια υπαίθρια συναυλία στη γειτονιά. Αν δε κάνω λάθος συνέβαινε για πρώτη φορά. Μέσα σε όλα αυτά ήρθε και ο τιμώμενος για να δει την πρόβα. Του το είχα ζητήσει με μανία άλλωστε. Τα βρήκε τα ποιο πολλά καλά. Μια δυο παρατηρησούλες στην ορχήστρα. Να λίγο τα τύμπανα έτσι, να λίγο οι κιθάρες και κάτι τέτοια. Τι να πει ο άνθρωπος; Κουβαλούσε μέσα του και κείνη τη ξεχασμένη από πολλούς διάκριση. Αυτός φτασμένος, στα άγια των αγίων του ελληνικού τραγουδιού και εμείς στα πρώτα μας. Θυμάμαι πως πάγωσε τότε στο «Πλατώ», δεν πάει πολύς καιρός, όταν του είπα ξεδιάντροπα πως είμαστε Χορωδία τριών μηνών και θέλουμε να του κάνουμε αφιέρωμα. Κοιταζόντουσαν με την Αιμιλία, αλλά δέχτηκαν με αγάπη και συγκατάβαση, νομίζω εν τέλει και με χαρά, να κινδυνέψουν. Μισή ώρα πριν από τη συναυλία όλα ήταν έτοιμα. Η βροχή είχε σταματήσει, ο κόσμος είχε γεμίσει ασφυκτικά το χώρο

-άλλοι κάθονταν στις καρέκλες, άλλοι στο γκαζόν δεξιά και αριστερά και άλλοι στο τέλος όρθιοι μέχρι και την είσοδο- και εμείς έτοιμοι για το θαύμα. Στην πρώτη σειρά οι επίσημοι, τα μέλη του συμβουλίου και ο τιμώμενος χωρίς την Αιμιλία, που κάπου έλειπε, νομίζω στη Γερμανία. Μαζί του κάποι τος φίλος από τα παλιά, που πολλές φορές αργότερα συνάντησα στις συναυλίες μας. Ξεκινήσαμε κανονικά, χωρίς καθυστέρηση. Να όμως που η βροχή δεν μας είχε ξεχάσει. Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά από την έναρξη και άρχισε σιγά-σιγά να μας επισκέπτεται. Εμείς ακλόνητοι συνεχίζαμε. Πότε με ομπρέλες στα ευαίσθητα όργανα που δεν είχαν λούστρο, πότε με πλαστικά στα ηχητικά παλεύαμε να ξορκίσουμε τον πειρασμό. Ο κόσμος ακίνητος στις θέσεις του. Είχαμε συνάψει όλοι μυστικό συμβόλαιο ότι η συναυλία θαελειώσει θέλει δεν θέλει η βροχή. Έτσι και έγινε. Η βροχή υποχώρησε και η συναυλία ολοκληρώθηκε μέσα σε γενικό ενθουσιασμό. Παίξαμε και τα μπιζαρίσματα και ήρθε η ώρα για τα λόγια. Χαιρέτισαν διάφοροι. Ανάμεσά τους και ο παπά Δαβίδ, που κάλεσε και τον τιμώμενο συνθέτη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, να πει δυο κουβέντες στα παιδιά και τον κόσμο. Εκείνος ανέβηκε σεμνά, πήρε κυριολεκτικά όσα είπε ο παπά Δαβίδ για δυο κουβέντες και είπε: «Ο Θεός μας αγαπάει. Σταμάτησε τη βροχή».

Advertisements