Θεολογία και θάνατος με τον Χρυσόστομο Σταμούλη (Συνέντευξη στην Ξένια Στυλιανού)

Ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης διδάσκει στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. τα μαθήματα της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας και της Φιλόκαλης Αισθητικής της Ορθοδοξίας. Έχει συγγράψει σειρά βιβλίων και άρθρων. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, σερβικά, ρουμανικά και ρωσικά. Διευθύνει τη Χορωδία και την ορχήστρα Νέων Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Θεσσαλονίκης και, από το 1998, εισήχθη στον δισκογραφικό χώρο τόσο με συνθέσεις έργων όσο και με στίχους τραγουδιών που έχουν ερμηνευθεί από ξεχωριστούς τραγουδιστές. Μπορείτε να μάθετε περισσότερα για τον ίδιο και το έργο του μέσω του ιστότοπου «Τα καθ’ εαυτόν» https://antidosis.wordpress.com/

Ήτανε μέρα διακοπών για τον Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητή Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κι όμως, επικοινωνήσαμε ηλεκτρονικά από την Άφυτο Χαλκιδικής. 26 Ιουλίου 2022, μεσημεριάτικα. Δεν θέλω να σταθώ μόνο στην τιμή που μας έκανε ένας τέτοιος ξεχωριστός επιστήμονας και θεολόγος. Πιότερο θέλω να κρατήσω τη χαρά τούτης της κουβέντας που κάναμε παρέα και που μοιράζομαι εδώ μαζί σας. Εκτός από το χάρισμα του λόγου που πολύ εύκολα διαπιστώνει κανείς από τις πρώτες αράδες τις συνέντευξης που ακολουθεί, ο Χρυσόστομος Σταμούλης όταν μιλά, μιλά στο μέσα μας. Όσοι και όσες τον γνωρίζουν ή έτυχε, έστω και μια φορά, να τον συναντήσουν από κοντά, καταλαβαίνουν αυτό που με κόπο γλωσσικό προσπαθώ να περιγράψω. Όσο για το περιεχόμενο της συζήτησης «Θεολογία και θάνατος», ήξερα και το κατέθεσα εξαρχής πως δεν θα μπορούσαμε να το καλύψουμε, όπως συμφώνησε κι ο καθηγητής:

Σίγουρα είναι ένα θέμα το οποίο είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να το καλύψει, με κανέναν τρόπο… Χρειάζονται πολλές ζωές ή χρειάζεται όλη η ιστορία του πολιτισμού για να περιγράψουμε λιγάκι τον θάνατο, όχι να τον καλύψουμε. Μπορούμε, όμως, να πούμε κάποια πράγματα ακροθιγώς, να περιγράψουμε μια πραγματικότητα και, κυρίως, την πραγματικότητα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Θεολογίας.

Αυτό ακριβώς! Προτού μιλήσουμε για την προσέγγιση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Θεολογίας, μπορούμε να πούμε κάτι που να αποτελεί κοινή πορεία των θρησκειών, της Θεολογίας και άλλων θρησκειών; Είναι ο θάνατος αυτό που έκτισε τις θρησκείες;

Έχω την αίσθηση ότι η ζωή του ανθρώπου ορίζεται από δύο οριακά γεγονότα – τον έρωτα και τον θάνατο. Ό,τι υπάρχει ανάμεσά τους ονομάζεται Πολιτισμός, ας πούμε, η Ιστορία. Συνεπώς, η αγωνία του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του, τον κόσμο και την Ιστορία, δημιουργούν μια κοινή βάση στον χώρο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες ουσιαστικά, και τα πρόσωπα εντός των θρησκειών, προσπαθούν να εξηγήσουν το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου. Δηλαδή, σήμερα υπάρχω κι αύριο δεν υπάρχω. Σήμερα υπάρχουν οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου, τα πρόσωπα της σχέσης και της αγάπης κι αύριο αυτά τα πρόσωπα δεν υπάρχουν. Συνεπώς, οι θρησκείες συνδέονται πλήρως με το μυστήριο του θανάτου. Στην καρδιά των θρησκειών βρίσκεται το μυστήριο του θανάτου και η προσπάθεια ερμηνείας του, η οποία δεν είναι καθόλου εύκολη. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ναι, οι θρησκείες εμπεριέχουν αυτή την κοινή αγωνία. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω σίγουρα, ότι ‘στήνονται’ πάνω στο μυστήριο του θανάτου. Είναι μια ερμηνεία στον χώρο των Επιστημών ότι η εκμετάλλευση του θανάτου είναι αυτή η οποία δίνει έναν λόγο υπάρξεως στις θρησκείες. Η δική μου άποψη είναι ότι, αυτό συνέβη κυρίως στις θρησκείες των πρώτων ανθρώπων, οι οποίοι κατοίκησαν αυτόν τον κόσμο κι αυτόν τον πλανήτη, οι οποίοι στεκόντουσαν με την ίδια αγωνία απέναντι και στο μυστήριο της φύσεως, στην πραγματικότητα της ζωής… Δεν είχαν, δηλαδή, τα εργαλεία τα επιστημονικά προκειμένου να εξηγήσουν βασικά πράγματα της υπάρξεως. Αλλά, όσο περνούσαν τα χρόνια και ο άνθρωπος λειτουργούσε στα πλαίσια του λόγου και των χαρακτηριστικών που αυτός ο λόγος δίνει, οι θρησκείες άρχισαν να κατανοούν διαφορετικά την πραγματικότητα του θανάτου και δώσαν, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο, τις δικές της ερμηνευτικές προτάσεις. Φαίνεται πως οι θρησκείες συμφωνούν σε πάρα πολλά, αλλά θα έλεγα ότι διαφωνούν και σε πάρα πολλά. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένας θρησκειολογικός ή θρησκευτικός συγκρητισμός στο θέμα του θανάτου, όπως δεν υπάρχει και σε όλα τα υπόλοιπα θέματα. Αλλά οπωσδήποτε, ναι, ο θάνατος βρίσκεται στον πυρήνα της θεολογικής σκέψης και της εκκλησιαστικής ζωής ή της θρησκευτικής ζωής όλων των θρησκευτικών σχημάτων του κόσμου, όλων των θρησκειών και  σε διάλογο πάντα με το μυστήριο της ζωής.

Τι είναι αυτό που η Χριστιανική Θεολογία πρεσβεύει για τον θάνατο; Πώς προσεγγίζει την ύλη, την ψυχή;

Η Χριστιανική Θεολογία είναι μια Θεολογία της ζωής κι όχι του θανάτου. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για τη ζωή κι όχι για τον θάνατο, γι’ αυτό και δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον θάνατο. Αν ο άνθρωπος ήταν φτιαγμένος για τον θάνατο, θα ήταν συμβιβασμένος. Επειδή όμως υπάρχει μέσα του αυτή η φλόγα της αιωνιότητας, της απειρότητας της ζωής, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο θάνατος δε θεωρείται ένα φυσικό γεγονός στη χριστιανική θεολογική σκέψη. Βιολογικά, βεβαίως, είναι αποτέλεσμα της φθαρτότητας και της κτιστότητας του ανθρώπου, αλλά αυτή η βιολογικότητα και η φθαρτότητα μπορούν να νικηθούν στη Χριστιανική Θεολογία όταν ο άνθρωπος διαλέγεται και συναντιέται με τον ίδιο τον Θεό, τον Τριαδικό Θεό, από τον οποίο αντλεί και τον λόγο της υπάρξεώς του. Συνεπώς, είναι ένα παρά φύση γεγονός, είναι ο έσχατος εχθρός, ο οποίος πρέπει να νικηθεί και, βεβαίως, νικιέται με την Ανάσταση του Θεού και Λόγου του Πατέρα, του θεανθρώπου Χριστού, ο οποίος έχει λύσει αυτό το αίνιγμα και καλείται ο κάθε άνθρωπος να συμμετάσχει σ’ αυτήν τη γιορτή της «αθανασίας», γιατί ο μόνος αθάνατος είναι ο Θεός. Τώρα, για την ύλη. Σέβεται την ύλη, προφανώς, σέβεται και το πνεύμα. Στις περισσότερες θρησκείες υπάρχει ένας απόλυτος σεβασμός του πνεύματος ή μια προσπάθεια σεβασμού του πνεύματος. Σε ελάχιστες περιπτώσεις θα δούμε η ύλη να στέκεται στο ίδιο ύψος, στο ίδιο βάθρο με το πνεύμα. Και, ενώ ο Χριστιανισμός έχει κατηγορηθεί ως η θρησκεία του πνεύματος, θα πρέπει να πούμε ότι αυτό είναι μια παρεξήγηση. Η Χριστιανική Θεολογία και ιδίως η Ορθόδοξη Θεολογία επιμένει στο γεγονός της ύλης. Θα έλεγα ότι είναι μια  υ λ ι σ τ ι κ ή  Θεολογία και μια  υ λ ι σ τ ι κ ή  Εκκλησία. Διότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος προκειμένου να σώσει το δημιούργημά του, το κτίσμα του. Και τι σημαίνει γίνεται άνθρωπος; Προσλαμβάνει όλη την ανθρώπινη φύση – και το πνεύμα και την ύλη, τα πάντα, δίχα μόνης αμαρτίας. Σαρκώνεται ο Θεός – κοιτάξτε τι όμορφη λέξη! – σαρκώνεται, γίνεται σάρκα. Ενανθρωπίζει, γίνεται εντελώς άνθρωπος προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο. Δηλαδή γίνεται αυτό που δεν είναι προκειμένου να σώσει αυτό που δεν είναι. Άρα, λοιπόν, έχουμε έναν απίστευτο σεβασμό της ύλης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, για παράδειγμα, λέγει «σέβω οὖν τὴν ὕλην», και το περιγράφει αυτό και στους λόγους του κατά των Μανιχαίων και σε άλλα κείμενά του, όπως και όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας. Κι αν δούμε και τα ταφικά έθιμα, στη χριστιανική παράδοση, θα δούμε αυτόν τον σεβασμό της ύλης, ο οποίος, βεβαίως, υπάρχει και στην αρχαιοελληνική θρησκεία και σε άλλες θρησκείες με κάποιον τρόπο. Αλλά, νομίζω ότι, αυτό που συμβαίνει στον Χριστιανισμό ξεπερνάει κάθε όριο διότι ένας Θεός έρχεται και γίνεται άνθρωπος. Έχουμε, δηλαδή, σάρκωση του ίδιου του Θεού. Και, νομίζω, αυτό κάνει και τη μεγάλη διαφορά. Αυτός ο Θεός νικάει τον θάνατο δια της Αναστάσεώς του.

Αφού αναφερθήκατε στα ταφικά έθιμα, θα ήθελα να ρωτήσω για ποιον λόγο να μην έχει ο χριστιανός την επιλογή της ταφής ή της καύσης;

Στη χριστιανική και θεολογική σκέψη είναι σαφές ότι αυτό το οποίο είναι αποδεκτό είναι η ταφή του κεκοιμημένου. Και, βεβαίως, η ταφή του κεκοιμημένου έχει σχέση και με την ύλη διότι, όπως είπα πριν, το σώμα τιμάται. Γνωρίζουμε όλοι τα ταφικά έθιμα · πώς, δηλαδή, ραίνει η κοινότητα, τα μέλη, το σώμα, πώς χρησιμοποιείται το λάδι, πώς χρησιμοποιείται το κρασί, δηλαδή όλη αυτή την υλική πραγματικότητα προκειμένου να τιμηθεί το σώμα. Διότι ακριβώς το σώμα έχει αθανασία. Άρα λοιπόν, αυτή η αισθητική της χριστιανικής Εκκλησίας έχει ιδιαίτερο νόημα και, παρότι δεν συνδέεται με τον πυρήνα του Δόγματος. Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο από το τίποτα «ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι ἡμᾶς παρήγαγεν» – και, βεβαίως, θα μπορούσε στην Ανάσταση να ξαναφτιάξει τον άνθρωπο από τη στάχτη, έτσι όπως ήταν, για να έχουμε ανάσταση σωμάτων. Εντούτοις, η Χριστιανική Θεολογία εκφράζει αυτή την αισθητική ευαισθησία, η οποία είναι άκρως θεολογική και συνδέεται πλήρως με τον πυρήνα της παραδόσεως, προκειμένου να δείξει και συμβολικά την τιμή στο ανθρώπινο σώμα. Αυτό δε σημαίνει ότι η πολιτεία ταυτίζεται πάντα με τις απόψεις των θρησκευτικών κοινοτήτων, ακόμα κι αν αυτές οι θρησκευτικές κοινότητες, όπως η Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, είναι οι κυρίαρχες θρησκευτικές κοινότητες – με την έννοια την πληθυσμιακή πλέον κυρίαρχες. Είναι ξεκάθαρο πλέον στη νομική σκέψη, πως η επικρατούσα θρησκεία δεν έχει μεγαλύτερα προνόμια από τις υπόλοιπες αναγνωρισμένες θρησκείες.  Συνεπώς, η πολιτεία επιλέγει πάντα αυτό που είναι γι’ αυτήν χρήσιμο και ουσιαστικό, και η καύση, για παράδειγμα, των νεκρών -η πολυσυζητημένη- έρχεται όταν υπάρχουν δυσκολίες στον χώρο να υποδεχθεί τα σώματα των κεκοιμημένων. Τα νεκροταφεία βρισκόντουσαν στο κέντρο των χωριών των πόλεων, σταδιακά βρέθηκαν εντελώς έξω, βρέθηκαν εντελώς εκτός των ιστορικών ιστών των πόλεων και των χωριών. Αυτήν τη στιγμή αντιμετωπίζονται πάρα πολλά προβλήματα – τα είδαμε και στην περίπτωση της πανδημίας. Οπότε, για λόγους πρακτικούς ουσιαστικά, η πολιτεία προχωρά στην καύση των νεκρών. Δεν είναι ιδεολογική στάση οποιασδήποτε πολιτείας. Από την άλλη πλευρά, τα μέλη της εκκλησιαστικής κοινότητας έχουν αυτήν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν και ως μέλη μιας πολιτειακής κοινότητας-ενότητας, παράλληλα με την ταυτότητα που έχουν ως μέλη μιας θρησκευτικής κοινότητας. Γι’ αυτό και βλέπετε ότι στις Εκκλησίες τις Χριστιανικές Ορθόδοξες στο εξωτερικό έχουμε πρακτικές που ακόμα στην Ελλάδα δεν είναι αποδεκτές. Δηλαδή, γίνεται η Εξόδιος Ακολουθία για κάποιον που έχει κοιμηθεί-πεθάνει και μετά η οικογένεια αποφασίζει αν θα ταφεί ή αν θα καεί ο κεκοιμημένος. Η Εκκλησία, δηλαδή, δεν μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία γιατί αυτό που την αφορά είναι να τελέσει το μυστήριο της Εξοδίου Ακολουθίας για τον κεκοιμημένο. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει η οικογένεια σε σχέση με τα δεδομένα μιας κατάστασης πολιτικής, πολιτειακής, ανάλογα με τον τόπο στον οποίο ο καθένας ζει. Άλλωστε η Εκκλησία πιστεύει στο θαύμα και όλη η ζωή του ανθρώπου είναι ένα θαύμα. Άρα, όπως είναι θαύμα η ζωή του, είναι θαύμα και η αναγέννηση αυτής της ζωής με τον τρόπο που ο ίδιος ο Θεός θέλει. Για να είμαι, λοιπόν, σαφής, θα πω ότι δε βλέπω η καύση των νεκρών να προσβάλλει το δόγμα της ανάστασης. Είναι ένα θέμα εθιμικό, αισθητικό, αλλά έχει ρίζες βαθιές και συνδέεται πλήρως με τη Θεολογία και την παράδοση της Εκκλησίας. Μερικές φορές, αν δεν υπάρχει κάποιος λόγος να ξεπερνούμε αυτήν την παράδοση, νομίζω δεν πρέπει να το κάνουμε. Άλλωστε, μη ξεχνάτε, ότι υπάρχουν μάρτυρες και νεομάρτυρες, οι οποίοι έχουν καεί. Φαντάζομαι πως όλοι πιστεύουμε ότι αυτοί θ’ αναστηθούν και θα βρίσκονται στην αγκαλιά του Θεού. Δεν έχει τέτοια προβλήματα η Θεολογία και η Εκκλησία.

Αναφερθήκατε στα κοιμητήρια και στους κοιμηθέντες. Γιατί κοιμηθέντες και όχι νεκροί, γιατί κοιμητήρια και όχι νεκροταφεία;

Διότι ακριβώς στο σύμβολο της Πίστεως ακούμε και διαβάζουμε εκείνο το πολύ όμορφο «προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν». Άρα, δεν ομιλούμε για έναν θάνατο με την έννοια τις οριστικής παύσης της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά για έναν ύπνο από τον οποίο θα ξυπνήσει ο άνθρωπος όταν θα ακούσει τις σάλπιγγες της Αναστάσεως.

Δεν είναι, δηλαδή, συμβολικό το «κοιμηθέντες», αλλά ουσιαστική αυτή η προσέγγιση.

Βεβαιότατα! Η Εκκλησία ζει με αυτήν την προσδοκία. Είναι πολύ σημαντικό αυτό το «προσδοκῶ νάσταση νεκρῶν». Έχει μέσα μια ελπίδα, μια αναμονή. Και δε διαλέγεται με εκείνη τη βεβαιότητα, η οποία είναι ξιπασμένη πολλές φορές, και δημιουργεί και κάποια προβλήματα στον τρόπο που υπάρχουμε καθημερινά. Η Εκκλησία είναι πολύ προσεκτική στη χρήση των όρων και των λέξεων: «προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν». Ούτε καν ελπίζω. Έχει μια άλλη δυναμική το «προσδοκώ». Εμπεριέχει την ελπίδα, όπως είπα, αλλά έχει μια άλλη δυναμική. Και, νομίζω, ότι η Εκκλησία με αυτήν την προσδοκία ζει, την προσδοκία των εσχάτων. Δηλαδή την προσμονή της συνάντησης και της επανάληψης ή της συνέχισης της γιορτής, η οποία ξεκινάει από εδώ. Μια γιορτή είναι η Εκκλησία.

Προέκυψε μια καινούρια μου απορία τελευταίως μιας και στην Κύπρο έχει γίνει το πρώτο νεκροταφείο ζώων, το οποίο μεταφράζεται, μάλλον, από την αγγλική λέξη cemetery, ως ‘κοιμητήριο ζώων’. Το έψαξα και είδα πως και στην Ελλάδα υπάρχουν ‘κοιμητήρια ζώων’. Μπορούμε να μιλούμε για ‘κοιμητήρια ζώων’;  Το «κοιμηθέντες» δεν αφορά μόνο στους ανθρώπους;

stserap2

Όχι! Ναι, μπορούμε να μιλούμε και για κοιμητήρια ζώων. Η κτίση όλη, ως δημιουργία Θεού, είναι λίαν καλή δημιουργία. Δηλαδή είναι όμορφη. Είναι αυτό που πρέπει να είναι. Έχει μέσα της το κάλλος και την ωραιότητα του δημιουργού Θεού. Πράγμα που σημαίνει ότι όλη η κτίση προσδοκά αυτή την Ανάσταση. Δεν την προσδοκά μόνο ο άνθρωπος. Ποια είναι η διαφορά της υπόλοιπης κτίσεως και του ανθρώπου; Ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει την ανάστασή του. Η κτίση ακολουθεί τον άνθρωπο είτε στον βυθισμό της είτε στη συνανάστασή της. Κι αυτό μπορούμε να το δούμε στην εικονογραφία των Συναξαρίων, όπου οι άνθρωποι είναι με τα ζώα, τα λιοντάρια, τις αρκούδες… Θυμηθείτε εκείνη την πολύ ωραία εικόνα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ και άλλων πολλών, όπου όλη η φύση συναποθνήσκει ή συναναστένεται (Και το υμνολογικό, «Χορευέτω τοίνυν πᾶσα ἡ κτίσις καὶ σκιρτάτω».

Άγιος Σεραφείμ ο Σάρωφ – Πηγή εικόνας: https://www.pemptousia.gr/2019/01/agserafimsarof/

Μου αρέσει συχνά πυκνά να παραπέμπω σ’ εκείνο το ωραίο το τραγουδάκι του Διονύση του Σαββόπουλου – το άκουγα και σήμερα το πρωί – «μην πετάξεις τίποτα, φτάσαμε στ’ ανείπωτα, μας μεταμορφώνει μια πνοή». [Μπορείτε ν’ ακούσετε το τραγούδι εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=PQRTKgXslOs ] Δεν πετάμε τίποτα. Οι Άγιοι ζούσαν με τα άγρια ζώα διότι ακολουθούν τη μοίρα τους και την τύχη τους. Ζούσαν με την κτίση. Βλέπετε σήμερα το οικολογικό ενδιαφέρον του Οικουμενικού Πατριάρχη, γι’ αυτό και ονομάζεται πράσινος πατριάρχης.  Έχει δείξει ένα απίστευτο ενδιαφέρον, διότι η κτίση είναι το σπίτι μας, είναι το άλλο σώμα μας, είναι ο άλλος μας εαυτός. Και τα ζώα είναι μέρος αυτής της κτίσεως. Άρα, λοιπόν, με αυτήν την έννοια, ο σεβασμός είναι αμείωτος και ατέλειωτος και εγώ δε θα είχα κανένα πρόβλημα να δω και κοιμητήρια ζώων. Διότι είναι δημιουργήματα του Θεού. 

Μου αρέσει και με προβληματίζει ταυτόχρονα η προσέγγισή σας.

Να σας δώσω μια εικόνα για να καταλάβετε τι εννοώ. Περπατά ο Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ με τον γέροντά του και πηγαίνουν προς το κελί. Κι επειδή ο δρόμος έχει κλείσει, στο μονοπάτι έχει μπαστούνι – μια μαγκούρα- και χτυπάει τα χόρτα δεξιά κι αριστερά. «Είδα», λέει, «το πρόσωπο του γέροντος που συννέφιασε όταν φθάναμε στην καλύβη και κατάλαβα διότι κτυπούσα την κτίση χωρίς λόγο». Και μια άλλη πολύ όμορφη ιστορία – τις βάζω παράλληλα αυτές στις δύο ιστορίες – του Σταύρου Κουγιουμζή. Μου είπε, λοιπόν, αυτός ο σπουδαίος συνθέτης, που είχα τη χαρά να συγκαταλέγομαι στους φίλους του -και να κάνουμε αρκετή παρέα για πολλά χρόνια και να συζητούμε πολύ – ότι κάποτε ένας φίλος του τρελάθηκε και πήγε στο Λεμπέτι στη Θεσσαλονίκη. Όταν πήγε να τον δει, του είπε ο γιατρός ότι «ξέρεις, έχει αυτό κι εκείνο» – το ονόμασε κιόλας, «και συνέχεια φωνάζει για ένα μυρμηγκάκι». «Κι εγώ», λέει, «κατάλαβα πόσο αφελής ήταν ο γιατρός, διότι ήξερα. Πριν πολλά χρόνια πήγαμε μαζί για μπάνιο στη θάλασσα και τον είδα να κοντοστέκεται κάποια στιγμή. Είχε φτάσει στο νερό μέχρι το γόνατο στη θάλασσα διότι είδε πάνω του, στον ώμο του, ένα μυρμηγκάκι. Και τελικά βούτηξε». Κι από τότε αυτός ο άνθρωπος παρουσίασε αυτά τα χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας. Είναι αυτή η ευαισθησία, η  υπερευαισθησία των ανθρώπων, η οποία αγγίζει και τα όρια της αγιότητας, αλλά μπορεί ν’ αγγίζει και τα όρια της ψυχοπαθολογικής τρέλας. Ήταν η ενοχή του διότι έπνιξε το μυρμηγκάκι. Ε, τέτοιες ιστορίες συναντάμε σε όλα τα σχετικά μας κείμενα.

Πορευόμαστε μαζί με τη φύση, λοιπόν. Αυτό κρατάω…

Ρωτούν καμιά φορά τα παιδιά στο σχολείο, ειδικά όταν τους δίνεται η ευκαιρία ή νιώθουν ότι έχουν κάποιον «ειδικό» να τους απαντήσει, «πού πάμε όταν πεθαίνουμε οι άνθρωποι; Πάμε στον Παράδεισο; Στην Κόλαση; Κάπου ενδιάμεσα;» Η ιδέα της Κολάσεως και του Παραδείσου χρησιμοποιείται συχνά από εμάς τους ενήλικες, κυρίως συμβολικά θεωρώ. Τα παιδιά όμως δεν το κατανοούν αυτό. Τι θα απαντούσε, λοιπόν, ένας θεολόγος στην ερώτηση ενός παιδιού «πού πάει κανείς όταν πεθαίνει;»;

Ο Παράδεισος και η Κόλαση – διότι εκεί πάει κανείς όταν πεθαίνει σύμφωνα με τη Θεολογία μας, με την Εκκλησία μας- δεν είναι τόπος. Είναι ένας τρόπος υπάρξεως. Δηλαδή, ο Παράδεισος είναι η συνεχής γιορτή και η σχέση, η συνάντηση. Η μόνιμη συνάντηση. Και η Κόλαση είναι η απουσία της σχέσης. Και να δώσω ένα παράδειγμα. Ο Αβάς Μακάριος προχωρούσε κάποτε σε μια έρημο και με το μπαστούνι του χτύπησε το κρανίο ενός αιρεσιάρχη, το οποίο βρισκόταν εκεί, προφανώς, χρόνια. Και ακούστηκε μια φωνή που έλεγε «Γέροντα, σώσε με». Ρώτησε: «Ποιος είσαι; Από πού να σε σώσω;» και λέει «είμαι στην Κόλαση». «Και τι σημαίνει κόλαση;». Κι έδωσε μια πολύ ωραία εικόνα: μια σειρά ανθρώπων όπου ο ένας ακουμπάει το πρόσωπό του στην πλάτη του άλλου. Τα μάτια τους, δηλαδή, δε βλέπουν. Γι’ αυτό και η πραγματική εικόνα της Κολάσεως που βλέπουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι αυτή η εικόνα με τα τελώνια και τις σκάλες που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Αυτά είναι παιδαγωγικά σχήματα για νηπίους ανθρώπους, μέλη της Εκκλησίας, διότι δεν μπορούν να κατανοήσουν αλλιώς. Σ΄ ένα νήπιο δε δίνεις κρέας, μόνο γάλα, διότι αλλιώς θα πνιγεί. Αλλά όσο περνάν τα χρόνια κι η Εκκλησία μεταβαίνει «εις μέτρον ηλικίας Χριστού» μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο γέροντας Μακάριος: η αδυναμία να κοινωνήσουμε, να δούμε τον άλλο στο πρόσωπο, στα μάτια, είναι η κόλασή μας. Και, νομίζω, αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε και στην καθημερινή μας ζωή. Ζούμε πολλές φορές σε μεγάλες πόλεις, σε πολύβουους δρόμους… Σε αυτούς τους πολύβουους δρόμους, από τους οποίους πολλές φορές με το ζόρι χωράμε για να περάσουμε, ζούμε και βιώνουμε την απόλυτη κόλαση. Διότι δεν μπορούμε να συναντηθούμε με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν έχουμε κάτι για να κοινωνήσουμε. Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε το ΜΑΖΙ. Και σε άλλες περιπτώσεις ένας ασκητής είναι σε μια έρημο κι όμως γιορτάζει το ΜΑΖΙ, «σὺν πάσι τοῖς Ἁγίοις» και προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Άρα, λοιπόν, ο Παράδεισος είναι η γιορτή του ΜΑΖΙ, της συνάντησης και η κόλαση είναι η παντελής απουσία και ακοινωνησία. Και το πιο δύσκολο είναι ότι οι κολασμένοι βλέπουν τη γιορτή και δεν μπορούν να συμμετάσχουν στη γιορτή. Είναι όπως όταν ένα παιδί βλέπει τα άλλα παιδιά να παίζουν δίπλα του και δεν του δίνουν τη δυνατότητα να παίξει μαζί τους. Αυτό είναι κόλαση. Αν θες να τρελάνεις ένα παιδί, δε θα το παίξεις. Δε θα το καλέσεις στη γιορτή. Βέβαια, εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο κολασμένος δεν θέλει το συνεχώς προσφερόμενο μαζί του Θεού και των αγίων του.

Άρα, με αυτό το σκεπτικό, υπάρχει αυτή η επικοινωνία και μετά θάνατο; Με ρώταγε ο έφηβος γιος μου τις προάλλες αν οι ψυχές συναντιούνται μετά τον θάνατο. Υπάρχει αυτή η επικοινωνία και μετά τον θάνατο; Ισχύει κάτι τέτοιο στη Θεολογία;

Βεβαιότατα! Αν δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, νομίζω ότι δε θα μιλούσαμε για Χριστιανική Θεολογία και για Χριστιανική Ορθόδοξη παράδοση. Αυτή είναι η προσδοκία και η ελπίδα για την οποία μίλησα πριν. Αλλά τώρα θυμήθηκα ένα τραγούδι πάρα πολύ ωραίο, που λέει η Χαρούλα η Αλεξίου «ψυχές και σώματα, στον κόσμο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή». [Ακούστε το τραγούδι εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=tU_NWX-H-RI ] Αυτό το «και πάλι από την αρχή» στη Χριστιανική παράδοση δε συνδέεται με κάποια μετενσάρκωση. Ο άνθρωπος δεν ξαναγεννιέται, διότι είναι πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Είν’ αυτό κι όχι το άλλο. Πράγμα που σημαίνει ότι έχει μια πορεία, η οποία κινείται στα έσχατα, στην αιωνιότητα. Το ίδιο πρόσωπο πορεύεται στην άλλη ζωή, η οποία είναι συνέχεια αυτής της ζωής. Είναι μία η ζωή, με άλλα χαρακτηριστικά. Ενώ οι ανατολικές παραδόσεις έχουν μετενσάρκωση στο ίδιο πρόσωπο, ανάλογα με τον τρόπο που εβίωσε την εδώ ζωή, μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση, ξαναγεννιέται και ούτω καθεξής. Αλλά αυτό σπάζει αυτήν τη μοναδικότητα του ανθρωπίνου προσώπου, που αποτελεί κεντρική αρτηρία στη Χριστιανική Θεολογία και στη χριστιανική ζωή.

Όταν, λοιπόν, οι άνθρωποι αναφέρονται σε επικοινωνία με ανθρώπους που πέθαναν είτε μέσω των ονείρων ή μέσω άλλων εμπειριών που μπορεί να γεννήσει μια εικόνα ή μια μυρωδιά, είναι μια πραγματικότητα; Ισχύει; Συμβαίνει;

Κοιτάξτε. Εδώ χρειάζεται πολλή προσοχή διότι η Εκκλησία μιλάει και «περί ονειράτων καὶ ματαίων ἀποκαλύψεων». Ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε το λέει αυτό. Ότι, καμιά φορά, οι αποκαλύψεις και τα ονείρατα είναι και δημιουργήματα του διαβόλου. Άρα κανείς θα πρέπει να μπορεί να διακρίνει πότε ένα γεγονός είναι πραγματικό και πότε δεν είναι. Αυτή η ασφάλεια βρίσκεται πάντα εντός της Εκκλησίας. Οι προσωπικές εμπειρίες θα πρέπει να ερμηνεύονται εντός της Εκκλησίας κι εντός του σώματος του εκκλησιαστικού. Άρα, λοιπόν, ναι, υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας. Προφανώς! Γι’ αυτό και υπάρχουν και τα μνημόσυνα της Εκκλησίας, γι’ αυτό και υπάρχει όλη αυτή η λειτουργική μας πράξη – η μυστηριακή πράξη της Εκκλησίας. Αλίμονο αν δεν πιστεύαμε σε αυτήν την επικοινωνία και, νομίζω ότι, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η επικοινωνία των ανθρώπων με τους Αγίους της Εκκλησίας. Αλλιώς δε θα πιστεύαμε στο θαύμα, δε θα πιστεύαμε στη θαυματουργική παρουσία των αγίων λειψάνων, στη μυρόβλυση. Όλα αυτά που σχετίζονται και με την αισθητική μας εμπειρία. Ένας Άγιος αποκαλύπτεται και θαυματουργεί και μέσω της αισθητικής πραγματικότητας, γι’ αυτό και η ταφή των σωμάτων έχει μια ιδιαίτερη σημασία γιατί αποκαλύπτει την αγιαστική δύναμη των λειψάνων της Εκκλησίας. Θα μου πείτε, αν δεν συμβαίνει αυτό, ένας Άγιος δεν μπορεί να θαυματουργεί; Αυτό που είπαμε πριν, αν δηλαδή έχει καεί… Μα βεβαιότατα. «Πολλοί ‘ν’ οι δρόμοι πο ‘χει ο νους». Μιλούμε για μια βασική παράδοση, η οποία χαρακτηρίζει τη Χριστιανική Εκκλησία.

Αναφερθήκατε στα μνημόσυνα. Πώς πρέπει να μνημονεύονται οι νεκροί; Μπορεί το μνημόσυνο να συμβάλει στην καλυτέρευση της θέσης τους;

Θα σας πω πώς κατανοούνται τα πράγματα. Σίγουρα, η προσευχή της Εκκλησίας – γιατί αυτό είναι το μνημόσυνο – στοχεύει στην αλλαγή της διάθεσης του προσώπου του κεκοιμημένου. Μπορεί να λέμε ότι μετά τον θάνατον «οὐκ ἔστι μετάνοια» – δεν είναι εύκολο κανείς να μετανοήσει, αλλά ο άνθρωπος, δεν είναι μία παγιωμένη πραγματικότητα. Γι’ αυτό έχουμε παραδείγματα στην Εκκλησιαστική γραμματεία όπου προσευχήθηκε η κοινότητα και άλλαξε η κατάσταση του κεκοιμημένου. Πέρασε, δηλαδή, από μια κατάσταση κολάσεως σε μια παραδείσια κατάσταση. Αυτό δε γίνεται επειδή η κοινότητα προσευχήθηκε και μαγικά μεταφέρει τον κεκοιμημένο από τη μια κατάσταση στην άλλη. Αλλά η κοινότητα προσευχήθηκε να αλλάξει η βούληση και ο νους του κεκοιμημένου. Δηλαδή, δια της ελευθερίας του να μετακινηθεί. Βέβαια, αυτό δε γίνεται εύκολα διότι έχουμε λύση σώματος και ψυχής «ἄχρι καιροῦ», αλλά η Εκκλησία δίνει και αυτό το παράδειγμα για να δείξει ότι ο Θεός δεν είναι ένα σουπερμάρκετ που κλείνει στις 6 το απόγευμα. Είναι ανοικτός πάντα στη μετάνοια του ανθρώπου και στην ελευθερία του και ακόμη και αυτό μπορεί να το κάνει. Είναι, δηλαδή, και αυτό ένα κείμενο, το οποίο στοχεύει ακριβώς στο να καταδείξει τη μεγάλη αγαθότητα του Θεού. Ότι, δηλαδή, πάντα δέχεται το κτίσμα του και το δημιούργημά του και την μετάνοιά του. Και βεβαίως δίνει και δύναμη αυτό στη μυστηριακή προσευχή της Εκκλησίας, η οποία, μέσα από αυτές τις πρακτικές δηλώνει την ενότητα και τη μόνιμη ευχητική της διάθεση για τη συμμετοχή όλων μας στην κοινή γιορτή.

Ακολουθεί μια δύσκολη ερώτηση που θα ‘θελα πολύ να σας ακούσω να μου απαντάτε. Ποια είναι η θέση της Εκκλησίας έναντι της αυτοκτονίας. Και όχι μόνο της επιλογής να βάλει κανείς τέρμα στη ζωή του επειδή πάσχει από κάποια ψυχική ασθένεια. Αναφέρομαι και στη θέση της Εκκλησίας σε αυτό που ονομάζουμε «υποβοηθούμενο θάνατο» όταν κάποιος άνθρωπος βρίσκεται στο τέλος της ζωής του βιώνοντας από κάποια ασθένεια.

Να πάρουμε τη γενικότερη μορφή της αυτοκτονίας. Η Εκκλησία δε δέχεται την αυτοκτονία διότι θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι δημιουργός του εαυτού του. Ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο, άρα, λοιπόν, και Εκείνος θα τον πάρει την κατάλληλη στιγμή προκειμένου αυτό να αποτελεί το καλύτερο για τον άνθρωπο ο οποίος θα φύγει. Βέβαια, οι συζητήσεις για την αυτοκτονία είναι πάρα πολύ μεγάλες και στον θεολογικό χώρο και στον χώρο της Λογοτεχνίας. Άλλοι ομιλούν για ηρωικές πράξεις, άλλοι για πράξεις δειλίας… Σε κάθε περίπτωση, νομίζω, ότι έχει ένα πρόβλημα. Καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και η Εκκλησία σήμερα, ακόμα και τους αυτοκτόνους, τους κηδεύει σύμφωνα με τη μυστηριακή της πράξη και ζωή διότι δεν ξέρει, την τελευταία στιγμή πριν φύγει ο άνθρωπος τι ακριβώς του έχει συμβεί. Αν έχει ζητήσει μία συγγνώμη, αν έχει πει ένα «Κύριε ελέησον». Κι αυτή είναι μια πολύ φιλάνθρωπη πράξη της Εκκλησίας, ενώ παλιά, θυμάστε, τους αυτοκτόνους δεν τους κηδεύαμε. Τώρα κηδεύονται οι αυτοκτόνοι. Και νομίζω πολύ καλά κάνει η Εκκλησία διότι, τελικά, αυτός που σώζει είν’ ο Θεός. Μια Εξόδιος Ακολουθία είναι η ευχή της Εκκλησίας. Κάτι την τελευταία στιγμή να άλλαξε μέσα στον άνθρωπο κι ο Θεός να έχει τη δύναμη να σώσει και αυτόν τον άνθρωπο. Διότι η αυτοκτονία είναι η άρνηση της ζωής. Αλλά νομίζω εκείνο που περισσότερο πρέπει να προσέξουμε είναι ότι η αυτοκτονία σίγουρα βγάζει έξω απ’ τη ζωή μας το θαύμα. Ένας άνθρωπος σε απόγνωση, σταματάει να ελπίζει όταν αυτοκτονεί. Και νομίζω ότι το χειρότερο που μπορεί κανείς να πάθει είναι να σταματήσει να ελπίζει. Άρα η Εκκλησία γι’ αυτό στέκεται απέναντι στην αυτοκτονία. Διότι, πρώτον, πιστεύει ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής και ο ίδιος ο οποίος χαριτώνει δια των ενεργειών του την ανθρώπινη πραγματικότητα και ο άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να πάρει τα πράγματα στα χέρια του. Αλλά, από την άλλη πλευρά, είναι και η αδυναμία της παραδοχής του θαύματος. Το θαύμα να ξεπεράσει τη φυσική πραγματικότητα χωρίς να την καταργήσει σε μια στιγμή που ο άνθρωπος έχει παραδοθεί στην απογοήτευσή του. Νομίζω σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί απογοητευμένοι άνθρωποι. Αλλά σε κάθε περίπτωση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και δεν μπορούμε να μετρήσουμε τη σωτηρία του ανθρώπου από μια αυτοκτονία ή από μια μη-αυτοκτονία. Νομίζω ότι τον καιρό της Κρίσης θα βρούμε πολλούς αυτοκτόνους στην αγκαλιά του Θεού και πολλούς μη-αυτοκτόνους μακριά από τον Θεό. Αυτό νομίζω πρέπει να το κρατήσουμε. Γιατί εμείς βλέπουμε τα πράγματα με τα μάτια της Ιστορίας, ενώ ο Θεός βλέπει τα πράγματα με τα μάτια της πραγματικής παρουσίας του ανθρώπου, η οποία ξεπερνάει αυτήν την Ιστορία. Και βεβαίως ας μη ξεχνάμε περιπτώσεις, πολλές περιπτώσεις, ψυχικών ασθενειών. Τώρα για το θέμα της ευθανασίας… Δύσκολο ερώτημα. Βρισκόμαστε πολλές φορές ενώπιον της διελκυστίνδας ‘ανθρώπινο δικαίωμα’ και ‘θρησκευτική παράδοση’, ‘ανθρώπινο δικαίωμα’ και ‘κοινωνική παρουσία’. Θα σας πω το εξής: Σίγουρα η ζωή εμπεριέχει μέσα της και το ανθρώπινο δικαίωμα. Είναι δικαίωμα του ανθρώπου η ζωή και ο θάνατος. Δεν μπορούμε αυτό να πούμε πως δεν υπάρχει. Με αυτό διαλέγονται όλες οι δημοκρατικές πολιτείες. Δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς γιατί οι δημοκρατικές πολιτείες στα συντάγματά τους και στη νομοθεσία τους δεν επαναλαμβάνουν τις θρησκευτικές προσταγές των θρησκευτικών σχημάτων. Πρέπει να τα ξεπερνούν όλα αυτά και με βάση το δίκαιο και την ελευθερία του προσώπου να ορίζουν την πραγματικότητά τους. Γι’ αυτό και πολλές φορές βλέπουμε να συγκρούεται η Θεολογία της Εκκλησίας και η παράδοσή της με κάποιους νόμους. Και πρέπει να το κατανοούμε αυτό το πράγμα. Αρκεί η Πολιτεία να μην αναγκάζει τον πιστό να κάνει αυτό που αυτή ορίζει σε τέτοια θέματα υπαρξιακά. Το να δίνει την ελευθερία είναι δικαίωμα μιας ευνομούμενης πολιτείας. Άρα θα πω, λοιπόν, ναι, το ανθρώπινο δικαίωμα. Αλλά ταυτόχρονα με το ανθρώπινο δικαίωμα, υπάρχει και το κοινωνικό-κοινοτικό δικαίωμα. Πιστεύω βαθιά ότι ο έρωτας κι ο θάνατος δεν ανήκουν μόνο στον χώρο του προσωπικού-ατομικού δικαιώματος. Σχετίζονται και με την κοινότητα. Ούτε ερωτευόμαστε μόνοι μας ούτε πεθαίνουμε μόνοι μας. Μπορεί ο έρωτας να είναι δικό μου δικαίωμα, αλλά αφορά την κοινότητα, τα μέλη με τα οποία διαλεγόμαστε. Είναι κοινωνικό γεγονός. Είναι ταυτόχρονα προσωπικό-ατομικό και κοινωνικό-κοινοτικό γεγονός. Και ο θάνατος είναι προσωπικό-ατομικό γεγονός και ταυτόχρονα κοινωνικό-κοινοτικό γεγονός. Δεν είναι αδιάφορος ο θάνατος για τα μέλη μιας οικογένειας, για τους συγγενείς, για τους φίλους, για την ευρύτερη κοινότητα. Η απολυτοποίηση του ατομικού δικαιώματος νομίζω ότι, ίσως, δημιουργεί προβλήματα. Και δεν ομιλώ για το ατομικό δικαίωμα -υποστηρίζω μετά μανίας το ατομικό δικαίωμα- εννοώ την απολυτοποίηση του ατομικού δικαιώματος. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Η αγάπη και η ελευθερία είναι δυο μεγέθη που υπάρχουν στη ζωή μας. Ο Απόστολος Παύλος δεν είπε «μείζων δὲ τούτων ἡ ἐλευθερία». Είπε «μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη». Το ατομικό δικαίωμα συνδέεται πλήρως με την ελευθερία. Ενώ, νομίζω, το κοινωνικό ή κοινοτικό -δε θα πω δικαίωμα- γεγονός, συνδέεται πλήρως με την αγάπη. Και «ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» και ούτω καθεξής. Νομίζω προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί κανείς να σκεφτεί διαφορετικά αν δει την ταινία «Η θάλασσα μέσα μου» του Αμενάμπαρ. [Δείτε το trailer της ταινίας εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=J3tdx79rwOA ] Και κυρίως τον διάλογο του πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι ασθενής και βρίσκεται σε ένα δωμάτιο και ταξιδεύει απ’ το παράθυρο δια της σκέψης… Ο ασθενής είναι επάνω στο δωμάτιο, ξαπλωμένος χρόνια κι έρχεται ένας επίσκοπος της Εκκλησίας να τον δει και βρίσκεται κι αυτός παράλυτος σ’ ένα καροτσάκι. Αυτός κάνει έναν αγώνα απέναντι στην Πολιτεία για ευθανασία. Κι έρχεται ο Επίσκοπος να του πει «δεν έχεις δικαίωμα να το κάνεις. Έχεις συγγενείς, έχεις…» αυτά που έλεγα πριν. Και η εικόνα είναι συμβολική. Ο ένας βρίσκεται στο κρεβάτι του, υπάρχει μια σκάλα που τους χωρίζει, κι ο άλλος κάτω στη γη, όπου του λέει «δεν έχεις δικαίωμα». Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις. Δεν είναι εύκολο διότι εισβάλει και ο παράγοντας αξιοπρέπεια. Λέει ο πρωταγωνιστής σε αυτήν την ταινία «θέλω να έχω την αξιοπρέπεια του θανάτου μου».

Και της ζωής του!

Και της ζωής προφανώς. Όταν έχεις αξιοπρέπεια του θανάτου έχεις και της ζωής. Όταν έχεις της ζωής, έχεις και του θανάτου. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Άρα, είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα, αλλά εξαρτάται. Πρέπει να δούμε τις διαστάσεις των αντοχών του ανθρώπου, αλλά να μην ξεχνάμε ότι η Εκκλησία ελπίζει, η ζωή, όπως λέει ένα τραγούδι, ελπίζει στο θαύμα. [Ακούστε το τραγούδι εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=cSjViSpbkXY ]

Η απάντησή σας μου έφερε στον νου την απάντηση που έδωσε στην πρώτη πρώτη συνέντευξη που φιλοξενήθηκε στη σελίδα μας του καθηγητή Φιλοσοφίας Παύλου Μιχαηλίδη, υπό τον τίτλο “Φιλοσοφία και θάνατος“, όταν του ζήτησα να τοποθετηθεί σχετικά με τον θάνατο του καθηγητή Λιαντίνη. Εστίασε στο τι αφήνει κανείς ως παράδειγμα στους φοιτητές τους με μια τέτοια πράξη, υποστηρίζοντας σαφέστατα το προσωπικό δικαίωμα της επιλογής, υπογραμμίζοντας αυτό που εσείς μας περιγράφεται ως κοινοτικό-κοινωνικό δικαίωμα.

Ναι. Είναι δύσκολο άθλημα το ΜΑΖΙ. Και ο διάλογός αυτού του ΜΑΖΙ με το εγώ. Λέω σε ένα τραγουδάκι από τον τελευταίο δίσκο, το «Γελάς» – πριν δύο χρόνια: «Γεννήθηκα σ’ ένα μαζί, ταξίδεψα μ’  ένα εσύ και χάθηκα σ’ ένα εγώ, που όλο τελειώνει». Είναι το τραγούδι «Θλίψη, ο άλλος μου εαυτός».[Ακούστε το τραγούδι εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=Cij5LyjyEWw ]

Μπορεί η Τέχνη, η Μουσική που γνωρίζετε καλά, να βοηθήσει τους ανθρώπους που πενθούν να αντέξουν τη θλίψη που φέρνει η απώλεια ενός αγαπημένου;

Παλαιότερα, σ’ ένα από τα πολύ ωραία περιοδικά μας, το «Δίφωνο» – μουσικό περιοδικό στην Ελλάδα, είχανε βάλει ένα θέμα και ζητήσαν από κάποιους, ανάμεσα σε αυτούς κι εγώ, ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα αν η Τέχνη σώζει. Είχα πει ότι η Τέχνη δεν σώζει, αλλά, όπως έχει πει ο γέροντας Σωφρόνιος αναφερόμενος στη ζωγραφική, μπορεί να σου δείξει από μακριά τον παράδεισο. Έτσι; Να σε φτάσει σε ένα σημείο, εκεί στον βράχο, στην άκρη, απ΄ όπου θα μπορείς να βλέπεις τη θάλασσα – που στην περίπτωσή μας είναι ο παράδεισος. Αλλά, μέχρι εκεί. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η Τέχνη είναι παυσίλυπη, επειδή ακριβώς έχει και αυτή μέσα της στοιχεία αιωνιότητος και ένα συγκλονιστικό ΜΑΖΙ, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να βγει από το παράθυρο της φθοράς και να ταξιδέψει από το παράθυρο της αθανασίας και της αγάπης. Αν μία πραγματικότητα, ένα γεγονός, όπως είναι η Τέχνη, μια δημιουργία, μπορεί να μειώσει την απόστασή μας από τον άλλο και ν’ αφήσει έξω απ’ τον ορίζοντά μας τη μοναξιά, τότε μπορεί να λειτουργήσει και αυτό το οποίο ρωτάτε.

Είναι εντάξει για τον Χριστιανό να πενθεί, να θλίβεται και να θρηνεί;

Ναι, βεβαίως! Αλίμονο στον Χριστιανό, ο οποίος δε θλίβεται. Κι ο Χριστός εθλίβη. Το πρόβλημα είναι η κατάθλιψη. Η θλίψη δεν είναι κατάθλιψη. Η θλίψη είναι ίσως το πιο δημιουργικό γεγονός που υπάρχει εντός του ανθρώπου. Τα μεγαλύτερα έργα τέχνης ήταν αποτέλεσμα κάποιας θλίψης. Ενίοτε και κατάθλιψης. Ποια είναι η διαφορά θλίψης και καταθλίψεως; Η θλίψη ελπίζει, προσδοκά. Η κατάθλιψη δεν προσδοκά τίποτα. Έχει χάσει την ελπίδα του αυτός ο οποίος βρίσκεται στα όρια της κατάθλιψης. Γι’ αυτό και κινδυνεύει. Κινδυνεύει την απουσία. Είναι και βιβλικό αυτό, «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, καταβαλλόμενοι αλλά ουκ απολύμενοι» – απ’ την προς Κορινθιους Β’. Ενώ θλιβόμαστε στεκόμαστε έξω από τον πυρήνα της κατάθλιψης. Αν ο άνθρωπος δε θλίβεται σημαίνει ότι δεν έχει αισθήματα, δεν έχει ευαισθησίες. Και το στοιχείο της αγιότητος είναι η ευαισθησία.

Η επόμενή μου ερώτηση με ενδιαφέρει πιο πολύ ως εκπαιδευτικός. Με ποιον τρόπο μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναπτυχθούν πνευματικά ώστε να μπαίνουν σε μια διαδικασία νοηματοδότησης της εμπειρίας της απώλειας; Να θλίβονται, αλλά να μην στεναχωρούνται. Να ελπίζουν, να προσδοκούν.

Να μην τους νικάει, να μην τους βάζει κάτω αυτή η ιστορία. Όταν λέω θλίβομαι, αλλά δε στενοχωρούμαι σημαίνει ότι θλίβομαι, βιώνω το πένθος όλο, την απώλεια. Είναι απώλεια! Η μητέρα του Χριστού βρίσκεται κάτω από τον σταυρό και περνάει την ψυχή της, το σώμα της ρομφαία-μαχαίρι! Την σφάζει! Παρότι ξέρει ότι είναι ο Θεός της, αλλά είναι και ο υιός της, είναι ο κατά σάρκα γιός της. Η απουσία την θλίβει, την διαλύει. Ποιαν; Την Παναγία. Την Αγία πάνω από τους Αγίους. Άρα, λοιπόν, να μην τρομάζουμε. Να μη θέλουμε να φτιάξουμε τον άνθρωπο, και δη τον χριστιανό άνθρωπο, έναν φανταστικό άνθρωπο, χωρίς σώμα, χωρίς φαντασία, χωρίς αισθήσεις, χωρίς θλίψη, χωρίς γέλιο, χωρίς χαρά, χωρίς πίκρα… Και νομίζω, αν ακολουθήσουμε τη ζωή του Χριστού στο Ευαγγέλιο, θα τα δούμε όλ’ αυτά τα πράγματα. Από όλα αυτά τα στάδια πέρασε. Δεν υπήρξε ανθρώπινο γεγονός το οποίο δεν εβίωσε. Και εθλίβη και δάκρυσε και πείνασε και χάρηκε. Το μεγάλο ερώτημα αν γελούσε ο Χριστός… Έχω γράψει ένα ολόκληρο κείμενο για τον Χριστό γιατί δεν εμφανίζεται στα Ευαγγέλια ότι γελάει. Δεν είναι ότι δε γελούσε. Είναι γιατί οι Ευαγγελιστές θέλουν να δείξουν εκεί τη μεσσιανική προοπτική, την εσχατολογική προοπτική, δεν τους ενδιαφέρει να δείξουν εκείνη τη στιγμή αυτό το πράγμα. Λέει ο Χρυσόστομος «όταν βρεθούμε με φίλους, δε θα γελάσουμε; Είναι δυνατόν; Ού κακόν το γελάν…» Και ειδικά όταν βρεθούμε με φίλους, σε μια γιορτή, κτλ. Νομίζω ότι οφέιλουμε να βοηθπήσουμε τα παιδιά μας να κατανοήσουν την κτιστότητά μας. Αυτές τις μέρες, με την ιστορία του κορονοϊού, βρεθήκαμε όλοι αντιμέτωποι με το μυστήριο της κτιστότητάς μας. Και κάποιοι νόμιζαν ότι είμαστε υπεράνθρωποι και θα το νικήσουμε μέσα από μιαν αίσθηση ότι η Εκκλησία τ’ αγιάζει όλα. Άρα δε θα πάρω φάρμακα και θα νικήσω αυτήν τη φθορά. Άλλοι μέσα από μιαν υπεραισιοδοξία η οποία συνδέεται με τον χώρο της Επιστήμης. Ότι η Επιστήμη κάνει θαύματα. Ναι, κάνει θαύματα η Επιστήμη διότι είναι η συνέχεια του δημιουργικού έργου του Θεού στον κόσμο. Εμείς ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν  δημιουργοί, δημιουργούμε. Δόξα τω Θεώ! Αλλά, ούτε το ένα είναι απόλυτο ούτε το άλλο συνάδει με τη χριστιανική μας αλήθεια και ζωή. Άρα λοιπόν βρεθήκαμε ενώπιον της κτιστότητος και ανακαλύψαμε ότι ο εαυτός μας είναι φθαρτός. Παιδιά είδαν δίπλα γονείς να πεθαίνουν, παππούδες να πεθαίνουν… Το βλέπαμε πάντα, αλλά αυτό ήταν ένα γερό σοκ. Δεν ξέρω αν αυτό το μετρήσαμε και το έχουμε αξιοποιήσει μέσα μας. Διότι όλη μας η ζωή διαλέγεται με τον θάνατο. Η ζωή μας είναι γεμάτη από δεκάδες μικρούς θανάτους και πολύ λιγότερες αναστάσεις. Γι’ αυτό και θα πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε την Ανάσταση και να την γιορτάζουμε σε αυτό το συλλογικό ΜΑΖΙ. Και το προσωπικό ΜΑΖΙ. Και, βεβαίως, να κατανοήσουμε το μυστήριο της αλλαγής. Πολλές φορές δεν το κατανοούμε, όχι μόνο για την Εκκλησία, αλλά και για το Πολιτισμό, η αλλαγή είναι αμαρτία. Βλέπουμε σε επίπεδο κοινωνικό, σε επίπεδο πολιτικό, σε επίπεδο εργασιακό, σε επίπεδο ακαδημαϊκό, όταν πάει κάτι ν’ αλλάξει, όλοι στεκόμαστε απέναντι! Διαμαρτυρίες, φωνές κτλ. Παλιά, η αλλαγή ήταν στοιχείο της προοδευτικότητας. Σήμερα η μη αλλαγή εμφανίζεται ως στοιχείο της προοδευτικότητας. Έχουμε, δηλαδή, ένα γύρισμα ανάποδο της ζωής μας. Και είναι τραγικό στο όνομα της προόδου να ζητούμε τη μη-αλλαγή. Καταλαβαίνω ότι έχουμε δυνατότητα να ενσωματώσουμε ένα μέρος αλλαγής – ακόμα κι ο βιολογικός μας εαυτός δεν μπορεί να ενσωματώσει όλη την αλλαγή. Αλλά θα πρέπει να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και μέσα από αυτήν την κατανόηση να προχωράμε. Βέβαια, το γεγονός και η κατανόηση του γεγονότος, πολλές φορές απέχουνε πολύ μεταξύ τους. Δηλαδή, τώρα μπορεί να μας συμβαίνει κάτι, αλλά κατανοούμε, συνειδητοποιούμε το γεγονός πολύ μετά. Μπορεί και αμέσως, αλλά πιο σπάνια. Συνήθως θέλει χρόνο. Άρα λοιπόν, ο προφήτης της εποχής, της κάθε εποχής, αυτός ο  οποίος διώκεται, βιάζεται η σκέψη του, παραμορφώνεται, διαλύεται και τα λοιπά, είναι ο κανονικός άνθρωπος της επόμενης ημέρας είτε στον χώρο της Επιστήμης είτε στον χώρο της Εκκλησίας διότι, τι κάνει; Προσπαθεί να δείξει μια αλλαγή, η οποία έχει νόημα για τη ζωή. Και όλοι τρομάζουν απέναντι σε αυτήν την αλλαγή, διότι έχουν ηρωοποιήσει μια παράδοση, έναν τρόπο υπάρξεως, ο οποίος είναι ακίνητος. Ενώ η πραγματική παράδοση πάντα κινείται. «Μένειν και περιπατείν εν Χριστώ», διαβάζουμε. Πώς γίνεται να μένεις και να περιπατείς ταυτόχρονα; Αυτό το παράδοξο του Σταυρού δίνει νόημα στη ζωή μας. Θα ξαναναφερθώ σε αυτό το τραγουδάκι μου που ανέφερα πριν και έχει τον τίτλο «Θλίψη, ο άλλος μου εαυτός». Λέγω εκεί «κάθε φορά που κάτι αλλάζει, μια θλίψη καίει τα σπαρτά ενός κρυμμένου εαυτού που πάντα με αιφνιδιάζει». Εμείς δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να γίνει φτερό στον άνεμο και να αιφνιδιαστούμε απ’ τα πράγματα, να εκπλαγούμε, δηλαδή. Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Βρέχει κι εμείς φορούμε αδιάβροχο. Φυσάει κι εμείς φορούμε ένα γερό πανωφόρι. Άρα δεν καταλαβαίνουμε τις εποχές, δεν καταλαβαίνουμε τον καιρό. Είμαστε αδιάβροχοι στο σύνολο της ζωής μας.

Μου θυμίσατε κάτι που διάβαζα χτες: Τον χειμώνα κάνει κρύο, το καλοκαίρι ζέστη. Το συνδυάζω με αυτό που λέμε τώρα και σε σχέση με τον θάνατο και την εμπειρία της απώλειας πως είναι καιρός που θλίβεται ο άνθρωπος και καιρός που χαίρεται. Σήμερα όμως έχουμε μάθει με το air-condition και τη θέρμανση σε σταθερές θερμοκρασίες.

Πόσο μ’ ενοχλεί το air-condition! Παλιά ανοίγαμε τα παράθυρα και νιώθαμε τα αρώματα, τα χρώματα, τον αέρα να εισβάλλει. Ακόμα και ο ζεστός. Σήμερα μπαίνουμε στο aircondition και όλες οι συνθήκες τις ζωής μας είναι ίδιες. Βέβαια, θα μου πείτε, με την κλιματική αλλαγή και τις συνθήκες της ζωής μας τους 40 και τους 42  και τους 45 βαθμούς, κατ’ ανάγκη θα ‘χουμε aircondition. Ναι, κατ’ ανάγκη θα το ‘χουμε. Κι εγώ το έχω και στο γραφείο μου και στο αυτοκίνητο το χρησιμοποιώ και δόξα τω Θεώ με λυτρώνει! Αλλά, δεν μπορώ να πω ότι δεν αναπολώ αυτήν την εμπειρία και τη σχέση με τα πράγματα, την οποία χάνουμε σταδιακά. Και για την κλιματική αλλαγή υπεύθυνοι πρωτίστως είμαστε εμείς.

Θα ήθελα να κλείσουμε με την ερώτηση: τι είναι ο θάνατος; Είναι το τέλος; Και, αφού αναφερθήκατε στον αιφνιδιασμό προηγουμένως, είναι αυτός ο αιφνιδιασμός του θανάτου που τον συνδέει με τον έρωτα και γίνεται συχνά συζήτηση του ενός σε σχέση με τον άλλο;

Κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη! Η αγάπη έχει μέσα της τη δύναμη και το βάθος του θανάτου, δηλαδή τη μονιμότητα του θανάτου. Αλλά ταυτόχρονα αυτή η μονιμότητα έχει και την έκσταση της υπέρβασής της δια της Αναστάσεως. Γι’ αυτό λέμε «κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη». Είναι δυνατόν μια αγάπη να συσχετίζεται με τον θάνατο; Κι όμως! Κι επίσης να πω αυτό το μεγάλο παράδοξο – το οποίο πολλοί δεν καταλαβαίνουν βέβαια… Τελευταία ακούω και απόψεις ότι ο Χριστός δεν είχε επιθυμία, ο Χριστός… Πού τα βρήκαμε αυτά τα πράγματα; Εδώ λέει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται» και μιλά για έναν σταυρωμένο έρωτα, διότι η ερωτικότητα και η αγάπη πάντα εμπεριέχει μέσα το σημείο του σταυρώματος, του σταυρού του εαυτού για να μπορέσουμε το ΜΑΖΙ. Κι απ’ την άλλη πλευρά, ο θάνατος προϋθέτει την κατάργησή του δια του έρωτος και της αγάπης, δηλαδή του άλλου ΜΑΖΙ που ακολουθεί. Άρα, λοιπόν, μιλούμε για μια διάβαση, διαδικασίες διαβάσεως. Και νομίζω ότι σε όλα τα θρησκεύματα έχουμε διαδικασίες διαβάσεως. Αν δούμε, για παράδειγμα στον χώρο των τεχνών, στην ταινία του Αγγελόπουλου «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» εκείνη την περίφημη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο σύνορο, στη γραμμή στρατιώτες από δω κι από κει, έχει και αυτός σηκώσει το πόδι – όπως ο πελαργός- και λέει «αν περάσω αυτό το σημείο, αυτή τη γραμμή, είμαι αλλού». [Δείτε τη σκηνή εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=Ax6bXXIQG7U ]. Αλλά αυτό το «αλλού» προϋποθέτει και το πριν και το αλλού προϋποθέτει και τα πρόσωπα του αλλού. Το «αλλού» δεν είναι ένας τόπος. Κυρίως το «αλλού» είναι πρόσωπα. Ταξιδεύουμε ο ένας προς τον άλλο, ταξιδεύω με τον άλλον, ταξιδεύω για τον άλλον. Και σε όλα αυτά εδώ, ταξιδεύει ο εαυτός μου. Είναι αυτό που λέγει ο Πεντζίκης «όλοι οι άλλοι, είμαι εγώ». Έχουμε ένα πληθυντικό εαυτό. Αν αυτός ο πληθυντικός εαυτός γίνει ενικός, καταλαβαίνετε ότι κινδυνεύουμε με την οντολογική μας μοναξιά και τον πραγματικό θάνατο. Διότι ο πραγματικός θάνατος δεν είναι ο φυσικός μας θάνατος, η βιολογική μας άχρι καιρού διάλυση. Αλλά η αδυναμία να κουβεντιάσουμε, να συναντηθούμε, να μιλήσουμε, να μοιράσουμε τις εμπειρίες μας, να μοιράσουμε όλο μας τον εαυτό. Γι’ αυτό και στην Ορθόδοξη Θεολογία ο κατ’ εξοχήν θάνατος είναι ο πνευματικός θάνατος, η αδυναμία του ανθρώπου να κοινωνήσει με τον συνάνθρωπο και τον ίδιο τον Θεό. Δεν είναι ο σωματικός θάνατος. Αυτός έχει νικηθεί! Έχει νικηθεί ·«Θανάτω θάνατον πατήσας», δεν λέμε;  Έχει νικηθεί από τον ίδιο τον Θεό Λόγο, τον Χριστό. Τον σαρκωμένο Θεό.


Ευχαριστώ από καρδιάς τους φίλους θεολόγους Παναγιώτη Θωμά και Χρυσόστομο Μελή! Τον Παναγιώτη, για τη γνωριμία μου με τον καθηγητή και τη διευθέτηση της συνέντευξης και τον Χρυσόστομο, για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις του στην ετοιμασία των ερωτήσεων.

https://postdeatheducation.com/2022/10/16/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%87%cf%81%cf%85%cf%83%cf%8c%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bc/?fbclid=IwAR22deHyEKUlAFjBd7QwqqLbC5KAMRC7467Ye5TSt_KW36Kg6bGitqOvHN4

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, ΕΝΑΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΕΧΘΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ: ΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΝΝΟΗΜΕΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

«Φροντίζοντας για την ανθρωπότητα σήμερα, μεριμνούμε για την ανθρωπότητα τού αύριο»

Κάτω από αυτόν τον εκφραστικό τίτλο θα φιλοξενήθηκαν από τις 5 έως τις 9 Οκτωβρίου 2022 στο νησί της Ρόδου, και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο RODOSPALACE, οι εργασίες του 5ου Συνεδρίου του του Οικουμενικού Πατριαρχείουγια την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας.

Πρόγραμμα Συνεδρίου

https://www.orthodoxianewsagency.gr/wp-content/uploads/2022/10/Program__22a.pdf

Προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά την χειροθεσία του κ. Χρυσοστόμου Σταμούλη εις Άρχοντα Διδάσκαλον της Εκκλησίας | Αντιφώνηση του νέου άρχοντος (Θεσσαλονίκη 26/5/2022)

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων,

Χριστός Ἀνέστη! 

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπονέμει εἰς ὑμᾶς σήμερον εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σας, διά τῶν χειρῶν τῆς ἡμῶν Μετριότητος, τό ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἐντάσσομεν, κατ᾽ ἰδίαν ἡμῶν Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν καί προαίρεσιν, εἰς τήν χορείαν τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀνήκετε πλέον εἰς τόν κύκλον τῶν συνεργατῶν μας καί καλεῖσθε νά στηρίζετε τό ἔργον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί νά ἀγωνίζεσθε διά τήν προάσπισιν τῶν δικαίων της.

Καθ᾽ ὅλην τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, οἱ Ἄρχοντες προσέφερον σημαντικάς ὑπηρεσίας πρός αὐτήν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν ἐν τῷ κόσμῳ καί εἰς τήν σχέσιν της μέ τούς θύραθεν θεσμούς. Αὐτήν τήν διακονίαν συνεχίζουν καί σήμερον οἱ ἀνά τήν οἰκουμένην ὀφφικιάλιοι τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν δύο μεγάλα σωματεῖα, τό «Τάγμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις Ἀμερικῆς καί τήν Ἀδελφότητα «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκετε πλέον καί ὑμεῖς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θά ἀναδειχθῆτε ἄξιος τῆς κλήσεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Πατριάρχου σας.

Ἤδη ἔχετε προσφέρει πολλά εἰς τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν. Ἐδιδάξατε καί ἐδώκατε διαλέξεις εἰς πολλά ὀνομαστά πανεπιστήμια, εἶσθε συγγραφεύς ἀξιολόγων βιβλίων, ἀρθρώνετε μεστόν θεολογικόν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἀναζωογονεῖ. Ἔχετε ἀξιόλογον παρουσίαν εἰς τά πολιτιστικά δρώμενα καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς μουσικῆς. Συνειργάσθητε μέ σπουδαίους συνθέτας καί ἑρμηνευτάς̇ ἡ Χορωδία καί Ὀρχήστρα Νέων Θεσσαλονίκης Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἰδικόν σας δημιούργημα.

Εὐφυής, δυναμικός καί δημιουργικός, μέ ὑγιές αἰσθητήριον διά τά αὐθεντικά στοιχεῖα τῆς Παραδόσεώς μας, διατυπώνετε τό σωτηριῶδες μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν διαλόγῳ μέ τούς ἐκπροσώπους συγχρόνων τάσεων, μέ ἰσχυράν ἀπήχησιν. Ἡ παρουσία καί ἡ μαρτυρία θεολόγων, ὡς ἡ ὑμετέρα Ἐντιμολογιότης, ἀποτελεῖ ἀνάχωμα εἰς τήν ἀλλοτριωτικήν ταύτισιν τῆς Ὀρθοδοξίας μέ συντηρητισμόν καί κλειστήν πνευματικότητα. Ὅπως ἔχει λεχθῇ, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία». Καί ἡ θεολογία πρέπει νά μᾶς καθιστᾷ μετόχους καί κοινωνούς φωτός, κάλλους, ἀληθείας, ἐλπιδοφόρων ὁραμάτων.

Ἀναδεικνύετε, Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων, τήν «φιλοκαλική» ἤ «φιλόκαλη Αἰσθητική» τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τήν γραφῖδα, τόν λόγον καί τήν μουσικήν σας, ἀποκαλύπτετε τό θεολογικόν βάθος, τό ἄρρητον κάλλος καί τήν ἐξανθρωπιστικήν δύναμιν καί ἐμβέλειαν τῆς προτάσεως ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ θεολογική γλῶσσα, ὡς λόγος καί ὡς τέχνη, ὡς ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίησις, μελωδία, πρέπει νά «σημαίνῃ» τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἐφανέρωσεν ἡ σάρκωσις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως γράφετε, «ὁ Θεός σαρκούμενος προσέλαβε τό ξένο, τό ἄλλο, τό ἐντελῶς διαφορετικό.» Μέ τήν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ εἰσβάλλει εἰς τήν ἱστορίαν ἡ «σαρκωμένη ἀγάπη», γίνεται «σῶμα οἰκουμενικό, ὑπόσταση ὅλων τῶν ἀνυπόστατων, ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνύπαρκτων, παρουσία ὅλων τῶν ἀπόντων, καταφυγή ὅλων τῶν κατατρεγμένων» (Ὧσπερ ξένος καί ἀλήτης, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010, σ. 22 καί 29). Προβάλλετε τόν «πολιτισμόν τῆς σάρκωσης», τήν «ἔξοδον» τῆς Ἐκκλησίας «πρός τόν ἄλλον, τό ἄλλο, τό διαφορετικό», ἔξοδον «στήν κοινωνία, στόν πολιτισμό, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπέκταση τοῦ σώματος, ὁ ὁλοκληρωτικός ἀνακαινισμός του», ὑμνεῖτε τήν Ἐκκλησίαν, τήν «βουτηγμένη στήν ἀγάπη τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης».(Φάγαμε ἧττα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2021, σ. 21 καί 20). Είναι δικά σας λόγια.

Δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς πολιτισμικήν σάρκα. Οἱ πολιτι-σμοί, μεταβαλλόμενοι εἰς σάρκα τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, μετα-μορφώνονται, ὠφελοῦνται μεγάλως, ἀναδεικνύεται τό ἀνθρω-πιστικόν των περιεχόμενον. Εἰς τήν συνάντησιν αὐτήν, τά πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τό «πῶς», ἀπό τόν τρόπον τῆς συζεύξεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ συνάντησις αὐτή ζωογονεῖται ἀπό τήν βιουμένην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔντασιν μεταξύ τοῦ «ἤδη» τῆς ἐλθούσης χάριτος καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς προσδοκωμένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, συγχαίροντες ὑμῖν διά τό ὑψηλόν ὀφφίκιον, καταστέφομεν τήν ὑμετέραν Ἐντιμολογιότητα καί τούς οἰκογενεῖς καί τούς συναδέλφους και συνεργάτας σας διά τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν εὐλογίας, εὐχόμενοι δέ εὔκαρπον συνέχισιν τῆς προσφορᾶς σας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν, πλέον ὡς Ἄρχων Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾽ ὑμᾶς τήν χάριν καί τόν φωτισμόν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης.

Ἄξιος!  

Παναγιώτατε, Χριστός Ανέστη!

«Το Φανάριον»,  καθώς ετόνιζε ο μακαριστός γέρων  Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, κυρός Μελίτων, «είναι τι πλέον της καθεστηκυίας εν τη Πόλει ταύτη Κεφαλής της Ορθοδοξίας. Είναι μια έννοια. Συμβολίζει την ικανότητα της ζωής να υπερβαίνη τον χαλασμόν, την δυνατότητα της επιβιώσεως εν τη συνυπάρξει. Το Φανάριον είναι η τέχνη του να εξάγη τις εκ των χειρίστων δεδομένων το άριστον δυνατόν. Το Φανάριον είναι φορεύς υψίστων αξιών. Είναι υπομονή. Είναι σιωπή. Είναι ευγένεια. Η ευγένεια των παλαιών. Όχι ναρκισισμός και στατικότης. Φύλαξ του θησαυρού της αμωμήτου ημών πίστεως και της ιεράς παραδόσεως της Ανατολής, επενδεδυμένης τας άλλας παραδόσεις του γένους, όμως φύλαξ ενεργός και δυναμικός. Είναι η πύλη της Ανατολής ανεωγμένη προς την Δύσιν. Είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της Δύσεως. Ερμηνευτής των μεγάλων στροφών του βίου του κόσμου. Το Φανάριον είναι μια Σχολή»[1].

Και εσείς, Παναγιώτατε, ο Πατριάρχης του Γένους, ο ευαγγελιστής της Αναστάσεως, που φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, την θλίψη, τον πόνο, την αδικία, την ανισότητα, τη βία,  τη φθορά και τον θάνατο. Η πορεία σας, τριάντα και ένα χρόνια τώρα, πορεία συνεχούς αναβάσεως «εις τον Κρανίου τόπον»[2], αναδεικνύει το επείγον του αγώνος, της προσευχής και της θυσίας. Μαζί και εξαιρέτως, το επείγον της κραταιάς σαν τον θάνατο αγάπης. Ο «εμός έρως εσταύρωται»[3], γράφει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αποκαλύπτει τις διαστάσεις ενός τρόπου   που κρατάει τον νου του στον Άδη και δεν σταματάει να ελπίζει[4]. Ενός τρόπου, που σώζεται από  τη μεταμορφωτική δύναμη του ακτίστου φωτός, της κοινής ενέργειας των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η οποία καλλιτεχνεί την ενότητα «επί το αυτό εν αμερίστω καρδία». Ενός τρόπου, που αντιστέκεται στις κακοτεχνίες του «άρχοντος του αιώνος τούτου»[5], που παλεύει με νύχια και με δόντια να στήσει τη σημαία  της διαίρεσης στην καρδιά της Εκκλησίας, στην καρδιά του κόσμου ολάκερου.

Παναγιώτατε, ζούμε εντός ενός κόσμου ο οποίος κινδυνεύει από την ασθένεια της συγχύσεως κριτηρίων και απαρχών. Κινδυνεύει τον ολικό αποπροσανατολισμό, την απώλεια του κέντρου, την απώλεια της ευχαριστιακής θεώρησης της ζωής, της χαράς και της γιορτής,  «ο εστιν αγάπη άφθαρτος»[6].  Ύπουλα και αργά έχει εισέλθει στο σώμα μια «επιζήμιος ευλάβεια»[7]. Η παρουσία σας και η θαρραλέα δράση σας, που αρνούνται μετά μανίας την «ασφαλή» και εύκολη ακινησία, επιτρέπουν τη συνέχιση του μυστηρίου της   οικοδόμησης του οίκου, αλλά και των προστατευτικών  τειχών της αγάπης, που αφήνουν εκτός τις τυφλές αυτοερωτικές δυνάμεις του φονταμενταλισμού, του εθνοφυλετισμού και της οποιασδήποτε διαίρεσης. Η ενότητα, έτσι όπως εκφράστηκε στην ιστορική Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο Κολυμπάρι της Κρήτης, συνεχίζει να γεωργεί  με τα δάκρυά της την άνυδρη έρημο. Συνεχίζει τον ευαγγελισμό του πολιτισμού της σάρκωσης[8], ήτοι τον ευαγγελισμό της Ανάστασης. Τον πολιτισμό του δώρου και εξάπαντος όχι του αποκλειστικού δικαιώματος.

Ένα τέτοιο δώρο μου δίδεται σήμερα.  Περί αυτού πρόκειται. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, διά του Πατριάρχου του, με τιμά για το θεολογικό μου έργο και τη συνολική  μου παρουσία, αλλά όλα αυτά συμποσούμενα  δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα. Η ένταξή μου στη Μεγάλη των Αρχόντων Σχολή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, είναι αποτέλεσμα μιας δοξολογικής ευρυχωρίας, που δίκην δωρεάς ανοίγει στην Οικουμένη, «εν στενωποίς και εν αγοραίς»[9], «τας θύρας της σωτηρίας»[10]. Είναι αποτέλεσμα μιας καρδιάς πλατείας η οποία κινείται από την αγάπη του πατέρα[11]. Μιας καρδιάς που ξέρει να ξαφνιάζει και να εκπλήττει[12]. Μιας καρδιάς κενωτικής, η οποία επαναλαμβάνει το Παύλειον, «Ζω γαρ ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί […]  Χριστός. Άρα εκείνου καρδία ην η [..] καρδία, και του Πνεύματος του αγίου πλαξ, και βιβλίον της χάριτος»[13].

Παναγιώτατε, από τα βάθη της καρδιάς μου, σας ευχαριστώ


[1] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ.κ. Μελίτωνος, Ομιλία επί τη Θρονική Εορτή (30-11-1970).

[2] «Εκλογή και ενθρόνιση τού από Χαλκηδόνος νέου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου τού Α΄»,  Ενημέρωσις. Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητας, Ζ-1991/11, σ. 2-5.

[3] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις  P.Th.Camelot, Sources Chrétiennes 10, εκδ. Lés  editions du Cerf, Paris 1969, σ. 116. Πρβλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 4, 12, PG 3, 709B.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ό άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 572.

[5] Ιγνατίου Θεοφόρου, Φιλαδελφεύσιν 6,2,LettresMartyre de Polycarpe, Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 124.

[6] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 116.

[7] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία ή υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 4, PG 73, 584D-585Α.

[8] Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Β´ Κορ. 20, PG 61, 539-40.

[10] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ. 7, PG 60, 446.

[11] Β΄Κορ. 6,11.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.19, PG 60, 593. Πρβλ. του ιδίου, Εις Ψαλμ., PG 55, 485.

[13] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.32, PG 60, 679-680.

Θεολογική Σχολή ΑΠΘ

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η συμπλοκή των σωμάτων και η ερωτική συγκρότηση του βίου. Ο έρως, η σεξουαλικότητα, η επιθυμία και οι ηδονές στη θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολής

Ενώπιον μιας τραυματισμένης ανθρωπολογίας. Το αμάρτημα να είσαι ζωντανός.

         «Ωστόσο, ήταν εδώ, περιμένοντας τη δεύτερη γυναίκα του, κι ένιωθε την καρδιά του καθαρή, γαλήνιο το νου του. Ή, μάλλον, όχι γαλήνιο ίσως, μ’ όλο που δεν ήταν η λαγνεία που τον έκανε μερικές φορές να αισθάνεται δύσθυμος και βαρυμένος: ήτανε κάτι άλλο, που δεν μπορούσε να ονοματίσει […] το αίσθημα κάποιας ενοχής που ο ίδιος δεν είχε κάνει τίποτε για να την προκαλέσει, κάποια λύπη που κουβαλούν μαζί τους οι άνθρωποι στον κόσμο. Μπορεί να ήταν αυτό που οι θεολόγοι αποκαλούν προπατορικό αμάρτημα: το αμάρτημα να είσαι ζωντανός! Ναι, ίσως αυτό να ήταν: Η ίδια η ζωή κουβαλά μέσα της κάποιο είδος αμαρτίας»[1].

Ξεκινώ με τούτο το παράθεμα από το Νάρκισσος και Χρυσόστομος του Έρμαν Έσσε, για να καταδείξω ευθύς εξαρχής τη ρίζα του προβλήματος, που δεν είναι άλλη από την ενοχοποίηση, σε πολλές περιπτώσεις και δαιμονοποίηση,  εντός της γενικευμένης κανονικότητας του  χώρου της Ορθοδοξίας -και σας παρακαλώ να κρατήσετε στο μυαλό σας τη λέξη κανονικότητα-,  του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και των ηδονών. Ξεκινώ δηλαδή με μια εξομολογητική και ξεκάθαρη αποδοχή μιας ανομολόγητης εν πολλοίς ήττας, η αξιοποίηση της οποίας θα επιτρέψει τη σφυρηλάτηση της τελικής εικόνας, η οποία δεν είναι μήτε εύκολη, μήτε δεδομένη.  Και το λέγω τούτο, διότι η στάση της Ορθόδοξης θεολογίας απέναντι στα θεμελιακά θέματα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και των ηδονών, δεν αφορά ένα επιμέρους θέμα της  δραστηριότητας  των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά σχετίζεται με τον πυρήνα του τρόπου της, που σε πολλές περιπτώσεις δίνει την εικόνα μιας απανθρωποποιημένης, έρημης χώρας, που συγκροτεί σύνταγμα ολοκληρωτικής απόρριψης και ενοχοποίησης του συνόλου της ανθρωπινότητας. Μια ενοχοποίηση, η οποία κάνει τους νέους ανθρώπους να αναρωτιούνται εάν υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο[2]. Διότι, η ποιότητα ενός τρόπου, η ποιότητα ενός πολιτισμού,  δεν μπορεί παρά να μετριέται από τη στάση που αυτός κρατά απέναντι στον έρωτα και τον θάνατο. Πραγματικότητες οριακές, που ο τραυματισμός τους, τραυματίζει θανάσιμα το σύνολο της ύπαρξης και οδηγεί στην έξοδο από την πραγματική ζωή.

Και νομίζω, πως ήλθε πλέον ο καιρός, κατά τον οποίο λευτερωμένοι από ιδεολογικές ταυτίσεις και θεσμικές ομαδοποιήσεις, μπορούμε να περάσουμε από την απολογητική δικαιολόγηση των οποιωνδήποτε αστοχιών του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, στην αναζήτηση εκείνων των περιθωριοποιημένων στοιχείων της  τεράστιας χριστιανικής παράδοσης, που συγκροτούν τον οίκο του Θεού, στον οποίο χωράει εν τέλει ο άνθρωπος στην πληρότητά του.

Εν προκειμένω, όμως, και πριν περάσω στα πολύτιμα ενός τρόπου που αποκαλύπτουν τη γη της Ορθοδοξίας, ως χώρα της  φιλανθρωπίας, θα ήθελα να σταθώ για πολύ λίγο σε κάποιες από εκείνες τις θεολογικές αποδοχές, σε κάποιους από εκείνους τους θεολογικούς τόπους, που δημιούργησαν τις ρηγματώσεις, που απειλούν, εάν και εφόσον εμμείνουμε στην αποδοχή τους, τον οίκο με ολοκληρωτική κατάρρευση.

         Στην αρχή μιας τέτοιας διαδικασίας, βρίσκονται δίχως άλλο απόψεις σαν αυτή του Γρηγορίου Νύσσης, κορυφαίου θεολόγου και αγίου της Εκκλησίας, ο οποίος υποστηρίζει πως ο χωρισμός των φύλων σε άνδρα και γυναίκα, τουτέστιν η σεξουαλικότητα, δεν αποτελεί βασική επιλογή του Θεού, αλλά μια αναγκαστική «επιγεννηματική» πραγματικότητα, που ακολούθησε την αρχική προγεννητική κατασκευή του νοερού και θείου μέρους της ανθρώπινης ύπαρξης, του μόνου που μοιάζει στη θεία και ασώματη φύση[3], προκειμένου ο άνθρωπος να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο τον οδήγησαν η παρά φύση επιθυμία, οι ηδονές και η εγωκεντρική και άκριτη χρήση της ελευθερίας του. Ως εκ τούτου, τα φύλα ανήκουν στην άλογη και κτηνώδη μεριά της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν αποτελούν μέρος της θείας εικόνας και γι αυτόν ακριβώς το λόγο η μεταπτωτική αυτή διάκριση θα υπερβαθεί στα έσχατα[4].  Μοιάζει έτσι, ο άνθρωπος της πρωτολογίας και των εσχάτων να μην έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο της ιστορίας. Ο τελευταίος, στα πλαίσια μιας τέτοιας κατανόησης της δημιουργίας, αποτελεί ούτε λίγο ούτε πολύ ένα ατύχημα ή καλύτερα είναι το αποτέλεσμα ενός ατυχήματος, μιας αστοχίας[5].

         Με την επισήμανση τούτης της κεντρικής διδασκαλίας, η οποία με πολλαπλές παραλλαγές συναντιέται και σε άλλους πατέρες της Εκκλησίας μπορούμε τώρα να περάσουμε στην παρουσίαση, δύο ακόμη θέσεων από το σύνολο της πατερικής θεολογίας, που συνδέονται με το θέμα μας, και οι οποίες προβλημάτισαν και συνεχίζουν ακόμη να προβληματίζουν. Θέσεις, που παρ’ όλες  τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, ολοκληρώνουν την εικόνα της αμαύρωσης του διαφυλικού έρωτα και της ανθρώπινης σεξουαλικότητας και επιβάλλουν εδώ και τώρα την αξιοποίησή τους, για μια πραγματική άσκηση αυτοσυνειδησίας, που θα βγάλει τόσο την Εκκλησία, όσο και τη θεολογία από την απόλυτη εσωστρέφεια, που γεννά στην καλύτερη περίπτωση η αδυναμία ορισμού των πολύτιμων που τρανώνουν τη ζωή και την ύπαρξη και στη χειρότερη η αμαρτία της εξουσιαστικότητας και ο καθεστωτικός ναρκισσισμός[6].

         Πρόκειται για θέσεις που αναφέρονται στο θέμα του γάμου και της αγαμίας και οι οποίες, όπως έχει αποδείξει σήμερα η έρευνα, είναι αποτέλεσμα ενός απόλυτου συγκριτιστικού ασκητισμού, καθώς προέρχονται, κατά βάση και σχεδόν στο σύνολό τους, από τα σπλάγχνα της αρχαίας ελληνικής σκέψης (Πλάτωνας, Στωϊκοί), τον ελληνιστικό Ιουδαϊσμό (Φίλων), το γνωστικισμό και το συριακό μοναχισμό, αλλά και την ιδιόμορφη και χωρίς την αναγκαία διάκριση ακολουθία της Βίβλου[7] και των απόκρυφων εγκρατιτικών κειμένων[8]. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τραγωδία της σύγχρονης Ορθοδοξίας, στην πίστη, πως όλη αυτή η παραχάραξη, αποτελεί παραμονή στην πιστότητα της χριστιανικής παράδοσης· στο απόσταγμα της ορθόδοξης οντολογίας, που υπαγορεύουν οι εντολές του Χριστού.

         Σύμφωνα, λοιπόν,  με την πρώτη, ο γάμος είναι μια έκπτωση της πραγματικής ζωής, τουτέστιν της αγαμίας, που δόθηκε στον μετά την πτώση άνθρωπο για να νικήσει τη φθορά και τον θάνατο[9],  και οι έγγαμοι μια κατηγορία ανθρώπων δευτέρου επιπέδου, δεύτερης ταχύτητας, που ο τρόπος τους μόλις και μετά βίας γίνεται ανεκτός από τον Θεό[10]. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό έφτασε τούτο το πραξικόπημα ενάντια στο Ευαγγέλιο, που στην ανατολική Συρία, όπου εφαρμόστηκαν αυτές οι πρακτικές, η αγαμία αποτέλεσε τη μόνη  προϋπόθεση για  το Βάπτισμα και την ένταξη στην Εκκλησία[11]. Όσοι είχαν σεξουαλικές σχέσεις και εισέρχονταν στο γάμο αποκλείονταν από τα μυστήρια της Εκκλησίας και ως εκ τούτου δεν θεωρούνταν μέλη της[12]. Άμεσο αποτέλεσμα, όλων των παραπάνω υπήρξε εν τέλει η σύνδεση της αγιότητας  αποκλειστικά με την παρθενία. Αντίληψη και πρακτική, που, πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων να αναδείξουν τους «εξωγήινους» εγγάμους αγίους της Εκκλησίας, τούτη τη μύγα μες στο γάλα, δεν έχασε την έντασή της ούτε μια στιγμή, καθώς συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα, με σχεδόν αδιαφοροποίητο τρόπο, στο σύνολο χώρο της Εκκλησίας της Ορθόδοξης Ανατολής[13].

         Σύμφωνα με τη δεύτερη, μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας, και είναι σαφές πως στο σύνολο της βιβλικής και πατερικής παράδοσης το σεξ γίνεται αποδεκτό μόνον εντός του γάμου, είναι η τεκνογονία και η σωφροσύνη και εξάπαντος όχι η ηδονική κοινωνία, η «αναγνώριση» του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί αμαρτία και πληγή στο πρόσωπο του Θεού[14].

         Κλασικά επιχειρήματα των υποστηρικτών της πρώτης θέσης, αποτελούν η αγαμία του Χριστού, η παρθενική γέννησή του, αλλά ακόμη-ακόμη και η παρθενία αυτού του ίδιου του «άφυλου» Θεού Πατέρα, όπως και του Αγίου Πνεύματος[15]! Θέσεις, που στο βωμό μιας κάποιας «πραγματοποιημένης ήδη εσχατολογικής ενότητας», την οποία δίχως άλλο, σύμφωνα πάντα με τους θιασώτες της,  διαρρηγνύει η δυαδική σεξουαλικότητα, θυσιάζουν κάθε θεολογικό αποφατισμό, εισέρχονται με άνεση στα άδυτα των αΐδιων σχέσεων της Αγίας Τριάδας και εισάγουν εν τέλει στον ορθόδοξο χώρο μύρια  όσα προβλήματα, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην ηθικοποίηση της πνευματικής ζωής  και  ως εκ τούτου στην  απόλυτη ενοχοποίηση του παρόντος[16].

         Επιχείρημα των δεύτερων το γεγονός πως η αναπαραγωγή με τον συγκεκριμένο τρόπο είναι μια παραχώρηση του Θεού, που δεν υπήρχε στον αρχικό του σχεδιασμό. Ένα αποτέλεσμα, δηλαδή, που επέβαλε στον Θεό, μα και στους ανθρώπους, η πτώση και ο θάνατος.  Μια αναγκαιότητα πολύ διαφορετική από τον τρόπο με τον οποίο θα γίνονταν ο πολλαπλασιασμός των ανθρώπων στον Παράδεισο· ιστορία  που έχει την αρχή της στο βιβλίο της Γενέσεως[17]

         Συνέπεια όλων των παραπάνω, τούτης της αναχώρησης από την ευαγγελική απλότητα και καθαρότητα, που ήταν ντυμένη πάντα με το μανδύα μιας απόλυτης θεοπνευστίας[18] –και ας πολέμησε μετά μανίας η Ορθόδοξη θεολογία την κατά γράμμα θεοπνευστία της Δύσης-, υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις η μετατροπή του εκκλησιαστικού γεγονότος σε κλειστό σύστημα, σε έρημη χώρα που κατοικείται από ανέραστους ανθρώπους, ανθρώπους μπερδεμένους[19], που τίκτουν και παρθενεύουν ή παρθενεύουν και τίκτουν, ή στα  σωστά που ούτε τίκτουν ούτε παρθενεύουν. Σε ανθρώπους που φέρουν πάντα επάνω τους την ενοχή της φυσικής τους αλήθειας, της δημιουργικής τους δηλαδή ταυτότητας, τούτης της λίαν καλής πραγματικότητας, που λειτουργεί έξω από ενοχές και ανοχές στα όρια της κτιστότητας. Όρια για τα οποία ο άνθρωπος δεν οφείλει τη συγγνώμη του, ούτε την συνεχή απολογία του. Και το λέγω τούτο διότι ο άνθρωπος  της Ορθοδοξίας, κυκλωμένος από το σύστημα, μοιάζει συνεχώς και παντού να ζητά συγγνώμη για τον τρόπο της υπάρξεώς του, για την ίδια του την ύπαρξη. Κλασικότερη όλων η περίπτωση των γυναικών, οι οποίες κατά την περίοδο της λοχείας τους, όπως εξάλλου και κατά τον καιρό της εμμήνου ρύσεώς τους, θεωρούνται σωματικά και ψυχικά ακάθαρτες και ως εκ τούτου  απόβλητες από τον Ναό και το σύνολο της λατρευτικής ζωής στην πρώτη περίπτωση και από το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, αλλά και την προσκύνηση των εικόνων στη δεύτερη.[20] Θα φανεί ίσως τολμηρή και πιθανώς να είναι, δεν βρίσκεται όμως, καθώς πιστεύω, έξω από τα όρια του πρέποντος[21], η διαπίστωση πως, στην ιστορική του διαδρομή, ο Χριστιανισμός, τόσο  σε Ανατολή όσο και σε Δύση[22], κάτω από τις επιδράσεις ενός όψιμου και ιδιόμορφου γνωστικισμού[23], αιχμή του δόρατος εκείνης της επικίνδυνης για τη χριστιανική πίστη και ζωή  ασκητικής παράδοσης, που άρχισε με τους φιλοσόφους και μέσα από τα ασκητικά κινήματα του ελληνιστικού Ιουδαϊσμού και την Καινή Διαθήκη έφτασε να συναντηθεί με τα περί παρθενίας έργα του τρίτου και του τέταρτου αιώνα,  δεν δέχθηκε σχεδόν ποτέ τον άνθρωπο ως έχει. Πίστεψε και συνεχίζει να πιστεύει και σήμερα στις περισσότερες των περιπτώσεων, πως ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι μείον την φύση του[24], ένα σώμα και μια ψυχή φυλακισμένα «στην  ιδεολογία του προπατορικού αμαρτήματος»[25]. Γι’ αυτό και αναλώθηκε, στα όρια της ανθρωπολογίας του, υπόλογης κατά πάντα και δια πάντα στο μυστήριο της σαρκώσεως και στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, στην αναζήτηση, γιατί όχι, και στη δημιουργία ενός ανθρώπου άλλου, ενός ανθρώπου που σίγουρα δεν είναι ο άνθρωπος που έπλασε η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού, εκείνη η μόνη δύναμη που κάνει το δημιούργημα να αληθεύει και να επεκτείνει συνεχώς και πάντα την ύπαρξή του εδώ και τώρα στα έσχατα, στον τόπο και τον τρόπο της θεανθρωπίας[26]. Στον τρόπο που αποκάλυψε ο Χριστός της ιστορίας και των Ευαγγελίων. Η καλλίστη έκφραση της αγίας ευαισθησίας, απέναντι στο τραγικό και τα προβλήματα του κόσμου[27]. Ο τόπος της απόλυτης συγκατάβασης και της έσχατης φιλίας. Το πανδοχείο των ανυπεράσπιστων και των ταπεινών.

         Βέβαια, εάν αυτή είναι η μια πλευρά της ανθρωπολογίας της Ορθόδοξης Ανατολής, αυτή που πριν από λίγο ονόμασα κανόνα, υπάρχει και μια άλλη πλευρά, η οποία δεν ξέρω εάν επαναφέρει το καράβι στη θέση ισορροπίας του, γνωρίζω, όμως, πως επιβεβαιώνει τον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος έλεγε πως η παράδοση γκρεμίζεται πάντα με την παράδοση. Και τούτη την πλευρά, ελάχιστα γνωστή και καθόλου σχεδόν αξιοποιημένη εντός των πλαισίων του νεότερου πολιτισμού, αποκαλύπτουν κειμενικές μαρτυρίες ενός Ιωάννη Χρυσόστομου, ενός Βασιλείου Αγκύρας, ενός Συμεών του Νέου Θεολόγου, αλλά και ανανοηματοδοτήσεις και υπερβάσεις των ερμηνευτικών στερεοτύπων βιβλικών κειμένων, όπως για παράδειγμα του Άσματος Ασμάτων, οι οποίες διαλεγόμενες ευθέως  με τις ακριβές αγωνίες του καιρού βγάζουν αν μη τι άλλο την Ορθοδοξία από την ιστορική ανθρωπολογική της αμηχανία.

«Ως εκ τούτου λένε εξεδιώχθη από τον έρωτα ο παράδεισος»[28]. Το παράδειγμα του Άσματος των Ασμάτων.

         Είναι αλήθεια, και πρέπει για μια ακόμη φορά εδώ να τονιστεί, πως σε αρκετές περιπτώσεις της πατερικής διδασκαλίας, ίσως στις περισσότερες, προσκρούουμε πάνω σε ένα προκλητικό και αινιγματικό έως προβληματικό περιορισμό του έρωτα και των συμπαρομαρτούντων του, στην αποκάλυψη, είτε των σχέσεων των προσώπων της Αγίας Τριάδος μεταξύ τους, είτε στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, είτε τέλος στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό∙  εξάπαντος όχι στη σχέση του ανθρώπου με το συνάνθρωπο. Βρισκόμαστε δηλαδή ενώπιον μιας έλλειψης, που τροφοδότησε και συνεχίζει να τροφοδοτεί την ιστορία της χριστιανικής θεολογίας με μια δυσκολία και να την κάνει υπόλογη απέναντι στις προκλήσεις του καιρού, αλλά και απέναντι σε όλες εκείνες τις ρωγμές του δικού της σώματος, από τις οποίες ξεπροβάλλει το λουλούδι μιας άλλης άνοιξης,  στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος και δι’ αυτού ο Θεός[29]. Και αναφέρομαι σαφώς και πάλι στην ανάγκη που επιβάλλει η είσοδός μας στον 21ο αιώνα και δεν είναι άλλη από την ανάσταση της ανθρωπολογίας. Εκείνης της πλευράς της συνολικής ύπαρξης που χάθηκε κάτω από την απολυτοποίηση της θεολογίας. Και το λέγω τούτο, διότι το θαύμα δεν είναι η ανάσταση του Θεού, ένας Θεός μπορεί να αναστηθεί, αλλά η ανάσταση του ανθρώπου. Μυστήριο και πραγματικότητα που ακολουθεί και πληρώνει τη σάρκωση.

         Κλασική περίπτωση τούτης της παθολογίας αποτελεί δίχως άλλο η διαχρονική ερμηνεία, εντός του χριστιανισμού,  του Άσματος των Ασμάτων[30]. Μια ερμηνεία που περιορίζεται αποκλειστικά στο χώρο της αλληγορίας -ο νυμφίος είναι ο Χριστός ή ο Γιαχβέ και η νύμφη η Εκκλησία ή ο Ισραήλ[31]– και αρνείται να αποδεχθεί τη δυνατότητα να εξηγηθεί τούτο το πανέμορφο κείμενο με όρους που αφορούν και τις ανθρώπινες σχέσεις[32]. Και αυτό διότι, μια τέτοια ερμηνεία, ανθρωπολογικής προσέγγισης του κειμένου,  υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι της σύγχρονης βιβλικής έρευνας στο χώρο της Ορθοδοξίας, είναι ασυμβίβαστη με το σκεπτικό της κανονικοποίησης του βιβλίου και της συμπερίληψής του στον κανόνα[33]. Πράγμα που σημαίνει σαφώς πως αυτό που εν τέλει μένει ασυμβίβαστο με το σκεπτικό της κανονικοποίησης του βιβλίου και της συμπερίληψής του στον κανόνα είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, η ερωτικότητα, το σεξ και η  αγάπη.  Την αμηχανία της Ορθοδοξίας απέναντι στο Άσμα Ασμάτων, κοντά στα άλλα,  φανερώνει  και η μη χρησιμοποίησή του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Πρακτική που αποδίδεται συνήθως, χωρίς οπωσδήποτε να πείθει, στο γεγονός πως «το περιεχόμενο του κειμένου δεν προσφέρεται προς τούτο, όπως άλλωστε και άλλων παλαιοδιαθηκικών  βιβλίων»[34]. Είναι σαφές στην προκειμένη περίπτωση, πως ο Χριστιανισμός και εδώ, όπως και αλλού, με μια τέτοια ερμηνεία και στάση ζωής, αποκαλύπτει τη «φοβική» του «εναντίωση στη σεξουαλικότητα»[35]. Μια εναντίωση, που παρέλαβε όχι χωρίς ευθύνη, μήτε δίχως εσωτερική πάλη, από την εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, που, άλλοτε λάθρα και άλλοτε επιτηδείως, εισχώρησε στη δική του οντολογική και ποιμαντική πρακτική[36].

         Αναφερόμενος στο θέμα ο ρηξικέλευθος Slavoj Žižek παρατηρεί τα εξής ενδιαφέροντα: «Όταν πραγματεύονται ένα ερωτικό-θρησκευτικό κείμενο σαν το Άσμα Ασμάτων, οι σχολιαστές σπεύδουν να μας προειδοποιήσουν ότι οι ακραίες και απροκάλυπτες ερωτικές εικόνες πρέπει να διαβαστούν αλληγορικά, σαν μεταφορά: όταν, για παράδειγμα, ο εραστής φιλά τα χείλη της γυναίκας, αυτό “σημαίνει στ’αλήθεια” ότι ο Θεός ανακοινώνει στους Εβραίους τις Δέκα Εντολές. Εν συντομία, αυτό που μοιάζει να αποτελεί περιγραφή μιας “καθαρά ανθρώπινης” σεξουαλικής συνεύρεσης, συμβολικά αποδίδει την πνευματική κοινωνία του Θεού με τον εβραϊκό λαό. Ωστόσο, οι πιο οξυδερκείς μελετητές της Βίβλου είναι από τους πρώτους που τονίζουν τα όρια μιας τέτοιας μεταφορικής ανάγνωσης η οποία απορρίπτει το σεξουαλικό περιεχόμενο σαν μια “απλή παρομοίωση”: είναι ακριβώς μια τέτοιου είδους “συμβολική” ανάγνωση, που είναι “καθαρά ανθρώπινη”, που επιμένει στο να θέτει μια εξωτερική αντίθεση συμβόλου και νοήματος, προσθέτοντας αδέξια κάποιο “βαθύτερο νόημα” στο εκρηκτικό σεξουαλικό περιεχόμενο. Η κυριολεκτική ανάγνωση (ας πούμε, του Άσματος Ασμάτων ως σχεδόν πορνογραφικού ερωτισμού) και η αλληγορική ανάγνωση είναι δύο όψεις τής ίδιας λειτουργίας: αυτό που έχουν από κοινού είναι, ότι και οι δύο προϋποθέτουν πως η “πραγματική” σεξουαλικότητα είναι “καθαρά ανθρώπινη”, χωρίς καμιά ευδιάκριτη θεία διάσταση. (Φυσικά, εδώ τίθεται το ερώτημα: αν η σεξουαλικότητα είναι απλώς μια μεταφορά, τότε τι χρειάζεται όλη αυτή η προβληματική παράκαμψη; Γιατί δεν αποδίδεται απευθείας το πνευματικό περιεχόμενο; Επειδή μήπως, εξαιτίας των περιορισμών της αισθησιακής πεπερασμένης φύσης μας, αυτό το περιεχόμενο δεν είναι άμεσα προσβάσιμο σε μας;) Κι αν, ωστόσο, το Άσμα Ασμάτων δεν διαβαστεί ως αλληγορία αλλά, πολύ πιο κυριολεκτικά, ως η περιγραφή ενός καθαρά αισθησιακού ερωτικού παιχνιδιού; Κι αν η “βαθύτερη” πνευματική διάσταση βρίσκεται ήδη σε λειτουργία στην ίδια την παθιασμένη σεξουαλική διάδραση; Αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουμε λοιπόν δεν είναι να αναγάγουμε τη σεξουαλικότητα σε μια απλή αλληγορία, αλλά να εξορύξουμε την εγγενή “πνευματική” διάσταση που θα χωρίζει πάντα την ανθρώπινη σεξουαλικότητα από το ζωικό ζευγάρωμα»[37].

         Και εάν κάποιος δεν μπορεί να συμφωνήσει με το σύνολο των παρατηρήσεων του Žižek, μπορεί σίγουρα να αποδεχτεί την ορθότητα του πυρήνα της σκέψης του, που ζητά και προτείνει την επιστροφή του ανθρώπου που χάθηκε στην απεραντοσύνη του Θεού. Και μαζί την άρση της αποϊεροποίησης της ερωτικότητας, αλλά και της σεξουαλικότητας, που επιχειρήθηκε και σε πολλές περιπτώσεις επετεύχθη, στο χώρο του Χριστιανισμού[38]. Ή με άλλα και καλύτερα λόγια την επιστροφή του θεϊκού στον άνθρωπο, τον αγιασμό της συνολικής του υπάρξεως, του συνολικού του τρόπου, έτσι όπως το μαρτυρά το μυστήριο της σάρκωσης, που βρίσκεται στον αντίποδα οποιασδήποτε αφαίρεσης, στον αντίποδα της εβραϊκής περιτομής που αγνοεί την πρόσληψη και τον αγιασμό[39]. Και είναι αδιαπραγμάτευτη αλήθεια πως σε πολλές περιπτώσεις ο Χριστιανισμός, όπως βέβαια και οι Θρησκείες της Ανατολής, βλέπει τον «κόσμο ως ελαττωματικό και τους ανθρώπους διεφθαρμένους και αμαρτωλούς»[40]. Πράγμα που οδηγεί με απόλυτη ακρίβεια σε ηθικές θεωρήσεις της σωτηρίας, όπου το σωζόμενο δεν είναι ο όλος άνθρωπος αλλά το φάντασμά του, μια άσαρκη ιδέα του δημιουργημένου του εαυτού. «Ο σώζων Θεός», σημειώνει ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, «σώζει τον όλον άνθρωπον, ούτως ώστε ουχί μόνον ο νους-πνεύμα, αλλά και τα ψυχικά συναισθήματα και το λογικόν και αυτό το σώμα, το παν καθαγιάζεται υπό του Θεού»[41].

         Έτσι, χωρίς καμιά αμφιβολία, η απρόσμενη παρέμβαση του Žižek υπενθυμίζει τα αυτονόητα. Ότι ο έρωτας, δηλαδή, μαζί και το σεξ, δεν είναι απλά και μόνο μια λειτουργία των γεννητικών οργάνων ξεκομμένη από τη συνολική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά τουναντίον, πραγματικότητα που αφορά το σύνολο της ύπαρξης. Μια δυνατότητα και μια δύναμη που επιτρέπει την κατάφαση στο μυστήριο. Ένας τρόπος, όχι απλά έκφρασης, αλλά πρωτίστως ύπαρξης, που προϋποθέτει σχέση και αναφορά. Μια αλήθεια ουσιώδης, η δύναμη της οποίας  επιτρέπει τη συμβολική της χρήση για να εκφρασθούν στον ύψιστο βαθμό οι βαθύτερες και ως εκ τούτου δημιουργικότερες σχέσεις του κτιστού με το άκτιστο. «Μακάριος όστις τοιούτον προς Θεόν εκτήσατο έρωτα», σημειώνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και συμπληρώνοντας αποκαλύπτει του λόγου το αληθές, «οίον μανικός εραστής προς την εαυτού ερωμένην κέκτηται»[42]. Και από την άλλη μια επισήμανση, μια υπογραμμισμένη υποσημείωση, πως η συνολική ύπαρξη του ανθρώπου, ο όλος άνθρωπος και οπωσδήποτε όχι μόνο το πνευματικό του στοιχείο είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούμε να μιλάμε για επιστροφή του παραδείσου στον έρωτα. Μα και για το ομοούσιο αντίθετο∙ την επιστροφή του έρωτα στον παράδεισο.

«Και δάκτυλόν μου Χριστόν και βάλανον». Από τον ανέραστο ηθικισμό στην ιερότητα του σώματος. Η επιστροφή του Θεού και η ανάσταση του ανθρώπου.

         Ο ηθικισμός είναι παλιό φαινόμενο∙ ως άλλος διηθητικός ιός, όμως, εισβάλλει και στο σπίτι του σύγχρονου πολιτισμού από πόρτες και παράθυρα και δηλητηριάζει τον αέρα του. Δηλητηριάζει τελικά τον σύνολο τρόπο του και αποδεικνύει πως το «ανέραστο» δεν έχει σύνορα. Έχω την αίσθηση, πως το σώμα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά κυρίως σήμερα βρίσκεται υπό διωγμόν. Το διώκουν τα κάθε είδους συστήματα, πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, φιλοσοφικά και πάει λέγοντας. Το διώκουν δεξιοί και αριστεροί, προοδευτικοί και συντηρητικοί, ένθεοι και άθεοι. Ο δε διωγμός πολύτροπος. Πριν από κάμποσο καιρό βρέθηκα ενώπιον κειμένου που με άφησε άναυδο. Γνωστός συγγραφέας, ακολουθώντας προφανώς, ηθικιστικά ρεύματα και τάσεις που εντοπίζουν στο αιδοίο της γυναίκας τον εωσφορικό ρόλο του κακού σημείωνε τα εξής προκλητικά: «Οι αρχαίοι μας χρησιμοποιούσαν τη λέξη “τόπος” (πρώτος ο Αισχύλος στη φράση “χθονός τόπος” [Ευμ. 249])  με πολλές σημασίες, όχι πάντως με την έννοια της πατρίδας, στην ευρύτερη ηθική διάστασή του. Ο Γαληνός μάλιστα τη χρησιμοποιεί και με την  έννοια του γυναικείου αιδοίου!  Αν δεν σφάλλομαι, το ίδιο πράττει και ο Αριστοφάνης. Σε αυτή την έννοια θέλουν να κατεβάσουν την Ελλάδα οι πολιτικοί και πολλοί πνευματικοί ταγοί μας;»[43].

         Δεν χωρά αμφιβολία, πως τέτοιου είδους παρατηρήσεις και αποδοχές, οι οποίες έχουν εισβάλλει ακόμη και στη σάρκα του λαϊκού μας πολιτισμού (βλ. λαϊκές παροιμίες, συνθηματολογία γηπέδων..),  αποδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος. Αποδεικνύουν, βεβαίως, και την ήττα της οντολογίας της Εκκλησίας από το περιβάλλον, εντός του οποίου υφίσταται και λειτουργεί. Και είναι σαφές ότι μια τέτοια μεγέθυνση της εκκοσμίκευσης, διότι περί αυτού πρόκειται, αποκαλύπτει την τραγωδία της  εξορίας του Θεού από την  ανθρωπινότητα και ως εκ τούτου και την εξορία της ανθρωπινότητας από τον παράδεισο του Θεού. 

         Στον αντίποδα, βέβαια, μιας τέτοιας αδυναμίας αποκάλυψης του μυστηρίου του Θεού, στέκονται και αναμένουν προκειμένου να πάρουν καιρό, θέσεις της πατερικής θεολογίας, η λειτουργία των οποίων όπως ήδη έχω σημειώσει δυναμιτίζει τις βεβαιότητες των θεσμικών και εξουσιαστικών μορφωμάτων. Με μια αφοπλιστική του αποστροφή ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, τονίζοντας την ιερότητα ολάκερου του δημιουργημένου από τον Θεό σώματος,  και συνεπώς και των «ομοτίμων» με τα υπόλοιπα όργανα του ανθρώπου γεννητικών οργάνων, αλήθεια που κάποιοι επιτηδείως σπρώχνουν κάτω από το χαλί, σημειώνει τα εξής «προκλητικά», αλλά και σημαντικά για τον άνθρωπο της Ορθοδοξίας: «Μέλη Χριστού γινόμεθα, μέλη Χριστός ημών δε, και χειρ Χριστός και πους Χριστός εμού του παναθλίου, και χειρ Χριστού και πους Χριστού ο άθλιος εγώ δε· κινώ την χείρα, και Χριστός όλος η χειρ μου έστιν- Αμέριστον γαρ νόει μοι θεότητα την θείαν!- Κινώ τον πόδα και, ιδού, αστράπτει ως εκείνος∙ μη είπης, ότι βλασφημώ, αλλ’απόδεξαι ταύτα και τω Χριστώ προσκύνησον τοιούτόν σε ποιούντι! Ει γαρ και συ θελήσειας, μέλος αυτού γενήση, και ούτω μέλη άπαντα ενός ημών εκάστου μέλη Χριστού γενήσονται, και Χριστός ημών μέλη, και πάντα τα ασχήμονα ευσχήμονα ποιήσει κάλλει θεότητος αυτά κατακοσμών και δόξη, και γενησόμεθα ομού θεοί Θεώ συνόντες, ασχημοσύνην σώματος όλως μη καθορώντες, αλλ’ όλοι όλω σώματι Χριστώ ομοιωθέντες, και μέλος έκαστον ημών όλος Χριστός υπάρξει. Εις γαρ πολλά γινόμενος εις αμέριστος μένει, μερίς εκάστη δε αυτός όλος Χριστός υπάρχει· πάντως ουν ούτως έγνωκας και δάκτυλόν μου Χριστόν και βάλανον-ουκ έφριξας, ή συ και επησχύνθης; Αλλά Θεός σοι όμοιος ουκ ησχύνθη γενέσθαι, σε δε εκείνω όμοιος ησχύνθη γεγονέναι; Ουχί εκείνω όμοιος αισχύνομαι γενέσθαι, αλλά εκείνον όμοιον του ασχήμονος μέλους ρηθέντα βλασφημίαν σε ειπείν υπενοήθην.- Κακώς άρα υπέλαβες, ου γαρ άσχημα ταύτα! Μέλη δε Χριστού εισι κρυπτά, καλύπτονται γαρ, και κατά τούτο των λοιπών σεμνότερα υπάρχει ως πάσιν αθεώρητα του κρυπτού κρυπτά μέλη, εξ ου το σπέρμα δίδοται εν συνουσία θεία, θείον εν θεία τη μορφή φρικτώς μεμορφωμένον από θεότητος αυτής όλης, όλος Θεός γαρ, ος συνενούται μεθ’ ημών, ω φρικτού μυστηρίου!…Διό προσάπτεις τω Χριστώ καμοί την σην αισχύνην και λέγεις·  Ουκ αισχύνη συ περί των ασχημόνων, μάλλον δε εις ασχήμονα μέλη Χριστού κατάγειν;- Εγώ δε πάλιν λέγω σοι· Βλέπε Χριστόν εν μήτρα, και τα εν μήτρα νόησον και μήτραν υπεκδύντα, και πόθεν εξερχόμενος ο Θεός μου διήλθε!»[44].

         Γίνεται σαφές, λοιπόν,  ότι η καταξίωση του έρωτα έχει χριστολογική βάση, και είναι τούτη η βάση που δίνει τη δυνατότητα για μια υποστατική, άλλως κατ’ αλήθειαν ανθρωπολογία, που κινείται από την ενοχοποίηση και την αισχύνη, στην απενοχοποίηση και τον αγιασμό που προσφέρει η σάρκωση, ο Σταυρός και η Ανάσταση. Μια ανθρωπολογία που επιβάλλει την εννοιολογική, αλλά και υπαρξιακή μετακίνηση από το αιδοίον=αιδώς, στο αιδείον=αιδοίος[45]. Τουτέστιν από την ντροπή στο σεβασμό και από τον αφόρητο και ανέραστο ηθικισμό, στην οντολογία της σχέσης, σε κείνον το σφοδρό και αμάραντο έρωτα για το κάλλος του προσώπου, στη γη του αδιόρθωτου πάθους[46], που στο χώρο της γαμικής σχέσης, άλλως στη χώρα της τυραννικής αγάπης,  κορυφώνεται και τελειούται με την ένωση των σωμάτων.

«Ένεστι γαρ τις έρως εμφωλεύων τη φύσει, και λανθάνων ημάς συμπλέκει ταύτα τα σώματα».

         Συμποσώνοντας όλα τα παραπάνω και ταυτόχρονα ανατρέποντας ολοκληρωτικά τον οποιοδήποτε ανθρωποφάγο ηθικισμό, χτεσινό και σημερινό, και εισάγοντας και πάλι το μυστήριο της φιλανθρωπίας στον ορίζοντα του αλλού, που δεν μπορεί παρά να αρχίζει εδώ, ο προφήτης της οικουμενικής αγάπης, άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σημειώνει με έμφαση, τα εξής: «Σοφός τις ανήρ εν τάξει μακαρισμών πολλά θεις, εν και τούτο τέθεικεν εν τάξει μακαρισμού∙ Και γυνή, φησίν, ανδρί συμπεριφερομένη. Και πάλιν αλλαχού μετά των μακαρισμών αυτό τίθησι, το γυναίκα ανδρί μετά ομονοίας συνείναι. Και εξ αρχής δε πολλήν ο Θεός φαίνεται πρόνοιαν πεποιημένος της συζυγίας ταύτης∙ και ως περί ενός, περί αμφοτέρων διαλεγόμενος, ούτως έλεγεν∙ Άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς∙ και πάλιν, Ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Ου γαρ εστιν ανδρός προς άνδρα τοσαύτη οικειότης, όση γυναικός προς άνδρα, αν η τις, ως χρη, συνεζευγμένος. Διά τούτο και τις την υπερβάλλουσαν αγάπην δηλών μακάριος ανήρ, και τινα των αυτώ φίλων και ομοψύχων πενθών, ου πατέρα είπεν, ου μητέρα, ου τέκνον, ουκ αδελφόν, ου φίλον, αλλά τι; Έπεσεν επ’ εμέ η αγάπησις σου, φησίν, ως αγάπησις των γυναικών. Όντως γαρ, όντως πάσης τυραννίδος αύτη η αγάπη τυραννικωτέρα. Αι μεν γαρ άλλαι, σφοδραί∙ αύτη δε η επιθυμία έχει και το σφοδρόν, και το αμάραντον. Ένεστι γαρ τις έρως εμφωλεύων τη φύσει, και λανθάνων ημάς συμπλέκει ταύτα τα σώματα. Διά τούτο και εξ αρχής από ανδρός η γυνή, και μετά ταύτα από ανδρός και γυναικός ανήρ και γυνή. Οράς σύνδεσμον και συμπλοκήν, και πως ουκ αφήκεν ετέραν επεισελθείν ουσίαν έξωθεν; …Διά τούτον έλεγεν∙ Ο ποιήσας εξ αρχής, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς…Ουδέν γαρ ούτως ημών συγκροτεί τον βίον, ως έρως ανδρός και γυναικός∙ υπέρ τούτου και όπλα πολλοί τίθενται, υπέρ τούτου και την ψυχήν προδιδόασιν. Ου γαρ αν απλώς ουδέ εική πολλήν υπέρ τούτου του πράγματος εποιήσατο την σπουδήν Παύλος, λέγων∙ Αι γυναίκες, τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε, ως τω Κυρίω. Τι δήποτε; Ότι εάν εν ομονοία ώσιν ούτοι, και παίδες τρέφονται καλώς, και οικέται ευτακτούσι, και γείτονες απολαύουσι της ευωδίας, και φίλοι και συγγενείς∙  εάν δε τουναντίον, πάντα ανατέτραπται και συγκέχυται»[47].

«Ου διά την παιδοποιίαν μόνον, αλλά και δι’ αυτόν τον της μίξεως οίστρον».

         Και έρχομαι τώρα στο τελευταίο παράδειγμα αυτής της προσπάθειας εσωτερικής αποδόμησης βεβαιοτήτων που κράτησαν χρόνια. Πρόκειται για κείμενο του Βασιλείου Αγκύρας το οποίο αποτελεί φυσική συνέχεια του κειμένου του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που προηγήθηκε και αποδεικνύει την ανάγκη καύσης του νεκρού οίκου που οικοδομήθηκε, το ολοκληρωτικό γκρέμισμά του, προκειμένου να βρούμε από κάτω την Εκκλησία[48]. Διαβάζουμε σχετικά: «Τούτον δε τον τρόπον, εξ ενός δύο, και εκ δύο πάλιν εν, το τε άρρεν και το θήλυ σοφώς αναδείξας. Και ου την προς άλληλα συμπλοκήν μόνον, διά των προειρημένων τρόπων, ηδείαν τοις σώμασιν αυτών εργασάμενος, αλλά και προς το εκ της συμπλοκής ταις του έρωτος λαμπάσι δαδουχούμενον γένος, πολύ το φίλτρον εγκατασπείρας· ενεργητικόν μεν το άρρεν, ως αν και κατά την δημιουργίαν πρωτεύον· παθητικόν δε το θήλυ, ως αν της του άρρενος μοίρας αποσπασθέν, την φύσιν εργάζεται. Και ίνα μη τω προς την του ομοίου γένους διαδοχήν φίλτρω το θήλυ αγόμενον, ως αν παθητικόν, αβοήθητον καταλείποιτο, ηδονής όλον φάρμακον τω άρρενι το θήλυ κατασκευάσας, βιαίοις ολκαίς, και επί την καταβολήν της γονής, προς αυτό άγει το άρρεν· ουχί προς το άρρεν άγων το θήλυ, αλλά τη του θήλεος ηδονή το άρρεν προς αυτό αιχμάλωτον άγων. Ως γαρ η μαγνήτις λίθος άρρητόν τινά δύναμιν κατά του σιδήρου εν τη φύσει λαβούσα, ουκ αυτή άγεται προς τον σίδηρον, αλλά πόρρωθεν προς εαυτήν τον σίδηρον έλκει· ούτω το του θήλεος σώμα, άφραστον κατά του άρρενος την δύναμιν ειληφός, και μη ειδυίας, ως αν είποι τις, της εν αυτώ ψυχής, το του άρρενος σώμα προς την μίξιν αυτόματον έλκει. Ούτω τω ασθενεστέρω ζώω του Δημιουργού βοηθήσαι θελήσαντος, ίνα τη ενούση αυτώ ηδονή μαγγανεύον το άρρεν, ου διά την παιδοποιίαν μόνον, αλλά και δι’ αυτόν τον της μίξεως οίστρον, υπερμαχούν αυτώ έχη το άρρεν. Αντί τούτου γουν, Καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα·ου το θήλυ, αλλ’ ο άρρην, υπό του εγκειμένου οίστρου προς την συνουσίαν του θήλεος ελαυνόμενος. Και προσκολληθήσεται τη γυναικί, φησίν, ο ανήρ, ουχ η γυνή τω ανδρί, και γενήσονται οι δύο εις σάρκα μίαν. Ταύτην δε την δυναστείαν κατά του κρατούντος τω του θήλεος γένει ο Δημιουργός χαριζόμενος, και αυτήν την του σώματος πλάσιν τε και ιδέαν του θήλεος μαλακωτέραν  ειργάσατο, ίνα και αφή, και βλέμματι, και κινήματι, και τη των μελών συνόλως αβρότητι, και ορών και ορώμενον, μάλαγμα ηδονής η τω άρρενι, κατά πάσαν αισθήσεως προσβολήν πανταχόθεν προσπίπτον»[49].

         Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον ενός απόλυτα ανατρεπτικού κειμένου. Ενώπιον ενός ανθρωπολογικού και ως εκ τούτου βαθιά θεολογικού ύμνου, ο οποίος αποκαλύπτει με περισσή παρρησία, πως εάν σήμερα, στις σχέσεις των ανθρώπων, εντός της Εκκλησίας, διαπιστώνεται κάποιο πρόβλημα, δεν είναι η υπερέξαρση του έρωτα και της επιθυμίας, αλλά το καταθλιπτικό στέγνωμα της ζωής, η αδυναμία των ανθρώπων να ερωτευθούν ποιητικά, να αποδεχτούν το σώμα το δικό τους, μα και το σώμα του άλλου, να λειτουργήσουν το μυστήριο της ερωτικής αγάπης, της σεξουαλικής αγάπης, που ως πνευματική ενέργεια, που διαβρώνει αγιαστικά την ψυχοσωματική ύπαρξη των ανθρώπων, οδηγεί στη μόνη δυνατή υπέρβαση του κλειστού εαυτού, στην κερδοφορία του αληθινού μεγέθους, που ολοκληρώνεται  πάντα σε αριθμό πληθυντικό[50]. Μια αδυναμία που αρνείται μετά μανίας να αποδεχτεί ότι ο έρωτας, ως  τρόπος ζωής και τρόπος γνώσης, ως στάση ζωής, «είναι πάντοτε μια δυναμική επιδίωξη, ποτέ μια οριστική κατάκτηση –πάντοτε “ατέλεστος τελειότης”»[51]. Ένας απόλυτος θάνατος της ιδιοτέλειας, του εγωκεντρισμού[52], της αυτοερωτικότητας και του ναρκισσισμού και την ίδια στιγμή μια ανάσταση της κοινωνίας, της εξόδου και της εισόδου, μια άγια αναξιοπρέπεια, ένας άγιος εξευτελισμός, εντός του οποίου ξεφτίζει το σώμα της βεβαιότητας για να δημιουργηθεί εξαρχής, από το ήδη υπάρχον υλικό, το νέο σώμα, ο τόπος και ο χώρος της συνύπαρξης, της συζωής, ο κοινός οίκος του καινού τρόπου, η Εκκλησία της αγίας ευαισθησίας[53].

«Κράτησα τη ζωή μου…».

         Έχω την αίσθηση, πως όλα όσα έχουν ήδη σημειωθεί αποδεικνύουν, ότι για την Ορθοδοξία μπορεί ο έρωτας και η σεξουαλικότητα να μην είναι απλά και μόνο μια παραχώρηση,  τουτέστιν ένα περιθωριακό και χρηστικό γεγονός στη ζωή του ανθρώπου, ούτε βεβαίως αποτέλεσμα ενός ατυχήματος (un accident), αλλά τουναντίον μια κεντρική αρτηρία της ύπαρξης που «συγκροτεί» τον βίο, που κρατά τη ζωή[54].  Μια συγκρατητική, δηλαδή,  της υπάρξεως δύναμη, η οποία διά της ασκητικής και ευχαριστιακής σφυρηλασίας οδηγεί τα διεστώτα στην ένωσή τους εντός του κοινού σώματος (σαν τις ρίζες του δέντρου που το κάνουν να στέκεται όρθιο στη γη, τη στιγμή που οι ίδιες οι ρίζες, το ίδιο το δέντρο, αποτελεί  με τη σειρά του τη συγκρατητική δύναμη του χώματος, που σε κάθε άλλη περίπτωση απειλείται από τις  διαβρωτικές δυνάμεις των οποιωνδήποτε καιρών). Μια ίσαλος γραμμή, που προστατεύει τη ναυν της Εκκλησίας από την υπερφόρτωση των προθέσεων, που οι αμαρτάνοντες καιροί αενάως επιχειρούν. Τούτο άλλωστε μαρτυρεί και ένας ακόμη μέγας θεολόγος της Εκκλησίας ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο οποίος απέναντι στους πολυποίκιλους  ηθικιστές  του παρελθόντος αλλά και κάθε εποχής, οι οποίοι μετά μανίας αρνούνται να δείξουν σέβας απέναντι στη φύση των πραγμάτων,  υπογραμμίζει με έμφαση, πως ο έρωτας είτε θείος, είτε αγγελικός, είτε ανθρώπινος, είτε ψυχικός, είτε φυσικός, ταυτιζόμενος σαφώς με την αγάπη, αποτελεί την «ενωτική» και «συγκρατητική» δύναμη, που κάνει τα «υπέρτερα» να προνοούν για τα κατώτερα, τα «ομόστοιχα» να μεταλαμβάνουν τη μεταξύ τους «κοινωνική αλληλουχία», και τέλος τα «υφείμενα» να επιστρέφουν στην αγκαλιά των «κρειττόνων και υπερκειμένων»[55].


[1] Έρμαν Έσσε, Νάρκισσος και Χρυσόστομος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 97.

[2] Η «ένοχη συνείδηση», καταπώς γράφει ο βυζαντινολόγος Hans-Georg Beck, «είναι συστατικό τμήμα κάθε πολιτισμού, στο πλαίσιο του οποίου οι άνθρωποι, και μάλιστα εκείνοι που διάγουν μια συνειδητή και μελετημένη πνευματική ζωή που απολογείται για αιτίες και κίνητρα, έχουν “διπλή ζωή” και μ’ αυτήν αναπτύσσουν αναγκαστικά, μια διχασμένη συνείδηση. Ο διχασμός αυτός στο Βυζάντιο είναι πλέον η λογική συνέπεια μιας δυαδικότητας των συνόλων σταθερών πεποιθήσεων και συμπεριφορών, τα οποία δεν μπορούν να εναρμονισθούν αμοιβαία με ασφαλή τρόπο. Ο βυζαντινός υπόκειται στις απαγορεύσεις μιας αυστηρής Ορθοδοξίας, η οποία του προκαθορίζει επακριβώς, τι πρέπει να πιστεύει, και, πέρα από αυτό, φιλοδοξεί να επιτηρεί την καθημερινή πρακτική και δράση του και να του επιβάλλει κανόνες, που δεν ανταποκρίνονται στη “φυσική” βούληση και επιθυμία τού μέσου πολίτη, κανόνες, μ’ άλλα λόγια, που θέλουν να τον χωρίσουν και να τον αποξενώσουν από τη “φύση” και τα εγκόσμια», Βυζαντινόν Ερωτικόν, εκδ. Ιστορικές εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1999, σ. 310.

[3] «Οίμαι γαρ εγώ δόγμα τι μέγα και υψηλόν διά των ειρημένων υπό της θείας Γραφής παραδίδοσθαι. Το δε δόγμα τοιούτόν εστι·  Δύο τινών κατά το ακρότατον προς άλληλα διεστηκότων, μέσον εστί το ανθρώπινον, της τε θείας και ασωμάτου φύσεως, και της αλόγου και κτηνώδους ζωής. Έξεστι γαρ εκατέρου των ειρημένων εν τω ανθρωπίνω συγκρίματι θεωρήσαι την μοίραν· του μεν θείου το λογικό τε και διανοητικόν, ο την κατά το άρρεν και θήλυ διαφοράν  ου προσίεται∙  του δε αλόγου την σωματικήν κατασκευήν και διάπλασιν εις άρρεν τε και θήλυ μεμερισμένην. Εκάτερον γαρ τούτων εστί πάντως εν παντί τω μετέχοντι της ανθρωπίνης ζωής. Αλλά προτερεύειν το νοερόν, καθώς παρά του την ανθρωπογονίαν εν τάξει διεξελθόντος εμάθομεν, επιγεννηματικήν δε είναι τω ανθρώπω την προς το άλογον κοινωνίαν τε και συγγένειαν», Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου 16, PG 44, 181BD.

[4] Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου 16, PG 44, 181CD: «Πρώτον μεν γαρ φησιν, ότι “Εποίησεν ο Θεός κατ’ εικόνα του Θεού τον άνθρωπον”, δεικνύς διά των ειρημένων, καθώς φησιν ο Απόστολος, ότι εν τω τοιούτω άρρεν και θήλυ ουκ έστιν. Είτα επάγει της ανθρωπίνης φύσεως τα ιδιώματα, ότι “Άρρεν και θήλυ εποίησεν αυτούς”».  Πρβλ. του ίδιου, Περί κατασκευής ανθρώπου 16, PG 44, 181B: «Ουκούν διπλή τις εστιν η της φύσεως ημών κατασκευή, η τε προς το θείον ωμοιωμένη, η τε προς την διαφοράν ταύτην διηρημένη.  Τοιούτον γαρ τι ο λόγος εκ της συντάξεως των γεγραμμένων αινίττεται, πρώτον μεν ειπών, ότι “Εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν”· πάλιν δε τοις ειρημένοις επαγαγών, ότι “Άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς”, όπερ αλλότριον των περί Θεού νοουμένων εστίν»∙ Περί παρθενίας 12, PG 46, 373C: «Ει ουν αύτη εστίν η επίνοια της του ζητουμένου ευρήσεως, η της θείας εικόνος εις το αρχαίον αποκατάστασις, της νυν εν τω της σαρκός ρύπω κεκαλυμμένης, εκείνο γενώμεθα ο ην παρά την πρώτην εαυτού ζωήν ο πρωτόπλαστος. Τι ουν εκείνος ην; Γυμνός μεν της των νεκρών δερμάτων επιβολής, εν παρρησία δε το του Θεού πρόσωπον βλέπων, ούπω δε διά γεύσεως και οράσεως το καλόν κρίνων, αλλά μόνον του Κυρίου κατατρυφών, και τη δοθείση βοηθώ προς τούτο συγχρώμενος, καθώς επισημαίνεται η θεία Γραφή, ότι ου πρότερον αυτήν έγνω, πριν εξορισθήναι του παραδείσου, και πριν εκείνην αντί της αμαρτίας ην απατηθείσα εξήμαρτε, τη των ωδίνων τιμωρία κατακριθήναι». Πρβλ. Κ. Ν. Βατσικούρα, Η έννοια του θανάτου κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης (Διδακτορική διατριβή), εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1999, σ.125-134· V.E.F. Harrison, Male and Female in Cappadocian Theology, Journal of Theological Studies 41 (1990), σ. 441-471.

[5] Περισσότερα για το θέμα και τη σχετική συζήτηση βλ. στο Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 174εξ.

[6] Για τη μετατροπή της Εκκλησίας σε σύστημα και τη γενικότερη λειτουργία του συστήματος βλ. Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 47εξ.

[7] «Οι περί ευνούχων λόγοι του Κυρίου, ο εξ αιτίας του γάμου του αρνηθείς να προσέλθη εις το δείπνον της βασιλείας κατά την παραβολήν, η παύλειος διδασκαλία περί των πολλών μεριμνών του εγγάμου και της αδυναμίας να φροντίση δια τον Κύριον, το “καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι”,  η παραβολή των 10 παρθένων και άλλα θεμελιούν κατά τους αιρετικούς την απαίτησιν της γενικής αγαμίας των πιστών», Θ. Ζήση, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής, εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 168-169.

[8] Βλ. σχετικά, Θ. Ζήση, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής, εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 154-156,182-207. Πρβλ. Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 94εξ. 

[9] Βλ. ενδεικτικά, Αθανασίου Αλεξανδρείας,  Εξηγήσεις εις Ψαλμούς 50,7, PG 27,240C: «Η δε παράβασις της εντολής τον γάμον εισήγαγε δια το ανομήσαι τον Αδάμ, τουτέστιν αθετήσαι τον εκ Θεού δοθέντα αυτώ νόμον». Πρβλ. Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ. Άνθρωπος και Θεός, άνθρωπος και συνάνθρωπος, υπαρξιακές και βιοηθικές θέσεις και προοπτικές, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 369· Πρωτ. Θ. Ζήση, Παρθενία και γάμος. Αξιολόγηση και ιεράρχηση κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, Πρακτικά ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, έκδ. Ι.Μ. Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 86∙ π. Δ. Μπαθρέλλου, Σχεδίασμα Δογματικής Θεολογίας. Με βάση το συγγραφικό έργο του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης (┼ 1429), εκδ. Εν πλώ, Αθήνα 2008, σ. 257-258.

[10] Βλ. σχετικά, Γρηγορίου Νύσσης, Περί Παρθενίας. Επιστολή προτρεπτική εις τον κατ’ αρετήν βίον, PG 46, 324Α-328Α. Πρβλ. J.A.Bryndage, Law, Sex, and Christian Society in Medieval Europe, εκδ.  University of Chicago Press, Chicago 1987, σ. 82: «St. Gregory of Nyssa was still more emphatic: he taught that only those who renounced sex completely and led lives of unblemished virginity could attain spiritual perfection»· P. Sherrard, Christianity and Eros. Essays on the theme of sexual love, εκδ. Denice Harvey, Limni, Evia 2002, σ. 4-7. Είναι σαφές πως απόψεις εντελώς διαφορετικές, όπως αυτές που δεν ανακαλύπτουν καμιά διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στον έγγαμο βίο («συζυγία») και την παρθενική ζωή, διάσπαρτες στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν στο βαθμό που κανείς θα περίμενε τη σύγχρονη θεολογία και Εκκλησία. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως η σημερινή εικόνα δεν είναι η εικόνα του εκτροχιασμένου παρελθόντος. Δεν είναι όμως και η εικόνα που προδίδει την παρουσία ενός πολιτισμού της σάρκωσης·   ζητούμενο για την άνοιξη της προσδοκίας. Γι’ αυτό τα πάντα, προς το παρόν, εξαντλούνται στο χώρο της ευχής και της ελπίδας. Δυνάμεις και δυνατότητες που εξάπαντος δεν είναι ευκαταφρόνητες. Ενδεικτικά τούτης της ελπίδας τα λόγια του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, που ακολουθούν: «Τιμών τον γάμον ου τη παρουσία μόνον, αλλά και τη θαυματουργία· επειδή γαρ εκ παρθενικής εβλάστησε μήτρας, και παρθενίαν ήσκησέ τε και τοις λόγοις εξήρε, και την αζυγίαν έργοις και λόγοις ετίμησεν, ίνα μη τις ακολασίαν είναι νομίζη την συζυγίαν, και ως παρανόμου του γάμου κατηγοροίη, τιμά τον γάμον τη παρουσία αύξει την τιμήν του δώρου φιλοτιμία», Περί της ενανθρωπήσεως του μονογενούς, PG 75, 1464BC. Πολύ σωστά βέβαια ο G. Durand, Cyrille dAlexandrie Deux Dialogues Christologiques, SC 97, Paris 1964, σ. 272, σημειώνει ότι ο Κύριλλος παρά την τιμή που αποδίδει στο γάμο, σε αρκετά σημεία των έργων του υποδεικνύει κάποια ανωτερότητα της αγαμίας. Βλ. ενδεικτικά, Κυρίλλου Αλεξανδρείας , Περί της εν Πνεύματι και αληθεία προσκυνήσεως και λατρείας 25, PG 68,960BC. Πρβλ. Χ.Α.Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα, εκδ. «Το Πλίμψηστον», ΘεσσαλΟνίκη 2003, σ. 94-95·  Χ.Α.Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, κείμενο-εισαγωγή-σχόλια Χρυσόστομος Σταμούλης, μετάφραση Γεωργία Ροδινού-Χρυσόστομος Σταμούλης, πρόλογος Μακαριστού Πατριάρχου Αλεξανδρείας Παρθενίου, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 1998, σ. 172-173∙ Γ. Πατρώνου, Γάμος και αγαμία κατά τον απόστολο Παύλο, εκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής  Μονής Αγίου Νεοφύτου Κύπρου, Αθήνα 1985, όπου και πλούσια βιβλιογραφία (σ. 11-12).

[11] Βλ. Θ. Ζήση, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής, εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 168· Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος-Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 102· A. Vööbus, History of Ascetism in the Syrian Orient I, A Contribution to the History of Culture in the Near East, εκδ. CSCO, Louvain 1958, σ. 36. Μια από τις πλέον ακραίες και άκρως επικίνδυνες επεκτάσεις αυτής της άποψης συναντούμε στη Χριστολογία του Φιλοξένου Ιεραπόλεως. Πρόκειται για την περί ασυνεχούς λειτουργίας των αδιάβλητων παθών  του Χριστού άποψη, που συνδέεται κατανάγκην με τα θέματα της φθοράς και της αφθαρσίας, του θανάτου και της σαρκικής επιθυμίας και συνακόλουθα του γάμου. Γράφει σχετικά ο Rabban George Kourie, Η Χριστολογία του Φιλοξένου Ιεραπόλεως και η Σύνοδος της Χαλκηδόνας (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2009, σ. 152-154: «Επίσης, στη σκέψη του Φιλοξένου ο θάνατος συνδέεται άρρηκτα με τη σαρκική επιθυμία, με επακόλουθο ο κάθε γεννηθείς από επιθυμία και σαρκική σχέση να είναι κατά φύση θνητός. Χαρακτηριστικά γράφει ο Φιλόξενος ότι, “ο θάνατος και η επιθυμία αναμίχτηκαν με τη φύση και έτσι λοιπόν, όποιος εισέρχεται στον κόσμο μέσω του γάμου είναι κατά φύση θνητός, είτε αμάρτησε είτε όχι, είτε αμάρτησε λίγο είτε πολύ”…Εξάλλου, ο Φιλόξενος επισημαίνει ότι, επειδή κατά την εκ Παρθένου σάρκωση του Θεού Λόγου δεν υπήρχε γαμική συνένωση, ροή θνητού σπέρματος και κινήσεις της επιθυμίας, γι’ αυτό ο Χριστός δεν γνώριζε την αμαρτία, τα πάθη και τους κακούς λογισμούς. Έτσι κλήθηκε και ονομάστηκε υιός  ανθρώπου, επειδή έγινε ο καινός Άνθρωπος, όπως ήταν ο Αδάμ πριν την πτώση. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Φιλόξενο, ο Θεός Λόγος όταν σαρκώθηκε έλαβε τη σάρκα που είχε ο Αδάμ πριν αμαρτήσει. Και παρόλο που ως άνθρωπος υπέκειτο σε αδιάβλητα πάθη κατ’ αναλογία με τα αντίστοιχα πάθη που εισήλθαν στη φύση των πρωτοπλάστων μετά την πτώση, ωστόσο αυτά δεν τα έφερε με την πλάση Του καταναγκαστικά, αλλά τα δέχοταν κατά βούληση, και έτσι δεν Τον πείραζαν συνεχώς».

[12] Τέτοιες αντιλήψεις προσπάθησε να αντιμετωπίσει η Εκκλησία από πολύ νωρίς, χωρίς εντούτοις να καταφέρει να ανακόψει τη πολυκέφαλη, ως άλλη λερναία ύδρα, αλλοτρίωση. Βλ. σχετικά τον 51ο αποστολικό κανόνα: «Ει τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή όλως του καταλόγου του ιερατικού, γάμου και κρεών και οίνου ου δι’ άσκησιν, αλλά δια βδελυρίαν απέχηται, επιλαθόμενος ότι πάντα καλά λίαν, και ότι άρσεν και θήλυ εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, αλλά βλασφημών διαβάλλη την δημιουργίαν, ή διορθούσθω ή καθαιρείσθω και της Εκκλησίας αποβαλλέσθω. Ωσαύτως  και λαϊκός».

[13] Βλ. σχετικά, μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Οι έγγαμοι άγιοι της Εκκλησίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1988. Βέβαια, να σημειωθεί, εδώ, πως και οι έγγαμοι άγιοι, για να «καταντήσουν» σε τούτη τη χώρα της αγιότητας, αφήρεσαν σταδιακά από τη ζωή τους όλα τα στοιχεία του εγγάμου βίου.

[14] Την άποψη αυτή τορπιλίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γράφοντας τα εξής εκπληκτικά: «Εδόθη μεν ουν και παιδοποιίας ένεκεν ο γάμος· πολλώ δε πλέον υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν. Και μάρτυς ο Παύλος λέγων δια δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω, ου διά τας παιδοποιίας. Και πάλιν επί το αυτό συνέρχεσθαι κελεύει, ουχί ίνα πατέρες γένωνται παίδων πολλών, αλλά τι; Ίνα μη πειράζη ημάς ο Σατανάς φησί. Και προελθών δε ουκ είπεν· ει δε επιθυμούσιν παίδων· αλλά τι; Ει δε ουκ εγκρατεύονται γαμησάτωσαν», Περί Παρθενίας, PG 48, 547. Στην ίδια γραμμή, όπως ήδη σημειώσαμε και ο Βασίλειος Αγκύρας, ο οποίος χωρίς καμιά συστολή σημειώνει τα εξής σημαντικά: «Ούτω τω ασθενεστέρω ζώω του Δημιουργού βοηθήσαι θελήσαντος, ίνα τη ενούση αυτώ ηδονή μαγγανεύον το άρρεν, ου διά την παιδοποιίαν μόνον, αλλά και δι’ αυτόν τον της μίξεως οίστρον, υπερμαχούν αυτώ έχη το άρρεν», Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας, PG 30, 676AC. Πρβλ.  Χ.Α.Σταμούλη, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 120. Ενδιαφέρουσα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι και η παρατήρηση του Βλαδίμηρου Σολόβιοφ, Το νόημα του έρωτα, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, επιμέλεια Ντίνα Σαμοθράκη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008, σ. 41-44, ο οποίος διαπιστώνοντας την απουσία του έρωτα από τα ζευγάρια της Βίβλου, που προωθούν το μυστήριο της θείας Οικονομίας, συμπεραίνει πως, «Σε όλο όμως αυτό το περίπλοκο σύστημα μέσων, που καθόρισαν ως ιστορικά φαινόμενα την γέννηση του Μεσσία, δεν υπήρξε θέση για τον έρωτα. Φυσικά, ο έρωτας υπάρχει στην Βίβλο, αλλά μόνο ως ανεξάρτητο γεγονός και όχι ως εργαλείο της χριστογονικής διαδικασίας…Στην ιερή ιστορία, όπως και στην γενική ιστορία, ο σαρκικός έρωτας δεν είναι το μέσο ή το εργαλείο για την επίτευξη των ιστορικών στόχων· δεν υπηρετεί το ανθρώπινο γένος».

[15] Βλ. σχετικά Γρηγορίου Νύσσης, Περί Παρθενίας. Επιστολή προτρεπτική εις τον κατ’ αρετήν βίον, PG 46, 321C: «Συνέσεως γαρ ημίν χρεία πολλής, δι’ ης έστι γνώναι την υπερβολήν της χάριτος ταύτης, ήτις συνεπινοείται μεν τω αφθάρτω Πατρί·  ο δη και παράδοξον, εν Πατρί παρθενίαν ευρίσκεσθαι, τω τε Υιόν έχοντι, και δίχα πάθους γεννήσαντι· τω δε Μονογενεί Θεώ τω της αφθαρσίας χορηγώ συγκαταλαμβάνεται, ομού τω καθαρώ και απαθεί της γεννήσεως αυτού συνεκλάμψασα. Πάλιν το ίσον παράδοξον, Υιός διά παρθενίας νοούμενος. Ενθεωρείται δε ωσαύτως και τη του αγίου Πνεύματος φυσική και αφθάρτω καθαρότητι. Το γαρ καθαρόν και άφθαρτον ονομάσας, άλλω ονόματι την παρθενίαν εσήμανας…Πάντα γαρ όσα και φύσει [και] προαιρέσει προς αρετήν νένευκεν, τω καθαρώ πάντως ενωραΐζεται της αφθαρσίας· και όσα πάντα εις την εναντίαν αποκέκριται τάξιν, τη αποπτώσει της καθαρότητος τοιαύτά εστι και ονομάζεται». Πρβλ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού,  Έπη ηθικά, Παρθενίης έπαινος, PG 37, 523· Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας, PG 150, 1097BC· Γ. Ι. Μαντζαρίδη, Γάμος και αγαμία εις την Εκκλησίαν, Μέθεξις Θεού, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 201-202.  Είναι σαφές πως  μια τέτοια ακραία άποψη, αποτέλεσμα των πολυποίκιλων συγκυριών που δημιουργεί η στιγμή,  οδηγεί τη θεολογία σε έναν απόλυτο καταφατισμό, που μετατρέπει το Θεό «σε φυσικό ή μαθηματικό μέγεθος» και το εκκλησιαστικό σώμα σε σωματείο της ειδωλολατρίας. Για το θέμα της κατάφασης και της απόφασης βλ. Ν.Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική θεολογία Α, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985,  σ. 203-210. Ειδικότερα για το άφυλο του Θεού και τον αποφατισμό, βλ. Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 89-93. Πρβλ. V.E.F. Harrison, Gender, Generation and Virginity in Cappadocian Theology, Journal of Theological Studies 47 (1996), σ. 38-68.

[16] Βλ. σχετικά, Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του Θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 96-99.

[17] Γεν. 1,28.

[18] Βλ. σχετικά, Σ. Ράμφου, Το μυστικό του Ιησού, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σ. 87εξ.

[19] Την τραγικότητα του μπερδεμένου ανθρώπου, που θυμίζει σε όλα τον μπερδεμένο και μαζί ενοχοποιημένο και ασυγχώρητο για το μπέρδεμα, που άλλοι του χάρισαν, άνθρωπο της Ορθοδοξίας, περιγράφουν με εκπληκτικό τρόπο οι Μίνωας Αργυράκης και Μάνος Χατζιδάκις, σε τραγούδι τους, με τίτλο Μπερδεύτηκα, από τον κύκλο τραγουδιών Χωρίον ο πόθος. Εκείνο το «μελαγχολικό χωριό» ολίγων σιωπηλών ανθρώπων, κάπου εδώ δίπλα μας, που θέλουν να μας θυμίσουν «με τη σιωπή τους άλλη μια φορά, πως το Χωρίον ο Πόθος είναι ένα εξαντλητικό τέρμα. Ένα παιχνίδι επιστροφής»,  Μάνος Χατζιδάκις, Χωρίον ο Πόθος, εκδ. Lyra, Αθήνα 1977. «Μπερδεύτηκα…/ Μια μέσα στο φεγγάρι/ και μια στην ηδονή/ μια μες στο θάνατο/ και μια μες στη ζωή./ Μα κάρφωσα τα μάτια μου/ στου φεγγαριού τις ρίζες/ κι έχουνε τα παντέρημα/ παντοτινά χαθεί./ Μπερδεύτηκα…/ Κι αυτό κανείς/ κι αυτό κανείς/  δεν μου το συγχωρεί».

[20] Βλ. σχετικά Π. Σκαλτσή, Λοχεία και καθαρότητα της γυναίκας. Αναφορά στις σχετικές ευχές της Εκκλησίας, Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 346-365. Πρβλ. Χ. Γιανναρά, Ενάντια στη θρησκεία, φ σ. 189-190 και για την εξέλιξη της σκέψης, Χ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1979, σ. 239-240.

[21] Βλ. σχετικά Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου 1, PG 44, 125B: «Η δε του λόγου υπόθεσις τολμηρά μεν ίσως τοις πολλοίς είναι δόξει, πλην ουκ έξω του πρέποντος ενομίσθη».

[22] Βλ. σχετικά J. M. Ford, The neutrum of the Pseudo-Cyprianic Literature, Studia Patrristica 6(1959), σ. 58-61.

[23] Βλ. Για το θέμα του γνωστικισμού και της σχέσης του με  τον Χριστιανισμό βλ.,  Γ. Πατρώνου, Γάμος και αγαμία κατά τον απόστολο Παύλο, Αθήνα 1985,  σ. 26-34. Πρβλ. Θ. Λίποβατς, Δοκίμιο για τη Γνώση και τον γνωστικισμό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006· Θ. Ζήση, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής, εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 164-174· Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 108-118.

[24] Ενδεικτικότερη και κλασικότερη όλων, για το θέμα μας, η θεολογία των δερμάτινων χιτώνων. Θεολογία σαφώς βιβλική (Γεν. 3,21), που στις ερμηνευτικές της προεκτάσεις, όμως, ακόμη και σε εκείνες που συνδέονται με τη φιλανθρωπία του Θεού, αποτελεί στ’ αλήθεια μια σκληρή μομφή  στον άνθρωπο. Μια ένσταση στη φυσική του αλήθεια, τη μόνη αλήθεια που αυτός γνωρίζει, και ως εκ τούτου μια απαξίωση και μια ενοχοποίηση της συνολικής του ύπαρξης. Βλ. σχετικά Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχής και αναστάσεως Λόγος. Ο λεγόμενος τα Μακρίνια, PG 46, 148C-149A: «Ούτω και ημών αποδυσαμένων τον νεκρόν εκείνον και ειδεχθή χιτώνα, τον εκ των αλόγων δερμάτων ημίν επιβληθέντα (δέρμα δε ακούων το σχήμα της αλόγου φύσεως νοείν μοι δοκώ, ω προς το πάθος οικειωθέντες περιεβλήθημεν), πάντα όσα του αλόγου δέρματος περί ημάς ην εν τη απεκδύσει του χιτώνος συναποβαλλόμεθα. Έστι δε α προσέλαβεν από του αλόγου δέρματος, η μίξις, η σύλληψις, ο τόκος, ο ρύπος, η θηλή, η τροφή, η εκποίησις, η κατ’ ολίγον επί το τέλειον αύξησις, η ακμή, το γήρας, η νόσος, ο θάνατος. Ει ουν εκείνο περί ημάς ουκ έσται, πως ημίν τα εξ εκείνου υπολειφθήσεται; Ώστε μάταιον άλλης τινός καταστάσεως κατά την μέλλουσαν ζωήν ελπιζομένης, δια των μηδέν αυτή κοινωνούντων ενίστασθαι προς το δόγμα της αναστάσεως». Αναφερόμενος στο θέμα, ο Α. Βλέτσης, Πτώση του ανθρώπου: η αδυναμία του να πορευτεί το δρόμο του  προς το Θεό μέσα από τη θνητή του φύση;, Σύναξη 94(2005), σ. 33, σημειώνει: «Τη θεολογία των δερματίνων χιτώνων που γνωρίζει στο πρόσωπο του Γρηγορίου Νύσσης το θεωρητικό θεμελιωτή της θα εκλεπτύνει αρκετά ο Π. Νέλλας καθιστώντας την ερμηνευτική κλείδα όχι μόνο του δικού του θεολογικού έργου».

[25] Πρόκειται για σημείωση του Γιώργου Μπλάνα στο έργο του  Ουίλιαμ  Μπλέηκ, Το βιβλίο της Θελ, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 2003, σ. 56: «Όμως ο Μπλαίηκ δεν συμμεριζόταν τη θέση των Γνωστικών, δηλαδή πως είμαστε εξόριστοι μέσα σε ένα σώμα που είναι ήδη ένας θάνατος της ψυχής μας. Ο Μπλαίηκ πίστευε πως η ψυχή μας είναι φυλακισμένη σε ένα σώμα πιο αθώο από αυτήν, ένα σώμα φυλακισμένο στην ιδεολογία του προπατορικού αμαρτήματος».

[26] Σε τούτο το πλαίσιο εντάσσεται και  η κλασική ερμηνευτική  άποψη των  Πατέρων της Εκκλησίας, που μετατρέποντας τους ευαγγελικούς οντολογικούς δείχτες των εσχάτων (Ματθ. 22,30· Μαρκ. 12,25· Λκ. 20,34)  σε πραγματοποιημένη ηθική ανθρωπολογία, θεωρεί ότι οι άνθρωποι πριν την παράβασή τους ήταν όμοιοι με τους αγγέλους, κατάσταση στην οποία, με την ανάλογη διόρθωση, και θα επανέλθουν  στα έσχατα (βλ. σχετικά, Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήνα 1972, σ. 230-231). Ο,τιδήποτε βρίσκεται στο ενδιάμεσο της πρωτολογίας και της εσχατολογίας συνιστά ατύχημα, που δια της φιλανθρωπίας του Θεού μετατρέπεται σε ευκαιρία για την οριστική νίκη του θανάτου. Είναι σαφές ότι μια τέτοια θέση, ένα τέτοιο συμπέρασμα, εισάγει το  ερώτημα: Εάν ο Θεός δεν ήθελε να δημιουργήσει ανθρώπους, παρά μοναχά αγγέλους, τότε γιατί έπλασε τον άνθρωπο; Γιατί τον ενέπλεξε σε μια υπαρξιακή περιπέτεια, που μοιάζει με παιχνίδι τηλεκατευθυνόμενο, εξαρχής χαμένο;  Έχω την αίσθηση ότι το ερώτημα τούτο, παρότι καταρχήν μοιάζει αφελές, ή και υβριστικό, δείχνει από μακριά την αίσθηση που γεννά η  διαμορφωμένη μέσα στους αιώνες ανθρωπολογία του χριστιανισμού. Μια ανθρωπολογία, που αρνούμενη να δεχτεί τη βούληση του Θεού και τα αποτελέσματά της, τουτέστιν την παρουσία και την αλήθεια της κτιστότητας, αναζητά συνεχώς και παντού έναν άνθρωπο χωρίς την ανθρωπινότητά του· έναν άνθρωπο χωρίς το σώμα του. Χωρίς, δηλαδή, εκείνη τη δημιουργημένη πραγματικότητα, που τον εμποδίζει, καθώς πιστεύουν, να μοιάσει με τους αγγέλους και συνεπώς με τον Θεό. Μια τέτοια θεώρηση, όμως, αφήνει ανερμήνευτη τη μοναχική άποψη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που υποστηρίζει, πως, το κατ’ εικόνα των ανθρώπων υπερτερεί του κατ’εικόνα των αγγέλων, διότι οι άγγελοι δεν έχουν σώμα, ή να το πούμε αλλιώς, θετικά, διότι ο άνθρωπος έχει σώμα. Πράγμα που του δίνει τη δυνατότητα να δημιουργεί ιστορία και πολιτισμό. Για το θέμα βλ. Χ.Α. Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, σ. 203-209· Κ. Βατσικούρα,  Η έννοια του θανάτου κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης (Διδακτορική διατριβή), σ. 131-134· Θ. Ζήση, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής, εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973, σ. 185-189. Εξαιρετική για το θέμα μας είναι η αποστροφή του John Polkinghorne, Επιστήμη ή Θεός;, μετάφραση Γραμμένος Θεοφάνης, εκδ. Π. Τραυλός-Ε. Κωσταράκη, Αθήνα 1997, σ. 134: «Η χριστιανική ελπίδα δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα ελπίδα μιας πνευματικής  συνιστώσας. Δεν είμαστε μαθητευόμενοι άγγελοι που λαχταρούμε να αποβάλλουμε το περίβλημα των σωμάτων μας».

[27] Βλ. σχετικά, Κ. Αγόρα, Παρεμβάσεις εκκλησιαστικής ανθρωπολογίας στη συνάφεια της προβληματικής για τα φύλα και τις σχέσεις τους, Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, σ. 73.

[28] Κ. Δημουλά, Οικολογικό, Ήχος απομακρύνσεων, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2001.

[29] Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του αγίου Ησυχίου, ο οποίος στον Περί Νήψεως Λόγο του ομιλεί για «Αγάπη τε άπειρον προς τε Θεόν και ανθρώπους και έρωτα θείον εγκάρδιον». Σχολιάζοντας τούτο το κείμενο ο μακαριστός καθηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, Αρχιμ. Αιμιλιανός, σημειώνει: «Ο άγιος μιλάει για άπειρον αγάπην προς τε Θεόν και ανθρώπους και έρωτα θείον εγκάρδιον, για μια εσωτερική φωτιά, και όχι για εξωτερική ανθρώπινη σχέσι που σε ζεσταίνει. Η φράσις έρωτα θείον εξηγεί ότι η αγάπη δεν είναι ανθρώπινη, δεν είναι μία κλίσις της καρδιάς μου, της ψυχής μου, αλλά θεία ενέργεια. Δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και προϋποθέσεις, δεν είναι σαρξ και αίμα·  είναι Πνεύμα, είναι κάτι το θεϊκό, επομένως έχω μέσα μου τον Θεόν. Στην θεία αυτή κατάσταση δεν φθάνει μόνος του ο άνθρωπος. Δεν μπορώ εγώ, απλώνοντας το χέρι μου, να φθάσω μέχρι τα πέρατα του κόσμου και να αγκαλιάσω τους πάντας·  μόνον ο Θεός μπορεί να το κάνη. Αλλά επειδή ο Θεός είναι μέσα μου, μέσα μου μπαίνει και όλος ο κόσμος, όλοι οι άνθρωποι, όλος ο ουρανός, όλη η γη. Γι’αυτό, ο άγιος δεν λέγει απλώς, αγάπην άπειρον προς τε Θεόν και ανθρώπους, που είναι κάτι δικό μου, αλλά προσθέτει, και έρωτα θείον εγκάρδιον. Δίδω, τρόπον τινά, πληροφορία και στους άλλους ότι ο Θεός είναι παρών μέσα στην καρδιά μου, ότι ενεργεί μέσα στην ζωή μου», Λόγος περί Νήψεως. Ερμηνεία στον άγιο Ησύχιο, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σ. 358-359. Πρβλ. Ν.Α.Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμιο πατερικής θεολογίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 142-143.

[30] Το Άσμα Ασμάτων υπομνημάτισαν στο σύνολό του ή τμηματικά, ο Ωριγένης, ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο Θεοδώρητος Κύρου, ο Προκόπιος Γαζαίος και ο Μιχαήλ Ψελλός.

[31] Για την εκ μέρους των Χριστιανών συγγραφέων απόσπαση του ποιήματος από την ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση και την προσπάθειά τους να το εντάξουν  στο χώρο της καινούργιας πορείας, που εγκαινίασε ο Χριστός, βλ. Σ. Ράμφου, Μεταφυσική το κάλλους. Αφήγησι της ελληνικής πτήσεως από τον Φαίδρο του Πλάτωνος και τις πραγματείες του Πλωτίνου περί ωραίου, στο μυστικό ύφος της Φιλοκαλίας των ιερών Νηπτικών, τόμος πρώτος, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2003, σ. 431εξ.

[32] Βλ. ενδεικτικά, C. Galatariotou, Eros and Thanatos:  A Byzantine hermit’s  conception of sexuality, σ. 100-101. Για έναν ανθρωπολογικό σχολιασμό του Άσματος Ασμάτων, βλ. Χ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδ. Δόμος 1995. Πρβλ. M. Onfray, Η αναζήτηση των ηδονών. Δημιουργία ενός ηλιακού ερωτισμού, μετάφραση Θεοδώρα Καβαρατζή, Δήμητρα Γεράση, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2008, σ. 19-21, με τον οποίο, βέβαια, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω πως το Άσμα Ασμάτων,  «μας θυμίζει τα κακότεχνα στιχάκια του Ραγκενό, του ζαχαροπλάστη του Σιρανό ντε Μπερζεράκ, αλλά όχι τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ! (σ. 21)». Και νομίζω πως μαζί με τον υπερβολικό και άκρως προκατειλημμένο Γάλλο  δεν θα συμφωνούσε κανένας από τους σπουδαίους ποιητές,  Γιώργο Σεφέρη, Γιοζέφ Ελιγιά, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Μιχάλη Γκανά, αλλά και τους  σημαντικούς Κώστα Φριλίγγο και Νίκο Παπακωνσταντίνου, που είδαν το Άσμα Ασμάτων, «σαν ένα ερωτικό τραγούδι»,  «που η ένταση των συναισθημάτων», καταπώς λέγει ο Μιχάλης Γκανάς, «μπορεί κάλλιστα να αποκαλύψει τη δισυπόστατη φύση μας, σαν ουράνιο τόξο, “φωτίζοντας σε κάθε σώμα τον ουρανό του και το χώμα”», Άσμα Ασμάτων, ελεύθερη απόδοση Μιχάλης Γκανάς, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2005, σ. 53.

[33] Βλ. σχετικά και ενδεικτικά, Σ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, επιμέλεια Α. Παπαρνάκη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 637.

[34] Σ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, επιμέλεια Α. Παπαρνάκη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006,σ. 638.

[35] Χ. Γιανναράς, Ενάντια στη θρησκεία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2011, σ. 187. Πρβλ. Γ. Σκαλτσά, Το άφυλο του θεού και η Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα. Ιστορική μελέτη στη θεολογική σκέψη των πρώτων χριστιανικών αιώνων,  Φύλο και θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 87: «Η εισήγηση αυτή θα επιχειρήσει να προτείνει έναν γόνιμο προβληματισμό, αφού στηριχθεί σε ιστορική έρευνα των πηγών, γύρω από την ψυχωτική προσκόλληση και τις ακατανόητες ενοχές, που παρατηρούνται στην πλειονότητα των σημερινών χριστιανών, με επίκεντρο την σεξουαλική και βιολογική τους κατάσταση». Να προσθέσω, βέβαια, εδώ, πως οι ενοχές των σημερινών χριστιανών δεν είναι ακατανόητες. Ίσως να είναι ακατανόητες για τον ειδικό ιστορικό που έχει ενώπιον του όλες τις εικόνες της ιστορίας, όχι όμως για το απλό μέλος της Εκκλησίας, που ζει με την αλήθεια που του προσφέρουν οι οποιοιδήποτε διαχειριστές της εξουσίας. Οι «εκπορνευτές» της εμπιστοσύνης  που κατέθεσε στα πόδια τους η ελπίδα του για κοινωνία και παραμυθία. Και νομίζω, πως είναι αρκούντως σαφές, ότι μεταξύ των «εκπορνευτών» δεν εντάσσονται οι απλοί στην πίστη λευίτες του ευαγγελίου, που κάποιες φορές μέσα στην άγνοιά τους υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις με τους «εκπορνευτές». Ανάμεσά τους, αλλά  και ανάμεσα στη στοχοθεσία τους υπάρχει χάσμα μέγα. Στη μια περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την άγνοια, αλλά συνάμα και την αγωνία για εν Χριστώ ζωή, και στην άλλη με την κυριαρχική διάθεση της μισανθρωπίας  και της ακόρεστης φιλαυτίας. 

[36] Βλ. σχετικά, π. Δ. Κωνσταντέλου, Γάμος, σεξουαλικότητα και αγαμία. Μια ελληνική ορθόδοξη θεώρηση, μετάφραση π. Δημητρίου Βακάρου, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 49-55. Διαφορετικές απόψεις διατυπώνει και κριτική ασκεί στον π. Δημήτριο Κωνσταντέλο,  ο π. Θεόδωρος Ζήσης, στη μελέτη του, Παρθενία και γάμος. Αξιολόγηση και ιεράρχηση κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, Πρακτικά ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, έκδ. Ι.Μ. Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 87. Μια μελέτη, όμως, που φαίνεται πως υποχωρεί από τις άκρως ενδιαφέρουσες και εξόχως τολμηρές θέσεις, που ο π. Θεόδωρος είχε υποστηρίξει εικοσιπέντε χρόνια πριν, στην εργασία του, Τέχνη Παρθενίας. Η επιχειρηματολογία των Πατέρων περί της εν Χριστώ αγαμίας και αι πηγαί αυτής (Ανάλεκτα Βλατάδων 15), εκδ. Π.Ι.Π.Μ., Θεσσαλονίκη 1973.

[37] S. Žižek,  Η μαριονέτα και ο νάνος. Ο διαστροφικός πυρήνας του Χριστιανισμού, μετάφραση Κ. Περεζούς, επιμέλεια Γ. Σταυρακάκης, εκδ. Scripta, Αθήνα   2005, σ. 182-183.

[38] Πολύ σωστά ο π. Δημήτριος Κωνσταντέλος, Γάμος, σεξουαλικότητα και αγαμία. Μια ελληνική ορθόδοξη θεώρηση, μετάφραση π. Δημητρίου Βακάρου, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 34, τονίζει, πως: «Η γενετήσια ορμή, ο εναγκαλισμός μεταξύ των δύο συζύγων και η επακολουθούσα ένωσή τους σε μια σάρκα είναι ένας ιερός βωμός. Η στιγμή που η αγάπη οδηγεί τον άνδρα και την γυναίκα σε μια ένωση των υπάρξεών τους είναι μια άγια στιγμή και ένα ιερό γεγονός».

[39] Βλ. σχετικά Χ.Α. Σταμούλη, Η θεώρηση του κάλλους και του ανθρωπίνου σώματος στην ειδωλολατρία και την χριστιανική διδασκαλία, Χριστιανική λατρεία και ειδωλολατρία, Πρακτικά ΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, εκδ. Κλάδος εκδόσεων της επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 485: «Από την άλλη μεριά ο Ιουδαϊσμός, άσαρκος και αυτός όπως και ο Ελληνισμός, υπήρξε μια θρησκεία του περιττού. Κλασικό παράδειγμα το θέμα της εβραϊκής περιτομής, η πράξη της ακροβυστίας, όπου μοιάζει ο άνθρωπος να προχωρεί σε μια διόρθωση της ατέλειας της φύσης του, για την οποία ευθύνεται ο Θεός, η δημιουργική του ενέργεια. Δίχως άλλο, σε μια τέτοια προοπτική, η ενέργεια του Θεού περιορίζεται από τον άνθρωπο, κόβεται και ράβεται, καθώς είναι αυτός που επιλέγει τι το χρήσιμο και τι το περιττό, το μη αναγκαίο από το δημιουργικό όλον. Βλ. σχετικά Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπέρ της των Χριστιανών ευαγούς θρησκείας προς τα του εν αθέοις Ιουλιανού, Λόγος δέκατος, PG 76, 1044AD: «…τι μη μάλλον αυτόν κατά το αυτώ δικούν πεπλαστούργηκεν εν αρχαίς; Και καθ’ έτερον δε τρόπον· Εν τοις ανθρωπίνοις σώμασιν ουκ ηδικημένοις εκ πάθους, ουδέν το παράπαν έστιν ιδείν, ή περιττώς έχον, ή ελλελοιπότως, άρτια δε πάντα και χρειωδέστατα και αναγκαία τη φύσει…Αρ’ ουν ημάρτηκε του χρησίμου και πρέποντος ο Δημιουργός, και περί μόνον το ανθρώπινον εσφάλετο σώμα, καίτοι την άλλην άπασαν κτίσιν αρτίως τε και ανεπιπλήκτως έχουσαν προς παν οτιούν αποσχεδιάσας ως Θεός;…Ίνα γαρ, φασί, μιασμάτων και ρύπων των φυσικών απηλλαγμένον ορώτο το σώμα, γυμνόν των εκ φύσεως αμφιασμάτων το μόριον είναι χρη. Φαίην δ’ αν, ότι μάλιστα μεν αδικούσιν, επιτιμώντες τη φύσει, περιττόν εχούση και υπέρ χρείαν ουδέν, αλλ’ ευσχημόνως αμφιεννύση και το δοκούν είναί πως αισχρόν. Πλήν ει φεύγουσιν αραρότως σαρκικάς ακαθαρσίας, πως ανέχονται σαρκός, και των απ’ αυτής, και πηγής παιδοποιού της έσω κεκρυμμένης;…Τούτο μεν αποφέρουσαι προς φιλοσαρκίαν…Τούτων απάντων ημάς η του αγίου Πνεύματος απαλλάτει χάρις,…». Το γεγονός, βέβαια, της περιτομής και του ευνουχισμού είναι πολύπλευρο και πολυδιάστατο. Το ίδιο και η αντιμετώπισή του. Αρκεί για παράδειγμα να θυμηθούμε την περίπτωση του Ωριγένη,  αλλά και όλες εκείνες τις πνευματικές περιτομές και τους ευνουχισμούς των πολύτιμων της ανθρώπινης ύπαρξης, που κρυμμένες πίσω από το πέπλο της αόρατης ψευδο-πνευματικότητας, που γεννιέται από την απουσία διάθεσης για ασκητική πάλη με το βλέμμα στην ολική μεταστροφή, οδήγησαν τον άνθρωπο στην οριστική απανθρωποποίησή του, δηλαδή στην καθολική άρνηση του μυστηρίου της σαρκώσεως, στην άρνηση του ίδιου του Χριστού. Αναφερόμενος στο θέμα ο Μέγας Βασίλειος, Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας προς Λητόϊον επίσκοπον Μελιτηνής, PG 30, 800C-801B, σημειώνει τα εξής εντυπωσιακά: «Ει δε οίονται τι την αποκοπήν των μορίων εις την της ψυχής αναμαρτησίαν συμβάλλεσθαι, εκκοψάτωσαν και τους οφθαλμούς, πολλά παρά λόγον εμβλέποντας· ακρωτηριασάτωσαν δε τας χείρας ομού και τους πόδας· επιβυσάτωσαν δε και την ακοήν, ίνα μηδέν τούτων όργανον γένηται αμαρτίας. Ή τούτο μεν άλογον άμα και μανιώδες, όλα τα μέλη πανταχόθεν περικόψαντας, το δη λεγόμενον, κορμού δίκην το λοιπόν σώμα αχρείον απλώς απορρίψαι μετά του αιτίου, όμως ταις προλαβούσαις διά των μελών φαντασίαις  την διάνοιαν αμαρτάνειν· εάσαντας δε , ως επλάσθη, κατά τον ανωτέρω λόγον, σώφρονι λογισμώ ηνιοχείν πάντα τα μέλη, ουκ ανάγκης, αλλά προαιρέσεως ημετέρας το κατόρθωμα το καλόν ποιουμένους. Ου περί πάντων δε καθόλου ευνούχων τα προεκτεθέντα ειρήκαμεν, αλλά περί των ιν’ εξουσίαν εαυτοίς πραγματεύσωνται, ως θέλουσιν ομιλείν γυναιξίν, αποκοψαμένων ατόπως. Και καθόλου περί των τας προς το θήλυ διατριβάς μεταδιωκόντων ταύτά φαμεν. Οίδαμεν γαρ, ότι ως αγίως άπτονται άνδρες γυναικών, ούτω και οι ευνούχοι τω εξ ακουσίως συμβεβηκότι αυτοίς κατά το σώμα ευνουχισμώ, τον εκούσιον της ψυχής ευνουχισμόν σώφρονι λογισμώ εαυτούς ευνουχίσαντες, καθαρώς γυναιξίν ομιλούσι.  Του δε ακριβούς άμα και αχράντου ένεκα μαρτυρόμεθα, ότι ως άνδρες ήδιον συναναστρεφόμενοι γυναιξί, δικαίως καθ’ εαυτών αισχράς υπονοίας κινούσιν· ούτω και οι ευνούχοι ταις των γυναικών διατριβαίς εμφωλεύειν σπουδάζοντες, ου καθαρούς εαυτούς υπονοιών απολύρυσιν. Οι γαρ την προς το θήλυ ομιλίαν ουκ αδιάφορον, αλλά προθυμοτέραν ποιούμενοι, ουκ ατόπως αν υπό των προεκκειμένων της φύσεως λογισμών επί το χείρον ανδρών στηλιτεύοιντο. Ότι επ’ εκείνων μεν η εξουσία του δύνασθαι προ οφθαλμών τιθείσα αυτοίς το αποτέλεσμα του αμαρτήματος, φόβω του πτώματος, της κατά την βούλησιν αυτούς αμρτίας αναστέλλει. Ενταύθα δε η αδυναμία του αποτελέσαι ο βούλονται, τολμηρούς αυτούς προς την απόλαυσιν της επιθυμίας ποιούσα, την εκ της βουλήσεως αμαρτίαν εν αυτοίς έτι μάλλον εξάπτει». Πρβλ. D.J.Davies, Θάνατος. Μια σύντομη ιστορία, μετάφραση Ιόλη Φιλουμένη Ανδρεάδη,εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα 2007, σ. 38. Για τον βιβλικό ευνουχισμό, τουτέστιν την εξόρυξη της ρίζας του κακού με σκοπό την οικείωση της αρετής, όπως επίσης και για την δια του βαπτίσματος ίαση των μολυσμών και των  νόσων,  βλ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εις το ρητόν του Ευαγγελίου «Ότε ετέλεσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους», PG 36, 305CD·  Ιωάννου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα Εις τον άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν. Ομιλία 36, PG  59, 203-206.

[40] D.J.Davies, Θάνατος. Μια σύντομη ιστορία, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα 2007, σ. 50.

[41] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο άγιος Σιλουανός ο αθωνίτης, εκδ. Ι.Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 210-211. Πρβλ. Χ.Α.Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 219-224.

[42] Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, PG 88, 1156C. Μια αντίστοιχη αναφορά του αγίου Ιωάννου, σώζει ο Σ. Ράμφος, Φιλόσοφος και θείος έρως. Από το Συμπόσιον του Πλάτωνος στους Ύμνους Θείων Ερώτων του αγίου Συμεών, το επίκλην Νέου Θεολόγου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999, σ. 247: «Ουδέν απρεπές από των ανθρωπίνων, και πόθου και φόβου και σπουδής και ζήλου και δουλείας και έρωτος, Θεού παραθείναι εικόνας».

[43] Σ. Καργάκος, ΕΛΛΑΣ: Ένας τόπος ά-τοπος, Ευθύνη 417(2006), σ. 468. Παρόμοιες θέσεις με τον Σαράντη Καργάκο υποστηρίζει και ο ιερός Αυγουστίνος, ο οποίος, κατά Ζωρζ Μπατάϊγ, «επέμενε οδυνηρά στην αισχρότητα των απόκρυφων οργάνων και της γενετήσιας πράξης», καθώς έλεγε, «Inter faeces et urinam nascimur», δηλαδή, «Γεννιόμαστε μέσα στα σκατά και τα ούρα». Θέση που βοήθησε όσο τίποτα άλλο στον χαρακτηρισμό των γεννητικών οργάνων και των λειτουργιών τους, ως αποκρουστικών και αισχρών (Ο ερωτισμός, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2001, σ. 82).

[44] Συμεών του Νέου Θεολόγου, Των θείων Ύμνων οι έρωτες 15, SC 156, σ. 288-292. Πρβλ. Ν.Γ. Πεντζίκη, Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. Α.Σ.Ε., Θεσσαλονίκη 1986, σ. 137: «Ο μέγας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που θαυμάζει η ψυχή και ο νους του ανθρώπου, μετά την ανάγνωση των διά της παρουσίας αυτού θαυμάτων, πόσο αδίσταχτα προς θεραπεία επέθετε το ιερό Σταυρικό σύμβολο, σε κάθε μεριά και την πλέον περιφρονημένη του πάσχοντος σώματος»·π. Φιλόθεος Φάρος, Έρωτος φύσις, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2007, σ. 43-44· Β. Τσίγκου, Ο ανακαινισμός του ανθρώπου κατά τη δογματική διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου θεολόγου, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 288-289. Στην ίδια γραμμή και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, σημειώνει τα εξής σημαντικά: «Αλλά κωμωδούσι την φύσιν ημών, και τον της γεννήσεως ημών τρόπον διαθρυλλούσι, και οίονται διά τούτων επιγέλαστον ποιείν το μυστήριον· ως απρεπές ον τω Θεώ, διά τοιαύτης εισόδου της του ανθρωπίνου βίου κοινωνίας εφάψασθαι. Αλλ’ ήδη περί τούτου και εν τοις έμπροσθεν είρηται λόγοις, ότι  μόνο αισχρόν τη εαυτού φύσει το κακόν εστι, καν ει τι προς την κακίαν οικείως έχη. Η δε της φύσεως ακολουθία, θείω βουλήματι και νόμω διαταχθείσα, πόρρω της κατά κακίαν εστί διαβολής…προς δε τον της επισκέψεως τρόπον δυσαρεστούμενοι, ουκ ειδότες ότι πάσα προς εαυτήν η κατασκευή του σώματος ομοτίμως έχει, και ουδέν εν ταύτη των προς  την σύστασιν της ζωής συντελούντων ως άτιμόν τι ή πονηρόν διαβάλλεται. Προς ένα γαρ σκοπόν η των οργανικών μελών διασκευή πάσα συντέτακται. Ο δε σκοπός εστι, διαμένειν εν τη ζωή τον άνθρωπον. Τα μεν ουν λοιπά των οργάνων την παρούσαν συνέχει τω ανθρώπω ζωήν, αλλά προς άλλην ενέργειαν μεμερισμένα, δι’ ων η αισθητική τε και η ενεργητική δύναμις οικονομείται· τα δε γεννητικά του μέλλοντος έχει την πρόνοιαν, δι’ εαυτών φύσει την διαδοχήν αντεισάγοντα. Ει ουν προς το χρειώδες  βλέποις, τίνος αν είη των τιμίων είναι νομιζομένων εκείνα δεύτερα;..Τι ουν απρεπές περιέχει ημών το μυστήριον, ει διά τούτων κατεμίχθη ο Θεός τω ανθρωπίνω βίω δι’ ων η φύσις προς τον θάνατον μάχεται;», Λόγος Κατηχητικός ο Μέγας 28, PG 45, 73AD. Την άποψη, βέβαια, αυτή δεν υποστηρίζει ο καππαδόκης άγιος σε όλα του τα έργα. Πράγμα που δηλώνει την εσωτερική πάλη της αγιότητας, που εξάπαντος δεν αποκαλύπτεται σε έργα απόλυτης και κατά γράμμα θεοπνευστίας, αλλά στον αγώνα ολάκερης της ζωής, όπου, μέσα από αστοχίες και ευστοχίες, εντός μιας πραγματικότητας που συνεχώς αλλάζει και μας αλλάζει,  κυριαρχεί η προσπάθεια  να λεχθεί το άρρητο και να οριστεί η σχέση του με το ρητό. Χωρίς καμία αμφιβολία η ζωή της αγιότητας είναι δραματική και αληθινή. Ή δραματική και γι’ αυτό αληθινή. Τουτέστιν αγιάτρευτα αντι-ιδανική. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να γίνεται κουβέντα για επιστημονικές αντιφάσεις στα κείμενα των αγίων, αλλά για υπαρξιακές μετατοπίσεις, που επιβάλλονται από την ποιμαντική αγωνία για ανακάλυψη του νοήματος. Για τις διαφορετικές απόψεις βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους μακαρισμούς Λόγος Α΄, PG 44, 1193B-1208C.

[45] Βλ. σχετικά H.G. Liddell-R.Scott, Μέγα λεξικό της ελληνικής γλώσσης, εκδ. Ι.Σιδέρης, Αθήνα  χ.ημ.εκδ., σ. 64-65. Πρβλ. P. Sherrard, Η σεξουαλική σχέση στη χριστιανική σκέψη, μετάφραση Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος με τη βοήθεια του Δημήτρη Κουτρουμπή, Έρως και γάμος (συλλογικός τόμος), διεύθυνση Χρήστος Γιανναράς, εκδ. «Αθηνά» (σειρά «σύνορο»), Αθήνα 1972, σ. 90.

[46] Βλ. σχετικά Σ. Ράμφου, Φιλόσοφος και θείος έρως. Από το Συμπόσιον του Πλάτωνος στους Ύμνους θείων ερώτων του αγίου Συμεών, το επίκλην Νέου θεολόγου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999, σ. 258: «Πυρήνας κάθε συζητήσεως περί θείου είτε ανθρωπίνου έρωτος είναι το πάθος, ο σταθερός πειρασμός της ενώσεως. Αν το αγνοούμε ή το παραβλέπωμε οι αποφάνσεις βεβαιώνονται απερίσκεπτα και οι συζητήσεις διεξάγονται επ’ άπειρον μετέωρες και άγονες.  Εκτός του πάθους ζήτημα έρωτος δεν τίθεται παρά φιλολογικά και τόσο συγκεχυμένα, ώστε εκ των πραγμάτων στον αδιαφοροποίητο θείο έρωτα να βρίσκη το αντίκρυσμά του ο σαρκικός. Το αντίθετο, δηλαδή, απ’ ό,τι πράττουν οι νηπτικοί πατέρες, όταν μιλώντας περί θείου έρωτος προσφεύγουν σε εικόνες του σωματικού. Όπως δεν είναι αμαρτία το φαγητό αλλά η βουλιμία, έτσι δεν είναι αμαρτία ο ανθρώπινος έρως αλλά η μανία της οχείας, της ηδονικής του άλλου χρήσεως, που οδηγεί την ψυχή στην φθορά και τον θάνατο και όχι στην ζωή».

[47] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις την Προς Εφεσίους Επιστολήν,  Ομιλία   20, PG 62, 135-136.

[48] Βλ. σχετικά Ν.Γ.Πεντζίκη, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 153: «Τότε θυμήθηκα τη διήγηση από ένα όνειρο που είχε δει επανειλημμένα η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, πως στο πατρικό μας σπίτι από κάτω ήταν εκκλησία θαμμένη. Της παρουσιάζονταν Σεβάσμια μορφή, που έδινε την εντολή να γκρεμίσουμε το σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την Εκκλησία».

[49] Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας, PG 30, 676AC.  Πρβλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Παρθενίας, PG 48, 547.

[50] Βλ. σχετικά Ν.Γ. Πεντζίκη, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 50-51. Πρβλ. Κ. Δημουλά, Ο πληθυντικός αριθμός, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000, σ. 124-125.

[51] Χ. Γιανναρά, Ενάντια στη θρησκεία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2011, σ. 99.

[52] Βλ. Σ. Φωτίου, Ο γάμος ως μυστήριο αγάπης κατά την Καινή Διαθήκη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1994, σ. 41.

[53] Για το θέμα του εξευτελισμού εντός του γάμου μπορεί κανείς να ανατρέξει στις πολύ ωραίες επισημάνσεις του Δ. Σαββόπουλου, Απέναντι στις γιορτές είμαι παιδί (Συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στον Βασίλη Αργυριάδη), Χριστού Γέννα, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2006, σ. 36-37. Οφείλω, βέβαια, να σημειώσω, πως τούτος ο «εξευτελισμός» αποτελεί χαρακτηριστικό κάθε πραγματικής σχέσης φιλίας και κοινωνίας που αντλεί από το μυστήριο της ερωτικής αγάπης. Εξάπαντος όχι μόνο των σχέσεων εντός του γάμου. Και ίσως, μάλιστα, ο εκτός γάμου εξευτελισμός, ανθρώπων που πληθαίνουν με την αγάπη, να διασώζει μια ευρύτερη έκσταση, ένα μεγαλύτερο βαθμό μυστηρίου κένωσης της εγωτικής ύπαρξης, καθώς δεν κινδυνεύει από το γεγονός της μονιμότητας, στην παραμονή της οποίας πολλές φορές αναγκάζει το θεσμικό πλαίσιο του μυστηρίου. Για την αγία ευαισθησία, βλ. Χ.Α.Σταμούλη, Αγία ευαισθησία: η αγία των αγίων. Συναξάρι μικρό, πόνημα γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 212-226.

[54] Βλ. Γ. Σεφέρη, Επιφάνια, 1937, Σχέδια για ένα Καλοκαίρι, εκδ. Ε.Γ.Ε., Αθήνα 1967.

[55] Μαξίμου Ομολογητού, Σχόλια εις το περί θείων ονομάτων, PG 4, 268C-269A.

Το κείμενο προέρχεται από τον τόμο Χρυσόστομος Α. Σταμούλης (επιμέλεια), Έρωτας και σεξουαλικότητα. Αφήγηση διεπιστημονική, από την αρχαιότητα στο σήμερα, από τους μικροοργανισμούς στον άνθρωπο, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2014.

   

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις».

Το πρόβλημα της θέσης, που η κτίση κατέχει στην ορθόδοξη θεολογία δεν έληξε με την αντιμετώπιση της ειδωλολατρίας των Ελλήνων ούτε βέβαια με τη ριζική διαφοροποίηση από τη θεολογία των γνωστικών. Έτσι, η συζήτηση της σχέσης του κόσμου με τον άνθρωπο και τον Θεό κρατάει καλά μέχρι τώρα. Βέβαια, θα λέγαμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, στο χώρο του Χριστιανισμού,  δεν είναι η ειδωλοποίηση της κτίσης, ο νατουραλισμός ο οποίος δεν είναι εντελώς απών,  αλλά κυρίως και κατεξοχήν η απαξίωσή της, η περιθωριοποίησή της, η αφαίρεση του νοήματός της, που προκύπτει από το φόβο της ειδωλοποίησής της. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος Χριστιανισμός φοβούμενος τη λατρεία της κτίσης «παρά τον κτίσαντα»,[2] φαίνεται να αρνείται στη φύση το αυτονόητο της πλάσης της, αρνείται,  δηλαδή, την παραπεμπτικότητά της, τη δυνατότητά της να «αποδεικνύει» το δημιουργό Θεό. Έτσι, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Ματσούκας, για κάποιους οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ενώ για άλλους δεν διηγούνται τίποτα.[3] Ουσιαστικά ο άνθρωπος που αδυνατεί να αναγνώσει τον Θεό στο αλφαβητάρι της κτίσης δεν είναι άλλος από τον «αναίσθητο» άνθρωπο, που περιγράψαμε στις προηγούμενες παραγράφους. Είναι, δηλαδή, ο άνθρωπος των κολοβωμένων αισθητηρίων και οπωσδήποτε όχι ο άνθρωπος της ευαισθησίας, ο άνθρωπος των ασκημένων αισθητηρίων. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παρουσιάζεται το φαινόμενο ο άνθρωπος να βλέπει, αλλά για λόγους συνέπειας σε απρόσωπες επιταγές και κανόνες, που ντύνονται τον μανδύα της ορθοδοξίας, να πολεμά αυτό που βλέπει, να αρνείται την αποκάλυψη της αλήθειας, να μάχεται τη φύση στοχεύοντας το υπέρ φύσιν. Μια τέτοια φύση, όμως, κενή νοήματος και λόγου υπάρξεως δεν προκαλεί κανέναν σεβασμό και καμιά ευλάβεια. Τα πάντα χάνονται μέσα στην ανθρωπολογική αποκλειστικότητα.

Δεν θα ήταν υπερβολικό, νομίζω, να σημειώσω ότι τέτοιες ερμηνείες και πρακτικές, αν δεν γεννήθηκαν μέσα στο χώρο της λεγόμενης «θεολογίας του προσώπου», εξάπαντος βρήκαν την ενθάρρυνσή τους σε αυτήν. Και τούτο δεν είναι διόλου παράξενο, αν αναλογισθεί κανείς ότι τούτη η θεολογία που μοιάζει να είναι μια θεολογία αφαιρετική σε επίπεδο ανθρωπολογικό, δεν θα μπορούσε να είναι μια θεολογία ολιστική σε επίπεδο κτισιολογικό. Εάν, δηλαδή, η φύση του ανθρώπου ταυτιζόμενη με την ανάγκη αποτελεί τροχοπέδη στην πορεία προς τη σωτηρία του, γιατί να μην αποτελεί πρόβλημα η υποδεέστερη οντολογικά άλογη κτίση η οποία πάει όπου ο άνθρωπος την πάει, και δεν εννοώ βέβαια ούτε τη δημιουργική της κατάσταση ούτε τις φυσικές της εξελίξεις, που προκύπτουν από μια τέτοια κατάσταση και για τις οποίες η συζήτηση είναι ακόμη ανοιχτή τόσο στο θεολογικό όσο και στο ευρύτερο επιστημονικό επίπεδο,[4] αλλά κυρίως και κατεξοχήν τις ανθρωπολογικές επεμβάσεις πάνω σε αυτήν.

Βέβαια, οι επιδράσεις μιας θεολογίας «α-φυσικής» δεν είναι το ίδιο εμφανείς στο χώρο της κτισιολογίας όσο στο χώρο της ανθρωπολογίας ή της θεολογίας. Εντούτοις, αν παρατηρήσει κανείς με προσοχή, θα ανακαλύψει και εδώ, σε μικρότερο, όμως, βαθμό, τα σημάδια της απόκλισης από τον πατερικό θεολογικό ολισμό. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε την προσπάθεια αντιστοίχησης του σχήματος φύση-πρόσωπο, στο σχήμα φυσικός συμβολισμός-τυπολογία. Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέση του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος φαίνεται να αρνείται στο λειτουργικό σύμβολο τις φυσικές του ιδιότητες: «κανένας συμβολισμός δεν μπορεί να είναι βασισμένος σε φυσικές ιδιότητες»[5] σημειώνει,  καθώς υποστηρίζει ότι οι συμβολισμοί στη Λατρεία πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία αρνούνται την υπαγωγή της προσωπικής ελευθερίας στη φυσική ανάγκη, κάτι που κατά τον σεβασμιώτατο συμβαίνει στο χώρο του παγανισμού. Έτσι, πέρα από το γεγονός ότι ιστορικά μια τέτοια θέση δεν μοιάζει καθόλου να δικαιώνεται, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Χρήστος Χριστοφορίδης σχολιάζοντας τις θέσεις του σεβασμιωτάτου, κινδυνεύουμε και πάλι τον κίνδυνο της απογύμνωσης  των πραγμάτων από την αλήθειά τους.[6]

Ακόμη περισσότερο, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η εύκολη εκχώρηση ενός συμβολισμού, που στηρίζεται στις φυσικές ιδιότητες των δημιουργημάτων στον παγανισμό δεν είναι θέμα που πρέπει να περάσει ασχολίαστο και απαρατήρητο. Όπως πολύ σωστά σημειώνει η Ελίζαμπεθ Θεοκρίτοφ, σε μελέτη απάντησή της στον σεβασμιώτατο, οι σχέσεις «ανάμεσα στις φυσικές ιδιότητες και τον λειτουργικό συμβολισμό είναι μάλλον συνθετότερες απ’ ό,τι θα μας οδηγούσε να νομίσουμε το άρθρο του Μητρ. Περγάμου».[7] Είναι αλήθεια  ότι ο φυσικός συμβολισμός δεν είναι πάντα πρωταρχικός, τούτο όμως καθόλου δεν οδηγεί στην απόρριψή του, στην άρνησή του. Εάν όντως ο φυσικός συμβολισμός πρέπει να θεωρηθεί ανεπιθύμητος στα όρια της ορθοδοξίας, εφόσον κατά τον σεβασμιώτατο «στη Βιβλική πίστη η φύση δεν διαθέτει από μόνη της καμμιά δυνατότητα ή ιδιότητα γεφυρώσεως του χάσματος»[8] μεταξύ Θεού και δημιουργίας, τότε προκύπτει επιτακτικό το ερώτημα, γιατί ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο; Μήπως ο κόσμος στον οποίο πολλές φορές αναφερόμαστε δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο του Θεού, αλλά αποτελεί ένα σχολαστικό κατασκεύασμα που στ’ αλήθεια δεν υπάρχει; Μήπως η Εκκλησία «είναι ένα προνομιακό νησί μέσα σε έναν κόσμο του οποίου η ‘φυσική’ αναφορά είναι σε κάτι άλλο παρά στον αληθινό δημιουργό του…»;[9] Διότι αν ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού και όχι ένα ατύχημα (accident) τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτόνομη και ανεξάρτητη λειτουργία της κτίσεως. Δεν μπορεί, δηλαδή, η κτίση να λειτουργεί «από μόνη της», παρά μόνο μέσα από τη δημιουργική της σχέση. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο, για να παραπέμπει τον άνθρωπο στον Δημιουργό του. Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι έχει μέσα του μια κάποια αλήθεια, αυτή που ο ίδιος ο Θεός του έδωσε, και η οποία κρύβεται, χάνεται, όταν ο άνθρωπος αποτυγχάνει να σχετιστεί με τον Δημιουργό δια του κόσμου.[10]

Με άλλα και απλούστερα λόγια, ο κόσμος δεν σχετίζεται με τον παγανισμό αυτόματα και μαγικά, αλλά μέσα από τον άνθρωπο. Πρόκειται κατά βάση για παγανιστική ή μη παγανιστική χρήση του ενός και μόνου και εξάπαντος όχι παγανιστικού κόσμου. Ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα του παγανισμού, αλλά του Θεού. Και μάλιστα «λίαν καλό». Αντίθετα, ο παγανισμός δεν είναι δημιούργημα του Θεού, παρά μόνον του ανθρώπου, του ανθρώπου των κολοβωμένων αισθητηρίων, του ελλειμματικού ως προς την φύση του ανθρώπου, που αδυνατεί να δει τα μεγαλεία του Θεού και συνεπώς τον ίδιο τον Θεό. «Όλα πρέπει να’ χουν κάποια αναμφισβήτητη ομορφιά, που δεν μ’ αφήνει η διάθεσή μου να εκτιμήσω» σημειώνει ο Πεντζίκης. [11] Δίχως άλλο, λοιπόν, η αστοχία του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο αποτελεί αστοχία απέναντι στο Θεό, απέναντι στην ίδια την κλήση της δημιουργίας του. Ο άνθρωπος αδυνατεί να σχετίσει την κτίση με τον Δημιουργό και χάνει τη δυνατότητα να σχετισθεί και αυτός με Αυτόν.

Τούτη η αλήθεια έχει μάλλον παραθεωρηθεί. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε το πώς, τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο ο Θεός «καθιστά τις φυσικές ιδιότητες των δημιουργημάτων του δηλωτικές του σκοπού του»,[12] σπεύδουμε να κολοβώσουμε αυτές τις ιδιότητες επειδή είναι φυσικές και τάχα αντιμαχόμενες το πρόσωπο, καταλήγοντας στ’ αλήθεια στην πλήρη κατάργηση της φυσικής πραγματικότητας. Διότι αν αφαιρέσει κανείς από το φυσικό σύμβολο τη φύση του,  δεν κάνει τίποτα περισσότερο ή λιγότερο παρά να το ακυρώνει. Τί θα ήταν, δηλαδή, ένας ήλιος ο οποίος δεν θα μπορούσε να φωτίζει και να ζεσταίνει τον κόσμο; Εξάπαντος όχι ήλιος. Τί θα ήταν το θυμίαμα χωρίς το άρωμά του, δια του οποίου αγιάζεται ο χώρος και η όσφρηση;[13] Οπωσδήποτε όχι θυμίαμα. Έτσι, το ερώτημα που γεννιέται αμείλικτο είναι και εδώ το ίδιο με αυτό που γεννήθηκε στην προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος για τον άνθρωπο. Τελικά, ο καινός κόσμος θα είναι ένας άλλος κόσμος, ένας κόσμος μείον τη φύση του ή ο δημιουργημένος κόσμος με τη φύση του μεταμορφωμένος από τη χάρη του Θεού, που τον δημιούργησε;

Την απάντηση ξεκάθαρη και λαμπερή δίνουν τα βιβλικά και πατερικά κείμενα, πολύ δε περισσότερο η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η Εκκλησία μιλάει για αγιασμό των υδάτων, των καρπών της γης, κάθε υλικού στοιχείου, ακόμη και των καραβιών, που βρίσκονται μέσα στο νερό, και όχι μόνον του ανθρώπου;[14] Ανήμερα των Φώτων φωτίζεται ο κόσμος ολάκερος, η κτίση όλη πανηγυρίζει και ευφραίνεται τη φανέρωση του Θεού των όλων και Κύριου.[15] Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει ότι «ο Χριστός βαπτισθείς όχι μόνον ηγίασε τον Ιορδάνην ποταμόν, αλλά και όλην την φύσιν των υδάτων»[16] και παραπέμπει για του λόγου το αληθές στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος αναφερόμενος στο μεγάλο γεγονός σημειώνει: «Αύτη εστίν η ημέρα, καθ’ ην ο Χριστός εβαπτίσατο και την των υδάτων ηγίασε φύσιν. Δια τοι τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην πάντες υδρεύονται και οίκαδε τα νάματα αποτίθενται και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν, άτε δη σήμερον αγιασθέντων των υδάτων. Και το σημείον γίνεται εναργές, ου διαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μήκει του χρόνου, αλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον και δύο και τρία πολλάκις έτη του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος και μετά τοσούτον χρόνον τοις άρτι των πηγών εξαρπασθείσιν ύδασιν αμιλλωμένου».[17] Ο λόγος, επομένως, της Εκκλησίας δεν γίνεται για μείωση της φύσεως μέσα από την αφαίρεση-αφαίμαξη των φυσικών της ιδιοτήτων, αλλά για αγιασμό της, δηλαδή  εξομάλυνση της ανωμαλίας της,  που την προστατεύει από τη διαφθορά και της χαρίζει εδώ και τώρα, εντός του λειτουργικού χωροχρόνου –σήμερον-, την εσχατολογική της ακεραιότητα.[18] 

Προς επίρρωση των παραπάνω, αρκεί η υπόμνηση άκρως αγαπητών ακολουθιών και Ευχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που συμπεριλαμβάνονται στο Ευχολόγιον[19]  και στο Αγιασματάριον,[20] πέρα από την ακολουθία του μεγάλου αγιασμού, και τελούνται με σκοπό τον αγιασμό των οικιών, των σκευών και των  αγρών των πιστών, αλλά και  κάθε υλικής πραγματικότητας, που δημιούργησε ο Θεός.[21]

Το μέγεθος, το ρίζωμα που είχε αυτή η λειτουργική πρακτική στη συνείδηση των μελών του εκκλησιαστικού σώματος μπορεί να φανερώσει η θύμηση των τεκταινομένων στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Φώτα-ολόφωτα, όπου ο Κωνσταντής Πλαντάρης, νεόγαμος με την ετοιμόγεννη Μαχώ Πλαντάρη, κινδύνεψε να πνιγεί, όταν βρέθηκε με τη βάρκα του, λίγες ημέρες πριν από τα Φώτα, «ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψη πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμη, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίη εκατόν καράβια και να μη χορτάση». Την αιτία γι’ αυτά τα πάθια του Πλαντάρη ο Παπαδιαμάντης αποδίδει δια στόματος Πλανταρούς, της μητέρας του Κωνσταντή, στη βιασύνη του γιου της να ρίξει τη βάρκα του στη θάλασσα πριν φτάσουν τα Φώτα και πέσει ο Σταυρός στο γιαλό, πριν τον αγιασμό, δηλαδή, των υδάτων. Τούτη την εικόνα διαζωγραφεί με εξαιρετική φιλοκαλία, με μοναδική μαστοριά ο σκιαθίτης: «Η Πλανταρού» σημειώνει  «ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της, δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τί ήθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, να κάμη ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τί του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε ο απόκοτος δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, ν’ αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθη, γιατί δεν την άκουσε».[22]

  Εάν, λοιπόν,  ο φυσικός κόσμος δεν έχει καμία σημασία, πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει αυτές τις πρακτικές; Μήπως και η Εκκλησία σύρεται στον παγανισμό; Ξεκάθαρα όχι.[23] Η δικλείδα για την αποφυγή τέτοιων απροϋπόθετων ταυτίσεων και συνδέσεων βρίσκεται στην κατανόηση του γεγονότος ότι ο παγανισμός αποτελεί κίνηση εξόδου προς τα πράγματα και τελικού εγκλωβισμού του σε αυτά. Δηλαδή, η αρχή και το τέλος του παγανισμού είναι τα πράγματα. Αντίθετα, ο ορθόδοξος λειτουργικός ρεαλισμός στηρίζεται στο σεβασμό που γεννούν τα πράγματα μέσα από την παραπεμπτικότητά τους.[24] Τα πράγματα κραυγάζουν την παρουσία του Θεού, δείχνουν τον Θεό,[25] ο οποίος στην ορθόδοξη παράδοση, σε αντίθεση με τη φιλοσοφική σκέψη των Ελλήνων, δεν είναι απλά το συμπέρασμα της κτίσεως, του κόσμου, αλλά η προϋπόθεση που επιβάλλει το συμπέρασμα.[26]

Κοντολογίς, ο ορθόδοξος λειτουργικός ρεαλισμός, όπως κορυφώνεται στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, εξάπαντος ασκητικο-ευχαριστιακός, αποτελεί πράξη συνεχούς επιστροφής στο Θεό μέσω των πραγμάτων και με τα πράγματα. Η Εκκλησία δεν εύχεται μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών».[27] Ο άνθρωπος δεν επιστρέφει στον Δημιουργό γυμνός και μόνος, αλλά κουβαλά μαζί του όλη τη δημιουργία η οποία εξαρχής του χαρίστηκε από τον Θεό. Τα πράγματα αληθεύουν, όταν αληθεύει ο άνθρωπος. Δίχως τον άνθρωπο τα πράγματα δεν έχουν νόημα, δεν έχουν ύπαρξη, δεν έχουν πρόσωπο. Και ο άνθρωπος, όμως, μόνο μέσα στα πράγματα αληθεύει, μόνο μέσα στον κόσμο του Θεού.[28] Η αγαθοτοπία δεν είναι μόνον ο τόπος των ανθρώπων, αλλά και των πραγμάτων.

«Τάχουμε όλα και μας έχουν» σημειώνει στο θαυμάσιο ποίημα του De rerum natura, ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, και συνεχίζει: «Ένας αγέρας μας ξεσηκώνει/Μαζί με τα πράγματα και τα βουνά/…Τίποτα δεν αφήνω να πέσει καταγίς και να χαθεί/Φιλί με φιλί και ψίχουλο με ψίχουλο/Χέρι με χέρι, θα τα μαζέψω όλα/Ξανά μες στην αγάπη μου, να σώσω την ψυχή μου/…Ακούω τον ήχο μου, βλέπω/Τον εαυτό μου: είμαι ένα πράγμα/Και γίνομαι, όλο γίνομαι,/Αναφαίνομαι, χάνομαι,/Ώσπου να πάρω τέλος, ν’ αποκτήσω/Την ύπαρξή μου, όπως μια πέτρα ή ένα φυτό./Ώσπου να πάρω το τέλειο σχήμα μου/…Ως τη στερνή, την τέλεια μεταμόρφωση».[29] Και λίγο παρακάτω, κορυφώνοντας την τραγικότητα της σχέσης, ανατρέχει στη δημιουργική αρχή των πάντων που ξεπερνά τον άνθρωπο, ξεπερνά και τα πράγματα και αναφωνεί: «Ποιο χέρι τα κινεί και τα σωριάζει,/Τα χτίζει και τα γκρεμίζει./Ποιος μας σωριάζει μές στο χρόνο».[30] Ερώτημα εναγώνιο, επιτακτικό που ψάχνει απεγνωσμένα απάντηση. Ο ποιητής –και ας τον χαρακτήρισαν κάποιοι που δεν διάβασαν πιθανά ποτέ τους τα βιβλικά κείμενα και τους πατέρες της Εκκλησίας  μεμιάς πλατωνιστή- μοιάζει εδώ, σε τούτη την τραγική αίσθηση της πραγματικότητας, να γεννιέται μέσα από τα ασκητικά κείμενα της Εκκλησίας.[31] Η αίσθησή του, αίσθηση απόλυτα ολιστική, συνδέει αυτά που πολλοί αδυνατούν να συνδέσουν. Η ελπίδα των πραγμάτων, ο τόπος τους, το πρόσωπό τους, ο θάνατός τους, η έσχατη κρίση τους, η παρουσία και η εξαφάνισή τους, είναι ο άνθρωπος. «Από μας παίρνουν, απ’ τα χέρια μας,/Το καθαρό τους σχήμα και μας μοιάζουν» σημειώνει «Θρηνούν, όταν θρηνούμε – έναν θρήνο άφωνο./Αντανακλούν τη λάμψη μας μέσα στη νύχτα./Όταν πεθαίνουμε, μένουν ακίνητα,/Χτυπημένα από μια τέλεια σιωπή,/Ανάμεσα φώτα, στέφανα και μουσική». Και καταλήγει, φανερώνοντας την πλήρη σύνδεση: «Έχουμε τον ίδιο ύπνο, τον ίδιο δρόμο, το ίδιο αργό μέλλον».[32] Και αν η ελπίδα του κόσμου είναι ο άνθρωπος, η ελπίδα του ανθρώπου είναι ο Θεός. «Κι’ εγώ τι θάμαι τάχα, ποιο χέρι/Θα μ’ έχει συλλέξει, ποιο βλέμμα/Θα μ’ έχει κοιτάξει, για να υπάρχω», ρωτά ο ποιητής και απαντά ο ίδιος, με κείνο το συγκλονιστικό: «Κ’ εγώ κάπου θάμαι, κάπου θα σωθώ»[33] δείχνοντας την αγαθοτοπία στην οποία χωρούν τα πάντα.

Βέβαια, τούτη η απόλυτη σύνδεση δεν καταλήγει σε πλήρη ταύτιση ανθρώπου και πραγμάτων. Ο Θέμελης το γνωρίζει καλά αυτό και προκρίνει τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού πλασμένο άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που τον θεωρεί  αίτιο όχι μόνο για την αλήθεια της υπάρξεως των πραγμάτων, αλλά ακόμη περισσότερο για την ύπαρξη του Θεού στον κόσμο. Σκανδαλωδώς προκλητική η θέση του Θέμελη λογώνεται, αν θυμηθεί κανείς Γρηγόριο Παλαμά και την άκρως δυναμική θέση του σύμφωνα με την οποία το ανενέργητο είναι και ανύπαρκτο, όχι κατ’ ανάγκην  οντολογικά, αλλά εξάπαντος γνωσιολογικά. Έτσι, ο «ουμανισμός» του Θέμελη δεν είναι παρά Θεοκεντρισμός, ίσως ο μόνος αληθής Θεοκεντρισμός. Γράφει, λοιπόν: «Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα η γη,/Ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη./Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο ουρανός./Σχήματα χωρίς φως και δίχως μια φωνή/Να τα ονομάσει, δίχως αιωνιότητα./Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θάταν,/Πράγμα χωρίς όνομα και δίχως λάμψη./Τι σάρκα θάπαιρνε για να φανεί/Χωρίς σάρκα πάνω στη γη, τι πρόσωπο/Χωρίς το ανθρώπινο πρόσωπο,/Χωρίς το ανθρώπινο ένδυμα και σχήμα./Τι ράπισμα κ’ αίμα, ποιο μαρτύριο/Χωρίς το ανθρώπινο μαρτύριο:‘Ίδε ο άνθρωπος, ίδε ο Θεός’./Χωρίς τον ανθρώπινο θάνατο, χωρίς/Ταφή και θρήνο-δίχως ανάσταση./Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο θάνατος».[34]


[1] Ιδιόμελον του Μεγάλου Αγιασμού.

[2] Ρωμ. 1,25.

[3] Ν. Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, σ. 53.

[4] Εντυπωσιακή απόδειξη άρσης της οποιασδήποτε ερμηνευτικής «νομιμότητας» της πτώσης, και συνεπώς όλων όσων ακολουθούν μια τέτοια «νομιμότητα», συνιστά η  θεώρηση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού που αναφέρεται στο «άστατον» τόσο της ανθρώπινης φύσης όσο και της κτίσης ολάκερης. Γράφει σχετικά, ο Ομολογητής άγιος: «Επειδή τω της αφθαρσίας τε και αθανασίας κάλλει παρά Θεού κατηγλαϊσμένος ο άνθρωπος γέγονε, το δε της περί αυτόν υλικής φύσεως αίσχος του νοερού κάλλους προτιμήσας λήθην του κατά ψυχήν εκπρεπούς αξιώματος, μάλλον δε Θεού του και την ψυχήν θεοειδώς καλλωπίσαντος πάμπαν επεποίητο, της γνώμης άξιον κατά θείαν ψήφον την σοφώς την ημών σωτηρίαν οικονομούσαν εδρέψατο καρπόν, ου μόνον του σώματος την φθοράν και τον θάνατον, και την προς παν πάθος ευέμπτωτον κίνησίν τε και επιτηδειότητα, αλλά και της εκτός και περί αυτόν υλικής ουσίας το άστατον και ανώμαλον, και προς το αλλοιούσθαι εύφορόν τε και ευχερές, είτε τότε αυτήν του Θεού δια την παράβασιν τω ημετέρω σώματι συμμετακεράσαντος, και την προς το αλλοιούσθαι και αυτή, ώσπερ τω σώματι, την προς το πάσχειν τε και φθείρεσθαι και όλως λύεσθαι× ως δηλοί η των νεκρών σωμάτων περιβολή, ενθεμένου δύναμιν κατά το γεγραμμένον, ότι Και αυτή η κτίσις υπετάγη τη φθορά ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα επ’ ελπίδι, ει τε εξ αρχής κατά πρόγνωσιν ούτως αυτήν δημιουργήσαντος δια την προοραθείσαν παράβασιν× ώστε τω πάσχειν και κακούσθαι δι’ αυτής, εις συναίσθησιν εαυτού και του οικείου αξιώματος ελθείν, και ασπασίως καταδέξασθαι την προς το σώμα και αυτήν αποδιάθεσιν», Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1104AB. Πολύτιμες παρατηρήσεις για ένα τόσο σπουδαίο θέμα, που εξάπαντος δεν μπορεί να εξαντληθεί στα όρια μιας υποσημείωσης, βλ. στα παρακάτω έργα, Α. Β.  Βλέτση, Το προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία Μαξίμου του Ομολογητού, σ. 282-298× π. Α. Μέσκος, Ο πλανήτης της θεολογίας, εκδ. Ι. Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σοχός 2002, σ. 85εξ. Για τις κοσμολογικές απόψεις της σύγχρονης επιστήμης που τείνει να συμπεριλάβει την έννοια του χάους που συνδέεται με την έννοια της δυναμικής αστάθειας στους νόμους της φύσης, αλλά και για θέματα που αφορούν την αιτιότητα και το χρόνο, καθώς και το τέλος της βεβαιότητας, μπορεί κανείς να ανατρέξει ενδεικτικά στα βιβλία του σπουδαίου Ρώσου επιστήμονα, βραβευμένου με το βραβείο Νόμπελ Χημείας (1977), Ilya Prigogine, Το τέλος της βεβαιότητας. Χρόνος, Χάος και οι νόμοι της φύσης, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1997 και Οι νόμοι του χάους, μετάφραση Π. Α. Χριστοδούλου, επιστημονική επιμέλεια Ι. Ε. Αντωνίου, εκδ. Π. Τραυλός, Αθήνα 2003. Στο δεύτερο  η κοσμολογία περιγράφεται ως «μια όμορφη ιστορία που οδηγεί στην ιστορία της ύλης, μετά στην ιστορία της ζωής και μετά στην ιστορία του ανθρώπου», σ. 104. 

[5] Ι. Ζηζιούλας, Μητρ. Περγάμου, Συμβολισμός και Ρεαλισμός στην Ορθόδοξη Λατρεία (ιδιαίτερα στη Θ. Ευχαριστία), Σύναξη 71 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999), σ. 10.

[6] Βλ. Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2003), σ. 54.

[7] Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2002), μετφρ. Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, σ. 33.

[8] Ι. Ζηζιούλας, μητρ. Περγάμου, Συμβολισμός και Ρεαλισμός στην Ορθόδοξη Λατρεία (ιδιαίτερα στη Θ. Ευχαριστία), Σύναξη 71,  σ. 9.

[9] Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 37-38.

[10] Βλ. Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 36.

[11] Ν. Γ. Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1992, σ. 34.

[12] Βλ. σχετικά Ε. Θεοκρίτοφ, Φυσικός Συμβολισμός και Δημιουργία, Σύναξη 81, σ. 35× Πρβλ. Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87, σ. 53.

[13] Βλ. σχετικά Ι. Φουντούλη,  Λειτουργικά Α΄. Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 56.

[14] Γράφει σχετικά ο Ν. Γ. Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, σ. 129: «Ενδιαφέρθηκα και εξέτασα την εικόνα του πραγματικού πού’ χα μπρος στα μάτια μου, γιατί μπρος από το δυστυχισμένο άνθρωπο, που κατέκειτο ενοχλούμενος και ταλαιπωρούμενος, μέσα στην πλήρως αρματωμένη ψαρόβαρκα, που η πλώρη της πατούσε αλαφρά στην άμμο, φάτσα στ’ απλωμένα, βαμμένα με πιτύκι δίχτυα, ένας παπάς με φανταχτερό το κόκκινο χρυσοποίκιλτο με σταυρούς και άνθη πετραχήλι στο μαύρο ράσο του, αποκαλύπτοντας τη μαυρόκομη κεφαλή για να σταυροκοπηθεί, στεκόταν όρθιος μπροστά σ’ έν’ άσπρο υφαντό προσόψι, όπου ένα πήλινο δοχείο γεμάτο νερό αγιάζονταν δια της εμβαπτίσεως του ποικιλμένου αναγλύφου σταυρού του ιερού σχήματος όπου προσηλώθηκε ο Θεός μαρτυρώντας υπέρ ημών, και επικαλούνταν ο ιερεύς την επέμβασή του επευχόμενος καλή τύχη στους μέλλοντας ν’ ανοιχτούνε στο πέλαγος προς πορισμό των αναγκαίων, με σώματα κατεργασμένα από ήλιους και αλμύρες καθώς στεκόντουσαν και άκουγαν ευλαβικά αναμένοντας να δροσίσουν τα πρόσωπά τους με τ’ αγιασμένο νερό. Δεν παρηκολούθησα μιας εξαρχής τη θρησκευτική τελετή. Λίγο πιο πριν από τη θέση που στεκόμουν περιμένοντας τον άλλο, στο πίσω μέρος του παντοπωλείου, είχα δει την καπετάνισσα με την προσφορά του λαδιού στον Άγιο των θαλασσών. Τη στιγμή που γύρισα και είδα τη βάρκα με τον παπά, το διάβασμα της ευχής τελείωνε, και δεν διέκρινα παρά τον ένα από τους τρεις θαλασσινούς να σηκώνει το κάλυμμα της πετρελαιοκινήτου μηχανής ν’ αγιαστεί κι’ εκείνη με τους ψεκασμούς του Αγίου ύδατος. Αυτό ήταν το γεγονός που μ’ έκανε εντύπωση και όλα τ’ άλλα τα επεξεργάστηκα ύστερα ερευνώντας, για να δώκω όλη τη σημασία που πήρε το φτωχό περιβάλλον κάποιας εσχατιάς της χώρας μας, όπου περίμενα εξηγήσεις για τη γνώμη της υπό αναζήτηση ευτυχίας».

[15] Βλ. τη λαϊκή πρόσληψη της θεολογίας της εορτής στα Κάλαντα των Θεοφανίων, Ε. Δ. Κακουλίδη, Νεοελληνικά Θρησκευτικά Αλφαβητάρια (ανάτυπο από Ε.Ε.Φ.Σ.Α.Π.Θ., παράρτημα αρ. 9), Διατριβή επί διδακτορία, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 81-83.

[16] Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος τρίτος, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 37.

[17] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος (τόμος ε΄ της εν Ετόνη εκδόσεως), στο Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμος τρίτος, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 37.

[18] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Περί διαφόρων αποριώ, PG 91, 1105B: «…αλλά μάλλον σώφρονι λογισμώ την της ομοτίμου φύσεως ανωμαλίαν εξομαλίσωμεν».

[19] Ευχολόγιον το Μέγα της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, σπουδή και επιστασία Σπυρίδωνος Ζερβού ιερομονάχου, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1986.

[20] Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1968.

[21] Βλ. ενδεικτικά Ακολουθία του μικρού αγιασμού, Ακολουθία επί αυχμώ ανομβρίας, Ευχή επί οικίας, Ευχή επί σπόρου, Ευχή επί των προσφερόντων απαρχάς οπώρας, Ευχή επί άλωνος, Ευχή εις φύτευμα αμπέλων, Ευχή επί τρυγής αμπέλου, Ευχή εις το κατασκευάσαι πλοίον, κ.λ.π.Πρβλ. Ι. Φουντούλη, Λειτουργικά Α΄. Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, σ. 80-82·Χ. Μ. Ενισλείδου, Ο Θεσμός της νηστείας, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 145.

[22] Α. Παπαδιαμάντη, Φώτα-ολόφωτα, Άπαντα, τόμος Γ΄, σ. 39-41.

[23] Βλ. σχετικά, π. T. Hopko, Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, μτφρ. Σ. Κομνηνός, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994, σ. 239εξ.

[24] «Ο δοξολογικός χαρακτήρας της άφωνης γης πέλαγος αισθημάτων», Ν. Γ. Πεντζίκης, Υδάτων υπερεκχείλιση, σ. 257.

[25] Για το θέμα των αποδείξεων στη βιβλική και πατερική παράδοση, καθώς  και την τύχη τους στο χώρο του σχολαστικισμού, βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 50-58. Τα κτίσματα κατά Γρηγόριο Παλαμά οδηγούν στη γνώση του Θεού, αλλά όχι στην κτήση του. Η γνώση τους είναι άκρως σημαντική. Εντούτοις, η άγνοια της αλήθειάς τους δεν μπορεί να εμποδίσει την πορεία προς την επηγγελμένη μακαριότητα. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Αντιρρητικός 5, 13, Συγγράμματα, έκδ. Λ. Κοντογιάννη-Β. Φανουργάκη, επιμ. Π. Χρήστου, τόμος Γ΄, σ. 296: «Εκ μεν των κτισμάτων ου κτώμεθα τον θεόν αλλά γινώσκομεν· ου μέντοι την αυτού ουσίαν, αλλά τας ακτίστους αυτού δυνάμεις»· Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 14, Συγγράμματα, εκδ.-επιμ. Π. Χρήστου, τόμος Α΄, σ. 424: «Αλλ’ ουδέ πάσαν αγνωσίαν υπ’ έγκλημα θοίτ’ αν τις ευ φρονών, ουδέ πάσαν γνώσιν οιόμεθα μακαριστόν. Πως ουν προς αυτήν ως προς τέλος αφορώντες πάντα πράξομεν; Διπλούν δε φησι και ο μέγας Βασίλειος το είδος της αληθείας, ων το μεν έχειν τε και παρέχειν αναγκαιότατον, ως συνεργόν της σωτηρίας υπάρχον· περί δε γης και θαλάσσης, ουρανού τε και των κατ’ ουρανόν, εάν μη ειδώμεν την εν τοις τοιούτοις αλήθειαν, ουδέν ημίν εμποδίσει προς την εν επαγγελίαις μακαριότητα».Πρβλ. Σ. Γιαγκάζογλου, Κοινωνία Θεώσεως, σ. 56-57 και G. D. Dragas, St. Basil the Great’s Doctrine of Creation According to His Hexaemeron, Εκκλησία και Θεολογία 3 (1982), σ. 1103.

[26] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού,  Προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απόρων της θείας Γραφής, PG 90, 296BC: «Βοά τοίνυν η κτίσις δια των εν αυτή ποιημάτων και οίον απαγγέλλει τοις νοερώς δυναμένοις ακούειν την ιδίαν αιτίαν τριαδικώς υμνουμένην».   Η κριτική που σε αυτό το σημείο ο Χριστοφορίδης  κάνει στον Μητροπολίτη Περγάμου, αν και φαίνεται να δικαιώνεται από μια γενικότερη θέαση των πραγμάτων, μάλλον δεν δικαιώνεται από τα συγκεκριμένα κείμενα του σεβασμιωτάτου που προσφέρονται στη συζήτηση. Έχω την αίσθηση ότι, ο Σεβασμιώτατος δεν αρνείται το γεγονός ότι ο Θεός ως προϋπόθεση της κτίσης αποτελεί και το συμπέρασμά της, αλλά κινείται με στόχο την αποφυγή του ειδωλολατρικού απόλυτου, που αποκλείει τον Θεό ως προϋπόθεση η οποία γεννά το συμπέρασμα. Βλ. σχετικά Χ. Χριστοφορίδη, Η φύση του συμβόλου και η κτιστή πραγματικότητα, Σύναξη 87, σ. 65, 68εξ. Πρβλ. Ι. Ζηζιούλα, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, σ. 558.

[27] Θεία Λειτουργία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.

[28] Βλ. σχετικά Γ. Πέτρου, Το οικολογικό πρόβλημα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, Ορθοδοξία και φυσικό περιβάλλον, σ. 183.

[29] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 111-116.

[30] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 117.

[31] Για του λόγου το αληθές βλ. το αυτοβιογραφικό κείμενο του Γ. Θέμελη, Πολύπτυχο. Θεσσαλονίκη 1941, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2000, όπου σε πολλά σημεία φανερώνεται η εκκλησιαστική εμπειρία των πρώτων χρόνων του ποιητή, η οποία επιτρέπει την αποκρυπτογράφηση, μια κάποια έστω, των έργων του. Ενδεικτικά παραθέτουμε την αρχή του έργου: «Κόντεψα να ξεχάσω τα γεννέθλιά μου…Στη ροή των ημερών ξημερώνει μια μέρα, ανατέλλει ο ήλιος ο δικός σου. Ο Κύριος σκύβει μια στιγμή στους αιώνες πιάνει χώμα, σε πλάθει, σ’ ανασαίνει μέσα στα πλάσματα. Σηκώνεις το κεφάλι. Απλώνεις τα χέρια μέσα στον άνεμο. Σαλεύεις. Διαγράφεσαι μέσα στο φως. Έχεις σώμα δικό σου, πρόσωπο, μάτια. Αγναντεύεις τη θάλασσα κι’ αναπνέεις με τα ζώα και τα δένδρα. Ανοίγεις το στόμα κι’ ακούς τη φωνή σου: ‘Είμ’ εγώ…’, λες, ‘είμ’ εγώ…’ κι’ η καρδιά σου χτυπά. Διασκελίζεις το έδαφος, λαχταράς τα πουλιά που πετούνε. Πάνω απ’ το κεφάλι σου ταξιδεύει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ άστρα. Φουσκώνει το στήθος σου η χαρά, η πνοή του Κυρίου!…Συγχώρεσέ με Κύριε!…Πλανήθηκα! Μ’ έσυρε μακριά Σου ο χρόνος και χάθηκα. Με τύλιξε η νύχτα. Δεν άκουα μέσα μου τη φωνή Σου. Είπα: ‘Είμ’ εγώ; Ποιος είμαι; Που, πότε υπήρξα;’ και λαχτάρησα τη μητέρα», Πολύπτυχο,  Θεσσαλονίκη 1941, σ. 9.

[32] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 117-118.

[33] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ.  112-113.

[34] Γ. Θέμελης, De rerum natura, Ποιήματα Ι, σ. 118.

Απόσπασμα από το βιβλίο, Χ.Α.Σταμούλης, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004.

Φωτογραφία: Πάρης Βαλαρούτσος.

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, «Ο νέος ανορθολογισμός», Χαιρετισμός στο 9ο Διεθνές Συνέδριο της Βιβλικής Εταιρείας, με θέμα: «Προσεγγίζοντας το τραύμα της πανδημίας με τα μάτια της Βίβλου».

Σεβασμιώτατοι,

Αξιότιμε κ. Διευθυντά,

Σεβαστοί πατέρες,

Κυρίες και κύριοι σύνεδροι,

Είναι ξεχωριστή η χαρά μου,  καθώς μου δίνεται η δυνατότητα, εκπροσωπώντας τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, να  χαιρετίσω τούτο το άκρως ενδιαφέρον και εξόχως επίκαιρο συνέδριο.

Σε μια εποχή δύσκολη, όπου όλοι καλούνται να εργαστούν με ευθύνη για τη νίκη της φθοράς και του θανάτου, αλλά και των σκληρών συνεπειών τους για τον άνθρωπο, η πρωτοβουλία της Βιβλικής Εταιρείας να προτείνει ως οδοδείκτη της όντως ζωής τη βίβλο και ως εκ τούτου το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, συνιστά έργο ύψιστο και ουσιαστικό. Ο ευαγγελισμός του νέου κόσμου προϋποθέτει την υποχώρηση των δυνάμεων της αλλοτρίωσης, οι οποίες συχνά πυκνά κρύβονται πίσω από τις μάσκες της υποκρισίας, της ιδεολογικής θρησκευτικότητας και του ανέξοδου και άκρως επικίνδυνου εντυπωσιασμού. Όλα αυτά ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τα στεγάζει κάτω από τη φράση «επιζήμιος ευλάβεια», που περιγράφει με ακρίβεια, τόσο την παθογένεια όσο και τις συνέπειές της που οδηγούν στο νέο αποπροσανατολισμό.

Από την αρχή  της πανδημίας γινόμαστε μάρτυρες της έκρηξης ενός σκληρού και άκαμπτου ανορθολογισμού, ο οποίος διαστρέφει τον  βασικό πυρήνα  τόσο της Χριστιανικής θεολογίας όσο και της ζωής των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας. Γινόμαστε μάρτυρες μιας νέας βίας, που στο όνομα της παράδοσης και της πιστότητας στα βασικά της χριστιανικής ζωής, στο όνομα του Ευαγγελίου, γκρεμίζει τον κοινό οίκο και τραυματίζει το κοινό σώμα.

Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι τούτη η πραγματικότητα σχετίζεται με την απουσία ουσιαστικής κατήχησης στο χώρο της Εκκλησίας, αλλά και τη σταδιακή  «εκδίωξη» της θεολογίας, η οποία φαίνεται πως  αντικαταστάθηκε από ύποπτες και μαζί επικίνδυνες, όπως εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται, θεωρίες ιδεοληπτικής καθαρότητας και θρησκευτικού αυτοσχεδιασμού. Θεωρίες από τις οποίες απουσιάζει η αγάπη.

Για όλα τα παραπάνω το παρόν Συνέδριο είναι άκρως σημαντικό, καθώς βάζει «τον δάκτυλον εις  τον τύπον των ήλων» και συμβάλλει στη δημιουργία συνθηκών ενός ανανεωμένου μαζί, αναγκαίου για την αποειδωλοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής, μα και του κόσμου ολάκερου.

Συγχαίρω τον διευθυντή κ. Μιχάλη Χατζηγιάννη και τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής και εύχομαι από καρδιάς καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα στους συμμετέχοντες, αλλά και σε όλους τους ανθρώπους.

Εκκλησία και πανδημία

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2021

Ζώντας μέσα σε μια παρατεινόμενη πανδημία, είναι τραγικό να βλέπουμε να χάνονται ζωές από ελλιπή ή λανθασμένη πληροφόρηση.

Υπάρχουν πολλοί θρησκευόμενοι συμπολίτες μας οι οποίοι βομβαρδίζονται από αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τη στάση που συνιστά η Εκκλησία εν μέσω της πανδημίας. Ακούγονται διάφορα από φωνές που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν την Εκκλησία, από ιερείς, μοναχούς, πνευματικούς και άλλους ιερωμένους και λαϊκούς.

Αποτέλεσμα είναι πολλές φορές οι πιστοί να παραπληροφορούνται και να οδηγούνται σε αποφάσεις οι οποίες βάζουν σε κίνδυνο τους ίδιους και το περιβάλλον τους.

Για το λόγο αυτό, διοργανώθηκε μία ψηφιακή ημερίδα (Webinar) στην οποία θα κληθούν να απαντήσουν στα καίρια ερωτήματα που απασχολούν τους πιστούς ένας Μητροπολίτης (Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος), ένας Ηγούμενος Μονής του Αγίου Όρους (γέρων Τύχων της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα), ένας καθηγητής Θεολογίας (Χρυσόστομος Σταμούλης) και ένας παθολόγος ιατρός ο οποίος είναι επίσης και Θεολόγος (Δημήτριος Αποστολίδης).

Καθηγητής Θεολογίας Χρ. Σταμούλης: Πρόταση για Θεία Ευχαριστία με εμβαπτισμένο άρτο, λόγω CoViD (του Βασίλη Ιγνατιάδη)*

Η μακρά δοκιμασία που περνά η ανθρωπότητα λόγω της πανδημίας επανέφερε τη θρησκευτικότητα στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και επαναπροσδιόρισε τη σχέση του με το ιερό. Η Εκκλησία από την άλλη χρειάστηκε να καταστήσει σαφές πως ο φονικός ιός δεν στοχεύει την πίστη των ανθρώπων, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους. Αλλά και να απομονώσει κάποιους ακόμα και μέσα από το σώμα της Εκκλησίας, που βγήκαν στις πλατείες για να κηρύξουν τον «ιερό» πόλεμο στις μάσκες, στα εμβόλια και τα μέτρα προστασίας.

Με ευθύ, ξεκάθαρο και τολμηρό λόγο, ο καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο ΑΠΘ, Χρυσόστομος Σταμούλης, στη συνέντευξή του στο iatronet με αφορμή τις άγιες μέρες, μιλά για τους «ψευδοπροφήτες» που με ρητορική στα όρια του φονταμενταλισμού δημιουργούν συνθήκες «πραξικοπήματος» σε βάρος του Ευαγγελίου. Ξεκαθαρίζει πως η Ορθόδοξη Εκκλησία σεβόταν πάντα την επιστήμη και έχει αποδείξει στην ιστορική της πορεία πως ξέρει να ξεχωρίζει τον τύπο από την ουσία των πραγμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, καταθέτει προς συζήτηση και προβληματισμό την πρόταση για την πιθανότητα υιοθέτησης εναλλακτικών τρόπων μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας, λόγω κορωνοϊού. Για παράδειγμα, το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού θα μπορούσε να μεταδίδεται μέσω άρτου εμβαπτισμένου στον οίνο, που θα λαμβάνει με το χέρι ο πιστός.

Έχει συμβεί στο παρελθόν

Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας έχει αλλάξει αρκετές φορές σε όλη την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως λέει ο καθηγητής. «Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να αλλάξει αυτή τη στιγμή, προκειμένου να μπορούν οι πιστοί να προσέλθουν με μια μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά το θέμα δεν είναι αν θα μπορούσε ή όχι να γίνει. Το θέμα είναι ότι κάποιοι θεώρησαν ότι δεν υπάρχει θεολογική δυνατότητα μιας τέτοιας αλλαγής, γιατί ταύτισαν το ίδιο το μυστήριο, το σώμα και το αίμα του Χριστού, με τον τρόπο μετάδοσής του», διευκρινίζει και προσθέτει: «Θα πρέπει να πούμε λοιπόν ότι το σώμα και το αίμα είναι ζωοποιό, δεν χωράει καμία αμφιβολία, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα σύμφωνα με την χριστιανική ορθόδοξη θεολογία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται το σώμα και το αίμα μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες. Ξέρουμε ότι είτε η λαβίδα είτε το ποτήριο είναι κτιστά μέσα, τα οποία δεν αφθαρτοποιούνται στην επαφή τους με το σώμα και το αίμα του Χριστού».

Σύμφωνα με τον καθηγητή, στο παρελθόν έχουν διατυπωθεί ακόμη και εντολές εκκλησιαστικών συγγραφέων και πατέρων της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, ο οποίος αναφέρει ότι για τις περιόδους πανδημιών έπρεπε οι ιερείς να πλένουν πάρα πολύ καλά τα σκεύη με ξύδι, προκειμένου να τα απολυμαίνουν. Επίσης, ο 101ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου απαγόρευε τη χρήση σκευών για τη μεταφορά του σώματος και του αίματος και έλεγε ότι δεν πρέπει να παρεμβάλλεται τίποτα ανάμεσα στο θείο σώμα και αίμα και το ανθρώπινο σώμα, προκειμένου ο άνθρωπος να κοινωνήσει σώματος και αίματος Χριστού. Ο άνθρωπος έβαζε τα χέρια του σε σταυροειδή θέση και δεχόταν εκεί το εμβαπτισμένο άρτο στον οίνο. Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται σε παλιές Θείες Λειτουργίες, όπως του Αγίου Ιακώβου του Αδερφόθεου, που πραγματοποιείται δύο φορές το χρόνο, ενώ έχει υιοθετηθεί από τις Εκκλησίες άλλων χωρών όπως της Αυστρίας.

«Άρα, ο τρόπος μεταφοράς και μετάδοσης του σώματος και του αίματος αλλάζει σύμφωνα με τις ανάγκες της εκκλησιαστικής κοινότητας. Και αυτό είναι εκπληκτικό, διότι αναδεικνύει την ελευθερία της Εκκλησίας, η οποία ξέρει να ξεχωρίζει τον τύπο από την ουσία των πραγμάτων», τονίζει ο καθηγητής.

Σήμερα, στη Νέα Υόρκη ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής έχει εισάγει τον τρόπο της Θείας Ευχαριστίας με τις πολλαπλές λαβίδες, οι ποίες πλένονται και αποστειρώνονται σε κλίβανο μετά από κάθε χρήση.

Ο κορωνοϊός μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε άτρωτοι

Όπως επισημαίνει ο κ. Σταμούλης, κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο άνθρωπος ήρθε αντιμέτωπος μετά από πάρα πολλά χρόνια σε τόσο μεγάλη ένταση με το μυστήριο της κτιστότητας. Με το γεγονός, δηλαδή, ότι ο ίδιος είναι φθαρτός και έχει αρχή και τέλος. «Όλη η μυθολογία που είχε καλλιεργηθεί τα προηγούμενα χρόνια για έναν άνθρωπο που έμοιαζε να είναι άτρωτος, για μια επιστήμη που έμοιαζε να δίνει όλες τις λύσεις, νομίζω ότι υποχώρησε σε αυτό το διάστημα και μέσα από συνοπτικές διαδικασίες ξαναεμφανίστηκε στη ζωή μας το μυστήριο της κτιστότητας. Ο άνθρωπος συνειδητοποίησε δηλαδή βίαια και στο πλαίσιο μιας αγριότητας, ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν μπορεί να ξεπεράσει», σημειώνει και προσθέτει:

«Εδώ και πολλά χρόνια ο πολιτισμός μας προσπαθούσε να βγάλει από το οπτικό του πεδίο τον θάνατο. Θυμηθείτε τις περιπτώσεις των κοιμητηρίων, όπου στην παράδοση την αρχαιοελληνική, αλλά και την χριστιανική βρισκόντουσαν στο κέντρο των χωριών και των πόλεων. Σταδιακά απομακρύνθηκαν προκειμένου ο θάνατος να γίνει το εξόριστο παιδί του σύγχρονου πολιτισμού. Βέβαια θα πω ότι αυτός ο εξοβελισμός του θανάτου οδήγησε και στον εξοβελισμό του έρωτα. Διότι κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τον έρωτα και την ερωτικότητα ερήμην της κατανόησης του μυστηρίου του θανάτου».

Οι ψευδοπροφήτες και το πραξικόπημα κατά του Ευαγγελίου

Κάθε φορά σε περιόδους κρίσης, οι πλατείες γεμίζουν με ψευδοπροφήτες οι οποίοι εκμεταλλεύονται την απόγνωση των ανθρώπων που δεν ξέρουν από πού να πιαστούν, και διαδίδουν τις ακραίες ιδεολογίες του γενικευμένου αρνητισμού. Στην πανδημία αυτές εκφράστηκαν με «πόλεμο» απέναντι στις μάσκες, τα εμβόλια, στην επιστήμη γενικότερα.

«Υπήρξαν φωνές και μέσα στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι οποίες προερχόντουσαν από τον χώρο τον υπερσυντηρητικό, έναν χώρο που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του φονταμενταλισμού, οι οποίες θεώρησαν ότι διώκεται η πίστη. Αλλά είναι σαφές ότι αυτό που διώκεται και αυτό που βιάστηκε αυτή την περίοδο δεν ήταν η πίστη των ανθρώπων αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, όπως πολύ σωστά τόνισε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών», τονίζει ο καθηγητής, και επισημαίνει ένα άλλο θέμα που ανέδειξε η πανδημία, αυτό της απουσίας κατήχησης στον χώρο της Εκκλησίας.

«Οι απόψεις που διατυπώνονται στη δημόσια πλατεία συνήθως για την Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία δεν έχουν ουδεμία σχέση με τη βιβλική παράδοση, την παράδοση των πατέρων της Εκκλησίας, τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τα μνημεία του πολιτισμού της Ορθόδοξης Ανατολής. Διατυπώνονται πολύ εύκολα απόψεις, οι οποίες όχι απλά δεν έχουν σχέση, αλλά βρίσκονται σε σύγκρουση με τον πυρήνα του Ευαγγελίου. Έχω πει σε άλλες περιπτώσεις ότι ορισμένες φορές έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός πραξικοπήματος απέναντι στο Ευαγγέλιο».

Για παράδειγμα, ακούστηκαν απόψεις ότι η μάσκα αποτελεί προσβολή του Αγίου Πνεύματος ή ότι μέσα στον χώρο της Θείας Λατρείας τα αντικείμενα αφθαρτοποιούνται και έτσι δεν μπορεί κανείς να κολλήσει τον ιό μέσα στο Ναό.

«Η μάσκα κανέναν Θεό δεν προσβάλλει. Είναι ένα εφόδιο που μας δίνει η επιστήμη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την ασθένεια η οποία μας περιβάλλει και έχει ριζώσει στην καρδιά του σύγχρονου είναι μας. Η Εκκλησία πάντα αναγνώριζε και σεβόταν την επιστήμη και η Θεολογία το ίδιο από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι σήμερα. Ο χριστιανικός ναός δεν μετατρέπεται μαγικά σε μια κλειστή γυάλα όπου απουσιάζει η κτιστότητα. Είναι ένας χώρος όπου αποκαλύπτεται η κτιστότητα. Υπάρχουν κτιστά αντικείμενα όπως είναι οι εικόνες, τα στασίδια, όπως οτιδήποτε υπάρχει εντός του χώρου του Ναού. Αν αυτό συνέβαινε μαγικά θα έπρεπε να κλείσουμε τα νοσοκομεία και όλοι οι άνθρωποι να μεταφερθούν εντός των Ναών προκειμένου να μην τους αγγίξει ο ιός», επεσήμανε.

*

iatronet.gr

https://www.iatronet.gr/article/100993/kathhghths-theologias-hr-stamoylhs-protash-gia-theia-eyharistia-me-emvaptismeno-arto-logo-covid

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021
Τροποποίηση: Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021

Χρυσόστομος Σταμούλης, Tο μείζον είναι το αναστάσιμο μαζί (Συνέντευξη στην Αναστασία Θεοδωρίδου).

Είναι μια από τις εξέχουσες μορφές του καιρού μας ο καθηγητής Θεολογικής σχολής Α.Π.Θ  και μουσικοσυνθέτης Χρυσόστομος Σταμούλης ,ο οποίος κατορθώνει με την ακτινοβόλα , πολυσχιδή προσωπικότητά του ν’ ανανεώνει και να ανατροφοδοτεί συνεχώς τους οραματισμούς και την πορεία όχι μόνο της Θεολογικής σχολής αλλά και της κοινωνίας , με την οποία συνδιαλέγεται  πολυεπίπεδα  για χρόνια ,  χαρίζοντάς της συγχρόνως  αφειδώλευτα  την αλήθεια και  την ομορφιά των τραγουδιών του.  

-Σαν στοχαστής κ. Σταμούλη , που αφουγκράζεστε τους παλμούς της κοινωνίας , τι βιώνει -κατά την άποψή σας- ο άνθρωπος του σήμερα ;

Την ανατροπή της ζωής του. Το τέλος των βεβαιοτήτων του. Την κατάρρευση της εικονικής του πραγματικότητας, που εδώ και χρόνια έστησε μια ζωή μακριά από την κτιστότητα, τη φθορά και τον θάνατο. Βιώνει, δηλαδή, τη βίαιη επιστροφή  στο ύψος του. Εννοώ στο «ειλικρινές ανάστημα» της ανθρωπινότητάς του. Αναφέρομαι, βέβαια, σε αυτούς που καταλαβαίνουν, στους παροικούντες στη γη της ευαισθησίας, διότι υπάρχουν και αυτοί οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν ή δεν θέλουν να καταλάβουν  τίποτα. Αυτοί που δεν ξέρουν που πατούν και που πηγαίνουν. Εξαίφνης φυτρώνουν στους πλατείες του δημόσιου βίου ψευδοπροφήτες, ψευτοεπαναστάτες και παντός είδους «μάγκες».  Και μην εκπλήσσεστε, αυτό συνέβαινε πάντα σε περιόδους κρίσης. Το περιγράφει πολύ όμορφα και ο Ν.Γ. Πεντζίκης, με την άνεση  που του δίνει ο τίτλος του τρελού με τον οποίο τον στόλιζαν. Και εκείνος για να τους βγάλει έξω από τα ρούχα τους τον αποδέχονταν. Απλά δίπλα στο τρελός έβαζε και τη λέξη ευθύνη. Ναι, έλεγε, είμαι τρελός, αλλά με ευθύνη. Και το εννοούσε.

-Με την επιστημονική βαθιά σας γνώση , πιστεύετε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να πάρει μέτρα για να προστατεύσει τον εκκλησιαζόμενο πιστό από την απειλή της πανδημίας;

Βεβαίως και μπορεί. Κάποια από αυτά τα πήρε, χρειάζεται, όμως, μεγαλύτερη θεολογική τόλμη που θα καταδείξει ξανά πως η ποιμαντική, δηλαδή η ίδια η ζωή, είναι αυτή που βρίσκεται στη βάση της θεολογίας. Και στο κέντρο όπως πάντα ο άνθρωπος και ο κόσμος ολάκερος. Ο Θεός σαρκώθηκε έγινε άνθρωπος, έπαθε, πέθανε και αναστήθηκε υπέρ της του κόσμου σωτηρίας. Κάποιες φορές στο όνομα της ενότητας ή της ισορροπίας εμφανίζεται μια αδικαιολόγητη ακινησία, μια διάθεση συμβιβασμού, σε σημείο να χάνονται ακόμα και τα κεκτημένα της  τεράστιας παράδοσης που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

-Παρακολουθώντας  κάποιος το πλούσιο συγγραφικό σας έργο και ειδικά το τελευταίο σας πολύ ενδιαφέρον  βιβλίο  με τίτλo  «Φάγαμε Ήττα»  εκδόσεις Αρμός  εισπράττει την αγωνία σας και την προσπάθειά σας να φωτίσετε δρόμους , ώστε   να ξαναβρεί η Ορθοδοξία το αρχικό Κάλλος της και να διαδραματίσει ένα ουσιαστικό ρόλο στο σημερινό κόσμο. Μιλήστε μας γι’ αυτό .

Κοιτάξτε, η ήττα έχει πολλές αναγνώσεις. Είναι η αδυναμία μας να διαλεχθούμε με τη ζωή και τις αλλαγές που αυτή επιβάλλει. Η προσκόλλησή μας δηλαδή σε ένα ειδωλοποιημένο παρελθόν και η αδυναμία μας να αναμετρηθούμε με τη σήμερον.   Ο περιορισμός της ύπαρξης σε μια κλειστή και ελεγχόμενη ζωή, χωρίς καθαρό αέρα. Η οριστική νέκρωση.  Είναι όμως και η μόνη δύναμη η αποδοχή της οποίας μπορεί να χαράξει τη νέα πορεία. Η παραδοχή της μας  συνδέει με τη μετάνοια, την αλλαγή σκέψης και δράσης.  Εάν αυτό δεν συμβεί μένει α-νόητη, κενή περιεχομένου. Ξέρετε, κάποιοι θεωρούν πως μεγάλη αμαρτία είναι η ήττα. Όχι, μεγάλη αμαρτία είναι η άρνησή της.  Η μη αποδοχή δηλαδή εκείνης της ελευθερίας της κτιστής μας φύσης που επιτρέπει την αστοχία.  Καταλαβαίνετε πως με αυτό δεν ιεροποιώ την ήττα. Τουναντίον. Μπορώ όμως να πω, ότι η αναγνώρισή της επιτρέπει τη συνάντηση του σώματος με το φως. Όπως πολύ όμορφα γράφει η Κική Δημουλά:

Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δεν τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξή της.

Αβέβαια ζήσε.
Τίμα την προέλευσή σου.

(Εφόδιο τα τραύματα).

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη ήττα. Εκούσια, όπως και το πάθος του Χριστού, η ανάληψη της οποίας επιτρέπει την ήττα της. Θανάτω θάνατον πατήσας δεν λέμε; Ε, έτσι και με την εκούσια, δηλαδή την ηθελημένη ήττα, βγάζουμε το κεντρί της και σαλπίζουμε μια άλλη νίκη, αλλιώς ωραία όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Θέλει λεβεντιά αυτό. Δεν είναι παίξε γέλασε. Μάθαμε από μικροί πως το μείζον είναι η νίκη και η δύναμη. Όχι το μείζον είναι το αναστάσιμο μαζί, το οποίο πάντα γεννιέται μέσα από το πάτημα του Άδη της ήττας. Εάν δεν νικήσω την εωσφορική μου αυτοερωτικότητα δεν πρόκειται ποτέ να ποιήσω σχέση. Θα τρέχω μόνος και θα βγαίνω πάντα δεύτερος. Το πιο μακρινό μου τέρμα θα είναι το αυτοείδωλό μου. Αυτό το τελευταίο, το αυτοείδωλο είναι που πρέπει να γκρεμιστεί για να ανθίσει ο έρως, του οποίου το όνομα δεν πρέπει να φοβηθούμε καταπώς λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Και ας μην ξεχνάμε πως ο έρωτας είναι μαλωμένος με τη δύναμη και την επιβολή. Αντ’ αυτών προτιμάει τον Σταυρό, από τον οποίο δεν κατεβαίνεις, αλλά σε κατεβάζουν. Και ας είναι κόντρα αυτό στο δικό μου «όταν κατέβω απ’ τον Σταυρό θα’ ναι η αγάπη πουλί νεκρό/όταν κατέβω απ’ τον Σταυρό θα’ ναι η αγάπη φυλαχτό».

-Μέγας εραστής όχι μόνο της  Θεολογίας αλλά και της μουσικής, με έξι ολοκληρωμένους δίσκους , οι περισσότεροι δίσκοι-βιβλία , όπως ο τελευταίος  σας , με τίτλο «Γελάς», διανομή : εκδόσεις Αρμός. Μιλήστε μας γι’ αυτήν  την τόσο πρωτοποριακή παρουσίαση των δίσκων σας.

Η μουσική είναι ο άλλος μου εαυτός. Γεννήθηκα μέσα στη μουσική και με αυτή ζω. Θυμάμαι τον εαυτό μου από μικρό να τρέχει στις χορωδίες, στα ωδεία και στις συναυλίες. Έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω άρχισα από πολύ νωρίς να σκαρώνω τραγούδια και μουσικές, χωρίς βέβαια να φαντάζομαι πως κάποτε αυτά θα εκδοθούν. Ο πρώτος μου δίσκος , η «Λιταία πύλη», κυκλοφόρησε το 1998 και νόμιζα πως θα ήταν ο πρώτος και μόνος. Ξεγελάστηκα, όμως. Ακολούθησαν άλλοι πέντε, με τελευταίο το «Γελάς», που κυκλοφόρησε πριν από έναν χρόνο. Και πάλι νομίζω πως δεν θα κάνω άλλον, πως είναι ο τελευταίος. Θα δούμε. Ένας Θεός ξέρει. Εκείνο, όμως, που τώρα νιώθω είναι μια απέραντη ευγνωμοσύνη για όσα μου χαρίστηκαν μέσα από τη μουσική.  Απίστευτα αισθήματα, ακριβές φιλίες, σπουδαίες συνεργασίες με εξαιρετικούς τραγουδιστές και μουσικούς, στιχουργούς και ποιητές. Μπορώ έτσι να δηλώνω κάτοικος της μουσικής και της θεολογίας. Η απώλειά τους θα με εγγράψει στους άστεγους αυτού του κόσμου. Η μορφή του cd-βιβλίου που έχουν οι περισσότεροι ήταν αποτέλεσμα μιας διάθεσης να δηλωθεί το πλαίσιο που γέννησε τα τραγούδια και τις μουσικές. Η μήτρα τους. Να φτιαχτεί, δηλαδή, μια μυθολογία λόγου, εικόνων  και μουσικής, ποιητική ονείρων απροστάτευτων και ως εκ τούτου λυτρωτικών.

-Πάρα πολύ συγκινητική η μουσική σας απάντηση στη λαίλαπα της πανδημίας: το τραγούδι για τον Don Giuseppe  – τον ιερέα ο  οποίος πρόσφερε τον αναπνευστήρα του σ’ έναν νεότερο ασθενή , χάνοντας έτσι τη ζωή του, -τραγούδι που έχει τεθεί υπό  την αιγίδα της εταιρίας  Ογκολόγων -Παθολόγων Ελλάδας. Να θεωρήσουμε το τραγούδι  ένα requiem για τον αποχαιρετισμό του Don Guiseppe  ή ένα τραγούδι Αναστάσιμης χαράς , ύμνο στην αξία της  θυσίας;  

Όχι, δεν είναι  Requiem, ένα Χριστός Ανέστη είναι. Μια δοξολογία που θέλω να πιστεύω κομίζει προσδοκία και ελπίδα. Είναι το φως που ανθίζει από τη ρίζα της θυσίας, της αλληλεγγύης και της αγάπης. Γι’ αυτό και η μουσική, όπως και οι στίχοι, παρότι έχουν ένα μέρος θλίψης, ηχούνε αναστάσιμα. Αυτός ήταν ο Don Giuseppe. Σαν αύρα λεπτή έφτανε με τη μηχανή του στις ψυχές των ανθρώπων και έτσι έφυγε και για το δημιουργό του. Σαν άλλος προφήτης Ηλίας, σαν άλλος Χριστός. Σαν αγέρι μυστικής σαγήνης, όπως λέει και ο Παναγιώτης Θωμά.

-Κλείνοντας πείτε  μας  τρείς λέξεις -Αντίστασης του ανθρώπου- στην Πανδημία.

Αγάπη, αναθεώρηση, ελπίδα.

Εφημερίδα ΠΡΩΙΝΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ Μ.Τετάρτης 28/4/2021

Chrysostomos A. Stamoulis, Broken Brigdes. An Introduction to Orthodox Fundamentalism (New Book)


Fundamentalism is a dominant phenomenon in modern culture, which has been experienced worldwide, becoming the object of manifold investigation. It is the attitude that aims to abolish all different points of view and violently establish the only point of view: that of the elect, whether of the individual elect or the group of elects. Within Orthodox fundamentalism, reference is often made to patristic consensus, which constitutes an essential prerequisite for church unity operatives. The author believes that sincere dialogue requires respect for difference and the reception of otherness. Convergences and divergences, rules, and exceptions make for a fascinating mosaic, which, once more, evinces the existentialist character of theology and its ineluctable struggle to endow life and existence with meaning. as E-Kindle!

Language: English
ISBN: 978-1-936773-74-9
Published: 2021
Number of pages: 112

https://sebastianpress.org/broken-bridges-an-introduction-to-orthodox-fundamentalism/