Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, ΕΝΑΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΕΧΘΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ: ΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΝΝΟΗΜΕΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

«Φροντίζοντας για την ανθρωπότητα σήμερα, μεριμνούμε για την ανθρωπότητα τού αύριο»

Κάτω από αυτόν τον εκφραστικό τίτλο θα φιλοξενήθηκαν από τις 5 έως τις 9 Οκτωβρίου 2022 στο νησί της Ρόδου, και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο RODOSPALACE, οι εργασίες του 5ου Συνεδρίου του του Οικουμενικού Πατριαρχείουγια την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας.

Πρόγραμμα Συνεδρίου

https://www.orthodoxianewsagency.gr/wp-content/uploads/2022/10/Program__22a.pdf

Προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά την χειροθεσία του κ. Χρυσοστόμου Σταμούλη εις Άρχοντα Διδάσκαλον της Εκκλησίας | Αντιφώνηση του νέου άρχοντος (Θεσσαλονίκη 26/5/2022)

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων,

Χριστός Ἀνέστη! 

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπονέμει εἰς ὑμᾶς σήμερον εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σας, διά τῶν χειρῶν τῆς ἡμῶν Μετριότητος, τό ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἐντάσσομεν, κατ᾽ ἰδίαν ἡμῶν Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν καί προαίρεσιν, εἰς τήν χορείαν τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀνήκετε πλέον εἰς τόν κύκλον τῶν συνεργατῶν μας καί καλεῖσθε νά στηρίζετε τό ἔργον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί νά ἀγωνίζεσθε διά τήν προάσπισιν τῶν δικαίων της.

Καθ᾽ ὅλην τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, οἱ Ἄρχοντες προσέφερον σημαντικάς ὑπηρεσίας πρός αὐτήν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν ἐν τῷ κόσμῳ καί εἰς τήν σχέσιν της μέ τούς θύραθεν θεσμούς. Αὐτήν τήν διακονίαν συνεχίζουν καί σήμερον οἱ ἀνά τήν οἰκουμένην ὀφφικιάλιοι τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν δύο μεγάλα σωματεῖα, τό «Τάγμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις Ἀμερικῆς καί τήν Ἀδελφότητα «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκετε πλέον καί ὑμεῖς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θά ἀναδειχθῆτε ἄξιος τῆς κλήσεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Πατριάρχου σας.

Ἤδη ἔχετε προσφέρει πολλά εἰς τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν. Ἐδιδάξατε καί ἐδώκατε διαλέξεις εἰς πολλά ὀνομαστά πανεπιστήμια, εἶσθε συγγραφεύς ἀξιολόγων βιβλίων, ἀρθρώνετε μεστόν θεολογικόν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἀναζωογονεῖ. Ἔχετε ἀξιόλογον παρουσίαν εἰς τά πολιτιστικά δρώμενα καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς μουσικῆς. Συνειργάσθητε μέ σπουδαίους συνθέτας καί ἑρμηνευτάς̇ ἡ Χορωδία καί Ὀρχήστρα Νέων Θεσσαλονίκης Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἰδικόν σας δημιούργημα.

Εὐφυής, δυναμικός καί δημιουργικός, μέ ὑγιές αἰσθητήριον διά τά αὐθεντικά στοιχεῖα τῆς Παραδόσεώς μας, διατυπώνετε τό σωτηριῶδες μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν διαλόγῳ μέ τούς ἐκπροσώπους συγχρόνων τάσεων, μέ ἰσχυράν ἀπήχησιν. Ἡ παρουσία καί ἡ μαρτυρία θεολόγων, ὡς ἡ ὑμετέρα Ἐντιμολογιότης, ἀποτελεῖ ἀνάχωμα εἰς τήν ἀλλοτριωτικήν ταύτισιν τῆς Ὀρθοδοξίας μέ συντηρητισμόν καί κλειστήν πνευματικότητα. Ὅπως ἔχει λεχθῇ, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία». Καί ἡ θεολογία πρέπει νά μᾶς καθιστᾷ μετόχους καί κοινωνούς φωτός, κάλλους, ἀληθείας, ἐλπιδοφόρων ὁραμάτων.

Ἀναδεικνύετε, Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων, τήν «φιλοκαλική» ἤ «φιλόκαλη Αἰσθητική» τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τήν γραφῖδα, τόν λόγον καί τήν μουσικήν σας, ἀποκαλύπτετε τό θεολογικόν βάθος, τό ἄρρητον κάλλος καί τήν ἐξανθρωπιστικήν δύναμιν καί ἐμβέλειαν τῆς προτάσεως ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ θεολογική γλῶσσα, ὡς λόγος καί ὡς τέχνη, ὡς ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίησις, μελωδία, πρέπει νά «σημαίνῃ» τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἐφανέρωσεν ἡ σάρκωσις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως γράφετε, «ὁ Θεός σαρκούμενος προσέλαβε τό ξένο, τό ἄλλο, τό ἐντελῶς διαφορετικό.» Μέ τήν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ εἰσβάλλει εἰς τήν ἱστορίαν ἡ «σαρκωμένη ἀγάπη», γίνεται «σῶμα οἰκουμενικό, ὑπόσταση ὅλων τῶν ἀνυπόστατων, ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνύπαρκτων, παρουσία ὅλων τῶν ἀπόντων, καταφυγή ὅλων τῶν κατατρεγμένων» (Ὧσπερ ξένος καί ἀλήτης, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010, σ. 22 καί 29). Προβάλλετε τόν «πολιτισμόν τῆς σάρκωσης», τήν «ἔξοδον» τῆς Ἐκκλησίας «πρός τόν ἄλλον, τό ἄλλο, τό διαφορετικό», ἔξοδον «στήν κοινωνία, στόν πολιτισμό, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπέκταση τοῦ σώματος, ὁ ὁλοκληρωτικός ἀνακαινισμός του», ὑμνεῖτε τήν Ἐκκλησίαν, τήν «βουτηγμένη στήν ἀγάπη τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης».(Φάγαμε ἧττα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2021, σ. 21 καί 20). Είναι δικά σας λόγια.

Δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς πολιτισμικήν σάρκα. Οἱ πολιτι-σμοί, μεταβαλλόμενοι εἰς σάρκα τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, μετα-μορφώνονται, ὠφελοῦνται μεγάλως, ἀναδεικνύεται τό ἀνθρω-πιστικόν των περιεχόμενον. Εἰς τήν συνάντησιν αὐτήν, τά πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τό «πῶς», ἀπό τόν τρόπον τῆς συζεύξεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ συνάντησις αὐτή ζωογονεῖται ἀπό τήν βιουμένην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔντασιν μεταξύ τοῦ «ἤδη» τῆς ἐλθούσης χάριτος καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς προσδοκωμένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, συγχαίροντες ὑμῖν διά τό ὑψηλόν ὀφφίκιον, καταστέφομεν τήν ὑμετέραν Ἐντιμολογιότητα καί τούς οἰκογενεῖς καί τούς συναδέλφους και συνεργάτας σας διά τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν εὐλογίας, εὐχόμενοι δέ εὔκαρπον συνέχισιν τῆς προσφορᾶς σας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν, πλέον ὡς Ἄρχων Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾽ ὑμᾶς τήν χάριν καί τόν φωτισμόν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης.

Ἄξιος!  

Παναγιώτατε, Χριστός Ανέστη!

«Το Φανάριον»,  καθώς ετόνιζε ο μακαριστός γέρων  Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, κυρός Μελίτων, «είναι τι πλέον της καθεστηκυίας εν τη Πόλει ταύτη Κεφαλής της Ορθοδοξίας. Είναι μια έννοια. Συμβολίζει την ικανότητα της ζωής να υπερβαίνη τον χαλασμόν, την δυνατότητα της επιβιώσεως εν τη συνυπάρξει. Το Φανάριον είναι η τέχνη του να εξάγη τις εκ των χειρίστων δεδομένων το άριστον δυνατόν. Το Φανάριον είναι φορεύς υψίστων αξιών. Είναι υπομονή. Είναι σιωπή. Είναι ευγένεια. Η ευγένεια των παλαιών. Όχι ναρκισισμός και στατικότης. Φύλαξ του θησαυρού της αμωμήτου ημών πίστεως και της ιεράς παραδόσεως της Ανατολής, επενδεδυμένης τας άλλας παραδόσεις του γένους, όμως φύλαξ ενεργός και δυναμικός. Είναι η πύλη της Ανατολής ανεωγμένη προς την Δύσιν. Είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της Δύσεως. Ερμηνευτής των μεγάλων στροφών του βίου του κόσμου. Το Φανάριον είναι μια Σχολή»[1].

Και εσείς, Παναγιώτατε, ο Πατριάρχης του Γένους, ο ευαγγελιστής της Αναστάσεως, που φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, την θλίψη, τον πόνο, την αδικία, την ανισότητα, τη βία,  τη φθορά και τον θάνατο. Η πορεία σας, τριάντα και ένα χρόνια τώρα, πορεία συνεχούς αναβάσεως «εις τον Κρανίου τόπον»[2], αναδεικνύει το επείγον του αγώνος, της προσευχής και της θυσίας. Μαζί και εξαιρέτως, το επείγον της κραταιάς σαν τον θάνατο αγάπης. Ο «εμός έρως εσταύρωται»[3], γράφει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αποκαλύπτει τις διαστάσεις ενός τρόπου   που κρατάει τον νου του στον Άδη και δεν σταματάει να ελπίζει[4]. Ενός τρόπου, που σώζεται από  τη μεταμορφωτική δύναμη του ακτίστου φωτός, της κοινής ενέργειας των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η οποία καλλιτεχνεί την ενότητα «επί το αυτό εν αμερίστω καρδία». Ενός τρόπου, που αντιστέκεται στις κακοτεχνίες του «άρχοντος του αιώνος τούτου»[5], που παλεύει με νύχια και με δόντια να στήσει τη σημαία  της διαίρεσης στην καρδιά της Εκκλησίας, στην καρδιά του κόσμου ολάκερου.

Παναγιώτατε, ζούμε εντός ενός κόσμου ο οποίος κινδυνεύει από την ασθένεια της συγχύσεως κριτηρίων και απαρχών. Κινδυνεύει τον ολικό αποπροσανατολισμό, την απώλεια του κέντρου, την απώλεια της ευχαριστιακής θεώρησης της ζωής, της χαράς και της γιορτής,  «ο εστιν αγάπη άφθαρτος»[6].  Ύπουλα και αργά έχει εισέλθει στο σώμα μια «επιζήμιος ευλάβεια»[7]. Η παρουσία σας και η θαρραλέα δράση σας, που αρνούνται μετά μανίας την «ασφαλή» και εύκολη ακινησία, επιτρέπουν τη συνέχιση του μυστηρίου της   οικοδόμησης του οίκου, αλλά και των προστατευτικών  τειχών της αγάπης, που αφήνουν εκτός τις τυφλές αυτοερωτικές δυνάμεις του φονταμενταλισμού, του εθνοφυλετισμού και της οποιασδήποτε διαίρεσης. Η ενότητα, έτσι όπως εκφράστηκε στην ιστορική Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο Κολυμπάρι της Κρήτης, συνεχίζει να γεωργεί  με τα δάκρυά της την άνυδρη έρημο. Συνεχίζει τον ευαγγελισμό του πολιτισμού της σάρκωσης[8], ήτοι τον ευαγγελισμό της Ανάστασης. Τον πολιτισμό του δώρου και εξάπαντος όχι του αποκλειστικού δικαιώματος.

Ένα τέτοιο δώρο μου δίδεται σήμερα.  Περί αυτού πρόκειται. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, διά του Πατριάρχου του, με τιμά για το θεολογικό μου έργο και τη συνολική  μου παρουσία, αλλά όλα αυτά συμποσούμενα  δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα. Η ένταξή μου στη Μεγάλη των Αρχόντων Σχολή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, είναι αποτέλεσμα μιας δοξολογικής ευρυχωρίας, που δίκην δωρεάς ανοίγει στην Οικουμένη, «εν στενωποίς και εν αγοραίς»[9], «τας θύρας της σωτηρίας»[10]. Είναι αποτέλεσμα μιας καρδιάς πλατείας η οποία κινείται από την αγάπη του πατέρα[11]. Μιας καρδιάς που ξέρει να ξαφνιάζει και να εκπλήττει[12]. Μιας καρδιάς κενωτικής, η οποία επαναλαμβάνει το Παύλειον, «Ζω γαρ ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί […]  Χριστός. Άρα εκείνου καρδία ην η [..] καρδία, και του Πνεύματος του αγίου πλαξ, και βιβλίον της χάριτος»[13].

Παναγιώτατε, από τα βάθη της καρδιάς μου, σας ευχαριστώ


[1] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ.κ. Μελίτωνος, Ομιλία επί τη Θρονική Εορτή (30-11-1970).

[2] «Εκλογή και ενθρόνιση τού από Χαλκηδόνος νέου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου τού Α΄»,  Ενημέρωσις. Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητας, Ζ-1991/11, σ. 2-5.

[3] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις  P.Th.Camelot, Sources Chrétiennes 10, εκδ. Lés  editions du Cerf, Paris 1969, σ. 116. Πρβλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 4, 12, PG 3, 709B.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ό άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 572.

[5] Ιγνατίου Θεοφόρου, Φιλαδελφεύσιν 6,2,LettresMartyre de Polycarpe, Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 124.

[6] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 116.

[7] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία ή υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 4, PG 73, 584D-585Α.

[8] Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Β´ Κορ. 20, PG 61, 539-40.

[10] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ. 7, PG 60, 446.

[11] Β΄Κορ. 6,11.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.19, PG 60, 593. Πρβλ. του ιδίου, Εις Ψαλμ., PG 55, 485.

[13] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.32, PG 60, 679-680.

Θεολογική Σχολή ΑΠΘ

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις».

Το πρόβλημα της θέσης, που η κτίση κατέχει στην ορθόδοξη θεολογία δεν έληξε με την αντιμετώπιση της ειδωλολατρίας των Ελλήνων ούτε βέβαια με τη ριζική διαφοροποίηση από τη θεολογία των γνωστικών. Έτσι, η συζήτηση της σχέσης του κόσμου με τον άνθρωπο και τον Θεό κρατάει καλά μέχρι τώρα. Βέβαια, θα λέγαμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, στο χώρο του Χριστιανισμού,  δεν είναι η ειδωλοποίηση της κτίσης, ο νατουραλισμός ο οποίος δεν είναι εντελώς απών,  αλλά κυρίως και κατεξοχήν η απαξίωσή της, η περιθωριοποίησή της, η αφαίρεση του νοήματός της, που προκύπτει από το φόβο της ειδωλοποίησής της. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος Χριστιανισμός φοβούμενος τη λατρεία της κτίσης «παρά τον κτίσαντα»,[2] φαίνεται να αρνείται στη φύση το αυτονόητο της πλάσης της, αρνείται,  δηλαδή, την παραπεμπτικότητά της, τη δυνατότητά της να «αποδεικνύει» το δημιουργό Θεό. Έτσι, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Ματσούκας, για κάποιους οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ενώ για άλλους δεν διηγούνται τίποτα.[3] Ουσιαστικά ο άνθρωπος που αδυνατεί να αναγνώσει τον Θεό στο αλφαβητάρι της κτίσης δεν είναι άλλος από τον «αναίσθητο» άνθρωπο, που περιγράψαμε στις προηγούμενες παραγράφους. Είναι, δηλαδή, ο άνθρωπος των κολοβωμένων αισθητηρίων και οπωσδήποτε όχι ο άνθρωπος της ευαισθησίας, ο άνθρωπος των ασκημένων αισθητηρίων. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παρουσιάζεται το φαινόμενο ο άνθρωπος να βλέπει, αλλά για λόγους συνέπειας σε απρόσωπες επιταγές και κανόνες, που ντύνονται τον μανδύα της ορθοδοξίας, να πολεμά αυτό που βλέπει, να αρνείται την αποκάλυψη της αλήθειας, να μάχεται τη φύση στοχεύοντας το υπέρ φύσιν. Μια τέτοια φύση, όμως, κενή νοήματος και λόγου υπάρξεως δεν προκαλεί κανέναν σεβασμό και καμιά ευλάβεια. Τα πάντα χάνονται μέσα στην ανθρωπολογική αποκλειστικότητα.

Δεν θα ήταν υπερβολικό, νομίζω, να σημειώσω ότι τέτοιες ερμηνείες και πρακτικές, αν δεν γεννήθηκαν μέσα στο χώρο της λεγόμενης «θεολογίας του προσώπου», εξάπαντος βρήκαν την ενθάρρυνσή τους σε αυτήν. Και τούτο δεν είναι διόλου παράξενο, αν αναλογισθεί κανείς ότι τούτη η θεολογία που μοιάζει να είναι μια θεολογία αφαιρετική σε επίπεδο ανθρωπολογικό, δεν θα μπορούσε να είναι μια θεολογία ολιστική σε επίπεδο κτισιολογικό. Εάν, δηλαδή, η φύση του ανθρώπου ταυτιζόμενη με την ανάγκη αποτελεί τροχοπέδη στην πορεία προς τη σωτηρία του, γιατί να μην αποτελεί πρόβλημα η υποδεέστερη οντολογικά άλογη κτίση η οποία πάει όπου ο άνθρωπος την πάει, και δεν εννοώ βέβαια ούτε τη δημιουργική της κατάσταση ούτε τις φυσικές της εξελίξεις, που προκύπτουν από μια τέτοια κατάσταση και για τις οποίες η συζήτηση είναι ακόμη ανοιχτή τόσο στο θεολογικό όσο και στο ευρύτερο επιστημονικό επίπεδο,[4] αλλά κυρίως και κατεξοχήν τις ανθρωπολογικές επεμβάσεις πάνω σε αυτήν.

Βέβαια, οι επιδράσεις μιας θεολογίας «α-φυσικής» δεν είναι το ίδιο εμφανείς στο χώρο της κτισιολογίας όσο στο χώρο της ανθρωπολογίας ή της θεολογίας. Εντούτοις, αν παρατηρήσει κανείς με προσοχή, θα ανακαλύψει και εδώ, σε μικρότερο, όμως, βαθμό, τα σημάδια της απόκλισης από τον πατερικό θεολογικό ολισμό. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε την προσπάθεια αντιστοίχησης του σχήματος φύση-πρόσωπο, στο σχήμα φυσικός συμβολισμός-τυπολογία. Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέση του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος φαίνεται να αρνείται στο λειτουργικό σύμβολο τις φυσικές του ιδιότητες: «κανένας συμβολισμός δεν μπορεί να είναι βασισμένος σε φυσικές ιδιότητες»[5] σημειώνει,  καθώς υποστηρίζει ότι οι συμβολισμοί στη Λατρεία πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία αρνούνται την υπαγωγή της προσωπικής ελευθερίας στη φυσική ανάγκη, κάτι που κατά τον σεβασμιώτατο συμβαίνει στο χώρο του παγανισμού. Έτσι, πέρα από το γεγονός ότι ιστορικά μια τέτοια θέση δεν μοιάζει καθόλου να δικαιώνεται, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Χρήστος Χριστοφορίδης σχολιάζοντας τις θέσεις του σεβασμιωτάτου, κινδυνεύουμε και πάλι τον κίνδυνο της απογύμνωσης  των πραγμάτων από την αλήθειά τους.[6]

Ακόμη περισσότερο, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η εύκολη εκχώρηση ενός συμβολισμού, που στηρίζεται στις φυσικές ιδιότητες των δημιουργημάτων στον παγανισμό δεν είναι θέμα που πρέπει να περάσει ασχολίαστο και απαρατήρητο. Όπως πολύ σωστά σημειώνει η Ελίζαμπεθ Θεοκρίτοφ, σε μελέτη απάντησή της στον σεβασμιώτατο, οι σχέσεις «ανάμεσα στις φυσικές ιδιότητες και τον λειτουργικό συμβολισμό είναι μάλλον συνθετότερες απ’ ό,τι θα μας οδηγούσε να νομίσουμε το άρθρο του Μητρ. Περγάμου».[7] Είναι αλήθεια  ότι ο φυσικός συμβολισμός δεν είναι πάντα πρωταρχικός, τούτο όμως καθόλου δεν οδηγεί στην απόρριψή του, στην άρνησή του. Εάν όντως ο φυσικός συμβολισμός πρέπει να θεωρηθεί ανεπιθύμητος στα όρια της ορθοδοξίας, εφόσον κατά τον σεβασμιώτατο «στη Βιβλική πίστη η φύση δεν διαθέτει από μόνη της καμμιά δυνατότητα ή ιδιότητα γεφυρώσεως του χάσματος»[8] μεταξύ Θεού και δημιουργίας, τότε προκύπτει επιτακτικό το ερώτημα, γιατί ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο; Μήπως ο κόσμος στον οποίο πολλές φορές αναφερόμαστε δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο του Θεού, αλλά αποτελεί ένα σχολαστικό κατασκεύασμα που στ’ αλήθεια δεν υπάρχει; Μήπως η Εκκλησία «είναι ένα προνομιακό νησί μέσα σε έναν κόσμο του οποίου η ‘φυσική’ αναφορά είναι σε κάτι άλλο παρά στον αληθινό δημιουργό του…»;[9] Διότι αν ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού και όχι ένα ατύχημα (accident) τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτόνομη και ανεξάρτητη λειτουργία της κτίσεως. Δεν μπορεί, δηλαδή, η κτίση να λειτουργεί «από μόνη της», παρά μόνο μέσα από τη δημιουργική της σχέση. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο, για να παραπέμπει τον άνθρωπο στον Δημιουργό του. Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι έχει μέσα του μια κάποια αλήθεια, αυτή που ο ίδιος ο Θεός του έδωσε, και η οποία κρύβεται, χάνεται, όταν ο άνθρωπος αποτυγχάνει να σχετιστεί με τον Δημιουργό δια του κόσμου.[10]

Με άλλα και απλούστερα λόγια, ο κόσμος δεν σχετίζεται με τον παγανισμό αυτόματα και μαγικά, αλλά μέσα από τον άνθρωπο. Πρόκειται κατά βάση για παγανιστική ή μη παγανιστική χρήση του ενός και μόνου και εξάπαντος όχι παγανιστικού κόσμου. Ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα του παγανισμού, αλλά του Θεού. Και μάλιστα «λίαν καλό». Αντίθετα, ο παγανισμός δεν είναι δημιούργημα του Θεού, παρά μόνον του ανθρώπου, του ανθρώπου των κολοβωμένων αισθητηρίων, του ελλειμματικού ως προς την φύση του ανθρώπου, που αδυνατεί να δει τα μεγαλεία του Θεού και συνεπώς τον ίδιο τον Θεό. «Όλα πρέπει να’ χουν κάποια αναμφισβήτητη ομορφιά, που δεν μ’ αφήνει η διάθεσή μου να εκτιμήσω» σημειώνει ο Πεντζίκης. [11] Δίχως άλλο, λοιπόν, η αστοχία του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο αποτελεί αστοχία απέναντι στο Θεό, απέναντι στην ίδια την κλήση της δημιουργίας του. Ο άνθρωπος αδυνατεί να σχετίσει την κτίση με τον Δημιουργό και χάνει τη δυνατότητα να σχετισθεί και αυτός με Αυτόν.

Τούτη η αλήθεια έχει μάλλον παραθεωρηθεί. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε το πώς, τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο ο Θεός «καθιστά τις φυσικές ιδιότητες των δημιουργημάτων του δηλωτικές του σκοπού του»,[12] σπεύδουμε να κολοβώσουμε αυτές τις ιδιότητες επειδή είναι φυσικές και τάχα αντιμαχόμενες το πρόσωπο, καταλήγοντας στ’ αλήθεια στην πλήρη κατάργηση της φυσικής πραγματικότητας. Διότι αν αφαιρέσει κανείς από το φυσικό σύμβολο τη φύση του,  δεν κάνει τίποτα περισσότερο ή λιγότερο παρά να το ακυρώνει. Τί θα ήταν, δηλαδή, ένας ήλιος ο οποίος δεν θα μπορούσε να φωτίζει και να ζεσταίνει τον κόσμο; Εξάπαντος όχι ήλιος. Τί θα ήταν το θυμίαμα χωρίς το άρωμά του, δια του οποίου αγιάζεται ο χώρος και η όσφρηση;[13] Οπωσδήποτε όχι θυμίαμα. Έτσι, το ερώτημα που γεννιέται αμείλικτο είναι και εδώ το ίδιο με αυτό που γεννήθηκε στην προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος για τον άνθρωπο. Τελικά, ο καινός κόσμος θα είναι ένας άλλος κόσμος, ένας κόσμος μείον τη φύση του ή ο δημιουργημένος κόσμος με τη φύση του μεταμορφωμένος από τη χάρη του Θεού, που τον δημιούργησε;

Την απάντηση ξεκάθαρη και λαμπερή δίνουν τα βιβλικά και πατερικά κείμενα, πολύ δε περισσότερο η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η Εκκλησία μιλάει για αγιασμό των υδάτων, των καρπών της γης, κάθε υλικού στοιχείου, ακόμη και των καραβιών, που βρίσκονται μέσα στο νερό, και όχι μόνον του ανθρώπου;[14] Ανήμερα των Φώτων φωτίζεται ο κόσμος ολάκερος, η κτίση όλη πανηγυρίζει και ευφραίνεται τη φανέρωση του Θεού των όλων και Κύριου.[15] Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει ότι «ο Χριστός βαπτισθείς όχι μόνον ηγίασε τον Ιορδάνην ποταμόν, αλλά και όλην την φύσιν των υδάτων»[16] και παραπέμπει για του λόγου το αληθές στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος αναφερόμενος στο μεγάλο γεγονός σημειώνει: «Αύτη εστίν η ημέρα, καθ’ ην ο Χριστός εβαπτίσατο και την των υδάτων ηγίασε φύσιν. Δια τοι τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην πάντες υδρεύονται και οίκαδε τα νάματα αποτίθενται και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν, άτε δη σήμερον αγιασθέντων των υδάτων. Και το σημείον γίνεται εναργές, ου διαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μήκει του χρόνου, αλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον και δύο και τρία πολλάκις έτη του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος και μετά τοσούτον χρόνον τοις άρτι των πηγών εξαρπασθείσιν ύδασιν αμιλλωμένου».[17] Ο λόγος, επομένως, της Εκκλησίας δεν γίνεται για μείωση της φύσεως μέσα από την αφαίρεση-αφαίμαξη των φυσικών της ιδιοτήτων, αλλά για αγιασμό της, δηλαδή  εξομάλυνση της ανωμαλίας της,  που την προστατεύει από τη διαφθορά και της χαρίζει εδώ και τώρα, εντός του λειτουργικού χωροχρόνου –σήμερον-, την εσχατολογική της ακεραιότητα.[18] 

Προς επίρρωση των παραπάνω, αρκεί η υπόμνηση άκρως αγαπητών ακολουθιών και Ευχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που συμπεριλαμβάνονται στο Ευχολόγιον[19]  και στο Αγιασματάριον,[20] πέρα από την ακολουθία του μεγάλου αγιασμού, και τελούνται με σκοπό τον αγιασμό των οικιών, των σκευών και των  αγρών των πιστών, αλλά και  κάθε υλικής πραγματικότητας, που δημιούργησε ο Θεός.[21]

Το μέγεθος, το ρίζωμα που είχε αυτή η λειτουργική πρακτική στη συνείδηση των μελών του εκκλησιαστικού σώματος μπορεί να φανερώσει η θύμηση των τεκταινομένων στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Φώτα-ολόφωτα, όπου ο Κωνσταντής Πλαντάρης, νεόγαμος με την ετοιμόγεννη Μαχώ Πλαντάρη, κινδύνεψε να πνιγεί, όταν βρέθηκε με τη βάρκα του, λίγες ημέρες πριν από τα Φώτα, «ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψη πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμη, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίη εκατόν καράβια και να μη χορτάση». Την αιτία γι’ αυτά τα πάθια του Πλαντάρη ο Παπαδιαμάντης αποδίδει δια στόματος Πλανταρούς, της μητέρας του Κωνσταντή, στη βιασύνη του γιου της να ρίξει τη βάρκα του στη θάλασσα πριν φτάσουν τα Φώτα και πέσει ο Σταυρός στο γιαλό, πριν τον αγιασμό, δηλαδή, των υδάτων. Τούτη την εικόνα διαζωγραφεί με εξαιρετική φιλοκαλία, με μοναδική μαστοριά ο σκιαθίτης: «Η Πλανταρού» σημειώνει  «ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της, δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τί ήθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, να κάμη ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τί του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε ο απόκοτος δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, ν’ αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθη, γιατί δεν την άκουσε».[22]

  Εάν, λοιπόν,  ο φυσικός κόσμος δεν έχει καμία σημασία, πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει αυτές τις πρακτικές; Μήπως και η Εκκλησία σύρεται στον παγανισμό; Ξεκάθαρα όχι.[23] Η δικλείδα για την αποφυγή τέτοιων απροϋπόθετων ταυτίσεων και συνδέσεων βρίσκεται στην κατανόηση του γεγονότος ότι ο παγανισμός αποτελεί κίνηση εξόδου προς τα πράγματα και τελικού εγκλωβισμού του σε αυτά. Δηλαδή, η αρχή και το τέλος του παγανισμού είναι τα πράγματα. Αντίθετα, ο ορθόδοξος λειτουργικός ρεαλισμός στηρίζεται στο σεβασμό που γεννούν τα πράγματα μέσα από την παραπεμπτικότητά τους.[24] Τα πράγματα κραυγάζουν την παρουσία του Θεού, δείχνουν τον Θεό,[25] ο οποίος στην ορθόδοξη παράδοση, σε αντίθεση με τη φιλοσοφική σκέψη των Ελλήνων, δεν είναι απλά το συμπέρασμα της κτίσεως, του κόσμου, αλλά η προϋπόθεση που επιβάλλει το συμπέρασμα.[26]

Κοντολογίς, ο ορθόδοξος λειτουργικός ρεαλισμός, όπως κορυφώνεται στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, εξάπαντος ασκητικο-ευχαριστιακός, αποτελεί πράξη συνεχούς επιστροφής στο Θεό μέσω των πραγμάτων και με τα πράγματα. Η Εκκλησία δεν εύχεται μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών».[27] Ο άνθρωπος δεν επιστρέφει στον Δημιουργό γυμνός και μόνος, αλλά κουβαλά μαζί του όλη τη δημιουργία η οποία εξαρχής του χαρίστηκε από τον Θεό. Τα πράγματα αληθεύουν, όταν αληθεύει ο άνθρωπος. Δίχως τον άνθρωπο τα πράγματα δεν έχουν νόημα, δεν έχουν ύπαρξη, δεν έχουν πρόσωπο. Και ο άνθρωπος, όμως, μόνο μέσα στα πράγματα αληθεύει, μόνο μέσα στον κόσμο του Θεού.[28] Η αγαθοτοπία δεν είναι μόνον ο τόπος των ανθρώπων, αλλά και των πραγμάτων.

«Τάχουμε όλα και μας έχουν» σημειώνει στο θαυμάσιο ποίημα του De rerum natura, ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, και συνεχίζει: «Ένας αγέρας μας ξεσηκώνει/Μαζί με τα πράγματα και τα βουνά/…Τίποτα δεν αφήνω να πέσει καταγίς και να χαθεί/Φιλί με φιλί και ψίχουλο με ψίχουλο/Χέρι με χέρι, θα τα μαζέψω όλα/Ξανά μες στην αγάπη μου, να σώσω την ψυχή μου/…Ακούω τον ήχο μου, βλέπω/Τον εαυτό μου: είμαι ένα πράγμα/Και γίνομαι, όλο γίνομαι,/Αναφαίνομαι, χάνομαι,/Ώσπου να πάρω τέλος, ν’ αποκτήσω/Την ύπαρξή μου, όπως μια πέτρα ή ένα φυτό./Ώσπου να πάρω το τέλειο σχήμα μου/…Ως τη στερνή, την τέλεια μεταμόρφωση».[29] Και λίγο παρακάτω, κορυφώνοντας την τραγικότητα της σχέσης, ανατρέχει στη δημιουργική αρχή των πάντων που ξεπερνά τον άνθρωπο, ξεπερνά και τα πράγματα και αναφωνεί: «Ποιο χέρι τα κινεί και τα σωριάζει,/Τα χτίζει και τα γκρεμίζει./Ποιος μας σωριάζει μές στο χρόνο».[30] Ερώτημα εναγώνιο, επιτακτικό που ψάχνει απεγνωσμένα απάντηση. Ο ποιητής –και ας τον χαρακτήρισαν κάποιοι που δεν διάβασαν πιθανά ποτέ τους τα βιβλικά κείμενα και τους πατέρες της Εκκλησίας  μεμιάς πλατωνιστή- μοιάζει εδώ, σε τούτη την τραγική αίσθηση της πραγματικότητας, να γεννιέται μέσα από τα ασκητικά κείμενα της Εκκλησίας.[31] Η αίσθησή του, αίσθηση απόλυτα ολιστική, συνδέει αυτά που πολλοί αδυνατούν να συνδέσουν. Η ελπίδα των πραγμάτων, ο τόπος τους, το πρόσωπό τους, ο θάνατός τους, η έσχατη κρίση τους, η παρουσία και η εξαφάνισή τους, είναι ο άνθρωπος. «Από μας παίρνουν, απ’ τα χέρια μας,/Το καθαρό τους σχήμα και μας μοιάζουν» σημειώνει «Θρηνούν, όταν θρηνούμε – έναν θρήνο άφωνο./Αντανακλούν τη λάμψη μας μέσα στη νύχτα./Όταν πεθαίνουμε, μένουν ακίνητα,/Χτυπημένα από μια τέλεια σιωπή,/Ανάμεσα φώτα, στέφανα και μουσική». Και καταλήγει, φανερώνοντας την πλήρη σύνδεση: «Έχουμε τον ίδιο ύπνο, τον ίδιο δρόμο, το ίδιο αργό μέλλον».[32] Και αν η ελπίδα του κόσμου είναι ο άνθρωπος, η ελπίδα του ανθρώπου είναι ο Θεός. «Κι’ εγώ τι θάμαι τάχα, ποιο χέρι/Θα μ’ έχει συλλέξει, ποιο βλέμμα/Θα μ’ έχει κοιτάξει, για να υπάρχω», ρωτά ο ποιητής και απαντά ο ίδιος, με κείνο το συγκλονιστικό: «Κ’ εγώ κάπου θάμαι, κάπου θα σωθώ»[33] δείχνοντας την αγαθοτοπία στην οποία χωρούν τα πάντα.

Βέβαια, τούτη η απόλυτη σύνδεση δεν καταλήγει σε πλήρη ταύτιση ανθρώπου και πραγμάτων. Ο Θέμελης το γνωρίζει καλά αυτό και προκρίνει τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού πλασμένο άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που τον θεωρεί  αίτιο όχι μόνο για την αλήθεια της υπάρξεως των πραγμάτων, αλλά ακόμη περισσότερο για την ύπαρξη του Θεού στον κόσμο. Σκανδαλωδώς προκλητική η θέση του Θέμελη λογώνεται, αν θυμηθεί κανείς Γρηγόριο Παλαμά και την άκρως δυναμική θέση του σύμφωνα με την οποία το ανενέργητο είναι και ανύπαρκτο, όχι κατ’ ανάγκην  οντολογικά, αλλά εξάπαντος γνωσιολογικά. Έτσι, ο «ουμανισμός» του Θέμελη δεν είναι παρά Θεοκεντρισμός, ίσως ο μόνος αληθής Θεοκεντρισμός. Γράφει, λοιπόν: «Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα η γη,/Ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη./Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο ουρανός./Σχήματα χωρίς φως και δίχως μια φωνή/Να τα ονομάσει, δίχως αιωνιότητα./Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θάταν,/Πράγμα χωρίς όνομα και δίχως λάμψη./Τι σάρκα θάπαιρνε για να φανεί/Χωρίς σάρκα πάνω στη γη, τι πρόσωπο/Χωρίς το ανθρώπινο πρόσωπο,/Χωρίς το ανθρώπινο ένδυμα και σχήμα./Τι ράπισμα κ’ αίμα, ποιο μαρτύριο/Χωρίς το ανθρώπινο μαρτύριο:‘Ίδε ο άνθρωπος, ίδε ο Θεός’./Χωρίς τον ανθρώπινο θάνατο, χωρίς/Ταφή και θρήνο-δίχως ανάσταση./Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο θάνατος».[34]


[1] Ιδιόμελον του Μεγάλου Αγιασμού.

[2] Ρωμ. 1,25.

[3] Ν. Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, σ. 53.

[4] Εντυπωσιακή απόδειξη άρσης της οποιασδήποτε ερμηνευτικής «νομιμότητας» της πτώσης, και συνεπώς όλων όσων ακολουθούν μια τέτοια «νομιμότητα», συνιστά η  θεώρηση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού που αναφέρεται στο «άστατον» τόσο της ανθρώπινης φύσης όσο και της κτίσης ολάκερης. Γράφει σχετικά, ο Ομολογητής άγιος: «Επειδή τω της αφθαρσίας τε και αθανασίας κάλλει παρά Θεού κατηγλαϊσμένος ο άνθρωπος γέγονε, το δε της περί αυτόν υλικής φύσεως αίσχος του νοερού κάλλους προτιμήσας λήθην του κατά ψυχήν εκπρεπούς αξιώματος, μάλλον δε Θεού του και την ψυχήν θεοειδώς καλλωπίσαντος πάμπαν επεποίητο, της γνώμης άξιον κατά θείαν ψήφον την σοφώς την ημών σωτηρίαν οικονομούσαν εδρέψατο καρπόν, ου μόνον του σώματος την φθοράν και τον θάνατον, και την προς παν πάθος ευέμπτωτον κίνησίν τε και επιτηδειότητα, αλλά και της εκτός και περί αυτόν υλικής ουσίας το άστατον και ανώμαλον, και προς το αλλοιούσθαι εύφορόν τε και ευχερές, είτε τότε αυτήν του Θεού δια την παράβασιν τω ημετέρω σώματι συμμετακεράσαντος, και την προς το αλλοιούσθαι και αυτή, ώσπερ τω σώματι, την προς το πάσχειν τε και φθείρεσθαι και όλως λύεσθαι× ως δηλοί η των νεκρών σωμάτων περιβολή, ενθεμένου δύναμιν κατά το γεγραμμένον, ότι Και αυτή η κτίσις υπετάγη τη φθορά ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα επ’ ελπίδι, ει τε εξ αρχής κατά πρόγνωσιν ούτως αυτήν δημιουργήσαντος δια την προοραθείσαν παράβασιν× ώστε τω πάσχειν και κακούσθαι δι’ αυτής, εις συναίσθησιν εαυτού και του οικείου αξιώματος ελθείν, και ασπασίως καταδέξασθαι την προς το σώμα και αυτήν αποδιάθεσιν», Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1104AB. Πολύτιμες παρατηρήσεις για ένα τόσο σπουδαίο θέμα, που εξάπαντος δεν μπορεί να εξαντληθεί στα όρια μιας υποσημείωσης, βλ. στα παρακάτω έργα, Α. Β.  Βλέτση, Το προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία Μαξίμου του Ομολογητού, σ. 282-298× π. Α. Μέσκος, Ο πλανήτης της θεολογίας, εκδ. Ι. Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σοχός 2002, σ. 85εξ. Για τις κοσμολογικές απόψεις της σύγχρονης επιστήμης που τείνει να συμπεριλάβει την έννοια του χάους που συνδέεται με την έννοια της δυναμικής αστάθειας στους νόμους της φύσης, αλλά και για θέματα που αφορούν την αιτιότητα και το χρόνο, καθώς και το τέλος της βεβαιότητας, μπορεί κανείς να ανατρέξει ενδεικτικά στα βιβλία του σπουδαίου Ρώσου επιστήμονα, βραβευμένου με το βραβείο Νόμπελ Χημείας (1977), Ilya Prigogine, Το τέλος της βεβαιότητας. Χρόνος, Χάος και οι νόμοι της φύσης, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1997 και Οι νόμοι του χάους, μετάφραση Π. Α. Χριστοδούλου, επιστημονική επιμέλεια Ι. Ε. Αντωνίου, εκδ. Π. Τραυλός, Αθήνα 2003. Στο δεύτερο  η κοσμολογία περιγράφεται ως «μια όμορφη ιστορία που οδηγεί στην ιστορία της ύλης, μετά στην ιστορία της ζωής και μετά στην ιστορία του ανθρώπου», σ. 104. 

[5] Ι. Ζηζιούλας, Μητρ. Περγάμου, Συμβολισμός και Ρεαλισμός στην Ορθόδοξη Λατρεία (ιδιαίτερα στη Θ. Ευχαριστία), Σύναξη 71 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999), σ. 10.

[6] Βλ. Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2003), σ. 54.

[7] Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2002), μετφρ. Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, σ. 33.

[8] Ι. Ζηζιούλας, μητρ. Περγάμου, Συμβολισμός και Ρεαλισμός στην Ορθόδοξη Λατρεία (ιδιαίτερα στη Θ. Ευχαριστία), Σύναξη 71,  σ. 9.

[9] Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 37-38.

[10] Βλ. Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 36.

[11] Ν. Γ. Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1992, σ. 34.

[12] Βλ. σχετικά Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 35× Πρβλ. Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87, σ. 53.

[13] Βλ. σχετικά Ι. Φουντούλη,  Λειτουργικά Α΄. Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 56.

[14] Γράφει σχετικά ο Ν. Γ. Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, σ. 129: «Ενδιαφέρθηκα και εξέτασα την εικόνα του πραγματικού πού’ χα μπρος στα μάτια μου, γιατί μπρος από το δυστυχισμένο άνθρωπο, που κατέκειτο ενοχλούμενος και ταλαιπωρούμενος, μέσα στην πλήρως αρματωμένη ψαρόβαρκα, που η πλώρη της πατούσε αλαφρά στην άμμο, φάτσα στ’ απλωμένα, βαμμένα με πιτύκι δίχτυα, ένας παπάς με φανταχτερό το κόκκινο χρυσοποίκιλτο με σταυρούς και άνθη πετραχήλι στο μαύρο ράσο του, αποκαλύπτοντας τη μαυρόκομη κεφαλή για να σταυροκοπηθεί, στεκόταν όρθιος μπροστά σ’ έν’ άσπρο υφαντό προσόψι, όπου ένα πήλινο δοχείο γεμάτο νερό αγιάζονταν δια της εμβαπτίσεως του ποικιλμένου αναγλύφου σταυρού του ιερού σχήματος όπου προσηλώθηκε ο Θεός μαρτυρώντας υπέρ ημών, και επικαλούνταν ο ιερεύς την επέμβασή του επευχόμενος καλή τύχη στους μέλλοντας ν’ ανοιχτούνε στο πέλαγος προς πορισμό των αναγκαίων, με σώματα κατεργασμένα από ήλιους και αλμύρες καθώς στεκόντουσαν και άκουγαν ευλαβικά αναμένοντας να δροσίσουν τα πρόσωπά τους με τ’ αγιασμένο νερό. Δεν παρηκολούθησα μιας εξαρχής τη θρησκευτική τελετή. Λίγο πιο πριν από τη θέση που στεκόμουν περιμένοντας τον άλλο, στο πίσω μέρος του παντοπωλείου, είχα δει την καπετάνισσα με την προσφορά του λαδιού στον Άγιο των θαλασσών. Τη στιγμή που γύρισα και είδα τη βάρκα με τον παπά, το διάβασμα της ευχής τελείωνε, και δεν διέκρινα παρά τον ένα από τους τρεις θαλασσινούς να σηκώνει το κάλυμμα της πετρελαιοκινήτου μηχανής ν’ αγιαστεί κι’ εκείνη με τους ψεκασμούς του Αγίου ύδατος. Αυτό ήταν το γεγονός που μ’ έκανε εντύπωση και όλα τ’ άλλα τα επεξεργάστηκα ύστερα ερευνώντας, για να δώκω όλη τη σημασία που πήρε το φτωχό περιβάλλον κάποιας εσχατιάς της χώρας μας, όπου περίμενα εξηγήσεις για τη γνώμη της υπό αναζήτηση ευτυχίας».

[15] Βλ. τη λαϊκή πρόσληψη της θεολογίας της εορτής στα Κάλαντα των Θεοφανίων, Ε. Δ. Κακουλίδη, Νεοελληνικά Θρησκευτικά Αλφαβητάρια (ανάτυπο από Ε.Ε.Φ.Σ.Α.Π.Θ., παράρτημα αρ. 9), Διατριβή επί διδακτορία, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 81-83.

[16] Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος τρίτος, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 37.

[17] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος (τόμος ε΄ της εν Ετόνη εκδόσεως), στο Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος τρίτος, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 37.

[18] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Περί διαφόρων αποριώ, PG 91, 1105B: «…αλλά μάλλον σώφρονι λογισμώ την της ομοτίμου φύσεως ανωμαλίαν εξομαλίσωμεν».

[19] Ευχολόγιον το Μέγα της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, σπουδή και επιστασία Σπυρίδωνος Ζερβού ιερομονάχου, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1986.

[20] Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1968.

[21] Βλ. ενδεικτικά Ακολουθία του μικρού αγιασμού, Ακολουθία επί αυχμώ ανομβρίας, Ευχή επί οικίας, Ευχή επί σπόρου, Ευχή επί των προσφερόντων απαρχάς οπώρας, Ευχή επί άλωνος, Ευχή εις φύτευμα αμπέλων, Ευχή επί τρυγής αμπέλου, Ευχή εις το κατασκευάσαι πλοίον, κ.λ.π.Πρβλ. Ι. Φουντούλη, Λειτουργικά Α΄. Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, σ. 80-82·Χ. Μ. Ενισλείδου, Ο Θεσμός της νηστείας, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 145.

[22] Α. Παπαδιαμάντη, Φώτα-ολόφωτα, Άπαντα, τόμος Γ΄, σ. 39-41.

[23] Βλ. σχετικά, π. T. Hopko, Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, μτφρ. Σ. Κομνηνός, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994, σ. 239εξ.

[24] «Ο δοξολογικός χαρακτήρας της άφωνης γης πέλαγος αισθημάτων», Ν. Γ. Πεντζίκης, Υδάτων υπερεκχείλιση, σ. 257.

[25] Για το θέμα των αποδείξεων στη βιβλική και πατερική παράδοση, καθώς  και την τύχη τους στο χώρο του σχολαστικισμού, βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 50-58. Τα κτίσματα κατά Γρηγόριο Παλαμά οδηγούν στη γνώση του Θεού, αλλά όχι στην κτήση του. Η γνώση τους είναι άκρως σημαντική. Εντούτοις, η άγνοια της αλήθειάς τους δεν μπορεί να εμποδίσει την πορεία προς την επηγγελμένη μακαριότητα. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Αντιρρητικός 5, 13, Συγγράμματα, έκδ. Λ. Κοντογιάννη-Β. Φανουργάκη, επιμ. Π. Χρήστου, τόμος Γ΄, σ. 296: «Εκ μεν των κτισμάτων ου κτώμεθα τον θεόν αλλά γινώσκομεν· ου μέντοι την αυτού ουσίαν, αλλά τας ακτίστους αυτού δυνάμεις»· Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 14, Συγγράμματα, εκδ.-επιμ. Π. Χρήστου, τόμος Α΄, σ. 424: «Αλλ’ ουδέ πάσαν αγνωσίαν υπ’ έγκλημα θοίτ’ αν τις ευ φρονών, ουδέ πάσαν γνώσιν οιόμεθα μακαριστόν. Πως ουν προς αυτήν ως προς τέλος αφορώντες πάντα πράξομεν; Διπλούν δε φησι και ο μέγας Βασίλειος το είδος της αληθείας, ων το μεν έχειν τε και παρέχειν αναγκαιότατον, ως συνεργόν της σωτηρίας υπάρχον· περί δε γης και θαλάσσης, ουρανού τε και των κατ’ ουρανόν, εάν μη ειδώμεν την εν τοις τοιούτοις αλήθειαν, ουδέν ημίν εμποδίσει προς την εν επαγγελίαις μακαριότητα».Πρβλ. Σ. Γιαγκάζογλου, Κοινωνία Θεώσεως, σ. 56-57 και G. D. Dragas, St. Basil the Great’s Doctrine of Creation According to His Hexaemeron, Εκκλησία και Θεολογία 3 (1982), σ. 1103.

[26] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού,  Προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απόρων της θείας Γραφής, PG 90, 296BC: «Βοά τοίνυν η κτίσις δια των εν αυτή ποιημάτων και οίον απαγγέλλει τοις νοερώς δυναμένοις ακούειν την ιδίαν αιτίαν τριαδικώς υμνουμένην».   Η κριτική που σε αυτό το σημείο ο Χριστοφορίδης  κάνει στον Μητροπολίτη Περγάμου, αν και φαίνεται να δικαιώνεται από μια γενικότερη θέαση των πραγμάτων, μάλλον δεν δικαιώνεται από τα συγκεκριμένα κείμενα του σεβασμιωτάτου που προσφέρονται στη συζήτηση. Έχω την αίσθηση ότι, ο Σεβασμιώτατος δεν αρνείται το γεγονός ότι ο Θεός ως προϋπόθεση της κτίσης αποτελεί και το συμπέρασμά της, αλλά κινείται με στόχο την αποφυγή του ειδωλολατρικού απόλυτου, που αποκλείει τον Θεό ως προϋπόθεση η οποία γεννά το συμπέρασμα. Βλ. σχετικά Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87, σ. 65, 68εξ. Πρβλ. Ι. Ζηζιούλα, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, σ. 558.

[27] Θεία Λειτουργία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.

[28] Βλ. σχετικά Γ. Πέτρου, Το οικολογικό πρόβλημα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, Ορθοδοξία και φυσικό περιβάλλον, σ. 183.

[29] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 111-116.

[30] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 117.

[31] Για του λόγου το αληθές βλ. το αυτοβιογραφικό κείμενο του Γ. Θέμελη, Πολύπτυχο. Θεσσαλονίκη 1941, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2000, όπου σε πολλά σημεία φανερώνεται η εκκλησιαστική εμπειρία των πρώτων χρόνων του ποιητή, η οποία επιτρέπει την αποκρυπτογράφηση, μια κάποια έστω, των έργων του. Ενδεικτικά παραθέτουμε την αρχή του έργου: «Κόντεψα να ξεχάσω τα γεννέθλιά μου…Στη ροή των ημερών ξημερώνει μια μέρα, ανατέλλει ο ήλιος ο δικός σου. Ο Κύριος σκύβει μια στιγμή στους αιώνες πιάνει χώμα, σε πλάθει, σ’ ανασαίνει μέσα στα πλάσματα. Σηκώνεις το κεφάλι. Απλώνεις τα χέρια μέσα στον άνεμο. Σαλεύεις. Διαγράφεσαι μέσα στο φως. Έχεις σώμα δικό σου, πρόσωπο, μάτια. Αγναντεύεις τη θάλασσα κι’ αναπνέεις με τα ζώα και τα δένδρα. Ανοίγεις το στόμα κι’ ακούς τη φωνή σου: ‘Είμ’ εγώ…’, λες, ‘είμ’ εγώ…’ κι’ η καρδιά σου χτυπά. Διασκελίζεις το έδαφος, λαχταράς τα πουλιά που πετούνε. Πάνω απ’ το κεφάλι σου ταξιδεύει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ άστρα. Φουσκώνει το στήθος σου η χαρά, η πνοή του Κυρίου!…Συγχώρεσέ με Κύριε!…Πλανήθηκα! Μ’ έσυρε μακριά Σου ο χρόνος και χάθηκα. Με τύλιξε η νύχτα. Δεν άκουα μέσα μου τη φωνή Σου. Είπα: ‘Είμ’ εγώ; Ποιος είμαι; Που, πότε υπήρξα;’ και λαχτάρησα τη μητέρα», Πολύπτυχο,  Θεσσαλονίκη 1941, σ. 9.

[32] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 117-118.

[33] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ.  112-113.

[34] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 118.

Απόσπασμα από το βιβλίο, Χ.Α.Σταμούλης, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004.

Φωτογραφία: Πάρης Βαλαρούτσος.

ΣΤΑ ΑΚΡΑ | ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ

Για το νόημα της ήττας στη ζωή μας μιλά στην εκπομπή «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» με τη Βίκυ Φλέσσα, ο καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος Σταμούλης, την Τετάρτη 14 Απριλίου 2021, στις 8 το βράδυ, στην ΕΡΤ2.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης αναφέρεται -μεταξύ άλλων- στη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος -αλλά και άλλων δογμάτων διεθνώς- την εποχή της πανδημίας, ενώ σχολιάζει την παρουσία του Ισλάμ στην Ευρώπη.

Παρουσίαση-αρχισυνταξία-δημοσιογραφική επιμέλεια: Βίκυ Φλέσσα

Σκηνοθεσία: Χρυσηίδα Γαζή

Διεύθυνση παραγωγής: Θοδωρής Χατζηπαναγιώτης

Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Λαζαρίδης

Σκηνογραφία: Άρης Γεωργακόπουλος

Motion graphics: Τέρρυ Πολίτης

Μουσική σήματος: Στρατής Σοφιανός

Φωτογραφίες: Λευτέρης Σαμοθράκης

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Δος μοι τούτον τον ξένον ή Ο ελάχιστος αδελφός και ο πολιτισμός του «πολύ»*.

Στο σημαντικό του έργο, Μουσική Ποιητική, ο ρώσος συνθέτης Ιγκόρ Στραβίνσκι, σημειώνει, πως εάν «το παλιό προπατορικό αμάρτημα ήταν στη βάση του αμάρτημα της γνώσης, το νέο προπατορικό αμάρτημα είναι, πριν απ’ όλα, και πάνω απ’ όλα, ένα αμάρτημα μη αποδοχής»[1].

Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, ότι τούτη η διαπίστωση έχει εφαρμογές σε όλους τους επί μέρους χώρου του συνολικού πολιτισμού. Ζούμε σε μια εποχή, όπου τα αυτονόητα του τρόπου μας αμφισβητούνται, λοιδορούνται και εν τέλει σταυρώνονται, άλλως δολοφονούνται, από όλους εκείνους που έμαθαν να μετράνε την αξία της ύπαρξης με το μέτρο της οικονομικής ευμάρειας, της ατομικής ευημερίας, αλλά εξόχως και πρωτίστως με το μέτρο του κοινωνικού φατριασμού, που γεννά στάσεις και συμπεριφορές κοινοτικού αποκλεισμού του οποιουδήποτε διαφορετικού και της οποιασδήποτε διαφορετικότητας. Ζούμε σε μια εποχή, όπου η σημαντικότητα του  ελάχιστου έχει δώσει της θέση της στην ασημαντότητα του πολύ. Ανασαίνουμε ή προσπαθούμε να ανασάνουμε εντός ενός τρόπου, ο οποίος έχει πλέον ως αίτημά του την διάνοιξη της ύπαρξης στα βασικά, την επιστροφή σε εκείνη τη στροφή που χάσαμε το δρόμο και βρεθήκαμε χωρίς αιδώ και συναίσθηση εις χώραν μακράν[2], έτσι ώστε να ξαναβάλουμε αρχή και να πορευθούμε και πάλι στη συνάντηση εκείνου του ενός πράγματος, του ενός και μόνου πράγματος, του οποίου έχουμε χρεία[3]. Να ξαναζωντανέψουμε, με άλλα λόγια και να δώσουμε στον τρόπο μας, το πραγματικό του πρόσωπο∙ το πρόσωπο της Μαρίας, της φίλης του Χριστού, το οποίο  έκρυψε ως μη όφειλε -και θέλω να πιστεύω πως δεν εξαφάνισε-  το υπέρ-ενεργητικό και ως εκ τούτου πολύ-διασπασμένο προσωπείο της Μάρθας.

Και είμαι βέβαιος, ότι τούτη ακριβώς την επιτακτική ανάγκη διακονεί το παρόν Συνέδριο, συνέχεια μιας εξαιρετικής πρωτοβουλίας της αδελφότητας του Bose, που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Μια πρωτοβουλία που δείχνει πως η πίστη συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί υπόσταση των ελπιζομένων και η Εκκλησία, εκείνη την πραγματικότητα που περιγράφεται από τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας με μία και μόνη λέξη, τη λέξη Πανδοχείον. Γράφει σχετικά ο άγιος από την Αλεξάνδρεια: «Ο Χριστός εν εαυτώ γαρ ημάς έφερεν, ότι εσμέν μέλη του σώματος αυτού. Αλλά μην και εις πανδοχείον απήγαγε·  πανδοχείον δε την Εκκλησίαν καλεί, την πάντων γενομένην δεκτικήν και χωρητικήν»[4].

Έχω την αίσθηση ότι τούτο το μικρό απόσπασμα του αγίου κρύβει λέξεις, ειρηνικές ατομικές βόμβες, που μπορούν να γκρεμίσουν μεμιάς τις βεβαιότητες που ο πολιτισμός του πολύ επέβαλε στον άνθρωπο των νεότερων χρόνων, ο οποίος με τη σειρά του, χαμένος μέσα στον αυτοερωτικό του ηδονισμό, διέπραξε και συνεχίζει να διαπράττει την αστοχία εκείνου του ωραίου αγγέλου -ο Όσκαρ Ουάϊλντ τον ονομάζει συμβολικά Ντόριαν Γκρέη-,  που η αδυναμία του να κοινωνήσει και να αγαπηθεί, η αδυναμία του να ενεργήσει με τον τρόπο που ενεργεί ο δημιουργός του, τον μετέτρεψαν μεμιάς σε ύπαρξη κλειστή, άρχοντα του σκότους, άρχοντα του αιώνος τούτου. Και όλοι γνωρίζουμε, ότι αυτός είναι ο  πολύφημος και πολυδυστυχισμένος Εωσφόρος.

Στον αντίποδα, λοιπόν, τούτης της αυτοερωτικότητας, που εισάγει ενσυνείδητους και ασυνείδητους οντολογικούς αποκλεισμούς, η Ορθοδοξία, έτσι όπως μας την αποκαλύπτει το κείμενο του αλεξανδρινού που προηγήθηκε, προτείνει έναν τρόπο ύπαρξης, ο οποίος απέναντι στον πολιτισμό του πολύ, απέναντι στα σύγχρονα φαινόμενα των υπερπολιτισμών και των εκ διαμέτρου αντίθετών του αποκλειστικών πολιτισμών -και ας θυμηθούμε εδώ το ιουδαϊκόν, «Ουκ εισελεύσεται Αμμανίτης και Μωαβίτης εις εκκλησίαν κυρίου»[5]-, έχει στο κέντρο του το μυστήριο της ενανθρώπησης και το πρόσωπο του Χριστού. Προτείνει με άλλα λόγια έναν πολιτισμό της σάρκωσης, έναν πολιτισμό οικουμενικό, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο ελάχιστο, που ακούει στο διπλό όνομα κένωση, κένωση του εαυτού και  πρόσληψη του άλλου, του εντελώς διαφορετικού. Η συνάντηση με αυτό που εγώ δεν είμαι. Έτσι, ώστε, να γίνεται δυνατή η κατάφαση στο μυστήριο της μετοχής στον χωρητικό και δεκτικό των πάντων κοινό οίκο του Θεού Πατέρα, όλων των δημιουργημάτων της αγάπης του. Και τούτο διότι η μετοχή στην Εκκλησία, τουτέστιν η κοινωνία στο Κυριακό σώμα, δεν  αποτελεί κατάκτηση του δικαιωμένου, του καθαρού και του ex officio σωσμένου, αλλά δώρο του ποιητή Θεού, που παρέχεται δωρεάν σε δικαίους και αδίκους.

Δίχως άλλο, λοιπόν, και επί το πρακτικότερον, η μετοχή στην βασιλεία προϋποθέτει τον χορτασμό του πεινασμένου, το ξεδίψασμα του διψασμένου, το ντύσιμο του γυμνού, τη γιατρειά του ασθενή, την επίσκεψη του φυλακισμένου και εξάπαντος το περιμάζεμα του ξένου (Μτ. 25, 35-36). Σε τελική ανάλυση την πρόσληψη του ελάχιστου αδελφού, η διακονία του οποίου αποτελεί διακονία στον ίδιο τον Χριστό. Διαβάζουμε σχετικά στον ευαγγελιστή Ματθαίο: «και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς∙ αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»[6].

Και ας μη βιαστούν κάποιοι να θεωρήσουν τούτη τη διακονία του ελάχιστου εύκολη υπόθεση. Πράγμα, που αποκαλύπτει και η σαφής σχάση της οντολογίας της Εκκλησίας με τη νεότερη πολλές φορές ποιμαντική της. Μια πραγματικότητα, η οποία έρχεται με τη σειρά της να επιβεβαιώσει τον ποιητή του Άξιον εστί, ο οποίος με έμφαση σημειώνει, πως «η απόσταση από το τίποτε στο ελάχιστο είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ότι από το ελάχιστο στο πολύ»[7].

Ιδού, λοιπόν, η πρόκληση της εποχής. Η πρόκληση της συνάντησής μας με το ελάχιστο. Μια πρόκληση, της οποίας η απάντηση δεν αναμένει τα λόγια -από αυτά σήμερα έχουμε χορτάσει- , αλλά τη συνάντηση με το θαύμα της αγάπης, της εκστατικής αγάπης, που προϋποθέτει κένωση θυσιαστική, αλληλεγγύη υπαρξιακή. Σαν αυτή την αγάπη που ο Λόγος έδειξε με τη σάρκωσή του, καθώς προσέλαβε την υποτιμημένη και διαβρωμένη από τον ηθικισμό και τους ηθικιστές ανθρώπινη φύση. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο πολύς μέγας Βασίλειος, το μείζον δεν είναι η υποδοχή στο τραπέζι της γιορτής των δικών μας ανθρώπων, αλλά εκείνου του ξένου, εκείνων των ξένων που η σκληρότητά μας οδηγεί στο περιθώριο των κοινωνιών μας, αλλά  και της καρδιάς μας.

Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως είναι αυτό το αγκάλιασμα του ξένου, του αλλότριου και του άγνωστου, που φανερώνει την αληθινή διακονία της ασκητικής αγάπης, την έξοδο από το βόλεμα.

Έτσι, η φιλοξενία ξεφεύγει τον  κίνδυνο, την ανωμαλία της προσωποληψίας και αποδεικνύεται πέλαγος παραμυθίας. Ο φιλάδελφος φανερώνεται και φιλόξενος. Ο άνθρωπος πληροί και πάλι τους όρους της φύσης του, καθώς αποδεικνύει την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργικότητά του, που του επιτρέπει  να βλέπει∙ να βλέπει πραγματικά.

   Σημειώνει, εμφατικά, ο μέγας Βασίλειος, «φύσις μία, άνθρωπος και ούτος κακείνος. Χρεία μία, ένδεια εν αμφοτέροις η αυτή. Δος τω αδελφώ και τω ξένω. Μήτε τον αδελφόν αποστραφής, και τον ξένον αδελφόν οικείον ποίησαι. Λεία ουν χρη βλέπειν. Μη πρόκρινε τον φίλον από του αλλοτρίου, την χρείαν εαυτού επανορθούμενον[…]Πάντες συγγενείς, πάντες αδελφοί, ενός πατρός έκγονοι πάντες. Εάν τον πνευματικόν ζητής πατέρα, ο ουράνιος· εάν τα γήινα ζητής, μήτηρ η γη, και από του αυτού πηλού διηρτίσμεθα πάντες. Ώστε αδελφή η φύσις κατά σάρκα, αδελφή η γένεσις η κατά πνεύμα. Το αυτό σοι αίμα φορεί από του πρώτου ανθρώπου· την αυτήν σοι χάριν έλαβε παρά του Δεσπότου. Βλέπε ουν λεία, ίνα ελεηθής»[8].

Και εάν η προσφορά στον αδελφό και τον ξένο (δος τω ξένω), που χτυπά την πόρτα,  αποτελεί λείανση της ανωμαλίας της όρασης, η έκρηξη τούτης της λείανσης, τούτης της άρσης της «αισθητικής» ανωμαλίας, είναι η ολοκληρωτική πρόσληψη του ξένου. Εκεί όπου το «δος τω ξένω» μεταποιείται ριζικά και γίνεται «δος μοι τούτον τον ξένον». Εκεί όπου το πρόσωπο της αγάπης «καθικετεύει» αγαπητικά, εις τύπον και τόπον Ιωσήφ, για να του δοθεί η δυνατότητα, η χάρη, η δωρεά, να φιλοξενήσει τον άνθρωπο, τον ξένο, τον ελάχιστο, τον Χριστό[9], τον ξένο Χριστό, που δεν έχει «που την κεφαλήν κλίναι».

«Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας», διαβάζουμε στο Δοξαστικό του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, «και το καταπέτασμα του Ναού διαρραγέν τω του Σωτήρος θανάτω/ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει  λέγων·/δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω/δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον·/ δος μοι τούτον τον ξένον· όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ίνα κρύψω εν τάφω, ότι ξένος ουκ έχει την κεφαλήν που κλίναι·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον η μήτηρ ορώσα, νεκρωθέντα εβόα: Ω/Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάγχνα τιτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι/νεκρόν σε καθορώσα· αλλά τη ση Αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω σε και τούτοις/τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος/το σώμα· και φόβω εν σινδόνι ειλήσας και σμύρνα κατέθετο εν τάφω τον/παρέχοντα πάσι ζωήν αιώνιον και το μέγα έλεος»[10].

Την ίδια πραγματικότητα, αυτή την αφόρητη για τις καθεστηκυίες βεβαιότητες μας αλήθεια, που ταυτίζει τον Χριστό με τον ξένο και τον ξένο με τον πλησίον, στο πρόσωπο του οποίου διακονείται ο ίδιος ο Χριστός, τουτέστιν το πέρασμα από την κοινωνική ανοχή στην οντολογική πρόσληψη -και αυτή νομίζω είναι η τεράστια συμβολή της Ορθοδοξίας, του Χριστιανισμού, στον κόσμο, στον σύγχρονο πολιτισμό-, αποκαλύπτει με τον τρόπο του και ο Γιώργος Θέμελης, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης, στο ποίημά του, Η ελεγεία του αμετάθετου. Γράφει σχετικά:  «Άλλος κανείς μέσα στο σπίτι μας, ξένος κι’ απόξενος μες στον/κλειστό καθρέφτη μας/(Μόνη κάθε ψυχή, μόνη στο φως, μόνη στο θάνατο/Άλλο δεν έχει σπίτι να κατοικήσει, /Άλλον ήλιο να γεννηθεί, άλλον αιώνα)./Μπαίνει μονάχα μόνος, για να μείνει μες στη δική μας μοναξιά,/Την πόρτα πίσω κλείνοντας να μη φανεί, στα μάτια μας/Γυρεύοντας τον εαυτό του, μόνος, χωρίς πληγή και/Παραμόρφωση ο Θεός, τον σκονισμένο απ’ την καπνιά των/Άστρων βγάζοντας μανδύα./Άστεγος, πλάνης εξόριστος, δεν έχει σπίτι δικό του ο Θεός, είναι/παντού και πουθενά/Και καταφεύγει σύνοικος στα σπίτια των ανθρώπων/Μοιράζεται την άπειρη θλίψη τους και κινδυνεύει τον κίνδυνό τους»[11].

Και με την ίδια δύναμη, που ξεμπροστιάζει τη συστημική θεώρηση της Εκκλησίας, που ισοδυναμεί με το γκρέμισμά της, παρεμβαίνει ο Μανώλης Αναγνωστάκης, στο ποίημά του, Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε.  Γράφει:

Αυτοί δεν είναι ο δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Άλλαξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ᾿ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή  ήχος τυμπάνου·
Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ᾿ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ᾿ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

Οφείλω, βέβαια, στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω ότι η κοινωνία, η σχέση δεν είναι πραγματικότητα που προϋποθέτει τη λειτουργία ενός μόνο εκ των συμμετεχόντων.  Πρόκειται στ’ αλήθεια για πράξη συμβολής, όπου ο καθένας ή οι πολλοί καταθέτουν την ύπαρξή τους με σεβασμό και κατανόηση της υπάρχουσας διαφορετικότητας στη διακονία της ευχαριστιακής τράπεζας της αγάπης, στη λειτουργία της σταδιακής αποκάλυψης της γιορτής μιας κοινότητας εν κινήσει.

Βέβαια, για κάποιους η Εκκλησία περιορίζεται σε πράξεις τελετουργικές, σε μια κάποια διεκπεραίωση. Ή  σε πράξεις θεσμικές μιας συντεταγμένης και ταυτόχρονα εκστατικής από την αλήθεια των πραγμάτων ζωής. Λείπει, συνεπώς, από την όρασή τους τόσο η λειτουργία πριν τη λειτουργία, όσο και η λειτουργία μετά τη λειτουργία. Βρισκόμαστε, έτσι, συχνά ενώπιον αντιλήψεων και νοοτροπιών καθαρότητας, που εισάγουν μια κάποια «ορθόδοξη ειδωλολατρία» και «πνευματικότητα», εκεί όπου ο Θεός αδυνατεί να σχετιστεί με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να σχετιστεί με το βέβηλο και το υποδεέστερο;   

Και εάν, βέβαια, αυτή είναι η ασθένεια του εκστατικού, ιδεαλιστικού και εν τέλει ιδεολογικού Χριστιανισμού, που αγνοεί την ιστορία, τη φύση, ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο, στον αντίποδα συναντούμε συχνά την ασθένεια ενός στείρου ακτιβισμού, κάποιες φορές και ασκητικού, που αγνοεί τη μυστηριακή διάσταση της Εκκλησίας και ταυτίζεται αδιάκριτα με οτιδήποτε ικανοποιεί τον ψυχολογικό του καθωσπρεπισμό.

Σε κάθε περίπτωση, ο άλλος είναι ολοκληρωτικά απών. Ομολογημένα ή ανομολόγητα δεν έχει σημασία. Και το λέγω τούτο διότι ο εκστατικός Χριστιανισμός δίχως την ιστορική και φυσική του σάρκα είναι ξεκάθαρο ότι αγνοεί τον πλησίον. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με τον ενεργητικό Χριστιανισμό, όπου ο άλλος δεν είναι το σημείο συνάντησης, το σημείο εκκλησιασμού του εγώ στο εσύ και το εμείς, αλλά ο τόπος φανέρωσης των ιδιοτελών συνδρόμων του ευεργέτη, του σωτήρα, της φιλανθρώπως ασκούμενης σε πεδίο βολής ανωτερότητας.

Κάποιες τέτοιες σκέψεις αλλά και ικανές υποψίες οσφραντικές της υπάρχουσας πραγματικότητας είναι που κάνουν αρκετές  φορές να αναζητά κανείς τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα σε μεγέθη ολοκληρωτικά διαφορετικά, εκ διαμέτρου αντίθετα. Όπως είναι για παράδειγμα η ιεραποστολή και ο προσηλυτισμός, η αγάπη και η υποχρέωση, η ελευθερία και η ανάγκη, δρόμοι παράλληλοι που κάποτε πιασμένοι χέρι χέρι σ’ έναν χορό παράλογο σφιχταγκαλιάζονται ερωτικά.

Και εάν όλα τα παραπάνω φαντάζουν διανοητικά, απόμακρα, ακόμη και φανταστικά,      ας αφήσουμε τον γέροντα Πορφύριο, τούτον τον πολύτιμο μαργαρίτη της σύγχρονης Εκκλησίας να φανερώσει του λόγου το αληθές, το κρυμμένο στη ζωή ευαγγέλιο, που θέλει την αγάπη την πραγματική να είναι πάνω από όλα και μέσα σε όλα.

«Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πως μπορεί να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα. Θα σας το πω μ’ ένα παράδειγμα.

Ήταν ένας ασκητής κι είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες από τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’  απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν άκουσαν ξαφνικά βογγητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

-Πάρτε με, σας παρακαλάω, τους έλεγε, γιατί εδώ στην ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.

-Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχομε πάρει εντολή να ετοιμάσομε.

-Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.

-Δεν μπορούμε! Τι να κάνομε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.

Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε απ’ τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:

-Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;

-Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.

-Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! του λέει.

-Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!

-Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω!

-Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.

Θα σκύψω, και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω.

Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις ημέρες θα φθάσω». Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μη κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:

-Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη»[12].

Αγαπητοί μου,

Η κίνηση, στοιχείο της φυσιολογίας του ανθρώπινου οργανισμού, αλλά πρωτίστως του τριαδικού Θεού -«ο Θεός και Πατήρ κινηθείς αχρόνως και αγαπητικώς προήλθεν εις μερισμόν υποστάσεων», μας πληροφορεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής-,  αποτελεί πλέον κατά κανόνα, πραγματικότητα που απουσιάζει από  τη νεότερη κοινωνία, αλλά πολλές φορές και την ίδια την Εκκλησία. Έχω την αίσθηση ότι πρωτοβουλίες σαν τη σημερινή, που στοχεύουν την ανάδειξη ενός τρόπου ο οποίος καλεί από τα έσχατα, μπορούν να ξαναδημιουργήσουν εκείνη την ίσαλο γραμμή, που θα επιτρέψουν στο καράβι της Εκκλησίας, να βγει ξανά στη θάλασσα, ν’ ανοίξει πανιά και  αξιοποιώντας τον «απόμακρο άνεμο της αλληλότητας», να επιστρέψει εις εαυτόν. Μια επιστροφή επεκτατική, που θα επιτρέψει στα μέλη της Εκκλησίας, κάτω από το βάρος της αίσθησης της οδύνης, να βάλουν τους φτωχούς, τους ξένους, τους πεινασμένους και τους διψασμένους «ροδοστέφανο στο μέτωπο»[13].


[1] Ι. Στραβίνσκυ, Μουσική Ποιητική, σ. 58.

[2] Λκ. 15,13.

[3] Λκ. 10,42.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 5,34, PG 72, 681BD.

[5] Δευτ. 23,3.

[6] Μτ. 25, 40.

[7] Ο. Ελύτης, Μικρά έψιλον. Και αλλού, : «Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα, όμως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση», Τα ετεροθαλή.

[8] Μ. Βασιλείου, Ομιλία ρηθείσα εν Λακίζοις, PG 31, 1441Α-1441Β. Πρβλ. Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, σ. 381εξ., 387.

[9] Δεν χωρά αμφιβολία ότι η κοινωνία με τον ξένο είναι κοινωνία με τον ίδιο τον Χριστό. Τη σάρκωση μιας τέτοιας αλήθειας, ενός τέτοιου τρόπου, στη γη της λαϊκής μας παράδοσης, φανερώνει με εκπληκτικό τρόπο το μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη, Την πόρτα ανοίγω το βράδυ: «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ/τη λάμπα κρατώ ψηλά/να δούνε της γης οι θλιμμένοι/να’ ρθούνε να βρουν συντροφιά…θα’ ρθει συντροφιά κι ο Χριστός».

[10] Δοξαστικό Όρθρου Μ. Σαββάτου.

[11] Γ. Θέμελης, Η Ελεγεία του αμετάθετου, Ποιήματα ΙΙ, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 113.

[12] Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, σ. 397-399.

[13] Εδώ παραφράζω τον R.M.Rilke, ο οποίος στο Βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, γραμμένο το 1939, σημειώνει αφοπλιστικά: «[…] μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης/θα είχε τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο», εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 42.

*Bose 5-10 Σεπτεμβρίου 2017

Χρυσόστομος Σταμούλης,«Το γέλιο που περιγράφω δεν είναι ανέξοδο, κουβαλάει την τυράννια αυτού του κόσμου» (συνέντευξη στην Λένα Κυριακίδη|εφημερίδα των Συντακτών)

stamoulis2• Πως έγινε η συγκέντρωση του υλικού για το «Γελάς», το έκτο άλμπουμ σας; Πως συνομιλούν τα κείμενα με τα τραγούδια του cd-βιβλίου;

Πρόκειται για τραγούδια της τελευταίας ουσιαστικά πενταετίας, αλλά και κάποια παλιότερα που δεν είχαν βρει θέση σε προηγούμενους δίσκους μου. Το γέλιο είναι ο αρμός τούτης της εργασίας. Περάσαμε μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση όλα τα προηγούμενα χρόνια, που πείραξε τον βαθύτερό μας εαυτό. Θέλησα έτσι να τραγουδήσω κάτι πιο φωτεινό. Να μιλήσω για τη θετική πλευρά της ζωής, η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι παρεξηγημένη. Και έτσι έφτασα στην προβλήτα του γέλιου έχοντας στις αποσκευές μου όλο αυτό το υλικό. Βέβαια, το γέλιο που περιγράφω δεν είναι ανέξοδο, δεν είναι μια απλή σύσπαση των μυών του προσώπου, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι πιο δυνατό. Έχει μέσα του μια έντονη δραματικότητα, κουβαλάει την τυράγνια όλου αυτού του κόσμου.
• Πως νιώθετε για τη συνεργασία με τόσους αξιόλογους ερμηνευτές σε αυτόν τον δίσκο σας;

Ένα μεγάλο δώρο είναι όλοι τούτοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες. Μου χαρίστηκαν ανέλπιστα και ταξίδεψαν τα τραγούδια μου με ενθουσιασμό, αγάπη και ομορφιά.
• Με δεδομένο ότι έχει ένα πολύπλευρο έργο θέλω να σας ρωτήσω εάν αλλάζει η δημιουργική διαδικασία ανάλογα με το εάν γράφεται ένα βιβλίο ή ένα τραγούδι. Και πως εμπνέεστε για να γράψετε μουσική;

Καθόλου δεν αλλάζει. Μια ιδέα είναι η κάθε δημιουργία. Μια πρώτη ιδέα, που σε συναντάει όπου κι αν είσαι. Ένα ερέθισμα που σε κάνει «να δεις» αυτό το «κρυμμένο» του κόσμου και να το φέρεις στη ζωή σου. Ένα αεράκι που σου χαϊδεύει επίμονα το αυτί, όπως φανερώθηκε στον προφήτη Ηλία ο Θεός. Μια αύρα λεπτή που σε ξεσηκώνει και σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου.
• Πως βλέπετε την άποψη του Στραβίνσκι ότι η μουσική μας έχει δοθεί με αποκλειστικό σκοπό να επιβάλει μια τάξη στα πράγματα, γιατί δίνει έναν συντονισμό μέσα στον άνθρωπο;
Μια τάξη και μια αταξία. Ή για να το πω αλλιώς μια άτακτη τάξη. Δεν σε εφησυχάζει το τραγούδι. Γι’ αυτό και είναι -όπως και κάθε πραγματική μορφή τέχνης-, μια εναντίωση στον εφησυχασμό. Μια εναντίωση στην τακτοποίηση. Ο συντονισμός της ύπαρξης είναι μια συνεχής πορεία ανακάλυψης. Μια πορεία όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις αναθεώρησης και έρωτα. Αν δεν συμβαίνει αυτό τότε κάτι δεν πάει καλά.
• Ποια συμβουλή θα δίνατε για να «μην χαθεί η πέτρα της υπομονής μονάχη»;

Να παραδοθούμε, στην ελπίδα και στην έκπληξη. Να πετάξουμε στα σκουπίδια τη βεβαιότητα του κλειστού μας εαυτού και να αναζητήσουμε την εκτός μας μεταμορφωτική δύναμη, που η πανοπλία της «ασφάλειας» κρύβει από τα μάτια μας. Να δούμε στα μάτια τον συν-άνθρωπο και να του χαριστούμε.
• Κεντρικό θέμα της επικαιρότητας είναι η απόφαση Ερντογάν για μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τζαμί, που έχει προκαλέσει σειρά διεθνών αντιδράσεων. Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Όταν το θρησκευτικό φαινόμενο εργαλειοποιείται πολιτικά κινδυνεύει την εξαχρείωση και τον αφανισμό. Πολλά μας έχει διδάξει η ιστορία τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Η Αγιά Σοφιά είναι πλέον ένα μνημείο του παγκόσμιου πολιτισμού και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Με τους κανόνες, δηλαδή και τις συνθήκες που διέπουν τα μνημεία της παγκόσμιας κοινότητας. Η απόφαση Ερντογάν είναι ένα πραξικόπημα απέναντι στον πολιτισμό, την ιστορία και το κάλλος.

• Το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο σε άλλες χώρες παρατηρείται αύξηση των κρουσμάτων του νέου κορονοϊού. Τι λέτε για το θέμα που προέκυψε κατά τη διάρκεια της πανδημίας στη χώρα μας με τη Θεία Λειτουργία;

Βρισκόμαστε ενώπιον μεγάλων αλλαγών στην ιστορία του πολιτισμού. Η ταχύτητα της αλλαγής είναι τέτοια που ο βιολογικός μας εαυτός, που δεν μπορεί παρά να είναι και πνευματικός, αδυνατεί σε πολλές περιπτώσεις να τις κατανοήσει. Με καλύπτει πλήρως η τελευταία απόφαση του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε κινηθεί και η δική μου σκέψη ήδη από τις αρχές Μαρτίου. Αυτή τη στιγμή κινδυνεύει ο άνθρωπος και στην προσπάθεια προστασίας του θα πρέπει να στραφούν όλες οι ενέργειές μας. Η πίστη σίγουρα δεν κινδυνεύει. Έχουμε μια πλούσια εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και ένα ζωντανό παρόν που μπορεί να δώσει λύσεις σε όλα τα αδιέξοδα.
• Τι βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα σχέδια έχετε;

Μακροπρόθεσμα δεν κάνω. Ιδίως ετούτη τη στιγμή. Βραχυπρόθεσμα ναι. Σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα τραγουδάκι, σε στίχους του Παναγιώτη Θωμά, που έγραψα για τον Don Giouseppe. Τον Ιταλό ιερέα με το κόκκινο μηχανάκι, που προσβλήθηκε από κορωναϊό και στο νοσοκομείο χάρισε τη μάσκα του οξυγόνου του σε ένα νέο άνθρωπο, προκειμένου να σωθεί αυτός. Βέβαια μετά υπήρξαν και άλλες ερμηνείες του γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση το τραγούδι, στο πρόσωπο αυτού του παπά, βλέπει το μεγάλο μυστήριο της θυσίας, της αγάπης και της αλληλεγγύης, που επιτρέπει τη συνέχεια της ζωής. Τραγουδάνε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Μανώλης Φάμελλος, ο Σταύρος Σιόλας, η υψίφωνος Μαρία Κοστράκη, ο βαρύτονος Ανδρέας Ζένιος και τα χορωδιακά σχήματα «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» Θεσσαλονίκης. Την ενορχήστρωση έκανε ο Κωνσταντίνος Δημηνάκης, ο οποίος παίζει και πλήκτρα, στο ακορντεόν είναι ο Θάνος Σταυρίδης και στο τσέλο η Στέλλα Τέμπρελη. Επίσης, λίγο μετά, το Φθινόπωρο, θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αρμός το καινούριο μου βιβλίο, με έναν τίτλο που εμπεριέχει και όλη αυτή την περιπέτεια που ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε. Εννοώ την περιπέτεια της πανδημίας, που για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού μας έφερε όλους τους ανθρώπους, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, ενώπιον του ίδιου κινδύνου και των προβλημάτων που αυτός γεννά.

Tatiana Havryliuk, CULTURE FORMATIVE POTENTIAL OF THE ORTHODOX ANTHROPOLOGY OF THE CONTEMPORARY GREEK THEOLOGIAN CHRYSOSTOMOS STAMOULIS

21731607_10214574308621286_6020702108728339652_oThe study aims to determine the latest understanding of the place and role of culture in Christian anthropology. The author proceeds from the lack of translation of the works of Chrysostomos Stamulis and the absence among Ukrainian religious scholars and theologians of ideas about the range of transformations of the fundamental ideas of Orthodox theology in modern Greek theological thought. Scientific novelty lies in defining the place and role of culture within the transformations of contemporary Greek Orthodox anthropology. The newest approach to understanding of culture as an expression of the divine in man provides the Orthodox anthropology with new vectors of development. The study indicates that the Orthodoxy continues to play significant role in formation of the Greek nation. Within this context, the dialogue with culture initiated by Chrysostomos Stamulis becomes an important factor of this formation and search for identity. Culture, in all forms of its expression, appears not only as a form of spiritual secular being, but also as the deep essence of man, one of the aspects of the image and the likeness to the God, that encourages man to go beyond the boundaries of everyday routine, and with the ability to admire Beauty, to reach the state of Love. The theologian is trying to demonstrate that presence of Christ in man cannot be measured only by man’s presence at the liturgy or involvement in the life of the church, but that extent of man’s freedom is also an important factor. Man is not an angel whose mission is solely to perform the will of the God. Man is the image and the likeness of the God, man is graced with mind, freedom, creativity and love. With them, man is the creator of our world, through culture, art and science, as well as through multiple social and personal relationships. Chrysostomos Stamulis unveils significant culture formative potential of the Orthodox anthropology, in which is formed the kind of man who is able to see good, beauty, love of the world created by the God, and through herself she affirms them in the outside world boldly starting a dialogue with it. And both culture and art play important role in this dialogue.

КУЛЬТУРОТВОРЧИЙ ПОТЕНЦІАЛ ПРАВОСЛАВНОЇ АНТРОПОЛОГІЇ СУЧАСНОГО ГРЕЦЬКОГО БОГОСЛОВА ХРИСОСТОМОСА СТАМУЛІСА

СОФІЯ. Гуманітарно-релігієзнавчий вісник. № 2(14)/2019 13

https://www.academia.edu/42938520/%D0%9A%D0%A3%D0%9B%D0%AC%D0%A2%D0%A3%D0%A0%D0%9E%D0%A2%D0%92%D0%9E%D0%A0%D0%A7%D0%98%D0%99_%D0%9F%D0%9E%D0%A2%D0%95%D0%9D%D0%A6%D0%86%D0%90%D0%9B_%D0%9F%D0%A0%D0%90%D0%92%D0%9E%D0%A1%D0%9B%D0%90%D0%92%D0%9D%D0%9E%D0%87_%D0%90%D0%9D%D0%A2%D0%A0%D0%9E%D0%9F%D0%9E%D0%9B%D0%9E%D0%93%D0%86%D0%87_%D0%A1%D0%A3%D0%A7%D0%90%D0%A1%D0%9D%D0%9E%D0%93%D0%9E_%D0%93%D0%A0%D0%95%D0%A6%D0%AC%D0%9A%D0%9E%D0%93%D0%9E_%D0%91%D0%9E%D0%93%D0%9E%D0%A1%D0%9B%D0%9E%D0%92%D0%90_%D0%A5%D0%A0%D0%98%D0%A1%D0%9E%D0%A1%D0%A2%D0%9E%D0%9C%D0%9E%D0%A1%D0%90_%D0%A1%D0%A2%D0%90%D0%9C%D0%A3%D0%9B%D0%86%D0%A1%D0%90?fbclid=IwAR1nxLTXHNO9n8u-fCGbj138YCkWPEQJE6I0PErB8auoyrAwHH10SUlrBjc

«Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης», η νέα έκδοση του βιβλίου του Χρυσόστομου Σταμούλη (παρουσίαση από τον Ισίδωρο Ζουργό)

viber_image_2019-11-14_21-09-25Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα
Πριν από λίγες εβδομάδες χτύπησε το τηλέφωνό μου και η φωνή του αγαπητού μου Χρυσόστομου Σταμούλη μου ζήτησε κάτι που με άφησε εμβρόντητο. Για την ακρίβεια μου ζήτησε να είμαι ένας από τους ομιλητές στην παρουσίαση του καινούριου του βιβλίου. Ο άλλος θα ήταν ο από χρόνια φίλος μου και ομότεχνος Θανάσης Τριαρίδης.
Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ήταν μήπως ο Χρυσόστομος είχε γράψει μυθιστόρημα κι αυτό δεν είχε πέσει στην αντίληψή μου. Όταν η συγκεκριμένη εκδοχή αποκλείστηκε, η ερώτηση που μου γεννήθηκε αυθόρμητα ήταν: «Σοβαρολογείς; Τι μπορώ να πω εγώ για ένα βιβλίο Θεολογίας και μάλιστα όπως τα γράφεις εσύ με τον δικό σου τρόπο;» Η απάντηση ήταν μάλλον προετοιμασμένη και για αυτό δύσκολα μπορούσες να την αντιπαλέψεις: «Με ενδιαφέρει» μου απάντησε «να δούμε πώς μας βλέπει ο άλλος κόσμος, τι εντυπώσεις αφήνει ένα τέτοιο βιβλίο που πραγματεύεται κυρίως θέματα πολιτισμού σε αυτούς που δεν είναι θεολόγοι ούτε έχουν τριβή με τέτοια κείμενα».
Είχα δύο επιλογές: Ή να σβήσω το επώνυμο Σταμούλης από το κινητό ή να αποδεχτώ την πρόσκληση. Δυστυχώς αποδέχτηκα τελικά την πρόταση και προτάσσω αυτή τη στιγμή το χιούμορ ως στήριξη στην ομολογούμενη αμηχανία μου να μιλήσω για τον Έρωτα και τον θάνατο μέσα από μια δοκιμή του πολιτισμού της σάρκωσης. Και το ξαναλέω από εδώ από το τραπέζι της παρουσίασης: Χρυσόστομε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι, αν κάτι σου θυμίζει αυτό;
Φίλες και φίλοι, ύστερα από αυτή την απαραίτητη εισαγωγή θα προχωρήσω στην καταγραφή της αναγνωστικής μου εμπειρίας στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε. Θα καταθέσω ένα αδρομερές τοπογραφικό της αναγνωστικής πρόσληψης, μια ματιά από τον έξω από τα θεολογικά δρώμενα κόσμο.
Το Έρως και θάνατος δομείται μέσα από μια προλογική ιστορία, ένα εισαγωγικό κείμενο για τη μεθιστορία, πέντε κεφάλαια και ένα υστερόγραφο που είναι ένα σχόλιο στην Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη. Προφανώς και δε θα επιχειρήσω κριτική στον τρόπο που αρθρώνονται τα θεολογικά επιχειρήματα και οι επισημάνσεις του συγγραφέα στα επιμέρους θέματα που θίγονται στο βιβλίο. Εκτιμώ πως θα είχε νόημα να διατυπώσω την αρχική αίσθηση. Κατόπιν με τη βοήθεια του συγγραφέα, του φίλου Θανάση Τριαρίδη και τη δική σας θα μπορούσαμε μέσα από συζήτηση να σταθούμε σε κάποια σημαντικά θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο
Στην αρχή του Έρως και θάνατος χρησιμοποιεί ως αφόρμηση, όπως έλεγαν οι παλιοί δάσκαλοι, μια προλογική ιστορία. Είναι η καταγραφή της υπόθεσης μιας γνωστής ταινίας που είχε πολύ συζητηθεί πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για τη γερμανική δραματική ταινία του 2006 Οι Ζωές των Άλλων (γερμ. Das Leben der Anderen) του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ.. Στη σελίδα 46 ο συγγραφέας διατυπώνει με ευκρίνεια πως αυτή η προλογική ιστορία επιστρατεύεται για να βοηθήσει να ξαναπούμε την ιστορία της Ορθοδοξίας.
Όπως και στα προηγούμενα κείμενά του Χρυσόστομου Σταμούλη που έχει τύχει να διαβάσω είναι διακριτός κι αυτή τη φορά ένας αέρας ελευθερίας που φυσάει ανάμεσα στις λέξεις και στις παραγράφους. Είναι νομίζω φανερό πως ο συγγραφέας είναι πρώτιστα αναζητητής. Αναζητητής σε κείμενα του παρελθόντος τα οποία εκτιμά πως μιλούν ή μάλλον φανερώνουν πτυχές της συλλογικής και ατομικής εμπειρίας οι οποίες έχουν ξεχαστεί ή βαθύτατα αλλοιωθεί. Αναφέρει στη σελ.48 :Και το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η προσαγωγή στο τραπέζι της αγωνίας καινοφανών δεδομένων, αλλά η αναζήτηση των ήδη υπαρχόντων.
Ο συγγραφέας ιχνευτής ακολουθεί χνάρια και διατυπώνει ερωτήματα. Κάποιες φορές συλλογίζεται οικοδομώντας εικασίες ή και απαντήσεις αλλά νομίζω πως δεν είναι αυτή η προτεραιότητά του. Θα έλεγα πως έλκεται περισσότερο από το παράδειγμα του Σωκράτη, αναφέρομαι στο πλατωνικό παράδειγμα της μύγας που κεντρίζει το άλογο της πολιτείας για να το σύρει έξω από τον λήθαργο. Η αναζήτηση της αλήθειας και η εγρήγορση η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα απαιτείται από το πνεύμα των καιρών ξεδιπλώνονται σχεδόν με ιερότητα μέσα στο κείμενο.
Μια δεύτερη παρατήρηση. Ο συγγραφέας στην συγκομιδή των παραδειγμάτων του δεν περιορίζεται μόνο σε εκκλησιαστικούς συγγραφείς του παρελθόντος αλλά αναζητεί, επιθυμώντας βαθύτατα θα έλεγα, την αναφορά και συνομιλία με έργα τέχνης και κείμενα τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν ανήκουν στο ευρύτερο κύκλο της εκκλησίας. Τόπος έρευνας και αναφοράς του Σταμούλη είναι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός χωρίς προαπαιτούμενα διαβατήρια πίστης, χωρίς βίζες εισόδου επικυρωμένες από κάποια αυθεντία. Οι άνθρωποι στο σύνολό τους, με τις αγωνίες τους, τους εφιάλτες και τα όνειρά τους είναι το θέμα, γιατί αυτοί παράγουν τον πολιτισμό, αυτοί νοσταλγούν κάποια ουρανομήκη παρουσία, αυτοί στο διάβα της Ιστορίας γελάνε και κλαίνε. Να το πούμε και αλλιώς, ο συγγραφέας δεν είναι από αυτούς τους θεολόγους που όταν μιλάνε για ποιότητα λόγου και πολιτισμού θα έμεναν αιωνίως στάσιμοι στο τρίγωνο Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Κόντογλου. Προφανώς τιμούμε όλοι μας και θαυμάζουμε και τους τρεις τους, όμως ο κόσμος και είναι αυτό πια φανερό όσο ποτέ, είναι πια πολύ μεγάλος και αντιφατικός και για να τον ερμηνεύσουμε χρειαζόμαστε κι άλλες πολλές ανάσες από κάθε γωνιά της γης. Αυτός ο πολιτισμός της σάρκωσης ή θα είναι πάντα επίκαιρος και όχι παρελθοντικός ή δε θα είναι καθόλου. Ή δε θα είναι περιορισμένος σε μια γωνιά της ανατολικής Μεσογείου αλλά παγκόσμιος ή δε θα είναι καθόλου. Στη σελίδα 83: Με άλλα και απλούστερα λόγια, οι καημοί των ανθρώπων σε ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, πέρα από τις οποιεσδήποτε διαβαθμίσεις εντάσεων και προτεραιοτήτων, είναι εν τέλει κοινοί. Οι απαντήσεις άλλοτε ταυτόσημες, άλλοτε παράλληλες, άλλοτε συγκρουόμενες.
Μια τρίτη παρατήρηση είναι η συμβολή του συγκεκριμένου βιβλίου στην αποενοχοποίηση από τραύματα που γέννησαν αγκυλώσεις του παρελθόντος, κυρίως αυτό που έχει να κάνει με τον σωματικό έρωτα δύο ανθρώπων μέσα από το αίσθημα της αγάπης. Μιας όμως και μας ζητήθηκε σήμερα να πούμε το πώς βλέπουμε εμείς οι έξω από τον εννοιολογικό χάρτη της θεολογίας, θα σας εξομολογηθώ πώς ξαφνιάστηκα με το πώς ο συγγραφέας αγγίζει και απελευθερώνει τη σωματική συνεύρεση των ανθρώπων. Ξαφνιάστηκα, όχι γιατί διαφωνώ μαζί του αλλά από τη σπουδή και την έγνοια του γράφοντος να μιλήσει και να στηρίξει θέσεις, οι οποίες νομίζω για τον μέσο άνθρωπο είναι πια αυτονόητες. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον νέο ή νέα που μέσα σε μια ατμόσφαιρα έλξης και αγάπης δε θα εμπιστευτεί το σώμα του στα χέρια του ανθρώπου που αγαπάει. Με άλλα λόγια δεν περίμενα ακόμη να συζητάμε αυτό που η ίδια η ζωή μας το έχει ήδη δείξει καθαρά. Η εμπειρία του σωματικού έρωτα σε μια σχέση αγάπης και στοργής είναι ασύμπτωτη με κάθε έννοια ηθικής παραβατικότητας και αμαρτίας.
Πολύ ενδιαφέρουσες μου φάνηκαν ακόμη οι σελίδες αυτές που μιλούσαν για την αντιμετώπιση της σημερινής Δύσης απέναντι στον θάνατο, αυτό το μεγάλο ταμπού του εικοστού πρώτου αιώνα. Νομίζω πως μέσα σε αυτό το θέμα συγκατοικούν και άλλα πολλά φαινόμενα όπως η απέλπιδα και πέρα από κάθε όριο και μέτρο προσπάθεια να μεταμφιεστούν τα γηρατειά σε κάτι άλλο, να εξαφανιστούν πίσω από οποιαδήποτε μάσκα. Άλλωστε στο Κολοσσαίο της πολιτικής ορθότητας ακόμη και η λέξη γέρος όταν από κάποιον εκστομιστεί είναι από μόνη της αφορμή να προκαλέσει κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι σελίδες που απεικονίζουν το σύγχρονο αθεϊστικό κίνημα προχωρούν σε μια κριτική χωρίς βέβαια να εξαντλούν το θέμα. Οι περιπτώσεις του Ρίτσαρντ Ντόκινς και του Michel Onfray αντιμετωπίζονται με ψύχραιμη αξιοπρέπεια ενώ ταυτόχρονα το νυστέρι της κριτικής κάνει τη δουλειά του. Εκείνο όμως που προκαλεί εντύπωση στον αναγνώστη είναι η σήμανση από την πλευρά του συγγραφέα της σπουδαιότητας της αθεϊστικής επίθεσης και πρόκλησης ως ευκαιρία και αφορμή για ενδοσκόπηση και ανασυγκρότηση. Αντιγράφω από τις σελίδες 278-279: θέλω να πιστεύω πως η κάθε αθεΐα αποτελεί την ευκαιρία της Εκκλησίας, προκειμένου να βγει από την υπαρξιακή της αφασία αλλά και την ιστορική της αμηχανία, στις οποίες την οδήγησαν τόσο η αδυναμία αλλαγής, ως αποτέλεσμα συνάντησης και συνεπώς μετοχής στον κοινό οίκο των διαφορετικών άλλων, όσο και η έλλειψη διάθεσης για νοηματοδότηση της ύπαρξης και της ζωής που βρίσκεται συνεχώς εν κινήσει. Με άλλα λόγια όπως το καταλαβαίνω εγώ αυτή η ομολογουμένως σφοδρή επίθεση της σύγχρονης αθεΐας είναι ιστορική ευκαιρία για την Εκκλησία για ένα reset, όπως θα λέγαμε χρησιμοποιώντας εκφράσεις της νεολαιίστικης αργκό.
Η πληθώρα των ζητημάτων που θίγονται στο Έρως και θάνατος και ο αναγκαστικά περιορισμένος χρόνος του ομιλητή με υποχρεώνουν να προσπεράσω ενδιαφέρουσες υποενότητες και να σταθώ σε μια αναφορά η οποία και στάθηκε σημαίνουσα στην αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου. Άραγε ο Χριστός γελούσε; Ο Σταμούλης θίγει το θέμα με αφορμή το Όνομα του Ρόδου , το γνωστό μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο. Στέκομαι εδώ γιατί τυχαίνει να έχω μια εμπειρία στη ζωή μου ως δασκάλου την οποία και δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Πριν από περίπου είκοσι χρόνια έχοντας μια Τρίτη δημοτικού, δηλαδή μαθητές περίπου εννέα χρονών, ένας από αυτούς σήκωσε το χέρι του στο μάθημα των Θρησκευτικών και χωρίς αποστροφές με ρώτησε αν ο Χριστός γελούσε. Ο Τάσος δεν είχε βέβαια διαβάσει Ουμπέρτο Έκο όμως τον απασχολούσε βαθύτατα ο Θεός της χώρας του και των γονιών του να είναι φωτεινός, χαρούμενος, ένας Θεός συμβατός με την αναγκαιότητα της χαράς στην παιδική ηλικία. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές στην πορεία μιας διδασκαλικής ζωής που το στρίμωγμα που νιώθεις από μια ερώτηση ή παρατήρηση σε λαξεύει, σε προχωράει και ανυπερθέτως σε βελτιώνει. Θυμάμαι πως του απάντησα πως δεν έχουμε κάποια απόδειξη για αυτό, καμιά αναφορά στα ιερά βιβλία όμως πιστεύουμε σε έναν Θεό της χαράς, που αγαπάει όλα τα παιδιά και σε αυτό έχουμε χωρίο στην Καινή Διαθήκη που να το αποδεικνύει. Συνέχισα μιλώντας για αρκετή ώρα προσπαθώντας να απομακρύνω από τη σκέψη του μαθητή μου τυχόν φόβους από την παρουσία ενός αυστηρού θεού ή του διαβόλου.
Όπως καταλαβαίνετε, φίλες και φίλοι, το θέμα σε εκείνη τη σχολική αίθουσα μπορεί με κάποιον τρόπο να λύθηκε όμως ανάμεσα σε ενήλικες και κάτω από έναν φακό ευρυγώνιας θέασης αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα.
Θα ήθελα να αφήσω πάνω στο τραπέζι της συζήτησης κάτι ακόμα, ερώτηση στον συγγραφέα και πρόσκληση διαλόγου: Τελικά όταν μιλάμε για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, έχουμε στον νου μας μια οντότητα ιδιαίτερα συμπαγή με ξεκάθαρες συντεταγμένες ή μιλάμε για ένα ευρύτερο σύνολο υποπολιτισμών – επιτρέψτε μου το αδόκιμο της διατύπωσης – δηλαδή ομοειδών ή συγγενικών υποσυνόλων που θα συνυπάρχουν και θα λειτουργούν εύρυθμα και αρμονικά;
Καθώς όμως στην παρουσίαση ενός βιβλίου συχνά πυκνά επιτρέπονται και οι γκρίνιες θα ήθελα να σχολιάσω το εξής: Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει τέτοια αξιόλογα βιβλία όπως το Έρως και θάνατος να είναι προσιτά και ελκυστικά στο ευρύτερο κοινό, φροντίστε σας παρακαλώ να παρατίθενται οι αναφορές στις παλαιές πηγές ταυτόχρονα με μια απόδοση του συγκεκριμένου αποσπάσματος στη νεοελληνική γλώσσα. Ομολογώ πως δε μου είναι εύκολο ούτε καν κατορθωτό να διαβάζω τον Μάξιμο τον Ομολογητή για παράδειγμα στο πρωτότυπο. Εάν μη τι άλλο χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου εξειδικευμένου μεταφραστή κυοφορούνται παρεξηγήσεις κατανόησης.
Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω μιας και η ιδιότητα μου ως εργάτη της γραφής με έφερε στο τραπέζι της παρουσίασης το καλαίσθητο αποτέλεσμα του λόγου στο Έρως και θάνατος. Διάλεξα ένα μικρό απόσπασμα που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Στη σελίδα 76 σχολιάζει και επεξηγεί μια φράση του Λεοτάρ: Και τούτο διότι είναι από αιώνες γνωστό, πως η πάλη με κάτι σε κάνει στο τέλος να του μοιάζεις. Γι’ αυτό και ο σκοπός των Πατέρων της ερήμου δεν είναι η νίκη του κακού, αλλά η συνάντηση με τη σαρκωμένη αγάπη, αυτή που σε κάνει αυτό που δεν είσαι. Μια διαρκής πάλη οικείωσης του φωτός.

Σας ευχαριστώ πολύ

Βιβλιοπωλείο «Αρμός» Θεσσαλονίκης 5 Μαρτίου 2020

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Εκτός συνόρων

ulysses-gaze-thumb-largeΣτην ιστορία του πολιτισμού το «εκτός» πάντα βρίσκεται σε διάλογο με το «εντός». Τα δύο, βέβαια, ορίζονται από ένα σύνορο – ένα σημείο μηδέν, που ακουμπά τόσο στο «εντός» όσο και στο «εκτός» χωρίς όμως να αποτελεί μέρος τους. Κρατάει για τον εαυτό του μια ουδετερότητα. Συνιστά ουσιαστικά ένα χώρο ή τρόπο μετάβασης, αναγκαίο για την αλλαγή που το πέρασμά του θα επιφέρει. «Σε αυτή την μπλε γραμμή τελειώνει η Ελλάδα», λέει ο Ηλίας Λογοθέτης στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. «Αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού».

Η άρνηση διάβασης του συνόρου κρατάει την ύπαρξη εντός του οικείου, δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα μικραίνει τον κόσμο μας. Επενδύει στη βεβαιότητα. Τη βεβαιότητα που ευαγγελίζεται ο επιστρατευμένος φόβος και την οποία εγγυάται η απόρριψη της έκθεσής μας σε αυτό που δεν ξέρουμε. Παντού και πάντα ο φόβος της αλλαγής. Ο φόβος απώλειας του ήδη διαμορφωμένου και κλειστού εαυτού. «Οταν θα γυρίσω, θα γυρίσω με τα ρούχα και το όνομα ενός άλλου», λέει στο φινάλε της ταινίας του «Το βλέμμα του Οδυσσέα» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, και βάζει φωτιά στη συστημική σκέψη.

Από την άλλη μεριά, η αποδοχή διάβασης του συνόρου εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο ρήξης με το οικείο, εισάγει το αίσθημα της ανασφάλειας, αλλά μαζί γεννάει τη γοητεία του ταξιδιού και το ρίσκο που αυτό πάντα εμπεριέχει. Ρίσκο συνάντησης, πλάτυνσης και επέκτασης. Βέβαια, είναι φορές που η κίνηση δεν γίνεται από τα μέσα προς τα έξω, αλλά και από τα έξω προς τα μέσα. Οσο δύσκολο είναι να βγει κανείς από τον οικείο τόπο –εαυτός, χώρα, τρόπος, γλώσσα–, τόσο δύσκολο είναι να εισέλθει στον οικείο τόπο, όντας ευρισκόμενος «εις χώραν μακράν» (Λουκά, 15, 13). «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ», λέει ο Μαστρογιάνι στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού». «Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;».

Πράγμα που σημαίνει πως η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στην απόφαση της αλλαγής, στη διάθεση να εγκαταλειφθεί η ασφάλεια της ακινησίας, η βεβαιότητα της συνήθειας και ο άνθρωπος, καθώς λέγει ο Ν. Γ. Πεντζίκης στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη», διά της κινήσεως, να αφήσει την ψυχή του «να γίνει παιχνίδι του ανέμου, προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού». Ζόρικα πράγματα, που απαιτούν γυμνότητα, ευθύνη, επιμονή και υπομονή, τρέλα και, κυρίως, διάθεση σύγκρουσης με την αυτοερωτικότητα ενός εαυτού τακτοποιημένου και κλειστού. Απαιτεί βίαιη κίνηση ενάντια σε ότι πιστεύει ότι όλα είναι εδώ.

Το φθινόπωρο του 1990, ο μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος επέκρινε δριμύτατα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με αφορμή την «αντεθνική και βλάσφημη» ταινία του «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Μια ταινία που ουσιαστικά πραγματεύεται την οντολογία του συνόρου και την αναγκαιότητα διαλόγου με την ετερότητα. Ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου υπήρξε προφητικός, όπως άλλωστε προφητικά για το θέμα του συνόρου υπήρξαν και τα σπουδαία έργα του Νίκου Καζαντζάκη –και αυτός ταλαιπωρημένος από τα χριστιανικά συστήματα–, με παραστάτη το βιβλίο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ενδιάμεσα, τη μάχη του «συνόρου» έδωσαν στον χώρο του χριστιανισμού συγγραφείς μιας άλλης αγωνίας, όπως για παράδειγμα ο Paul Tillich, χαρακτηρισμένος ως και θεολόγος του συνόρου, αλλά και ομάδες διανοουμένων στον τόπο μας, κυρίως θεολόγων, που προσπάθησαν να βγάλουν το κάρο από τη λάσπη. Ενδεικτικό παράδειγμα μιας τέτοιας προσπάθειας, μιας τέτοιας διάθεσης ουσιαστικού διαλόγου, το περιοδικό «Σύνορο», με τα εξαιρετικά αφιερώματά του, που εκδίδονταν στην Αθήνα, από το 1964 έως το 1967.

Πολύ εύκολα κάποιος θα έβλεπε σε τούτη την προσέγγιση συγγένειες με έναν άσαρκο διεθνισμό ή με μια χωρίς προϋποθέσεις και όρους παγκοσμιοποίηση. Οφείλω έτσι να ομολογήσω πως η ύπαρξη της ιστορικής πολιτισμικής σάρκας είναι η μόνη ασφαλιστική δικλίδα για μια ουσιαστική επέκταση των συνόρων. Και είναι αλήθεια πως η πρόκληση των συνόρων έχει να κάνει με τη διαδικασία της λειτουργικής τους επέκτασης. Επέκταση που πολλές φορές πραγματοποιείται με το ολοκληρωτικό σπάσιμό τους και την εξαρχής ανοικοδόμησή τους. «Τι έκαμε λέει;» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Τελευταίο πειρασμό», αναφερόμενος στη σχέση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, «Ο νόμος του Μωυσή; Πάει αυτός, γερο-Ζεβεδαίο, πάει περίπατο· τώρα έχουμε τον νόμο του Γιου του ανθρώπου, κατάλαβες; Ολοι αδέλφια! Πλάτυνε η καρδιά μας, πλάτυνε μαζί μας και ο νόμος, αγκαλιάζει τώρα όλους τους ανθρώπους· όλη η γης, Γη της Επαγγελίας! Πάνε τα σύνορα! […] Ο κόσμος ετούτος πρέπει έρριζα να ξεπατωθεί, να φυτευτεί καινούργιος, ο Νόμος ο παλιός να γκρεμιστεί, κι εγώ θα τον γκρεμίσω· καινούριος Νόμος να χαραχτεί απάνω στις πλάκες της καρδιάς, κι εγώ θα τον χαράξω. Θα φαρδύνω το Νόμο να χωρέσουν οχτροί και φίλοι, Ιουδαίοι κι ειδωλολάτρες, κι οι δέκα εντολές ν’ ανθίσουν!». Πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος του συνόρου ζει μέσα σε μια κάψα, εντός της οποίας «όλα τα σύνορα κουνιούνταν και μετατοπίζουνταν – φρονιμάδα και τρέλα, σταυρός και φτέρουγα, Θεός και άνθρωπος».

Βέβαια, κάποιοι τρέμουν στη θέα του γκρεμίσματος. Αδίκως. «Τα γκρεμισμένα», σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις στα «Σχόλια του Τρίτου», «δεν πρέπει να τα κλαίμε». Αποτελούν το υλικό της νέας κατασκευής, της νέας αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής. Η ζωή γνωρίζει πως στη φυσιολογία του σώματός της εμπεριέχονται η δομή και η αποδομή, έτσι όπως ζωγραφίστηκαν για παράδειγμα από τον Γιώργο Παραλή στην παραλία της Αφύτου. Κάθε αποδομή δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μια καινούργια δομή. Να ονειρεύεται μια καινούργια δομή, η οποία με τη σειρά της θα γκρεμιστεί, γκρεμίζοντας φράχτες τεχνητούς και προλήψεις, όταν θα ολοκληρώσει τον λόγο της ύπαρξής της και θα διατρέχει τον κίνδυνο της ειδωλοποίησης. Το σύνορο είναι δείκτης της ερωτικής δυνατότητας επέκτασης. Αλίμονο αν μας πλακώσει ο θάνατος.

* Ο κ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης είναι καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας, ΑΠΘ.https://www.kathimerini.gr/1030129/article/epikairothta/ellada/ektos-synorwn