Παναγιώτης Θωμά, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία (Παρουσίαση βιβλίου)

GynaikaLotTheologiaΤις ημέρες που ετοίμαζα το κείμενό μου για τη σημερινή παρουσίαση, συνέπεσε να ακούσω αρκετές φορές ένα τραγούδι από την πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της Ελένης Βιτάλη, σε στίχους και μουσική δικά της. Το τραγούδι τιτλοφορείται «Χαραμάδα» και οι στίχοι του μιλάνε για τη «μικρή χαραμάδα με φως». Μέσα στο φως αυτής της χαραμάδας αποκαλύπτεται «Το θαύμα του χαδιού, το θαύμα της ψυχής, το θαύμα του φιλιού, το θαύμα της ζωής». Σχεδόν αβίαστα αυτή τη χαραμάδα, όπως την περιγράφουν οι στίχοι της Βιτάλη, τη συνέδεσα με το δημιουργικό «ανάμεσα», το ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που με αφορμή τον Γιάννη Τσαρούχη επιχειρεί να περιγράψει ο Χρυσόστομος Σταμούλης στο βιβλίο του Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η Εξορία του θανάτου.

παιδί κερίΠετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος

κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει.

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα

να φιλιούνται.

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του

μες στο φιλόξενο χώμα (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

«Το μεγάλο κακό του πολιτισμού μας», σημειώνει ο Άρθουρ Αντάμωφ, την Άνοιξη του 1940, στον Πρόλογό του, στο βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, «είναι περισσότερο έγκλημα ενάντια στο θάνατο παρά έγκλημα ενάντια στη ζωή»[1]. Και, βέβαια, τούτο το έγκλημα συντελείται θαρρώ με δύο τρόπους. Ο πρώτος και πλέον διαδεδομένος σήμερα είναι ο απόλυτος καταχωνιασμός του θανάτου στα βάθη του αζήτητου. Στη χώρα του απωθημένου, τα σύνορα της οποίας είναι κλειστά και ως εκ τούτου αδιαπέραστα, καθώς κατά μήκος του απλώνεται ο «τρισάγιος» φύλακας «φόβος», που προπαγανδίζει πρόστυχα και τελικά επιβάλλει τη λήθη του θανάτου[2]. Ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο και χτίζει έτσι μια ζωή χωρίς θάνατο, που του αφαιρεί, μαζί με όλα τα άλλα, ακόμη και αυτή τη δυνατότητα να τον αρνηθεί. «Ο θάνατος», σημειώνει και πάλι ο Αντάμωφ, «θα έχανε την τετριμμένη αποκρουστικότητά του αν ο άνθρωπος τον είχε συλλογιστεί έστω μια φορά στη ζωή του· έτσι δεν θα ’πεφτε  πάνω του σαν λιθάρι, ανόητα. Ο άνθρωπος πρέπει να αποδέχεται από τα πριν τον θάνατό του, να τον βιώνει μέσα του με αγάπη. Μα όσοι δεν τον δέχονται στερούνται και τη δύναμη να τον αρνηθούν. Ανοιγοκλείνουν μόνο τα μάτια όπως σε μια χειμωνιάτικη βροχή και τα σβησμένα πρόσωπά τους ζαρώνουν από ανείπωτους φόβους, ρυπαρούς»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη

ImageΥπάρχουν πολλές ματιές με τις οποίες βλέπουμε τα πράγματα. Απόψεις λέγονται αλλιώς. Καθιερωμένες και ακαθιέρωτες. Νόμιμες και μη νόμιμες. Επιστημονικές και μη επιστημονικές. «Ο νέος που προχωρούσε στο δρόμο μετρούσε τον εαυτό του προς τα καθαρά συναισθήματα και ένιωθε ηττημένος…Το παιδί συνομιλεί με τον κόσμο των πραγμάτων που το αγκαλιάζει. Εκείνος έβλεπε από απόσταση»[1].

          Έχω την αίσθηση πως ο Πεντζίκης ως παιζω-γράφος, και προσέξτε τούτο το άλφα γιώτα, δεν έχει καμιά ιδέα για τον εαυτό του, ούτε για τα πράγματα. Δεν στήνει πρόσωπο μυθικό μέσα του για να τρέφει κάποια ιδέα γι’ αυτό, αλλά βγαίνει γυμνός και εναγκαλίζεται αδελφωτικά με τους πάντες και τα πάντα. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το πατερικό concencus, το «αλάθητο» των Οικουμενικών Συνόδων και τα όρια της γλώσσας των ανθρώπων

ΧΕΡΙΑ 2000Αν παρατηρήσει κάποιος με προσοχή τις ερμηνευτικές προσπάθειες των πατέρων της Εκκλησίας, θα ανακαλύψει πως, πέρα από το γενικό consensus, υπάρχουν μύριες όσες λεπτομέρειες[1], που διαφοροποιούν τις αφηγήσεις και αποκαλύπτουν πως η θεοπνευστία, ως προϋπόθεση της συγγραφής και της ερμηνείας των κειμένων, δεν αποτελεί μια μαγική λειτουργία πέρα και έξω από το υποκείμενο, αλλά κυρίως και κατεξοχήν, μια δυναμική και άκρως υποκειμενική-προσωπική διαδικασία πρόσληψης και οικείωσης των ενεργειών του Θεού, με σκοπό τη νοηματοδότηση του μυστηρίου της κτιστότητας και της σχέσης του με το δημιουργό Θεό. Με άλλα και απλούστερα λόγια η θεοπνευστία δεν είναι μια πράξη κατάργησης του υποκειμένου ανθρώπου, αλλά μια διαδικασία ανάδειξης της εσώτερης αλήθειάς του. Τουτέστιν μια πράξη επέκτασης, που ποιεί τον άνθρωπο χώρα του αχωρήτου, κοινωνό των μυστηρίων τού ακτίστου και εκφραστή του καλύτερου για τον εαυτό του, μα και το σύνολο του λαού σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω πάντα από τις επικρατούσες συνθήκες. Μια τέτοια ερμηνεία, βέβαια, συνδέει με δυναμικό τρόπο τη θεοπνευστία με την ευαισθησία και την αγάπη[2], την πνευματική διάκριση με την ανάγκη του σώματος και των καιρών, ενώ τέλος απαιτεί την άμεση απομάκρυνση από την οποιαδήποτε τυπολατρία που «δένει» τη θεοπνευστία με το «αλάθητο» και τους «αλάθητους»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Παναγιώτης Θωμά, Σπαραγμός για την απώλεια (σχόλιο στο αγάπη σ’αγαπάω του Χρυσόστομου Σταμούλη).

2πένθοςΚινούμαστε συχνά όταν μιλάμε για έναν καλλιτέχνη, ή έναν άνθρωπο που γενικά πείθει τους καλοπροαίρετους για τη σημαντικότητα του έργου του, από τον εκθειασμό μέχρι την συγκίνηση. Εκεί είναι τα όρια μας. Το πολύ πολύ να φτάσουμε και σε κάποιες σκέψεις-προεκτάσεις του έργου του, των λόγων του, των στίχων του, της γενικότερης έκφρασής του. Σκέψεις που ο πομπώδης ενθουσιαστικός σχολιασμός μας τις στεγνώνει από την πειθώ που πρέπει να χαρακτηρίζει την υπαρξιακή ανατάραξη την οποία προκαλεί ένα καλό και ειλικρινές έργο. Αυτή η στάση δεν οδηγεί, ως πραγματική κατάφαση σε αλήθειες ορθά και όμορφα δηλωμένες, σε ταρακούνημα πραγματικό της βεβαιότητας μας για τις δικές μας απόψεις. Είναι μια απλή επιβεβαίωση, ένας νέος εγκιβωτισμός του κεκτημένου σε όρια που απαγορεύουν την απορία. Και απορία σημαίνει δεν έχω, δεν κατέχω και δεν έχω διέξοδο… Άρα πάλλομαι, αν-ησυχάζω, θυμώνω, λυγίζω, παραπονιέμαι• μοιάζω της θάλασσας που η αιώνια ουσία της είναι πως κινείται…

Δεύτερη μάνα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι εξάλλου η θάλασσα και κάπου εδώ, μ’ αυτό το εισοδικό, θα προσπαθήσω να σας πω κάποιες σκέψεις μου για τον Χρυσόστομο Σταμούλη και τη συνεπή δημιουργική του έκφραση. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Αγία ευαισθησία: Η αγία των αγίων. Συναξάρι μικρό, πόνημα γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου.

PC170020-2 «Μια μέρα, ένα πρωινό επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα. Τελικά, απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι, ήταν αηδόνι. Κι ακούω το αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται× μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα του, φούσκωσε απ’ τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του. Αυτό το πουλάκι το μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ο λάρυγγάς του! Πω, πω, πω! Να’ χα ένα ποτηράκι με νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει! Μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γέρο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που τα δοκίμαζα».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Σταμούλης, Η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα…

xartaetos-cebcceb9ceb5cf841Καθηγητής Θεολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνθέτης, μαέστρος, συγγραφέας… Υπάρχει κάτι άλλο με το οποίο θα θέλατε να ασχοληθείτε και δεν το έχετε κάνει ακόμα;

Καταρχήν θα πρέπει να σας πω, ότι είναι πολύ σημαντικό για οποιονδήποτε άνθρωπο να ασχολείται με πράγματα που επιθυμεί. Προσωπικά μου χαρίστηκε αυτή η μεγάλη ευλογία, μου δόθηκε το δώρο να καταπιάνομαι καθημερινά, σε επίπεδο καθημερινής επιβίωσης,  με τις μεγάλες μου αγάπες, που με συντροφεύουν από παιδί,  τη θεολογία και τη μουσική. Δύο αντικείμενα με αξεπέραστο ενδιαφέρον και συγγένειες καλά κρυμμένες σε όλα εκείνα τα υλικά που συγκροτούν τον εαυτό τους. Όσον αφορά το ερώτημα σας, θα πρέπει να σας πω ότι η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα. Όσο ονειρευόμαστε υπάρχουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Θεόν εσθίομεν εν μυστηρίω». Η αίσθηση του ασκητικού κάλλους κατά τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

NGP-Christopsaro-copyΣυχνά πυκνά, στα όρια της σύγχρονης Ορθοδοξίας, κυριαρχεί η αίσθηση και η εικόνα ενός αυξανόμενου ψυχολογικού πεσιμισμού, που ανακαλύπτει παντού και πάντα ασχήμιες, εχθρούς της πίστεως, έλλειψη θαυματουργίας, απουσία αισθητικής, απουσία ειλικρινούς ευσέβειας, απουσία πραγματικής χριστιανικής ζωής[1]. Έτσι, αναπτύσσονται απόψεις και στάσεις άκρως αναχωρητικές, που θεωρούν ότι η εδώ  ζωή δεν μπορεί παρά να είναι μία παραίσθηση, μία αναπόφευκτη και συνεπώς αναγκαία συνθήκη για να περάσει κανείς απέναντι, στη ζωή μετά το θάνατο. Κατά συνέπεια, λοιπόν, η αγωνία όλων εκείνων που αντιμετωπίζουν έτσι τα πρόσωπα και τα πράγματα προσδιορίζεται στο στένεμα και από το στένεμα της εδώ ζωής και στην αναζήτηση, τη μανιώδη έως και αγχωτική αναζήτηση, απάντησης στο ερώτημα εάν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο.  Άμεσος στόχος τους, σκοπός βιαστικός άσκοπος, όπως λέγει ο ποιητής, η απόδραση τους από την εδώ πραγματικότητα και η κίνησή τους προς το άλλο, το μετά, το ειδωλοποιημένο επέκεινα που γεννά η απουσία του εδώ, η αδυναμία να ανακαλύπτει και να αναγνωρίζει το δημιούργημα τον Δημιουργό παντού και πάντα, είτε στον κεραυνό είτε στη φωτιά είτε στην αύρα τη λεπτή[2]. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ειδωλολατρία της σύγχρονης «πνευματικότητας». Σχόλιο στο Ημερολόγιο του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν

 

389362-π.Αλέξανδρος Σμέμαν«Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου, 1976

Συνέλευση του συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής όπου διαβάστηκαν οι αναφορές των απεσταλμένων στη συνέλευση των Ορθοδόξων θεολόγων που έγινε στην Αθήνα. Και σκεφτόμουν, τι παράδοξη εποχή, πόσα έχουν απλώς εφευρεθεί – η αναγωγή όλων των πραγμάτων της Ορθοδοξίας στους ‘Πατέρες’ και στην ‘Πνευματικότητα’! Τους μετατρέψαμε σ’ ένα είδος καρικατούρας, τους κάναμε είδωλα, πανάκεια, θεραπεία όλων των κακών. Ο θρίαμβος του σεκταριστικού ‘μόνο’ στην εποχή μας! Μόνο οι Πατέρες, μόνο η ‘Φιλοκαλία’, μόνο το τυπικό. Πλήξη, μετριότητα και έλλειψη σοβαρότητας και ταλέντου σ’ όλα αυτά».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Από την παθολογική συναισθηματικότητα στον οικολογικό ρεαλισμό της ευθύνης

treedsc0682Συχνά πυκνά στα όρια της σύγχρονης επιστήμης ο λόγος στρέφεται σε θέματα οικολογίας, θέματα τα οποία καλούνται να λύσουν αποκλειστικά οι λειτουργοί της τεχνολογίας, οι λεγόμενοι τεχνοκράτες, που σε περίπτωση, ευτυχώς όχι  κατά κανόνα, υποκύπτουν στον σύγχρονο πειρασμό, στις σύγχρονες Σειρήνες της νεωτερικότητας και παρουσιάζονται ως οι κατεξοχήν εκφραστές τούτης της αποκλειστικότητας. Η τέχνη τους, η επιστήμη τους προσλαμβάνει χαρακτήρα σωτηριολογικό και αντικαθιστά, όπου και όταν μπορεί, αντίστοιχες σωτηριολογίες, που προέρχονται από το χώρο των παραδοσιακών θρησκειών. Αναπτύσσεται κατά συνέπεια μία περίεργη αίσθηση ατομικής ιδιοκτησίας που αποκλείει την οικουμενικότητα της προσπάθειας, σπάζει την ενότητα του κοινωνικού σώματος και δημιουργεί το φαινόμενο του περιθωρίου. Πρόκειται δίχως άλλο για πέρασμα στις ατραπούς της επιστημονικής μοναξιάς, για πράξη αυτοπεριορισμού και απομόνωσης με έντονα τα σημάδια που προειδοποιούν και προοδοποιούν για το προ των πυλών αδιέξοδο. Χάνεται με τον τρόπο αυτό η πραγματική διάσταση της επιστήμης,  το πρόσωπο της το αληθινό, κρύβεται η σημαντικότητα της συμβολής της, η αναγκαιότητά της υπάρξεώς της για τον άνθρωπο και τον κόσμο ολάκερο. Έτσι μοιάζει να δικαιώνεται το σύνθημα που διαβάζουμε σε τοίχους του πανεπιστημίου μας και το οποίο δηλώνει με τρόπο δηκτικό και απόλυτα προκλητικό, εννοώ γόνιμα προκλητικό, ότι  «χθες οι παπάδες σήμερα οι επιστήμονες». Συνέχεια ανάγνωσης

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 2,256 other followers