Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το «θαμπό μυστήριο»[1]. Οι αρμένιοι της Θράκης και η ποιητική της συγ-χώρησης. Με αφορμή τους εορτασμούς συμπλήρωσης 180 χρόνων από τη θεμελίωση του ιερού ναού του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή στην Κομοτηνή

logo-300x265

Αγιώτατε,

Πανοσιολογιώτατε εκπρόσωπε του σεβασμιωτάτου,

Κυρίες και κύριοι των αρχών,

Κυρίες και κύριοι,

Το πρώτο πράγμα που ήρθε στα μάτια μου όταν δέχτηκα την τιμητική πρόσκληση να βρεθώ απόψε ανάμεσά σας και να μιλήσω για την Αρμενική κοινότητα της Κομοτηνής, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από τη θεμελίωση του Ιερού Ναού του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, ήταν το πρόσωπο ενός παλιού μου συμμαθητή στο 2ο Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, του Λεβόν Σουκισιάν. Πρόσωπο αγαπητό, παρουσία ξεχωριστή, η οποία εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του ονόματος και  της καταγωγής έπαιρνε μέσα μου  διαστάσεις μιας άκρως ενδιαφέρουσας μυθολογίας που σχετίζονταν με τον ξένο, την πατρίδα, την θρησκεία, την κουλτούρα και τον πολιτισμό στο σύνολό του. Μια μυθολογία ικανή να σε οδηγήσει στην αναζήτηση της ζωής των άλλων, που εν τέλει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Τον Λεβόν έχω να τον δω από τότε, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, από τις αίθουσες διδασκαλίας, την αυλή του σχολείου και το γήπεδο της ΧΑΝΘ, όπου έκανα μερικές προπονήσεις με την παιδική ομάδα μπάσκετ της Αρμενικής κοινότητας.  Χαθήκαμε, αλλά η ολιγόχρονη συνάντησή μας άφησε πίσω της μια οικειότητα για τους Αρμένιους και την Αρμενία. Γεγονός, που δικαιώνει τη βαθιά μου πίστη, πως η διαμόρφωση του  εαυτού και ως εκ τούτου της κοινωνίας, που βρίσκεται πάντα εν διαλόγω με το άλλο και τον άλλο, το διαφορετικό και τον διαφορετικό, δεν πραγματώνεται μόνον από την εξωτερική και επιφανειακή γνώση, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις κινδυνεύει τον κίνδυνο δημιουργίας εικονικών πραγματικοτήτων που εκβάλλουν στη χώρα του ψευδούς, αλλά κυρίως και κατεξοχήν από τη σχέση, η οποία εν τέλει συνιστά και την οριστική γνώση. Σε μια τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι και η ιστορία τους δεν αποτελούν τα φερτά υλικά της καθημερινότητας μας, που είναι καταδικασμένα σε αφανισμό, αλλά τα σταθερά μέλη ενός κοινού σώματος που συνεχώς ανακαινίζεται και αυξάνει.

Ως εκ τούτου, η τιμή που νιώθω γι αυτήν την πρόσκληση να μιλήσω απόψε ενώπιόν σας, σε μια τόσο σημαντική στιγμή για την κοινότητα σας, είναι μεγάλη. Το ίδιο μεγάλη είναι και η χαρά μου, διότι με την πράξη αυτή λειτουργούμε όλοι μαζί, από κοινού, εδώ και τώρα, το μυστήριο της συγ-χώρησης. Ένα μυστήριο το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός θέλει να θέσει στο περιθώριο της ιστορίας, αντικαθιστώντας το χωρίς περίσκεψη και δίχως αιδώ, με την αμαρτία της διαίρεσης. Και νομίζω, πως κανείς μας δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη διαπίστωση ότι ζούμε στον αιώνα της κυριαρχίας του μερισμού, όπου ο καθένας είναι πλήρης εντός της φυλακής του κλειστού εαυτού. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντέχουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δίχως αμφιβολία, λοιπόν, η παρουσίαση της παραδειγματικής λειτουργίας της αρμενικής κοινότητας εντός του ευρύτερου χώρου της Θράκης και ιδιαίτερα εντός των ορίων της πόλης της Κομοτηνής, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια μικρή συμβολή στην αντίσταση που ο άνθρωπος μπορεί να προβάλλει απέναντι στις ολοκληρωτικές δυνάμεις της διάλυσης και της αφιλίας.

Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να δημιουργήσω μια ειδυλλιακή κατάσταση. Η ζωή των Αρμενίων στη περιοχή, από την πρώτη τους εγκατάσταση στα μέσα του 18ου αιώνα έως και σήμερα δεν υπήρξε ανέφελη. Μύρια όσα προβλήματα υπήρξαν τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και στις σχέσεις τους με τους ελληνορθόδοξους, τους μουσουλμάνους και τους εβραίους πολίτες της Ελληνικής Θράκης. «Η διαφορετική προέλευση», σημειώνει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «το διαφορετικό νομικό καθεστώς, οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές, ακόμα και η διαφορετική γλώσσα φαίνεται ότι προκαλούσαν συχνά τριβές ανάμεσα στα μέλη της αρμενικής παροικίας. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, είχε σοβαρό αντίκτυπο τόσο στη συνοχή, όσο και στη λειτουργία της κοινότητας»[2]. Γεγονός που αποδεικνύει για μία ακόμη φορά πως η πορεία των ανθρώπων εντός του πολιτισμού ήταν και παραμένει δραματική. Και χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος και περισσή δύναμη προκειμένου να μειωθούν σταδιακά και λυτρωτικά τα στοιχεία της διάσπασης, οι αιτίες της διαίρεσης που απαγορεύουν την πραγματική συνάντηση, την ανοχή και εν τέλει την αγαπητική πρόσληψη του διαφορετικού. Την πρόσληψη, εκ μέρους του «ντόπιου», του «εσωτερικού μετανάστη», του «ξενομερίτη», του «γιαμπατζή», αλλά και του «πρόσφυγα», του «Νανσενιάν», τους οποίους η αγριότητα του πολιτισμού των ανθρώπων στέλνει στην πόρτα του σπιτιού μας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην Κομοτηνή και ενώπιον των ποιοτικών χαρακτηριστικών που κατέθεσαν στη διακονία του κοινού σώματος  οι Αρμένιοι, η αμαρτία των καιρών αργά, αλλά σταθερά, υποχώρησε. Στη θέση της στήθηκε το άγαλμα της δημιουργίας. Ένα άγαλμα φτιαγμένο από υλικά συμβολής. Πολιτιστικοί, καλλιτεχνικοί και αθλητικοί σύλλογοι,  λέσχες, όμιλοι, εμπόριο, βιοτεχνία, επιστήμες, εκπαίδευση, είναι κάποια από τα στοιχεία που προσέφεραν οι Αρμένιοι στην ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της πόλης. Και κοντά σε αυτά η διαπιστωμένη και επιβεβαιωμένη σήμερα ιστορικά μεγάλη συμβολή τους στην προσπάθεια ενσωμάτωσης της Θράκης στη μητέρα Ελλάδα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το όνομα του Ρουπέν Κεβορκιάν, με τη ψήφο του οποίου, αλλά και των μουσουλμάνων Χαφούζ Σαλήχ και Οσμάν Αγά,  το Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο της Διασσυμαχικής Θράκης εξέλεξε Έλληνα πρόεδρο. Πράξη η οποία πήρε διαστάσεις δημοψηφίσματος των κατοίκων της Θράκης και «συνέβαλε αποφασιστικά στις προσπάθειες του Βενιζέλου στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων»[3]. Η επιλογή, βέβαια, του Κεβορκιάν δεν ήταν απροϋπόθετη. Όπως με σαφήνεια τονίζει ο Αρμένιος δημοσιογράφος των αρχών του 20ου αιώνα Leon Savandjian, «οι ελληνικές αρχές σεβάστηκαν απόλυτα όλες τις μειονότητες της περιοχής και εφάρμοσαν πολιτική ισονομίας και δικαιοσύνης»[4]. Γεγονός που δημιούργησε ανάμεσα σε Αρμενίους και Έλληνες  σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού.

Τους δεσμούς φιλίας ενίσχυε διαχρονικά και ένα άλλο γεγονός∙ η κοινή χριστιανική καταγωγή. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι Αρμένιοι δέχθηκαν τον χριστιανισμό σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις από τους αποστόλους Θαδδαίο ή Λεβαίο και Βαρθολομαίο και ότι η Αρμενία υπήρξε το πρώτο κράτος στον κόσμο το οποίο κατέστησε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του. Στην μεγάλη, βέβαια, προσπάθεια εκχριστιανισμού των Αρμενίων  σημαντική θέση, τη σημαντικότερη,  κατέχει δίχως άλλο ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής. Και είναι οι εορτασμοί για τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από την  ανέγερση το 1834 του πρώτου αρμενικού ναού προς τιμή του στην Κομοτηνή, που απόψε μας συνάζουν επί το αυτό. Για να δούμε, όμως, πως περιγράφει ένας κορυφαίος Έλληνας εκκλησιαστικός ιστορικός, ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης, τις πρώτες ημέρες της Εκκλησίας της Αρμενίας: «Η Αρμενία κατά το πρώτον ήμισυ της γ΄ εκατονταετηρίδος περιήλθεν εις τους Πέρσας, οι οποίοι επέβαλλον την περσική θρησκείαν. Ο Γρηγόριος, ο βραδύτερον τους Αρμενίους εκχριστιανίσας και επικληθείς φωτισθείς, ήτο τότε εις μικράν ηλικίαν και εθνικός. Έφυγεν εξ Αρμενίας εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, όπου έγινε χριστιανός και έλαβεν ελληνικήν μόρφωσιν. Ο Αρμένιος βασιλεύς Τιριδάτης, δεύτερον ήμισυ της γ΄εκατονατετηρίδος, ηλευθέρωσε την Αρμενίαν από των Περσών και, πεισθείς εις τον επανελθόντα Γρηγόριον, υπεστήριξε την διάδοσιν του χριστιανισμού, του οποίου και προηγουμένως υπήρχον σπέρματά τινα. Εν Αρμενία ο χριστιανισμός κατέστη επίσημος θρησκεία του κράτους. Ο Γρηγόριος μετέβη πάλιν εις την Καισάρειαν, εχειροτονήθη υπό του επισκόπου αυτής Λεοντίου επίσκοπος των Αρμενίων και επέστρεψε συνοδευόμενος υπό Ελλήνων ιερέων. Εφρόντισε περί του εκχριστιανισμού των κατοίκων και της διοργνώσεως της αρμενικής Εκκλησίας. Εκκλησιαστική γλώσσα κατέστη η ελληνική και η συριακή, αναλόγως της γειτνιάσεως των αρμενικών επαρχιών προς το ελληνικόν κράτος ή προς την Συρίαν»[5].

Σήμερα, δεκαπέντε αιώνες μετά το χωρισμό που ακολούθησε τη σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), χάρη «στην ιερή τόλμη και το άγιο θάρρος του Διαλόγου μας, που κινείται χωρίς φόβο και πάθος»[6], καθώς σημειώνει ο μακαριστός πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρός Παρθένιος, οι δύο εκκλησιαστικές οικογένειες έφτασαν  «παρά την υπάρχουσα διαφορά τους ως προς τη χριστολογική ορολογία και τη διαμετρικά αντίθετη στάση τους έναντι του Όρου της Χαλκηδόνας, […] στο απρόσμενο και εκπληκτικό σημείο όχι μόνο να διαπιστώσουν τη δογματική τους εγγύτητα αλλά και να υπογράψουν κοινά δογματικά κείμενα, με τα οποία διακηρύττεται η κοινή δογματική πίστη και διδασκαλία τους ανά τους αιώνες»[7]. Με τον τρόπο αυτό η διαίρεση  που πηγάζει από την απολυτοποίηση «των ανθρωπίνων», και «είναι πάντα αμαρτία και κόλαση», φαίνεται να δίνει τη θέση της στην ενότητα, που «είναι παράδεισος και αλήθεια»[8]. Ή για να το πω Αγιώτατε, με τα λόγια του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, τα οποία με αγάπη απηύθηνε προς εσάς πριν από  λίγες ημέρες εδώ στην καρδιά της Θράκης, «ατυχείς ιστορικές συγκυρίες, πολιτικοί και όχι μόνο θεολογικοί λόγοι μας χώρισαν. Υπήρξε μία μακρά περίοδος αποξένωσης των Εκκλησιών αλλά τώρα μερικές δεκαετίες […] εργαζόμαστε και συναντιόμαστε για να επανέλθουμε στην πλήρη ενότητα μας…»[9]. Μια ενότητα η οποία είναι θέλημα Θεού, μα καθόλου εύκολη, καθότι απαιτεί κοινό όραμα, αυτοθυσία, μοίρασμα και  γενναιότητα. Θέλει, δηλαδή, κατάφαση στον πολιτισμό της σάρκωσης. Και βεβαίως όταν λέγω πολιτισμό της σάρκωσης, σαφώς αναφέρομαι στο σύνολο  του υλικού και πνευματικού πολιτισμού, χωρίς τις σχιζοφρενικές διαιρέσεις που μας κληροδότησε η οποιαδήποτε νεωτερικότητα[10]. Μιλώ για έναν πολιτισμό, που εξάπαντος  δεν είναι και δεν θέλει να είναι ένας πολιτισμός των πολιτισμών, ή ένας υπέρ-πολιτισμός. Μιλώ για τον κάθε πολιτισμό με τα δικά του συστατικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη μουσική, την αρχιτεκτονική, την οποιαδήποτε εντέλει ιδιαίτερη έκφραση που συνδέεται με ρίζες βαθιές, εν γνώσει ή ανεπίγνωστα, με τον τρόπο που αποκαλύπτει η σάρκωση, με τον τρόπο του έρωτα που νικά τον θάνατο και ευαγγελίζεται εδώ και τώρα την πρόσληψη, την εξάπαντος ερωτική πρόσληψη, του ολοκληρωτικά άλλου, του ξένου[11].

Μια αλήθεια που συναντά κανείς ακόμη και σε κείνους, που χωρίς να αποδέχονται φανερά τη σάρκωση του Λόγου, μπορούν να κατανοούν τον κόσμο και τον άνθρωπο στα πλαίσια ενός αναγκαίου για την αλήθεια της υπάρξεώς μας ολισμού, που φαίνεται πως δέχεται ανομολόγητα, και νομίζω πως η ομολογία δεν είναι πάντα επιβεβλημένη, τα αποτελέσματα της σάρκωσης∙ την κένωση και την πρόσληψη. Τουτέστιν το μυστήριο της ενότητας και το θαύμα της διάκρισης, που αρνούνται την αμαρτία της  χοντροκομμένης διαίρεσης, που γεννά η ανάγκη εξουσιασμού της ύπαρξης του άλλου[12].

Μια τέτοια κατανόηση και παραδοχή δίνει ίσως στον πολιτισμό της σάρκωσης όρια ευρύτερα από αυτά της Ορθοδοξίας, σαφώς ευρύτερα και από αυτά του συνολικού χριστιανισμού και απλώνεται έως εκεί που ο άνθρωπος συναντά το παράδοξο και την αμφισημία, στη χώρα της αγωνίας και του τελευταίου ανθρώπου της γης[13].

Αγαπητοί μου,

Ζούμε σε μια εποχή ακραία φονταμενταλιστική -και είναι πέρα από σαφές ότι δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο, εάν θέλουμε να είμαστε έστω και ελάχιστα συνεπείς στην κλήση της αγάπης του πολιτισμού της σάρκωσης που μόλις ανέφερα,  να δεχθούμε το σφαγιασμό του διαφορετικού και των διαφορετικών, πολύ περισσότερο τη χυδαία και πορνική χολιγουντιανή προβολή του. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να δεχθούμε ούτε το βομβαρδισμό της συνείδησής μας από τις δυνάμεις του παράλογου και του σκοτεινού, που ντύνονται το μανδύα του προστάτη και του απελευθερωτή.  Και είναι αυτή η εποχή που αναδεικνύει τη σημαντικότητα τη Θράκης και ιδίως της Κομοτηνής, η οποία αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση ειρηνικής συμβίωσης κοινοτήτων ελλήνων πολιτών με διαφορετική πίστη, διαφορετικές παραδόσεις, αλλά εξάπαντος κοινό παρόν και μέλλον. Ένα μέλλον που στηρίζεται στην ανάσταση του  «θαμπού μυστηρίου», που εκβάλλει  στο σεβασμό της ανθρωπινότητας και μαζί της ελευθερίας που χαρακτηρίζει τους θεσμούς της έννομης πολιτείας. Σε μια τέτοια κοινωνία ελευθερίας, δημιουργικότητας και αγάπης, οι Αρμένιοι αποτελούν τον αρμό που συγκρατεί τα υλικά του κοινού οίκου της Θράκης, του κοινού σπιτιού της Κομοτηνής.

Φίλες και φίλοι,

Στην αρχή της ομιλίας μου σας μίλησα για τον συμμαθητή μου, τον Λεβόν. Χαμένος μέσα στις θύμησες που ανάστησε η πρόσκληση του ευγενικού και ηρωϊκού λαού των Αρμενίων της πόλης της Κομοτηνής, για την οποία και πάλι από καρδιάς σας ευχαριστώ, έψαξα να βρω τον χαμένο φίλο. Δεν τα κατάφερα. Βρήκα, όμως, στο διαδίκτυο ένα blog, που φέρει τον τίτλο: «Να παλεύεις το αδύνατο. Οι ωραιότερες μάχες της ζωής μου…», και πρέπει να του ανήκει. Παρότι τα χρόνια πέρασαν η φωτογραφία του μεσήλικα άνδρα που το συνοδεύει μου θυμίζει τον Λεβόν Σουκισιάν, πολύ περισσότερο μου τον θυμίζουν τα κείμενά του. Σε ένα από αυτά, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 2011 που τιτλοφορείται Χαμογελώντας, διαβάζουμε:

«Κάποτε ο πατέρας μου σ’ ένα κυριακάτικο τραπέζι που είχα μουλαρώσει και δεν ήθελα να κάτσω, πολύ πράος μου είχε πει: “Μην κάθεσαι, δεν πειράζει, ο λόγος που έχεις, για σένα είναι ισχυρός και δεν θέλω να τον παλέψω. Μα να θυμάσαι ότι το κυριακάτικο τραπέζι για μένα είναι η δύναμη για όλη τη βδομάδα που έρχεται”. Πολλά χρόνια μετά, όταν πέθανε, την πρώτη Κυριακή που δεν έκατσε μαζί μας, σκέφτηκα πως και μια φορά το χρόνο να μπορούσα να ξανακάτσω μαζί του στο κυριακάτικο τραπέζι θα είχα δύναμη για όλη τη χρονιά»[14].

[1] Το «θαμπό μυστήριο» είναι δάνειο από τη Γούρνα του DANIEL VAROUJAN http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=64706&code=1330

[2] Κ. Χατζόπουλος, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, εκδ. Εκπολιτιστικού Μορφωτικού Ομίλου Αρμενίων Κομοτηνής, Κομοτηνή 2009, σ. 56.

[3] Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Ο ρόλος των Αρμενίων στη «Διασυμμαχική Θράκη» και την απελευθέρωση,
/http://www.xronos.gr/detail.php?ID=92838. Πρβλ. Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[4]  Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[5] Β. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1959, σ. 272.

[6] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[7] Γ. Μαρτζέλου, Ο θεολογικός διάλογος της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας με τις μη-Χαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής. Χρονικό-αξιολόγηση-πρακτικές, Πρακτικά ΙΔ΄ Θεολογικού Συνεδρίου Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης με θέμα “Η Μήτηρ ημών Ορθόδοξος Εκκλησία”» (10-13 Νοεμβρίου 1993), Θεσσαλονίκη 1994, σ. 295.

[8] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[9] http://fanarion.blogspot.gr/2014/09/blog-post_83.html

[10] Στην ορθόδοξη παράδοση δεν έγινε ποτέ διαίρεση του υλικού από τον πνευματικό πολιτισμό. Στην πατερική γλώσσα, σε αντίθεση με τα κρατούντα στη σύγχρονη Δύση, όπου γίνεται σαφής διάκριση των όρων Civilisation και Culture, υπάρχει μόνο η λέξη πολιτισμός, που εκφράζει κατά χαλκηδόνιο τρόπο την αλήθεια των πραγμάτων. Γράφει σχετικά ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών 22, PG 76, 1117 CD: «Και ώσπερ έστι νοείν υπέρ ανθρώπου τέκτονος, τεχνίτου τυχόν, ή σιδηρέως, ότι ποιεί τα έργα μετά του ιδίου σώματος η ψυχή∙ και ουκ αν τις είποι ψυχής έργα μόνης είναι, καν αυτή κινεί προς έργα το σώμα, αλλά του συναμφοτέρου∙  ούτω νόει και επί Χριστού». Πρβλ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  σ. 112.

[11] Βλ. σχετικά Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σ. 113. Για το θέμα βλ. και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του π. Βασιλείου Θερμού, στο βιβλίο του, Οι δικοί μου οι ξένοι, εκδ. Εν πλω, Αθήνα  2005.

[12] Βλ. Φ. Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 34: «Η γλώσσα δεν μπορεί να ξεπεράσει τη χοντροφτιαξιά της και συνεχίζει να μιλά για αντιθέσεις εκεί όπου υπάρχουν μόνο βαθμοί και λεπτές αποχρώσεις».  Για το θεολογικό ολισμό στα πλαίσια της ορθόδοξης θεολογίας βλ. Χ.Α.Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 150εξ., 233εξ. Πρβλ. Χ.Α. Σταμούλη, Η θεώρηση του κάλλους και του ανθρωπίνου σώματος στην ειδωλολατρία και την χριστιανική διδασκαλία, Χριστιανική λατρεία και ειδωλολατρία (Πρακτικά ΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), εκδ. Κλάδος εκδόσεων της επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 487-488.

[13] Χ.Α.Σταμούλη, Έρως και θάνατος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 139.

[14] http://soukissian.blogspot.gr/2011/08/blog-post_27.html.

Παναγιώτης Θωμά, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία (Παρουσίαση βιβλίου)

GynaikaLotTheologiaΤις ημέρες που ετοίμαζα το κείμενό μου για τη σημερινή παρουσίαση, συνέπεσε να ακούσω αρκετές φορές ένα τραγούδι από την πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της Ελένης Βιτάλη, σε στίχους και μουσική δικά της. Το τραγούδι τιτλοφορείται «Χαραμάδα» και οι στίχοι του μιλάνε για τη «μικρή χαραμάδα με φως». Μέσα στο φως αυτής της χαραμάδας αποκαλύπτεται «Το θαύμα του χαδιού, το θαύμα της ψυχής, το θαύμα του φιλιού, το θαύμα της ζωής». Σχεδόν αβίαστα αυτή τη χαραμάδα, όπως την περιγράφουν οι στίχοι της Βιτάλη, τη συνέδεσα με το δημιουργικό «ανάμεσα», το ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που με αφορμή τον Γιάννη Τσαρούχη επιχειρεί να περιγράψει ο Χρυσόστομος Σταμούλης στο βιβλίο του Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η Εξορία του θανάτου.

παιδί κερίΠετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος

κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει.

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα

να φιλιούνται.

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του

μες στο φιλόξενο χώμα (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

«Το μεγάλο κακό του πολιτισμού μας», σημειώνει ο Άρθουρ Αντάμωφ, την Άνοιξη του 1940, στον Πρόλογό του, στο βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, «είναι περισσότερο έγκλημα ενάντια στο θάνατο παρά έγκλημα ενάντια στη ζωή»[1]. Και, βέβαια, τούτο το έγκλημα συντελείται θαρρώ με δύο τρόπους. Ο πρώτος και πλέον διαδεδομένος σήμερα είναι ο απόλυτος καταχωνιασμός του θανάτου στα βάθη του αζήτητου. Στη χώρα του απωθημένου, τα σύνορα της οποίας είναι κλειστά και ως εκ τούτου αδιαπέραστα, καθώς κατά μήκος του απλώνεται ο «τρισάγιος» φύλακας «φόβος», που προπαγανδίζει πρόστυχα και τελικά επιβάλλει τη λήθη του θανάτου[2]. Ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο και χτίζει έτσι μια ζωή χωρίς θάνατο, που του αφαιρεί, μαζί με όλα τα άλλα, ακόμη και αυτή τη δυνατότητα να τον αρνηθεί. «Ο θάνατος», σημειώνει και πάλι ο Αντάμωφ, «θα έχανε την τετριμμένη αποκρουστικότητά του αν ο άνθρωπος τον είχε συλλογιστεί έστω μια φορά στη ζωή του· έτσι δεν θα ’πεφτε  πάνω του σαν λιθάρι, ανόητα. Ο άνθρωπος πρέπει να αποδέχεται από τα πριν τον θάνατό του, να τον βιώνει μέσα του με αγάπη. Μα όσοι δεν τον δέχονται στερούνται και τη δύναμη να τον αρνηθούν. Ανοιγοκλείνουν μόνο τα μάτια όπως σε μια χειμωνιάτικη βροχή και τα σβησμένα πρόσωπά τους ζαρώνουν από ανείπωτους φόβους, ρυπαρούς»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη

ImageΥπάρχουν πολλές ματιές με τις οποίες βλέπουμε τα πράγματα. Απόψεις λέγονται αλλιώς. Καθιερωμένες και ακαθιέρωτες. Νόμιμες και μη νόμιμες. Επιστημονικές και μη επιστημονικές. «Ο νέος που προχωρούσε στο δρόμο μετρούσε τον εαυτό του προς τα καθαρά συναισθήματα και ένιωθε ηττημένος…Το παιδί συνομιλεί με τον κόσμο των πραγμάτων που το αγκαλιάζει. Εκείνος έβλεπε από απόσταση»[1].

          Έχω την αίσθηση πως ο Πεντζίκης ως παιζω-γράφος, και προσέξτε τούτο το άλφα γιώτα, δεν έχει καμιά ιδέα για τον εαυτό του, ούτε για τα πράγματα. Δεν στήνει πρόσωπο μυθικό μέσα του για να τρέφει κάποια ιδέα γι’ αυτό, αλλά βγαίνει γυμνός και εναγκαλίζεται αδελφωτικά με τους πάντες και τα πάντα. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το πατερικό concencus, το «αλάθητο» των Οικουμενικών Συνόδων και τα όρια της γλώσσας των ανθρώπων

ΧΕΡΙΑ 2000Αν παρατηρήσει κάποιος με προσοχή τις ερμηνευτικές προσπάθειες των πατέρων της Εκκλησίας, θα ανακαλύψει πως, πέρα από το γενικό consensus, υπάρχουν μύριες όσες λεπτομέρειες[1], που διαφοροποιούν τις αφηγήσεις και αποκαλύπτουν πως η θεοπνευστία, ως προϋπόθεση της συγγραφής και της ερμηνείας των κειμένων, δεν αποτελεί μια μαγική λειτουργία πέρα και έξω από το υποκείμενο, αλλά κυρίως και κατεξοχήν, μια δυναμική και άκρως υποκειμενική-προσωπική διαδικασία πρόσληψης και οικείωσης των ενεργειών του Θεού, με σκοπό τη νοηματοδότηση του μυστηρίου της κτιστότητας και της σχέσης του με το δημιουργό Θεό. Με άλλα και απλούστερα λόγια η θεοπνευστία δεν είναι μια πράξη κατάργησης του υποκειμένου ανθρώπου, αλλά μια διαδικασία ανάδειξης της εσώτερης αλήθειάς του. Τουτέστιν μια πράξη επέκτασης, που ποιεί τον άνθρωπο χώρα του αχωρήτου, κοινωνό των μυστηρίων τού ακτίστου και εκφραστή του καλύτερου για τον εαυτό του, μα και το σύνολο του λαού σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω πάντα από τις επικρατούσες συνθήκες. Μια τέτοια ερμηνεία, βέβαια, συνδέει με δυναμικό τρόπο τη θεοπνευστία με την ευαισθησία και την αγάπη[2], την πνευματική διάκριση με την ανάγκη του σώματος και των καιρών, ενώ τέλος απαιτεί την άμεση απομάκρυνση από την οποιαδήποτε τυπολατρία που «δένει» τη θεοπνευστία με το «αλάθητο» και τους «αλάθητους»[3]. Συνέχεια ανάγνωσης

Παναγιώτης Θωμά, Σπαραγμός για την απώλεια (σχόλιο στο αγάπη σ’αγαπάω του Χρυσόστομου Σταμούλη).

2πένθοςΚινούμαστε συχνά όταν μιλάμε για έναν καλλιτέχνη, ή έναν άνθρωπο που γενικά πείθει τους καλοπροαίρετους για τη σημαντικότητα του έργου του, από τον εκθειασμό μέχρι την συγκίνηση. Εκεί είναι τα όρια μας. Το πολύ πολύ να φτάσουμε και σε κάποιες σκέψεις-προεκτάσεις του έργου του, των λόγων του, των στίχων του, της γενικότερης έκφρασής του. Σκέψεις που ο πομπώδης ενθουσιαστικός σχολιασμός μας τις στεγνώνει από την πειθώ που πρέπει να χαρακτηρίζει την υπαρξιακή ανατάραξη την οποία προκαλεί ένα καλό και ειλικρινές έργο. Αυτή η στάση δεν οδηγεί, ως πραγματική κατάφαση σε αλήθειες ορθά και όμορφα δηλωμένες, σε ταρακούνημα πραγματικό της βεβαιότητας μας για τις δικές μας απόψεις. Είναι μια απλή επιβεβαίωση, ένας νέος εγκιβωτισμός του κεκτημένου σε όρια που απαγορεύουν την απορία. Και απορία σημαίνει δεν έχω, δεν κατέχω και δεν έχω διέξοδο… Άρα πάλλομαι, αν-ησυχάζω, θυμώνω, λυγίζω, παραπονιέμαι• μοιάζω της θάλασσας που η αιώνια ουσία της είναι πως κινείται…

Δεύτερη μάνα των ευαίσθητων ανθρώπων είναι εξάλλου η θάλασσα και κάπου εδώ, μ’ αυτό το εισοδικό, θα προσπαθήσω να σας πω κάποιες σκέψεις μου για τον Χρυσόστομο Σταμούλη και τη συνεπή δημιουργική του έκφραση. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Αγία ευαισθησία: Η αγία των αγίων. Συναξάρι μικρό, πόνημα γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου.

PC170020-2 «Μια μέρα, ένα πρωινό επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα. Τελικά, απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι, ήταν αηδόνι. Κι ακούω το αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται× μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα του, φούσκωσε απ’ τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του. Αυτό το πουλάκι το μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ο λάρυγγάς του! Πω, πω, πω! Να’ χα ένα ποτηράκι με νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει! Μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γέρο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που τα δοκίμαζα».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Σταμούλης, Η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα…

xartaetos-cebcceb9ceb5cf841Καθηγητής Θεολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνθέτης, μαέστρος, συγγραφέας… Υπάρχει κάτι άλλο με το οποίο θα θέλατε να ασχοληθείτε και δεν το έχετε κάνει ακόμα;

Καταρχήν θα πρέπει να σας πω, ότι είναι πολύ σημαντικό για οποιονδήποτε άνθρωπο να ασχολείται με πράγματα που επιθυμεί. Προσωπικά μου χαρίστηκε αυτή η μεγάλη ευλογία, μου δόθηκε το δώρο να καταπιάνομαι καθημερινά, σε επίπεδο καθημερινής επιβίωσης,  με τις μεγάλες μου αγάπες, που με συντροφεύουν από παιδί,  τη θεολογία και τη μουσική. Δύο αντικείμενα με αξεπέραστο ενδιαφέρον και συγγένειες καλά κρυμμένες σε όλα εκείνα τα υλικά που συγκροτούν τον εαυτό τους. Όσον αφορά το ερώτημα σας, θα πρέπει να σας πω ότι η ζωή του ανθρώπου είναι υφασμένη με εκείνα τα πουλιά που τα ονομάζουμε όνειρα. Όσο ονειρευόμαστε υπάρχουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Θεόν εσθίομεν εν μυστηρίω». Η αίσθηση του ασκητικού κάλλους κατά τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

NGP-Christopsaro-copyΣυχνά πυκνά, στα όρια της σύγχρονης Ορθοδοξίας, κυριαρχεί η αίσθηση και η εικόνα ενός αυξανόμενου ψυχολογικού πεσιμισμού, που ανακαλύπτει παντού και πάντα ασχήμιες, εχθρούς της πίστεως, έλλειψη θαυματουργίας, απουσία αισθητικής, απουσία ειλικρινούς ευσέβειας, απουσία πραγματικής χριστιανικής ζωής[1]. Έτσι, αναπτύσσονται απόψεις και στάσεις άκρως αναχωρητικές, που θεωρούν ότι η εδώ  ζωή δεν μπορεί παρά να είναι μία παραίσθηση, μία αναπόφευκτη και συνεπώς αναγκαία συνθήκη για να περάσει κανείς απέναντι, στη ζωή μετά το θάνατο. Κατά συνέπεια, λοιπόν, η αγωνία όλων εκείνων που αντιμετωπίζουν έτσι τα πρόσωπα και τα πράγματα προσδιορίζεται στο στένεμα και από το στένεμα της εδώ ζωής και στην αναζήτηση, τη μανιώδη έως και αγχωτική αναζήτηση, απάντησης στο ερώτημα εάν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο.  Άμεσος στόχος τους, σκοπός βιαστικός άσκοπος, όπως λέγει ο ποιητής, η απόδραση τους από την εδώ πραγματικότητα και η κίνησή τους προς το άλλο, το μετά, το ειδωλοποιημένο επέκεινα που γεννά η απουσία του εδώ, η αδυναμία να ανακαλύπτει και να αναγνωρίζει το δημιούργημα τον Δημιουργό παντού και πάντα, είτε στον κεραυνό είτε στη φωτιά είτε στην αύρα τη λεπτή[2]. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ειδωλολατρία της σύγχρονης «πνευματικότητας». Σχόλιο στο Ημερολόγιο του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν

 

389362-π.Αλέξανδρος Σμέμαν«Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου, 1976

Συνέλευση του συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής όπου διαβάστηκαν οι αναφορές των απεσταλμένων στη συνέλευση των Ορθοδόξων θεολόγων που έγινε στην Αθήνα. Και σκεφτόμουν, τι παράδοξη εποχή, πόσα έχουν απλώς εφευρεθεί – η αναγωγή όλων των πραγμάτων της Ορθοδοξίας στους ‘Πατέρες’ και στην ‘Πνευματικότητα’! Τους μετατρέψαμε σ’ ένα είδος καρικατούρας, τους κάναμε είδωλα, πανάκεια, θεραπεία όλων των κακών. Ο θρίαμβος του σεκταριστικού ‘μόνο’ στην εποχή μας! Μόνο οι Πατέρες, μόνο η ‘Φιλοκαλία’, μόνο το τυπικό. Πλήξη, μετριότητα και έλλειψη σοβαρότητας και ταλέντου σ’ όλα αυτά».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 2,256 other followers