Προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά την χειροθεσία του κ. Χρυσοστόμου Σταμούλη εις Άρχοντα Διδάσκαλον της Εκκλησίας | Αντιφώνηση του νέου άρχοντος (Θεσσαλονίκη 26/5/2022)

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων,

Χριστός Ἀνέστη! 

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπονέμει εἰς ὑμᾶς σήμερον εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σας, διά τῶν χειρῶν τῆς ἡμῶν Μετριότητος, τό ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἐντάσσομεν, κατ᾽ ἰδίαν ἡμῶν Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν καί προαίρεσιν, εἰς τήν χορείαν τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀνήκετε πλέον εἰς τόν κύκλον τῶν συνεργατῶν μας καί καλεῖσθε νά στηρίζετε τό ἔργον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί νά ἀγωνίζεσθε διά τήν προάσπισιν τῶν δικαίων της.

Καθ᾽ ὅλην τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, οἱ Ἄρχοντες προσέφερον σημαντικάς ὑπηρεσίας πρός αὐτήν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν ἐν τῷ κόσμῳ καί εἰς τήν σχέσιν της μέ τούς θύραθεν θεσμούς. Αὐτήν τήν διακονίαν συνεχίζουν καί σήμερον οἱ ἀνά τήν οἰκουμένην ὀφφικιάλιοι τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν δύο μεγάλα σωματεῖα, τό «Τάγμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις Ἀμερικῆς καί τήν Ἀδελφότητα «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκετε πλέον καί ὑμεῖς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θά ἀναδειχθῆτε ἄξιος τῆς κλήσεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Πατριάρχου σας.

Ἤδη ἔχετε προσφέρει πολλά εἰς τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν. Ἐδιδάξατε καί ἐδώκατε διαλέξεις εἰς πολλά ὀνομαστά πανεπιστήμια, εἶσθε συγγραφεύς ἀξιολόγων βιβλίων, ἀρθρώνετε μεστόν θεολογικόν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἀναζωογονεῖ. Ἔχετε ἀξιόλογον παρουσίαν εἰς τά πολιτιστικά δρώμενα καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς μουσικῆς. Συνειργάσθητε μέ σπουδαίους συνθέτας καί ἑρμηνευτάς̇ ἡ Χορωδία καί Ὀρχήστρα Νέων Θεσσαλονίκης Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἰδικόν σας δημιούργημα.

Εὐφυής, δυναμικός καί δημιουργικός, μέ ὑγιές αἰσθητήριον διά τά αὐθεντικά στοιχεῖα τῆς Παραδόσεώς μας, διατυπώνετε τό σωτηριῶδες μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν διαλόγῳ μέ τούς ἐκπροσώπους συγχρόνων τάσεων, μέ ἰσχυράν ἀπήχησιν. Ἡ παρουσία καί ἡ μαρτυρία θεολόγων, ὡς ἡ ὑμετέρα Ἐντιμολογιότης, ἀποτελεῖ ἀνάχωμα εἰς τήν ἀλλοτριωτικήν ταύτισιν τῆς Ὀρθοδοξίας μέ συντηρητισμόν καί κλειστήν πνευματικότητα. Ὅπως ἔχει λεχθῇ, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία». Καί ἡ θεολογία πρέπει νά μᾶς καθιστᾷ μετόχους καί κοινωνούς φωτός, κάλλους, ἀληθείας, ἐλπιδοφόρων ὁραμάτων.

Ἀναδεικνύετε, Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων, τήν «φιλοκαλική» ἤ «φιλόκαλη Αἰσθητική» τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τήν γραφῖδα, τόν λόγον καί τήν μουσικήν σας, ἀποκαλύπτετε τό θεολογικόν βάθος, τό ἄρρητον κάλλος καί τήν ἐξανθρωπιστικήν δύναμιν καί ἐμβέλειαν τῆς προτάσεως ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ θεολογική γλῶσσα, ὡς λόγος καί ὡς τέχνη, ὡς ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίησις, μελωδία, πρέπει νά «σημαίνῃ» τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἐφανέρωσεν ἡ σάρκωσις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως γράφετε, «ὁ Θεός σαρκούμενος προσέλαβε τό ξένο, τό ἄλλο, τό ἐντελῶς διαφορετικό.» Μέ τήν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ εἰσβάλλει εἰς τήν ἱστορίαν ἡ «σαρκωμένη ἀγάπη», γίνεται «σῶμα οἰκουμενικό, ὑπόσταση ὅλων τῶν ἀνυπόστατων, ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνύπαρκτων, παρουσία ὅλων τῶν ἀπόντων, καταφυγή ὅλων τῶν κατατρεγμένων» (Ὧσπερ ξένος καί ἀλήτης, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010, σ. 22 καί 29). Προβάλλετε τόν «πολιτισμόν τῆς σάρκωσης», τήν «ἔξοδον» τῆς Ἐκκλησίας «πρός τόν ἄλλον, τό ἄλλο, τό διαφορετικό», ἔξοδον «στήν κοινωνία, στόν πολιτισμό, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπέκταση τοῦ σώματος, ὁ ὁλοκληρωτικός ἀνακαινισμός του», ὑμνεῖτε τήν Ἐκκλησίαν, τήν «βουτηγμένη στήν ἀγάπη τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης».(Φάγαμε ἧττα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2021, σ. 21 καί 20). Είναι δικά σας λόγια.

Δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς πολιτισμικήν σάρκα. Οἱ πολιτι-σμοί, μεταβαλλόμενοι εἰς σάρκα τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, μετα-μορφώνονται, ὠφελοῦνται μεγάλως, ἀναδεικνύεται τό ἀνθρω-πιστικόν των περιεχόμενον. Εἰς τήν συνάντησιν αὐτήν, τά πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τό «πῶς», ἀπό τόν τρόπον τῆς συζεύξεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ συνάντησις αὐτή ζωογονεῖται ἀπό τήν βιουμένην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔντασιν μεταξύ τοῦ «ἤδη» τῆς ἐλθούσης χάριτος καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς προσδοκωμένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, συγχαίροντες ὑμῖν διά τό ὑψηλόν ὀφφίκιον, καταστέφομεν τήν ὑμετέραν Ἐντιμολογιότητα καί τούς οἰκογενεῖς καί τούς συναδέλφους και συνεργάτας σας διά τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν εὐλογίας, εὐχόμενοι δέ εὔκαρπον συνέχισιν τῆς προσφορᾶς σας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν, πλέον ὡς Ἄρχων Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾽ ὑμᾶς τήν χάριν καί τόν φωτισμόν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης.

Ἄξιος!  

Παναγιώτατε, Χριστός Ανέστη!

«Το Φανάριον»,  καθώς ετόνιζε ο μακαριστός γέρων  Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, κυρός Μελίτων, «είναι τι πλέον της καθεστηκυίας εν τη Πόλει ταύτη Κεφαλής της Ορθοδοξίας. Είναι μια έννοια. Συμβολίζει την ικανότητα της ζωής να υπερβαίνη τον χαλασμόν, την δυνατότητα της επιβιώσεως εν τη συνυπάρξει. Το Φανάριον είναι η τέχνη του να εξάγη τις εκ των χειρίστων δεδομένων το άριστον δυνατόν. Το Φανάριον είναι φορεύς υψίστων αξιών. Είναι υπομονή. Είναι σιωπή. Είναι ευγένεια. Η ευγένεια των παλαιών. Όχι ναρκισισμός και στατικότης. Φύλαξ του θησαυρού της αμωμήτου ημών πίστεως και της ιεράς παραδόσεως της Ανατολής, επενδεδυμένης τας άλλας παραδόσεις του γένους, όμως φύλαξ ενεργός και δυναμικός. Είναι η πύλη της Ανατολής ανεωγμένη προς την Δύσιν. Είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της Δύσεως. Ερμηνευτής των μεγάλων στροφών του βίου του κόσμου. Το Φανάριον είναι μια Σχολή»[1].

Και εσείς, Παναγιώτατε, ο Πατριάρχης του Γένους, ο ευαγγελιστής της Αναστάσεως, που φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, την θλίψη, τον πόνο, την αδικία, την ανισότητα, τη βία,  τη φθορά και τον θάνατο. Η πορεία σας, τριάντα και ένα χρόνια τώρα, πορεία συνεχούς αναβάσεως «εις τον Κρανίου τόπον»[2], αναδεικνύει το επείγον του αγώνος, της προσευχής και της θυσίας. Μαζί και εξαιρέτως, το επείγον της κραταιάς σαν τον θάνατο αγάπης. Ο «εμός έρως εσταύρωται»[3], γράφει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αποκαλύπτει τις διαστάσεις ενός τρόπου   που κρατάει τον νου του στον Άδη και δεν σταματάει να ελπίζει[4]. Ενός τρόπου, που σώζεται από  τη μεταμορφωτική δύναμη του ακτίστου φωτός, της κοινής ενέργειας των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η οποία καλλιτεχνεί την ενότητα «επί το αυτό εν αμερίστω καρδία». Ενός τρόπου, που αντιστέκεται στις κακοτεχνίες του «άρχοντος του αιώνος τούτου»[5], που παλεύει με νύχια και με δόντια να στήσει τη σημαία  της διαίρεσης στην καρδιά της Εκκλησίας, στην καρδιά του κόσμου ολάκερου.

Παναγιώτατε, ζούμε εντός ενός κόσμου ο οποίος κινδυνεύει από την ασθένεια της συγχύσεως κριτηρίων και απαρχών. Κινδυνεύει τον ολικό αποπροσανατολισμό, την απώλεια του κέντρου, την απώλεια της ευχαριστιακής θεώρησης της ζωής, της χαράς και της γιορτής,  «ο εστιν αγάπη άφθαρτος»[6].  Ύπουλα και αργά έχει εισέλθει στο σώμα μια «επιζήμιος ευλάβεια»[7]. Η παρουσία σας και η θαρραλέα δράση σας, που αρνούνται μετά μανίας την «ασφαλή» και εύκολη ακινησία, επιτρέπουν τη συνέχιση του μυστηρίου της   οικοδόμησης του οίκου, αλλά και των προστατευτικών  τειχών της αγάπης, που αφήνουν εκτός τις τυφλές αυτοερωτικές δυνάμεις του φονταμενταλισμού, του εθνοφυλετισμού και της οποιασδήποτε διαίρεσης. Η ενότητα, έτσι όπως εκφράστηκε στην ιστορική Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο Κολυμπάρι της Κρήτης, συνεχίζει να γεωργεί  με τα δάκρυά της την άνυδρη έρημο. Συνεχίζει τον ευαγγελισμό του πολιτισμού της σάρκωσης[8], ήτοι τον ευαγγελισμό της Ανάστασης. Τον πολιτισμό του δώρου και εξάπαντος όχι του αποκλειστικού δικαιώματος.

Ένα τέτοιο δώρο μου δίδεται σήμερα.  Περί αυτού πρόκειται. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, διά του Πατριάρχου του, με τιμά για το θεολογικό μου έργο και τη συνολική  μου παρουσία, αλλά όλα αυτά συμποσούμενα  δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα. Η ένταξή μου στη Μεγάλη των Αρχόντων Σχολή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, είναι αποτέλεσμα μιας δοξολογικής ευρυχωρίας, που δίκην δωρεάς ανοίγει στην Οικουμένη, «εν στενωποίς και εν αγοραίς»[9], «τας θύρας της σωτηρίας»[10]. Είναι αποτέλεσμα μιας καρδιάς πλατείας η οποία κινείται από την αγάπη του πατέρα[11]. Μιας καρδιάς που ξέρει να ξαφνιάζει και να εκπλήττει[12]. Μιας καρδιάς κενωτικής, η οποία επαναλαμβάνει το Παύλειον, «Ζω γαρ ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί […]  Χριστός. Άρα εκείνου καρδία ην η [..] καρδία, και του Πνεύματος του αγίου πλαξ, και βιβλίον της χάριτος»[13].

Παναγιώτατε, από τα βάθη της καρδιάς μου, σας ευχαριστώ


[1] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ.κ. Μελίτωνος, Ομιλία επί τη Θρονική Εορτή (30-11-1970).

[2] «Εκλογή και ενθρόνιση τού από Χαλκηδόνος νέου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου τού Α΄»,  Ενημέρωσις. Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητας, Ζ-1991/11, σ. 2-5.

[3] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις  P.Th.Camelot, Sources Chrétiennes 10, εκδ. Lés  editions du Cerf, Paris 1969, σ. 116. Πρβλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 4, 12, PG 3, 709B.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ό άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 572.

[5] Ιγνατίου Θεοφόρου, Φιλαδελφεύσιν 6,2,LettresMartyre de Polycarpe, Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 124.

[6] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 116.

[7] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία ή υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 4, PG 73, 584D-585Α.

[8] Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Β´ Κορ. 20, PG 61, 539-40.

[10] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ. 7, PG 60, 446.

[11] Β΄Κορ. 6,11.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.19, PG 60, 593. Πρβλ. του ιδίου, Εις Ψαλμ., PG 55, 485.

[13] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.32, PG 60, 679-680.

Θεολογική Σχολή ΑΠΘ

Χρυσόστομος Σταμούλης, Tο μείζον είναι το αναστάσιμο μαζί (Συνέντευξη στην Αναστασία Θεοδωρίδου).

Είναι μια από τις εξέχουσες μορφές του καιρού μας ο καθηγητής Θεολογικής σχολής Α.Π.Θ  και μουσικοσυνθέτης Χρυσόστομος Σταμούλης ,ο οποίος κατορθώνει με την ακτινοβόλα , πολυσχιδή προσωπικότητά του ν’ ανανεώνει και να ανατροφοδοτεί συνεχώς τους οραματισμούς και την πορεία όχι μόνο της Θεολογικής σχολής αλλά και της κοινωνίας , με την οποία συνδιαλέγεται  πολυεπίπεδα  για χρόνια ,  χαρίζοντάς της συγχρόνως  αφειδώλευτα  την αλήθεια και  την ομορφιά των τραγουδιών του.  

-Σαν στοχαστής κ. Σταμούλη , που αφουγκράζεστε τους παλμούς της κοινωνίας , τι βιώνει -κατά την άποψή σας- ο άνθρωπος του σήμερα ;

Την ανατροπή της ζωής του. Το τέλος των βεβαιοτήτων του. Την κατάρρευση της εικονικής του πραγματικότητας, που εδώ και χρόνια έστησε μια ζωή μακριά από την κτιστότητα, τη φθορά και τον θάνατο. Βιώνει, δηλαδή, τη βίαιη επιστροφή  στο ύψος του. Εννοώ στο «ειλικρινές ανάστημα» της ανθρωπινότητάς του. Αναφέρομαι, βέβαια, σε αυτούς που καταλαβαίνουν, στους παροικούντες στη γη της ευαισθησίας, διότι υπάρχουν και αυτοί οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν ή δεν θέλουν να καταλάβουν  τίποτα. Αυτοί που δεν ξέρουν που πατούν και που πηγαίνουν. Εξαίφνης φυτρώνουν στους πλατείες του δημόσιου βίου ψευδοπροφήτες, ψευτοεπαναστάτες και παντός είδους «μάγκες».  Και μην εκπλήσσεστε, αυτό συνέβαινε πάντα σε περιόδους κρίσης. Το περιγράφει πολύ όμορφα και ο Ν.Γ. Πεντζίκης, με την άνεση  που του δίνει ο τίτλος του τρελού με τον οποίο τον στόλιζαν. Και εκείνος για να τους βγάλει έξω από τα ρούχα τους τον αποδέχονταν. Απλά δίπλα στο τρελός έβαζε και τη λέξη ευθύνη. Ναι, έλεγε, είμαι τρελός, αλλά με ευθύνη. Και το εννοούσε.

-Με την επιστημονική βαθιά σας γνώση , πιστεύετε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να πάρει μέτρα για να προστατεύσει τον εκκλησιαζόμενο πιστό από την απειλή της πανδημίας;

Βεβαίως και μπορεί. Κάποια από αυτά τα πήρε, χρειάζεται, όμως, μεγαλύτερη θεολογική τόλμη που θα καταδείξει ξανά πως η ποιμαντική, δηλαδή η ίδια η ζωή, είναι αυτή που βρίσκεται στη βάση της θεολογίας. Και στο κέντρο όπως πάντα ο άνθρωπος και ο κόσμος ολάκερος. Ο Θεός σαρκώθηκε έγινε άνθρωπος, έπαθε, πέθανε και αναστήθηκε υπέρ της του κόσμου σωτηρίας. Κάποιες φορές στο όνομα της ενότητας ή της ισορροπίας εμφανίζεται μια αδικαιολόγητη ακινησία, μια διάθεση συμβιβασμού, σε σημείο να χάνονται ακόμα και τα κεκτημένα της  τεράστιας παράδοσης που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

-Παρακολουθώντας  κάποιος το πλούσιο συγγραφικό σας έργο και ειδικά το τελευταίο σας πολύ ενδιαφέρον  βιβλίο  με τίτλo  «Φάγαμε Ήττα»  εκδόσεις Αρμός  εισπράττει την αγωνία σας και την προσπάθειά σας να φωτίσετε δρόμους , ώστε   να ξαναβρεί η Ορθοδοξία το αρχικό Κάλλος της και να διαδραματίσει ένα ουσιαστικό ρόλο στο σημερινό κόσμο. Μιλήστε μας γι’ αυτό .

Κοιτάξτε, η ήττα έχει πολλές αναγνώσεις. Είναι η αδυναμία μας να διαλεχθούμε με τη ζωή και τις αλλαγές που αυτή επιβάλλει. Η προσκόλλησή μας δηλαδή σε ένα ειδωλοποιημένο παρελθόν και η αδυναμία μας να αναμετρηθούμε με τη σήμερον.   Ο περιορισμός της ύπαρξης σε μια κλειστή και ελεγχόμενη ζωή, χωρίς καθαρό αέρα. Η οριστική νέκρωση.  Είναι όμως και η μόνη δύναμη η αποδοχή της οποίας μπορεί να χαράξει τη νέα πορεία. Η παραδοχή της μας  συνδέει με τη μετάνοια, την αλλαγή σκέψης και δράσης.  Εάν αυτό δεν συμβεί μένει α-νόητη, κενή περιεχομένου. Ξέρετε, κάποιοι θεωρούν πως μεγάλη αμαρτία είναι η ήττα. Όχι, μεγάλη αμαρτία είναι η άρνησή της.  Η μη αποδοχή δηλαδή εκείνης της ελευθερίας της κτιστής μας φύσης που επιτρέπει την αστοχία.  Καταλαβαίνετε πως με αυτό δεν ιεροποιώ την ήττα. Τουναντίον. Μπορώ όμως να πω, ότι η αναγνώρισή της επιτρέπει τη συνάντηση του σώματος με το φως. Όπως πολύ όμορφα γράφει η Κική Δημουλά:

Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δεν τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξή της.

Αβέβαια ζήσε.
Τίμα την προέλευσή σου.

(Εφόδιο τα τραύματα).

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη ήττα. Εκούσια, όπως και το πάθος του Χριστού, η ανάληψη της οποίας επιτρέπει την ήττα της. Θανάτω θάνατον πατήσας δεν λέμε; Ε, έτσι και με την εκούσια, δηλαδή την ηθελημένη ήττα, βγάζουμε το κεντρί της και σαλπίζουμε μια άλλη νίκη, αλλιώς ωραία όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Θέλει λεβεντιά αυτό. Δεν είναι παίξε γέλασε. Μάθαμε από μικροί πως το μείζον είναι η νίκη και η δύναμη. Όχι το μείζον είναι το αναστάσιμο μαζί, το οποίο πάντα γεννιέται μέσα από το πάτημα του Άδη της ήττας. Εάν δεν νικήσω την εωσφορική μου αυτοερωτικότητα δεν πρόκειται ποτέ να ποιήσω σχέση. Θα τρέχω μόνος και θα βγαίνω πάντα δεύτερος. Το πιο μακρινό μου τέρμα θα είναι το αυτοείδωλό μου. Αυτό το τελευταίο, το αυτοείδωλο είναι που πρέπει να γκρεμιστεί για να ανθίσει ο έρως, του οποίου το όνομα δεν πρέπει να φοβηθούμε καταπώς λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Και ας μην ξεχνάμε πως ο έρωτας είναι μαλωμένος με τη δύναμη και την επιβολή. Αντ’ αυτών προτιμάει τον Σταυρό, από τον οποίο δεν κατεβαίνεις, αλλά σε κατεβάζουν. Και ας είναι κόντρα αυτό στο δικό μου «όταν κατέβω απ’ τον Σταυρό θα’ ναι η αγάπη πουλί νεκρό/όταν κατέβω απ’ τον Σταυρό θα’ ναι η αγάπη φυλαχτό».

-Μέγας εραστής όχι μόνο της  Θεολογίας αλλά και της μουσικής, με έξι ολοκληρωμένους δίσκους , οι περισσότεροι δίσκοι-βιβλία , όπως ο τελευταίος  σας , με τίτλο «Γελάς», διανομή : εκδόσεις Αρμός. Μιλήστε μας γι’ αυτήν  την τόσο πρωτοποριακή παρουσίαση των δίσκων σας.

Η μουσική είναι ο άλλος μου εαυτός. Γεννήθηκα μέσα στη μουσική και με αυτή ζω. Θυμάμαι τον εαυτό μου από μικρό να τρέχει στις χορωδίες, στα ωδεία και στις συναυλίες. Έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω άρχισα από πολύ νωρίς να σκαρώνω τραγούδια και μουσικές, χωρίς βέβαια να φαντάζομαι πως κάποτε αυτά θα εκδοθούν. Ο πρώτος μου δίσκος , η «Λιταία πύλη», κυκλοφόρησε το 1998 και νόμιζα πως θα ήταν ο πρώτος και μόνος. Ξεγελάστηκα, όμως. Ακολούθησαν άλλοι πέντε, με τελευταίο το «Γελάς», που κυκλοφόρησε πριν από έναν χρόνο. Και πάλι νομίζω πως δεν θα κάνω άλλον, πως είναι ο τελευταίος. Θα δούμε. Ένας Θεός ξέρει. Εκείνο, όμως, που τώρα νιώθω είναι μια απέραντη ευγνωμοσύνη για όσα μου χαρίστηκαν μέσα από τη μουσική.  Απίστευτα αισθήματα, ακριβές φιλίες, σπουδαίες συνεργασίες με εξαιρετικούς τραγουδιστές και μουσικούς, στιχουργούς και ποιητές. Μπορώ έτσι να δηλώνω κάτοικος της μουσικής και της θεολογίας. Η απώλειά τους θα με εγγράψει στους άστεγους αυτού του κόσμου. Η μορφή του cd-βιβλίου που έχουν οι περισσότεροι ήταν αποτέλεσμα μιας διάθεσης να δηλωθεί το πλαίσιο που γέννησε τα τραγούδια και τις μουσικές. Η μήτρα τους. Να φτιαχτεί, δηλαδή, μια μυθολογία λόγου, εικόνων  και μουσικής, ποιητική ονείρων απροστάτευτων και ως εκ τούτου λυτρωτικών.

-Πάρα πολύ συγκινητική η μουσική σας απάντηση στη λαίλαπα της πανδημίας: το τραγούδι για τον Don Giuseppe  – τον ιερέα ο  οποίος πρόσφερε τον αναπνευστήρα του σ’ έναν νεότερο ασθενή , χάνοντας έτσι τη ζωή του, -τραγούδι που έχει τεθεί υπό  την αιγίδα της εταιρίας  Ογκολόγων -Παθολόγων Ελλάδας. Να θεωρήσουμε το τραγούδι  ένα requiem για τον αποχαιρετισμό του Don Guiseppe  ή ένα τραγούδι Αναστάσιμης χαράς , ύμνο στην αξία της  θυσίας;  

Όχι, δεν είναι  Requiem, ένα Χριστός Ανέστη είναι. Μια δοξολογία που θέλω να πιστεύω κομίζει προσδοκία και ελπίδα. Είναι το φως που ανθίζει από τη ρίζα της θυσίας, της αλληλεγγύης και της αγάπης. Γι’ αυτό και η μουσική, όπως και οι στίχοι, παρότι έχουν ένα μέρος θλίψης, ηχούνε αναστάσιμα. Αυτός ήταν ο Don Giuseppe. Σαν αύρα λεπτή έφτανε με τη μηχανή του στις ψυχές των ανθρώπων και έτσι έφυγε και για το δημιουργό του. Σαν άλλος προφήτης Ηλίας, σαν άλλος Χριστός. Σαν αγέρι μυστικής σαγήνης, όπως λέει και ο Παναγιώτης Θωμά.

-Κλείνοντας πείτε  μας  τρείς λέξεις -Αντίστασης του ανθρώπου- στην Πανδημία.

Αγάπη, αναθεώρηση, ελπίδα.

Εφημερίδα ΠΡΩΙΝΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ Μ.Τετάρτης 28/4/2021

ΣΤΑ ΑΚΡΑ | ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ

Για το νόημα της ήττας στη ζωή μας μιλά στην εκπομπή «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» με τη Βίκυ Φλέσσα, ο καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος Σταμούλης, την Τετάρτη 14 Απριλίου 2021, στις 8 το βράδυ, στην ΕΡΤ2.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης αναφέρεται -μεταξύ άλλων- στη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος -αλλά και άλλων δογμάτων διεθνώς- την εποχή της πανδημίας, ενώ σχολιάζει την παρουσία του Ισλάμ στην Ευρώπη.

Παρουσίαση-αρχισυνταξία-δημοσιογραφική επιμέλεια: Βίκυ Φλέσσα

Σκηνοθεσία: Χρυσηίδα Γαζή

Διεύθυνση παραγωγής: Θοδωρής Χατζηπαναγιώτης

Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Λαζαρίδης

Σκηνογραφία: Άρης Γεωργακόπουλος

Motion graphics: Τέρρυ Πολίτης

Μουσική σήματος: Στρατής Σοφιανός

Φωτογραφίες: Λευτέρης Σαμοθράκης

Χρυσόστομος Σταμούλης,«Το γέλιο που περιγράφω δεν είναι ανέξοδο, κουβαλάει την τυράννια αυτού του κόσμου» (συνέντευξη στην Λένα Κυριακίδη|εφημερίδα των Συντακτών)

stamoulis2• Πως έγινε η συγκέντρωση του υλικού για το «Γελάς», το έκτο άλμπουμ σας; Πως συνομιλούν τα κείμενα με τα τραγούδια του cd-βιβλίου;

Πρόκειται για τραγούδια της τελευταίας ουσιαστικά πενταετίας, αλλά και κάποια παλιότερα που δεν είχαν βρει θέση σε προηγούμενους δίσκους μου. Το γέλιο είναι ο αρμός τούτης της εργασίας. Περάσαμε μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση όλα τα προηγούμενα χρόνια, που πείραξε τον βαθύτερό μας εαυτό. Θέλησα έτσι να τραγουδήσω κάτι πιο φωτεινό. Να μιλήσω για τη θετική πλευρά της ζωής, η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι παρεξηγημένη. Και έτσι έφτασα στην προβλήτα του γέλιου έχοντας στις αποσκευές μου όλο αυτό το υλικό. Βέβαια, το γέλιο που περιγράφω δεν είναι ανέξοδο, δεν είναι μια απλή σύσπαση των μυών του προσώπου, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι πιο δυνατό. Έχει μέσα του μια έντονη δραματικότητα, κουβαλάει την τυράγνια όλου αυτού του κόσμου.
• Πως νιώθετε για τη συνεργασία με τόσους αξιόλογους ερμηνευτές σε αυτόν τον δίσκο σας;

Ένα μεγάλο δώρο είναι όλοι τούτοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες. Μου χαρίστηκαν ανέλπιστα και ταξίδεψαν τα τραγούδια μου με ενθουσιασμό, αγάπη και ομορφιά.
• Με δεδομένο ότι έχει ένα πολύπλευρο έργο θέλω να σας ρωτήσω εάν αλλάζει η δημιουργική διαδικασία ανάλογα με το εάν γράφεται ένα βιβλίο ή ένα τραγούδι. Και πως εμπνέεστε για να γράψετε μουσική;

Καθόλου δεν αλλάζει. Μια ιδέα είναι η κάθε δημιουργία. Μια πρώτη ιδέα, που σε συναντάει όπου κι αν είσαι. Ένα ερέθισμα που σε κάνει «να δεις» αυτό το «κρυμμένο» του κόσμου και να το φέρεις στη ζωή σου. Ένα αεράκι που σου χαϊδεύει επίμονα το αυτί, όπως φανερώθηκε στον προφήτη Ηλία ο Θεός. Μια αύρα λεπτή που σε ξεσηκώνει και σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου.
• Πως βλέπετε την άποψη του Στραβίνσκι ότι η μουσική μας έχει δοθεί με αποκλειστικό σκοπό να επιβάλει μια τάξη στα πράγματα, γιατί δίνει έναν συντονισμό μέσα στον άνθρωπο;
Μια τάξη και μια αταξία. Ή για να το πω αλλιώς μια άτακτη τάξη. Δεν σε εφησυχάζει το τραγούδι. Γι’ αυτό και είναι -όπως και κάθε πραγματική μορφή τέχνης-, μια εναντίωση στον εφησυχασμό. Μια εναντίωση στην τακτοποίηση. Ο συντονισμός της ύπαρξης είναι μια συνεχής πορεία ανακάλυψης. Μια πορεία όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις αναθεώρησης και έρωτα. Αν δεν συμβαίνει αυτό τότε κάτι δεν πάει καλά.
• Ποια συμβουλή θα δίνατε για να «μην χαθεί η πέτρα της υπομονής μονάχη»;

Να παραδοθούμε, στην ελπίδα και στην έκπληξη. Να πετάξουμε στα σκουπίδια τη βεβαιότητα του κλειστού μας εαυτού και να αναζητήσουμε την εκτός μας μεταμορφωτική δύναμη, που η πανοπλία της «ασφάλειας» κρύβει από τα μάτια μας. Να δούμε στα μάτια τον συν-άνθρωπο και να του χαριστούμε.
• Κεντρικό θέμα της επικαιρότητας είναι η απόφαση Ερντογάν για μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τζαμί, που έχει προκαλέσει σειρά διεθνών αντιδράσεων. Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Όταν το θρησκευτικό φαινόμενο εργαλειοποιείται πολιτικά κινδυνεύει την εξαχρείωση και τον αφανισμό. Πολλά μας έχει διδάξει η ιστορία τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Η Αγιά Σοφιά είναι πλέον ένα μνημείο του παγκόσμιου πολιτισμού και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Με τους κανόνες, δηλαδή και τις συνθήκες που διέπουν τα μνημεία της παγκόσμιας κοινότητας. Η απόφαση Ερντογάν είναι ένα πραξικόπημα απέναντι στον πολιτισμό, την ιστορία και το κάλλος.

• Το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο σε άλλες χώρες παρατηρείται αύξηση των κρουσμάτων του νέου κορονοϊού. Τι λέτε για το θέμα που προέκυψε κατά τη διάρκεια της πανδημίας στη χώρα μας με τη Θεία Λειτουργία;

Βρισκόμαστε ενώπιον μεγάλων αλλαγών στην ιστορία του πολιτισμού. Η ταχύτητα της αλλαγής είναι τέτοια που ο βιολογικός μας εαυτός, που δεν μπορεί παρά να είναι και πνευματικός, αδυνατεί σε πολλές περιπτώσεις να τις κατανοήσει. Με καλύπτει πλήρως η τελευταία απόφαση του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Προς αυτή την κατεύθυνση είχε κινηθεί και η δική μου σκέψη ήδη από τις αρχές Μαρτίου. Αυτή τη στιγμή κινδυνεύει ο άνθρωπος και στην προσπάθεια προστασίας του θα πρέπει να στραφούν όλες οι ενέργειές μας. Η πίστη σίγουρα δεν κινδυνεύει. Έχουμε μια πλούσια εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και ένα ζωντανό παρόν που μπορεί να δώσει λύσεις σε όλα τα αδιέξοδα.
• Τι βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα σχέδια έχετε;

Μακροπρόθεσμα δεν κάνω. Ιδίως ετούτη τη στιγμή. Βραχυπρόθεσμα ναι. Σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα τραγουδάκι, σε στίχους του Παναγιώτη Θωμά, που έγραψα για τον Don Giouseppe. Τον Ιταλό ιερέα με το κόκκινο μηχανάκι, που προσβλήθηκε από κορωναϊό και στο νοσοκομείο χάρισε τη μάσκα του οξυγόνου του σε ένα νέο άνθρωπο, προκειμένου να σωθεί αυτός. Βέβαια μετά υπήρξαν και άλλες ερμηνείες του γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση το τραγούδι, στο πρόσωπο αυτού του παπά, βλέπει το μεγάλο μυστήριο της θυσίας, της αγάπης και της αλληλεγγύης, που επιτρέπει τη συνέχεια της ζωής. Τραγουδάνε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Μανώλης Φάμελλος, ο Σταύρος Σιόλας, η υψίφωνος Μαρία Κοστράκη, ο βαρύτονος Ανδρέας Ζένιος και τα χορωδιακά σχήματα «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» Θεσσαλονίκης. Την ενορχήστρωση έκανε ο Κωνσταντίνος Δημηνάκης, ο οποίος παίζει και πλήκτρα, στο ακορντεόν είναι ο Θάνος Σταυρίδης και στο τσέλο η Στέλλα Τέμπρελη. Επίσης, λίγο μετά, το Φθινόπωρο, θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αρμός το καινούριο μου βιβλίο, με έναν τίτλο που εμπεριέχει και όλη αυτή την περιπέτεια που ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε. Εννοώ την περιπέτεια της πανδημίας, που για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού μας έφερε όλους τους ανθρώπους, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, ενώπιον του ίδιου κινδύνου και των προβλημάτων που αυτός γεννά.

Tatiana Havryliuk, CULTURE FORMATIVE POTENTIAL OF THE ORTHODOX ANTHROPOLOGY OF THE CONTEMPORARY GREEK THEOLOGIAN CHRYSOSTOMOS STAMOULIS

21731607_10214574308621286_6020702108728339652_oThe study aims to determine the latest understanding of the place and role of culture in Christian anthropology. The author proceeds from the lack of translation of the works of Chrysostomos Stamulis and the absence among Ukrainian religious scholars and theologians of ideas about the range of transformations of the fundamental ideas of Orthodox theology in modern Greek theological thought. Scientific novelty lies in defining the place and role of culture within the transformations of contemporary Greek Orthodox anthropology. The newest approach to understanding of culture as an expression of the divine in man provides the Orthodox anthropology with new vectors of development. The study indicates that the Orthodoxy continues to play significant role in formation of the Greek nation. Within this context, the dialogue with culture initiated by Chrysostomos Stamulis becomes an important factor of this formation and search for identity. Culture, in all forms of its expression, appears not only as a form of spiritual secular being, but also as the deep essence of man, one of the aspects of the image and the likeness to the God, that encourages man to go beyond the boundaries of everyday routine, and with the ability to admire Beauty, to reach the state of Love. The theologian is trying to demonstrate that presence of Christ in man cannot be measured only by man’s presence at the liturgy or involvement in the life of the church, but that extent of man’s freedom is also an important factor. Man is not an angel whose mission is solely to perform the will of the God. Man is the image and the likeness of the God, man is graced with mind, freedom, creativity and love. With them, man is the creator of our world, through culture, art and science, as well as through multiple social and personal relationships. Chrysostomos Stamulis unveils significant culture formative potential of the Orthodox anthropology, in which is formed the kind of man who is able to see good, beauty, love of the world created by the God, and through herself she affirms them in the outside world boldly starting a dialogue with it. And both culture and art play important role in this dialogue.

КУЛЬТУРОТВОРЧИЙ ПОТЕНЦІАЛ ПРАВОСЛАВНОЇ АНТРОПОЛОГІЇ СУЧАСНОГО ГРЕЦЬКОГО БОГОСЛОВА ХРИСОСТОМОСА СТАМУЛІСА

СОФІЯ. Гуманітарно-релігієзнавчий вісник. № 2(14)/2019 13

https://www.academia.edu/42938520/%D0%9A%D0%A3%D0%9B%D0%AC%D0%A2%D0%A3%D0%A0%D0%9E%D0%A2%D0%92%D0%9E%D0%A0%D0%A7%D0%98%D0%99_%D0%9F%D0%9E%D0%A2%D0%95%D0%9D%D0%A6%D0%86%D0%90%D0%9B_%D0%9F%D0%A0%D0%90%D0%92%D0%9E%D0%A1%D0%9B%D0%90%D0%92%D0%9D%D0%9E%D0%87_%D0%90%D0%9D%D0%A2%D0%A0%D0%9E%D0%9F%D0%9E%D0%9B%D0%9E%D0%93%D0%86%D0%87_%D0%A1%D0%A3%D0%A7%D0%90%D0%A1%D0%9D%D0%9E%D0%93%D0%9E_%D0%93%D0%A0%D0%95%D0%A6%D0%AC%D0%9A%D0%9E%D0%93%D0%9E_%D0%91%D0%9E%D0%93%D0%9E%D0%A1%D0%9B%D0%9E%D0%92%D0%90_%D0%A5%D0%A0%D0%98%D0%A1%D0%9E%D0%A1%D0%A2%D0%9E%D0%9C%D0%9E%D0%A1%D0%90_%D0%A1%D0%A2%D0%90%D0%9C%D0%A3%D0%9B%D0%86%D0%A1%D0%90?fbclid=IwAR1nxLTXHNO9n8u-fCGbj138YCkWPEQJE6I0PErB8auoyrAwHH10SUlrBjc

«Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης», η νέα έκδοση του βιβλίου του Χρυσόστομου Σταμούλη (παρουσίαση από τον Ισίδωρο Ζουργό)

viber_image_2019-11-14_21-09-25Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα
Πριν από λίγες εβδομάδες χτύπησε το τηλέφωνό μου και η φωνή του αγαπητού μου Χρυσόστομου Σταμούλη μου ζήτησε κάτι που με άφησε εμβρόντητο. Για την ακρίβεια μου ζήτησε να είμαι ένας από τους ομιλητές στην παρουσίαση του καινούριου του βιβλίου. Ο άλλος θα ήταν ο από χρόνια φίλος μου και ομότεχνος Θανάσης Τριαρίδης.
Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ήταν μήπως ο Χρυσόστομος είχε γράψει μυθιστόρημα κι αυτό δεν είχε πέσει στην αντίληψή μου. Όταν η συγκεκριμένη εκδοχή αποκλείστηκε, η ερώτηση που μου γεννήθηκε αυθόρμητα ήταν: «Σοβαρολογείς; Τι μπορώ να πω εγώ για ένα βιβλίο Θεολογίας και μάλιστα όπως τα γράφεις εσύ με τον δικό σου τρόπο;» Η απάντηση ήταν μάλλον προετοιμασμένη και για αυτό δύσκολα μπορούσες να την αντιπαλέψεις: «Με ενδιαφέρει» μου απάντησε «να δούμε πώς μας βλέπει ο άλλος κόσμος, τι εντυπώσεις αφήνει ένα τέτοιο βιβλίο που πραγματεύεται κυρίως θέματα πολιτισμού σε αυτούς που δεν είναι θεολόγοι ούτε έχουν τριβή με τέτοια κείμενα».
Είχα δύο επιλογές: Ή να σβήσω το επώνυμο Σταμούλης από το κινητό ή να αποδεχτώ την πρόσκληση. Δυστυχώς αποδέχτηκα τελικά την πρόταση και προτάσσω αυτή τη στιγμή το χιούμορ ως στήριξη στην ομολογούμενη αμηχανία μου να μιλήσω για τον Έρωτα και τον θάνατο μέσα από μια δοκιμή του πολιτισμού της σάρκωσης. Και το ξαναλέω από εδώ από το τραπέζι της παρουσίασης: Χρυσόστομε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι, αν κάτι σου θυμίζει αυτό;
Φίλες και φίλοι, ύστερα από αυτή την απαραίτητη εισαγωγή θα προχωρήσω στην καταγραφή της αναγνωστικής μου εμπειρίας στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε. Θα καταθέσω ένα αδρομερές τοπογραφικό της αναγνωστικής πρόσληψης, μια ματιά από τον έξω από τα θεολογικά δρώμενα κόσμο.
Το Έρως και θάνατος δομείται μέσα από μια προλογική ιστορία, ένα εισαγωγικό κείμενο για τη μεθιστορία, πέντε κεφάλαια και ένα υστερόγραφο που είναι ένα σχόλιο στην Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη. Προφανώς και δε θα επιχειρήσω κριτική στον τρόπο που αρθρώνονται τα θεολογικά επιχειρήματα και οι επισημάνσεις του συγγραφέα στα επιμέρους θέματα που θίγονται στο βιβλίο. Εκτιμώ πως θα είχε νόημα να διατυπώσω την αρχική αίσθηση. Κατόπιν με τη βοήθεια του συγγραφέα, του φίλου Θανάση Τριαρίδη και τη δική σας θα μπορούσαμε μέσα από συζήτηση να σταθούμε σε κάποια σημαντικά θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο
Στην αρχή του Έρως και θάνατος χρησιμοποιεί ως αφόρμηση, όπως έλεγαν οι παλιοί δάσκαλοι, μια προλογική ιστορία. Είναι η καταγραφή της υπόθεσης μιας γνωστής ταινίας που είχε πολύ συζητηθεί πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για τη γερμανική δραματική ταινία του 2006 Οι Ζωές των Άλλων (γερμ. Das Leben der Anderen) του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ.. Στη σελίδα 46 ο συγγραφέας διατυπώνει με ευκρίνεια πως αυτή η προλογική ιστορία επιστρατεύεται για να βοηθήσει να ξαναπούμε την ιστορία της Ορθοδοξίας.
Όπως και στα προηγούμενα κείμενά του Χρυσόστομου Σταμούλη που έχει τύχει να διαβάσω είναι διακριτός κι αυτή τη φορά ένας αέρας ελευθερίας που φυσάει ανάμεσα στις λέξεις και στις παραγράφους. Είναι νομίζω φανερό πως ο συγγραφέας είναι πρώτιστα αναζητητής. Αναζητητής σε κείμενα του παρελθόντος τα οποία εκτιμά πως μιλούν ή μάλλον φανερώνουν πτυχές της συλλογικής και ατομικής εμπειρίας οι οποίες έχουν ξεχαστεί ή βαθύτατα αλλοιωθεί. Αναφέρει στη σελ.48 :Και το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η προσαγωγή στο τραπέζι της αγωνίας καινοφανών δεδομένων, αλλά η αναζήτηση των ήδη υπαρχόντων.
Ο συγγραφέας ιχνευτής ακολουθεί χνάρια και διατυπώνει ερωτήματα. Κάποιες φορές συλλογίζεται οικοδομώντας εικασίες ή και απαντήσεις αλλά νομίζω πως δεν είναι αυτή η προτεραιότητά του. Θα έλεγα πως έλκεται περισσότερο από το παράδειγμα του Σωκράτη, αναφέρομαι στο πλατωνικό παράδειγμα της μύγας που κεντρίζει το άλογο της πολιτείας για να το σύρει έξω από τον λήθαργο. Η αναζήτηση της αλήθειας και η εγρήγορση η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα απαιτείται από το πνεύμα των καιρών ξεδιπλώνονται σχεδόν με ιερότητα μέσα στο κείμενο.
Μια δεύτερη παρατήρηση. Ο συγγραφέας στην συγκομιδή των παραδειγμάτων του δεν περιορίζεται μόνο σε εκκλησιαστικούς συγγραφείς του παρελθόντος αλλά αναζητεί, επιθυμώντας βαθύτατα θα έλεγα, την αναφορά και συνομιλία με έργα τέχνης και κείμενα τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν ανήκουν στο ευρύτερο κύκλο της εκκλησίας. Τόπος έρευνας και αναφοράς του Σταμούλη είναι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός χωρίς προαπαιτούμενα διαβατήρια πίστης, χωρίς βίζες εισόδου επικυρωμένες από κάποια αυθεντία. Οι άνθρωποι στο σύνολό τους, με τις αγωνίες τους, τους εφιάλτες και τα όνειρά τους είναι το θέμα, γιατί αυτοί παράγουν τον πολιτισμό, αυτοί νοσταλγούν κάποια ουρανομήκη παρουσία, αυτοί στο διάβα της Ιστορίας γελάνε και κλαίνε. Να το πούμε και αλλιώς, ο συγγραφέας δεν είναι από αυτούς τους θεολόγους που όταν μιλάνε για ποιότητα λόγου και πολιτισμού θα έμεναν αιωνίως στάσιμοι στο τρίγωνο Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Κόντογλου. Προφανώς τιμούμε όλοι μας και θαυμάζουμε και τους τρεις τους, όμως ο κόσμος και είναι αυτό πια φανερό όσο ποτέ, είναι πια πολύ μεγάλος και αντιφατικός και για να τον ερμηνεύσουμε χρειαζόμαστε κι άλλες πολλές ανάσες από κάθε γωνιά της γης. Αυτός ο πολιτισμός της σάρκωσης ή θα είναι πάντα επίκαιρος και όχι παρελθοντικός ή δε θα είναι καθόλου. Ή δε θα είναι περιορισμένος σε μια γωνιά της ανατολικής Μεσογείου αλλά παγκόσμιος ή δε θα είναι καθόλου. Στη σελίδα 83: Με άλλα και απλούστερα λόγια, οι καημοί των ανθρώπων σε ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, πέρα από τις οποιεσδήποτε διαβαθμίσεις εντάσεων και προτεραιοτήτων, είναι εν τέλει κοινοί. Οι απαντήσεις άλλοτε ταυτόσημες, άλλοτε παράλληλες, άλλοτε συγκρουόμενες.
Μια τρίτη παρατήρηση είναι η συμβολή του συγκεκριμένου βιβλίου στην αποενοχοποίηση από τραύματα που γέννησαν αγκυλώσεις του παρελθόντος, κυρίως αυτό που έχει να κάνει με τον σωματικό έρωτα δύο ανθρώπων μέσα από το αίσθημα της αγάπης. Μιας όμως και μας ζητήθηκε σήμερα να πούμε το πώς βλέπουμε εμείς οι έξω από τον εννοιολογικό χάρτη της θεολογίας, θα σας εξομολογηθώ πώς ξαφνιάστηκα με το πώς ο συγγραφέας αγγίζει και απελευθερώνει τη σωματική συνεύρεση των ανθρώπων. Ξαφνιάστηκα, όχι γιατί διαφωνώ μαζί του αλλά από τη σπουδή και την έγνοια του γράφοντος να μιλήσει και να στηρίξει θέσεις, οι οποίες νομίζω για τον μέσο άνθρωπο είναι πια αυτονόητες. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον νέο ή νέα που μέσα σε μια ατμόσφαιρα έλξης και αγάπης δε θα εμπιστευτεί το σώμα του στα χέρια του ανθρώπου που αγαπάει. Με άλλα λόγια δεν περίμενα ακόμη να συζητάμε αυτό που η ίδια η ζωή μας το έχει ήδη δείξει καθαρά. Η εμπειρία του σωματικού έρωτα σε μια σχέση αγάπης και στοργής είναι ασύμπτωτη με κάθε έννοια ηθικής παραβατικότητας και αμαρτίας.
Πολύ ενδιαφέρουσες μου φάνηκαν ακόμη οι σελίδες αυτές που μιλούσαν για την αντιμετώπιση της σημερινής Δύσης απέναντι στον θάνατο, αυτό το μεγάλο ταμπού του εικοστού πρώτου αιώνα. Νομίζω πως μέσα σε αυτό το θέμα συγκατοικούν και άλλα πολλά φαινόμενα όπως η απέλπιδα και πέρα από κάθε όριο και μέτρο προσπάθεια να μεταμφιεστούν τα γηρατειά σε κάτι άλλο, να εξαφανιστούν πίσω από οποιαδήποτε μάσκα. Άλλωστε στο Κολοσσαίο της πολιτικής ορθότητας ακόμη και η λέξη γέρος όταν από κάποιον εκστομιστεί είναι από μόνη της αφορμή να προκαλέσει κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι σελίδες που απεικονίζουν το σύγχρονο αθεϊστικό κίνημα προχωρούν σε μια κριτική χωρίς βέβαια να εξαντλούν το θέμα. Οι περιπτώσεις του Ρίτσαρντ Ντόκινς και του Michel Onfray αντιμετωπίζονται με ψύχραιμη αξιοπρέπεια ενώ ταυτόχρονα το νυστέρι της κριτικής κάνει τη δουλειά του. Εκείνο όμως που προκαλεί εντύπωση στον αναγνώστη είναι η σήμανση από την πλευρά του συγγραφέα της σπουδαιότητας της αθεϊστικής επίθεσης και πρόκλησης ως ευκαιρία και αφορμή για ενδοσκόπηση και ανασυγκρότηση. Αντιγράφω από τις σελίδες 278-279: θέλω να πιστεύω πως η κάθε αθεΐα αποτελεί την ευκαιρία της Εκκλησίας, προκειμένου να βγει από την υπαρξιακή της αφασία αλλά και την ιστορική της αμηχανία, στις οποίες την οδήγησαν τόσο η αδυναμία αλλαγής, ως αποτέλεσμα συνάντησης και συνεπώς μετοχής στον κοινό οίκο των διαφορετικών άλλων, όσο και η έλλειψη διάθεσης για νοηματοδότηση της ύπαρξης και της ζωής που βρίσκεται συνεχώς εν κινήσει. Με άλλα λόγια όπως το καταλαβαίνω εγώ αυτή η ομολογουμένως σφοδρή επίθεση της σύγχρονης αθεΐας είναι ιστορική ευκαιρία για την Εκκλησία για ένα reset, όπως θα λέγαμε χρησιμοποιώντας εκφράσεις της νεολαιίστικης αργκό.
Η πληθώρα των ζητημάτων που θίγονται στο Έρως και θάνατος και ο αναγκαστικά περιορισμένος χρόνος του ομιλητή με υποχρεώνουν να προσπεράσω ενδιαφέρουσες υποενότητες και να σταθώ σε μια αναφορά η οποία και στάθηκε σημαίνουσα στην αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου. Άραγε ο Χριστός γελούσε; Ο Σταμούλης θίγει το θέμα με αφορμή το Όνομα του Ρόδου , το γνωστό μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο. Στέκομαι εδώ γιατί τυχαίνει να έχω μια εμπειρία στη ζωή μου ως δασκάλου την οποία και δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Πριν από περίπου είκοσι χρόνια έχοντας μια Τρίτη δημοτικού, δηλαδή μαθητές περίπου εννέα χρονών, ένας από αυτούς σήκωσε το χέρι του στο μάθημα των Θρησκευτικών και χωρίς αποστροφές με ρώτησε αν ο Χριστός γελούσε. Ο Τάσος δεν είχε βέβαια διαβάσει Ουμπέρτο Έκο όμως τον απασχολούσε βαθύτατα ο Θεός της χώρας του και των γονιών του να είναι φωτεινός, χαρούμενος, ένας Θεός συμβατός με την αναγκαιότητα της χαράς στην παιδική ηλικία. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές στην πορεία μιας διδασκαλικής ζωής που το στρίμωγμα που νιώθεις από μια ερώτηση ή παρατήρηση σε λαξεύει, σε προχωράει και ανυπερθέτως σε βελτιώνει. Θυμάμαι πως του απάντησα πως δεν έχουμε κάποια απόδειξη για αυτό, καμιά αναφορά στα ιερά βιβλία όμως πιστεύουμε σε έναν Θεό της χαράς, που αγαπάει όλα τα παιδιά και σε αυτό έχουμε χωρίο στην Καινή Διαθήκη που να το αποδεικνύει. Συνέχισα μιλώντας για αρκετή ώρα προσπαθώντας να απομακρύνω από τη σκέψη του μαθητή μου τυχόν φόβους από την παρουσία ενός αυστηρού θεού ή του διαβόλου.
Όπως καταλαβαίνετε, φίλες και φίλοι, το θέμα σε εκείνη τη σχολική αίθουσα μπορεί με κάποιον τρόπο να λύθηκε όμως ανάμεσα σε ενήλικες και κάτω από έναν φακό ευρυγώνιας θέασης αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα.
Θα ήθελα να αφήσω πάνω στο τραπέζι της συζήτησης κάτι ακόμα, ερώτηση στον συγγραφέα και πρόσκληση διαλόγου: Τελικά όταν μιλάμε για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, έχουμε στον νου μας μια οντότητα ιδιαίτερα συμπαγή με ξεκάθαρες συντεταγμένες ή μιλάμε για ένα ευρύτερο σύνολο υποπολιτισμών – επιτρέψτε μου το αδόκιμο της διατύπωσης – δηλαδή ομοειδών ή συγγενικών υποσυνόλων που θα συνυπάρχουν και θα λειτουργούν εύρυθμα και αρμονικά;
Καθώς όμως στην παρουσίαση ενός βιβλίου συχνά πυκνά επιτρέπονται και οι γκρίνιες θα ήθελα να σχολιάσω το εξής: Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει τέτοια αξιόλογα βιβλία όπως το Έρως και θάνατος να είναι προσιτά και ελκυστικά στο ευρύτερο κοινό, φροντίστε σας παρακαλώ να παρατίθενται οι αναφορές στις παλαιές πηγές ταυτόχρονα με μια απόδοση του συγκεκριμένου αποσπάσματος στη νεοελληνική γλώσσα. Ομολογώ πως δε μου είναι εύκολο ούτε καν κατορθωτό να διαβάζω τον Μάξιμο τον Ομολογητή για παράδειγμα στο πρωτότυπο. Εάν μη τι άλλο χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου εξειδικευμένου μεταφραστή κυοφορούνται παρεξηγήσεις κατανόησης.
Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω μιας και η ιδιότητα μου ως εργάτη της γραφής με έφερε στο τραπέζι της παρουσίασης το καλαίσθητο αποτέλεσμα του λόγου στο Έρως και θάνατος. Διάλεξα ένα μικρό απόσπασμα που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Στη σελίδα 76 σχολιάζει και επεξηγεί μια φράση του Λεοτάρ: Και τούτο διότι είναι από αιώνες γνωστό, πως η πάλη με κάτι σε κάνει στο τέλος να του μοιάζεις. Γι’ αυτό και ο σκοπός των Πατέρων της ερήμου δεν είναι η νίκη του κακού, αλλά η συνάντηση με τη σαρκωμένη αγάπη, αυτή που σε κάνει αυτό που δεν είσαι. Μια διαρκής πάλη οικείωσης του φωτός.

Σας ευχαριστώ πολύ

Βιβλιοπωλείο «Αρμός» Θεσσαλονίκης 5 Μαρτίου 2020

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Εκτός συνόρων

ulysses-gaze-thumb-largeΣτην ιστορία του πολιτισμού το «εκτός» πάντα βρίσκεται σε διάλογο με το «εντός». Τα δύο, βέβαια, ορίζονται από ένα σύνορο – ένα σημείο μηδέν, που ακουμπά τόσο στο «εντός» όσο και στο «εκτός» χωρίς όμως να αποτελεί μέρος τους. Κρατάει για τον εαυτό του μια ουδετερότητα. Συνιστά ουσιαστικά ένα χώρο ή τρόπο μετάβασης, αναγκαίο για την αλλαγή που το πέρασμά του θα επιφέρει. «Σε αυτή την μπλε γραμμή τελειώνει η Ελλάδα», λέει ο Ηλίας Λογοθέτης στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. «Αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού».

Η άρνηση διάβασης του συνόρου κρατάει την ύπαρξη εντός του οικείου, δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα μικραίνει τον κόσμο μας. Επενδύει στη βεβαιότητα. Τη βεβαιότητα που ευαγγελίζεται ο επιστρατευμένος φόβος και την οποία εγγυάται η απόρριψη της έκθεσής μας σε αυτό που δεν ξέρουμε. Παντού και πάντα ο φόβος της αλλαγής. Ο φόβος απώλειας του ήδη διαμορφωμένου και κλειστού εαυτού. «Οταν θα γυρίσω, θα γυρίσω με τα ρούχα και το όνομα ενός άλλου», λέει στο φινάλε της ταινίας του «Το βλέμμα του Οδυσσέα» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, και βάζει φωτιά στη συστημική σκέψη.

Από την άλλη μεριά, η αποδοχή διάβασης του συνόρου εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο ρήξης με το οικείο, εισάγει το αίσθημα της ανασφάλειας, αλλά μαζί γεννάει τη γοητεία του ταξιδιού και το ρίσκο που αυτό πάντα εμπεριέχει. Ρίσκο συνάντησης, πλάτυνσης και επέκτασης. Βέβαια, είναι φορές που η κίνηση δεν γίνεται από τα μέσα προς τα έξω, αλλά και από τα έξω προς τα μέσα. Οσο δύσκολο είναι να βγει κανείς από τον οικείο τόπο –εαυτός, χώρα, τρόπος, γλώσσα–, τόσο δύσκολο είναι να εισέλθει στον οικείο τόπο, όντας ευρισκόμενος «εις χώραν μακράν» (Λουκά, 15, 13). «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ», λέει ο Μαστρογιάνι στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού». «Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;».

Πράγμα που σημαίνει πως η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στην απόφαση της αλλαγής, στη διάθεση να εγκαταλειφθεί η ασφάλεια της ακινησίας, η βεβαιότητα της συνήθειας και ο άνθρωπος, καθώς λέγει ο Ν. Γ. Πεντζίκης στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη», διά της κινήσεως, να αφήσει την ψυχή του «να γίνει παιχνίδι του ανέμου, προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού». Ζόρικα πράγματα, που απαιτούν γυμνότητα, ευθύνη, επιμονή και υπομονή, τρέλα και, κυρίως, διάθεση σύγκρουσης με την αυτοερωτικότητα ενός εαυτού τακτοποιημένου και κλειστού. Απαιτεί βίαιη κίνηση ενάντια σε ότι πιστεύει ότι όλα είναι εδώ.

Το φθινόπωρο του 1990, ο μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος επέκρινε δριμύτατα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με αφορμή την «αντεθνική και βλάσφημη» ταινία του «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Μια ταινία που ουσιαστικά πραγματεύεται την οντολογία του συνόρου και την αναγκαιότητα διαλόγου με την ετερότητα. Ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου υπήρξε προφητικός, όπως άλλωστε προφητικά για το θέμα του συνόρου υπήρξαν και τα σπουδαία έργα του Νίκου Καζαντζάκη –και αυτός ταλαιπωρημένος από τα χριστιανικά συστήματα–, με παραστάτη το βιβλίο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ενδιάμεσα, τη μάχη του «συνόρου» έδωσαν στον χώρο του χριστιανισμού συγγραφείς μιας άλλης αγωνίας, όπως για παράδειγμα ο Paul Tillich, χαρακτηρισμένος ως και θεολόγος του συνόρου, αλλά και ομάδες διανοουμένων στον τόπο μας, κυρίως θεολόγων, που προσπάθησαν να βγάλουν το κάρο από τη λάσπη. Ενδεικτικό παράδειγμα μιας τέτοιας προσπάθειας, μιας τέτοιας διάθεσης ουσιαστικού διαλόγου, το περιοδικό «Σύνορο», με τα εξαιρετικά αφιερώματά του, που εκδίδονταν στην Αθήνα, από το 1964 έως το 1967.

Πολύ εύκολα κάποιος θα έβλεπε σε τούτη την προσέγγιση συγγένειες με έναν άσαρκο διεθνισμό ή με μια χωρίς προϋποθέσεις και όρους παγκοσμιοποίηση. Οφείλω έτσι να ομολογήσω πως η ύπαρξη της ιστορικής πολιτισμικής σάρκας είναι η μόνη ασφαλιστική δικλίδα για μια ουσιαστική επέκταση των συνόρων. Και είναι αλήθεια πως η πρόκληση των συνόρων έχει να κάνει με τη διαδικασία της λειτουργικής τους επέκτασης. Επέκταση που πολλές φορές πραγματοποιείται με το ολοκληρωτικό σπάσιμό τους και την εξαρχής ανοικοδόμησή τους. «Τι έκαμε λέει;» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Τελευταίο πειρασμό», αναφερόμενος στη σχέση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, «Ο νόμος του Μωυσή; Πάει αυτός, γερο-Ζεβεδαίο, πάει περίπατο· τώρα έχουμε τον νόμο του Γιου του ανθρώπου, κατάλαβες; Ολοι αδέλφια! Πλάτυνε η καρδιά μας, πλάτυνε μαζί μας και ο νόμος, αγκαλιάζει τώρα όλους τους ανθρώπους· όλη η γης, Γη της Επαγγελίας! Πάνε τα σύνορα! […] Ο κόσμος ετούτος πρέπει έρριζα να ξεπατωθεί, να φυτευτεί καινούργιος, ο Νόμος ο παλιός να γκρεμιστεί, κι εγώ θα τον γκρεμίσω· καινούριος Νόμος να χαραχτεί απάνω στις πλάκες της καρδιάς, κι εγώ θα τον χαράξω. Θα φαρδύνω το Νόμο να χωρέσουν οχτροί και φίλοι, Ιουδαίοι κι ειδωλολάτρες, κι οι δέκα εντολές ν’ ανθίσουν!». Πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος του συνόρου ζει μέσα σε μια κάψα, εντός της οποίας «όλα τα σύνορα κουνιούνταν και μετατοπίζουνταν – φρονιμάδα και τρέλα, σταυρός και φτέρουγα, Θεός και άνθρωπος».

Βέβαια, κάποιοι τρέμουν στη θέα του γκρεμίσματος. Αδίκως. «Τα γκρεμισμένα», σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις στα «Σχόλια του Τρίτου», «δεν πρέπει να τα κλαίμε». Αποτελούν το υλικό της νέας κατασκευής, της νέας αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής. Η ζωή γνωρίζει πως στη φυσιολογία του σώματός της εμπεριέχονται η δομή και η αποδομή, έτσι όπως ζωγραφίστηκαν για παράδειγμα από τον Γιώργο Παραλή στην παραλία της Αφύτου. Κάθε αποδομή δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μια καινούργια δομή. Να ονειρεύεται μια καινούργια δομή, η οποία με τη σειρά της θα γκρεμιστεί, γκρεμίζοντας φράχτες τεχνητούς και προλήψεις, όταν θα ολοκληρώσει τον λόγο της ύπαρξής της και θα διατρέχει τον κίνδυνο της ειδωλοποίησης. Το σύνορο είναι δείκτης της ερωτικής δυνατότητας επέκτασης. Αλίμονο αν μας πλακώσει ο θάνατος.

* Ο κ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης είναι καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας, ΑΠΘ.https://www.kathimerini.gr/1030129/article/epikairothta/ellada/ektos-synorwn

Chrysostomos A. Stamoulis, EROS AS TRAUMA or THE COMMUNION OF BODIES AND THE EROTIC NATURE OF LIFE

valentin zubkov y valentina malyavina en Ivan´s Childhood, 1962 andrei tarkovsky«But he was here, waiting for his second wife, and he felt his heart clear, being serene in his mind. Or rather, perhaps not serene; though it was not the lust that sometimes made him feel awkward and weary: it was something else that he could not name […] the feeling of guilt he had done nothing about to cause it, some regrets people bring to the world. It may have been what theologians call the original sin: the sin of being alive! Yes, Life itself carries some sort of sin within it.»
I begin with this quote from “Narcissus and Chrysostom”, written by Hermann Hesse, in order to demonstrate from the outset the root of the problem, which is no more than the incrimination- in many cases demonization [within the “imagined as typical” Orthodox theological mentality, and I ask you Keep in your mind the words «imagined as typical»]- of love, sexuality, desire and pleasure. So I begin with a confessional and straightforward acceptance of a “defeat”, the appreciation of which “defeat” will allow the understanding of the final [not “typical”] conclusion, which is neither easy nor given. And I say this because the attitude of the authentic Orthodox theology towards the fundamental issues of love, sexuality, desire and pleasure does not concern the activities of individual members of the ecclesiastical body, but is related to the core of its essence. In many cases, the incrimination of Eros, by Orthodox theologians, points to a dehumanized society, a total rejection and incrimination of human existential identity. An incrimination, which makes young people wonder “if there is life before death”. Because the quality of a way of life, the quality of a culture, can only be measured by the attitude it holds towards love and death. These are the boundaries of reality, and their violation fatally injures the whole of existence and leads to departure from real life.
And I think that the time has now come, when having been free from ideological identities and institutional groupings, we can move from the apologetic justification of any failures of the past (and of the present), to the search of those marginal elements of the enormous Christian tradition that form the “house of God”, in which house man ultimately finds a home fulfilling his existence.
You will allow me, of course, not to mention here those theological opinions, or those theological engagements, that created the “cracks in the building”, threatening, if we adhere to their acceptance, the “house of theology” with total collapse. Time does not allow it.
However, I have the responsibility to note that in many patristic teachings, perhaps in most, we experience a provocative and enigmatic -even problematic- limitation of Eros and its characteristics to the relations of the persons of the Holy Trinity with one another, to the relationship of God to humans or to the relationship of humans to God; not to the relation of people to one another. We are in the face of a shortage that has fueled and continues to feed the history of Christian theology with a difficulty, making it accountable to the challenges of our times; as well as to all those “cracks” of its own (theological) “body” from where the flower emerges of another spring (in the center of which is man/woman and through man/woman, God himself). And I am clearly referring again to the need for our theological entry into the 21st century, celebrating the resurrection of [the doctrine of ] anthropology; That aspect of the total existence that was lost under the absolutization of theology [proper]. And I say this because the miracle is not the resurrection of God, a God is able to be raised, but the resurrection of man: a mystery and reality that follows and fulfills the doctrine of incarnation.
A classic case of this theological pathology is without a doubt the diachronic interpretation, within Christianity, of the “Song of Songs”. An interpretation limited exclusively to theological allegory: the bridegroom is Christ or Yahweh and the nymph the Church or Israel – and refuses to accept the possibility of explaining this beautiful text in terms of human relations as well. This is because such an interpretation, an anthropological approach to the text –according to contemporary Orthodox biblical scholars- is incompatible with the rationale accepting the book in the biblical Canon; which clearly means that what ultimately remains incompatible with the rationale of accepting the book in the biblical Canon is human relationships, eroticism, sex and love. The embarrassment of Orthodox theology to the “Song of Songs”, is also revealed by its non-use in the liturgical life of the Church. A practice of exclusion which is usually attributed (without necessarily convincing) to the fact that: «the content of the text is not suitable for liturgical use, as is the case with other Old Testament books». It is clear in this case that Christianity, Orthodox and non-Orthodox, reveals its «fearful» opposition to human eroticism by giving such an interpretation to the book and by having such a life attitude. An Erotophobia, which was received (not without internal struggle) by the Jewish religious tradition, which entered –either subconsciously or intentionally- into the Christian ontological teaching and pastoral practice.
Referring to the subject, Slavoj Žižek observes the following: «When dealing with an erotic-religious text like the Song of Songs, commentators are quick to warn us that extreme and overblown erotic images must be read allegorically: when, for example , the lover kisses the lips of the woman, this «really means» that God announces to the Jews the Ten Commandments. In short, what appears to be a description of a «purely human» sexual encounter symbolically reveals the spiritual union of God to the Jewish people. However, the most noteworthy Bible scholars are among the first to emphasize the limits of such a metaphorical reading that rejects sexual content as a «simple example»: [On the contrary] it is just this «symbolic» reading, which is «purely human», adding awkwardly a «deeper meaning» to an explosive sexual content. The literal reading of the Song of Songs -as almost a book of pornographic eroticism-, and the allegorical reading of the book are two aspects of the same function: what they have in common is that both presuppose that «real» sexuality is «purely human» without any distinct divine dimension. (Of course, here is the question: if sexuality is just a transfer, then what is the need for this problematic bypass? Why does not the spiritual content directly be attributed to? Maybe, because this content is not directly accessible to us due to the limitations of our sensual finite nature?) And what if, the Song of Songs is not read as an allegory, but, much more literally; as the description of a purely sensual erotic play? And what if the «deeper» mental dimension is already in use in the passionate sexual interaction itself? What we really need to do is not to reduce the references of human sexuality into a simple allegory, but to extract the inherent «spiritual» dimension that always separates human sexuality from animal mating.
And if one cannot agree with all of Žižek’s observations, he can certainly accept the correctness of the core of his thought, asking and proposing the “return of the Man” who was lost in the vastness of God’s existence. And along with it, the removal of dehumanization of eroticism, and also of sexuality, which was attempted (and in many cases achieved) by Christian theologians. Or in other words, the return of the divine to man, the sanctification of his total existence, of his total way, as evidenced by the mystery of the incarnation; Which is at the opposite of any abstraction, at the opposite of the Jewish practice of circumcision that ignores the intake and sanctification of man by God. And it is true, that in many cases, Christianity [and the Eastern Religions in general], sees the world as «defective and corrupt, and people as sinful.» It is precisely that which leads to moralistic considerations of salvation, where what is saved is not the whole human being but a human ghost, a matterless idea of a human. «Saving God,» says Elder Sophronios of Essex, «saves all mankind, so that not only the mind-spirit, but also the mental feelings and the logic and the body, are totally sanctified by God.»
Thus, without any doubt, Žižek’s unexpected intervention recalls the obvious. That love,[ that is love together with sex], is not just a function of the genital organs cut off from the total existence of man, but on the contrary, a reality that concerns the whole of existence. It is possibility and a force that allows the acceptance of life’s mystery. Love is a way of life, which requires relationship and reference of one to another. It is an essential truth, the power of which allows its symbolic use in order to express -to the utmost extent- the deepest and therefore more creative relations of the Created creatures with the Uncreated God. «Blessed is He who is in love with God», notes Saint John of the Ladder, and he completes his remark by pointing to «the erotic love that a zealous lover has for his erotic partner «. And on the other hand, there is an emphasis, an underlined footnote, that the total existence of man, [the whole man], and certainly not only his spiritual element, is made in the image and likeness of God. In such a case, we can talk about the paradise as a place of love, and of love as a quality of paradisial life.
Of course, moralism is an old phenomenon; however, it invades as virus the home of modern civilization through intellectual “doors” and “windows” poisoning its air and proving that the «anti-erotic neurotic mentality» has no cultural borders… I have the feeling that Erotic love has been persecuted for many years, but mostly today. It is persecuted by all sorts of systems, political, social, religious, cultural, philosophical and going on. They persecute it both progressives and conservatives, religious and atheists. And the persecution is performed in many ways.
[It is performed], leading to absolute embarrassment, those who honestly stand, for example, before the “Song of Songs”, this treasure of our tradition, which truth is against the habit we once considered tradition; Those who stand [in admiration] of an anthropological and hence profoundly theological anthem, which reveals with great excitement that if today there is a problem in the relations of people within the Church, it is not the existence of erotic love and desire, but its depressive absence; The dryness of life, the inability of people to fall in romantic-poetic love, to accept the body of their own, but also the body of another human, to serve the mystery of erotic love that sanctifies with its spiritual energy the psychosomatic existence of people [leading to the only possible surpassing of selfishness and to the profit of finding fulfillment through the erotic union with the other ]. People’s inability to embrace erotic love as a way of knowledge and a way of life prohibits them from understanding that Eros, «is always a dynamic pursuit, never a final achievement”. It is an absolute death of selfishness, of self-centeredness, of self-eroticism and narcissism; And at the same time a resurrection of being in communion, “an exit and an entrance”, a holy indecency, a holy humiliation within which the “body of certainty” breaks down to create from the beginning, the “new body”, the place and the space of coexistence, the common house of the new way of living, the Church of “holy sensitivity”.
I have the feeling that everything that has already been shown proves that for Orthodox theology, love and sexuality cannot be just a concession, that is, a marginal and utilitarian event in the life of man, nor of course an accident, but instead a main artery of existence ‘setting up’ and maintaining life; A retaining force, that through the ascetic and eucharistic struggle, brings what is apart into unity; in the common body (like the roots of the tree that make it standing on the earth, while the roots themselves- the tree itself- is in turn the restraining power of the soil, which in all other cases is threatened by the corrosive forces of times). A waterline, which protects the boat of the church from overloading by sinful intentions. This is also witnessed by another great theologian of the Church, Dionysios Areopagitis, who opposes the many moralists of the past -and of every age- who manically refuse to show respect to the nature of things. He stresses emphatically that Eros whether divine or angelic, or human, or psychic, or natural, is clearly identified with love and consists the «unifying» and «restraining» force that makes the superior to care for the inferior, the homogeneous to be in communion with each other, and finally the abandoned to be found.
Dear friends, maybe some people have been surprised about the content of my short intervention. But I must emphasize that the function of such an erotic perspective is the only force that makes the incarnation to become the “bread and the wine” offered in the life of a confused world. The only possibility that allows the ecstatic departure of a man from selfishness and the encounter with the “universal Man” of global history and culture.
The profound sin of our time, the great trauma that almost pervades the whole of social life, not only the Christian, is the absence of Eros. The inability of being in communion, the denial of relationships. A great writer of Thessaloniki, Christos Zafiris, wrote a book entitled “The Eros covers the city” and subtitle, “Love topography of Thessalonica”. He emphasizes, in the prologue of the book, how » Eros cannot be understood outside the body (I would add any body, ecclesiastical, political, cultural or other), and cannot be considered detached from other human functions and values of life. » Indeed, on the prolegomena of his work, we encounter two statements: one from the author Nikos Gabriel Pentzikis, (known for his love of Orthodoxy) and a second from Kostos Moskov (a writer, poet and for sometime educational adviser of the Greek embassy in Cairo, known for his love of the left –and later in his life- of Orthodoxy), which respectively read as follows: «I agree with what I suppose you want to say: that all the adventures, even this journey at the sea of Thermaikos, is Eros «(Mother Thessaloniki) and» The Erotic word of the city wandering diffuses as gaze, penetrating even the most dense mists at the streets of Tsimiski, Egnatia, at the area Vardar, showing how the Other is both within you and next to you «(Populism or leadership?).

7η τέχνη και ιερό

normal_NostalghiaAndreiTarkovsky_28629Η εκπομπή του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος Το τραπέζι της Κυριακής, που παρουσιάζουν ο Πορφύριος Νταλιάνης, δρ. Θεολογίας, και ο Γιώργος Ντόκος, θεολόγος, έχει αυτή τη φορά, θέμα: «Η αναζήτηση του ιερού στην έβδομη τέχνη».
Καλεσμένος είναι ο Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής και πρόεδρος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, και οι σκηνοθέτες Λένα Βουδούρη, Ευθύμης Χατζής, Αντώνης Κιούκας και Κωνσταντίνος Μπλάθρας.
Μεταδόθηκε την άνοιξη του 2012. Αντικείμενο της συζήτησης είναι η αναζήτηση ενός κινηματογραφικού γίγνεσθαι που κατορθώνει να λαβαίνει χώρα πέρα απ’ την πλοκή και τη δράση. Μιας τέχνης, δηλαδή, που ζητά να εμπνέεται από τις ιερές πηγές της ζωής.

Η μετατροπή της ηχογράφησης σε βίντεο (το οποίο απαρτίζεται από στιγμιότυπα ταινιών κορυφαίων σκηνοθετών) πραγματοποιήθηκε από το Αντίφωνο.

Αντίφωνο ( Antifono.gr)