Προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά την χειροθεσία του κ. Χρυσοστόμου Σταμούλη εις Άρχοντα Διδάσκαλον της Εκκλησίας | Αντιφώνηση του νέου άρχοντος (Θεσσαλονίκη 26/5/2022)

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων,

Χριστός Ἀνέστη! 

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπονέμει εἰς ὑμᾶς σήμερον εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σας, διά τῶν χειρῶν τῆς ἡμῶν Μετριότητος, τό ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἐντάσσομεν, κατ᾽ ἰδίαν ἡμῶν Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν καί προαίρεσιν, εἰς τήν χορείαν τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀνήκετε πλέον εἰς τόν κύκλον τῶν συνεργατῶν μας καί καλεῖσθε νά στηρίζετε τό ἔργον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί νά ἀγωνίζεσθε διά τήν προάσπισιν τῶν δικαίων της.

Καθ᾽ ὅλην τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, οἱ Ἄρχοντες προσέφερον σημαντικάς ὑπηρεσίας πρός αὐτήν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν ἐν τῷ κόσμῳ καί εἰς τήν σχέσιν της μέ τούς θύραθεν θεσμούς. Αὐτήν τήν διακονίαν συνεχίζουν καί σήμερον οἱ ἀνά τήν οἰκουμένην ὀφφικιάλιοι τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν δύο μεγάλα σωματεῖα, τό «Τάγμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις Ἀμερικῆς καί τήν Ἀδελφότητα «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκετε πλέον καί ὑμεῖς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θά ἀναδειχθῆτε ἄξιος τῆς κλήσεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Πατριάρχου σας.

Ἤδη ἔχετε προσφέρει πολλά εἰς τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν. Ἐδιδάξατε καί ἐδώκατε διαλέξεις εἰς πολλά ὀνομαστά πανεπιστήμια, εἶσθε συγγραφεύς ἀξιολόγων βιβλίων, ἀρθρώνετε μεστόν θεολογικόν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τάς ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἀναζωογονεῖ. Ἔχετε ἀξιόλογον παρουσίαν εἰς τά πολιτιστικά δρώμενα καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς μουσικῆς. Συνειργάσθητε μέ σπουδαίους συνθέτας καί ἑρμηνευτάς̇ ἡ Χορωδία καί Ὀρχήστρα Νέων Θεσσαλονίκης Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἰδικόν σας δημιούργημα.

Εὐφυής, δυναμικός καί δημιουργικός, μέ ὑγιές αἰσθητήριον διά τά αὐθεντικά στοιχεῖα τῆς Παραδόσεώς μας, διατυπώνετε τό σωτηριῶδες μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν διαλόγῳ μέ τούς ἐκπροσώπους συγχρόνων τάσεων, μέ ἰσχυράν ἀπήχησιν. Ἡ παρουσία καί ἡ μαρτυρία θεολόγων, ὡς ἡ ὑμετέρα Ἐντιμολογιότης, ἀποτελεῖ ἀνάχωμα εἰς τήν ἀλλοτριωτικήν ταύτισιν τῆς Ὀρθοδοξίας μέ συντηρητισμόν καί κλειστήν πνευματικότητα. Ὅπως ἔχει λεχθῇ, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία». Καί ἡ θεολογία πρέπει νά μᾶς καθιστᾷ μετόχους καί κοινωνούς φωτός, κάλλους, ἀληθείας, ἐλπιδοφόρων ὁραμάτων.

Ἀναδεικνύετε, Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων, τήν «φιλοκαλική» ἤ «φιλόκαλη Αἰσθητική» τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τήν γραφῖδα, τόν λόγον καί τήν μουσικήν σας, ἀποκαλύπτετε τό θεολογικόν βάθος, τό ἄρρητον κάλλος καί τήν ἐξανθρωπιστικήν δύναμιν καί ἐμβέλειαν τῆς προτάσεως ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ θεολογική γλῶσσα, ὡς λόγος καί ὡς τέχνη, ὡς ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίησις, μελωδία, πρέπει νά «σημαίνῃ» τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἐφανέρωσεν ἡ σάρκωσις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως γράφετε, «ὁ Θεός σαρκούμενος προσέλαβε τό ξένο, τό ἄλλο, τό ἐντελῶς διαφορετικό.» Μέ τήν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ εἰσβάλλει εἰς τήν ἱστορίαν ἡ «σαρκωμένη ἀγάπη», γίνεται «σῶμα οἰκουμενικό, ὑπόσταση ὅλων τῶν ἀνυπόστατων, ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνύπαρκτων, παρουσία ὅλων τῶν ἀπόντων, καταφυγή ὅλων τῶν κατατρεγμένων» (Ὧσπερ ξένος καί ἀλήτης, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010, σ. 22 καί 29). Προβάλλετε τόν «πολιτισμόν τῆς σάρκωσης», τήν «ἔξοδον» τῆς Ἐκκλησίας «πρός τόν ἄλλον, τό ἄλλο, τό διαφορετικό», ἔξοδον «στήν κοινωνία, στόν πολιτισμό, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπέκταση τοῦ σώματος, ὁ ὁλοκληρωτικός ἀνακαινισμός του», ὑμνεῖτε τήν Ἐκκλησίαν, τήν «βουτηγμένη στήν ἀγάπη τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης».(Φάγαμε ἧττα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2021, σ. 21 καί 20). Είναι δικά σας λόγια.

Δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς πολιτισμικήν σάρκα. Οἱ πολιτι-σμοί, μεταβαλλόμενοι εἰς σάρκα τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, μετα-μορφώνονται, ὠφελοῦνται μεγάλως, ἀναδεικνύεται τό ἀνθρω-πιστικόν των περιεχόμενον. Εἰς τήν συνάντησιν αὐτήν, τά πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τό «πῶς», ἀπό τόν τρόπον τῆς συζεύξεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ συνάντησις αὐτή ζωογονεῖται ἀπό τήν βιουμένην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔντασιν μεταξύ τοῦ «ἤδη» τῆς ἐλθούσης χάριτος καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς προσδοκωμένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, συγχαίροντες ὑμῖν διά τό ὑψηλόν ὀφφίκιον, καταστέφομεν τήν ὑμετέραν Ἐντιμολογιότητα καί τούς οἰκογενεῖς καί τούς συναδέλφους και συνεργάτας σας διά τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν εὐλογίας, εὐχόμενοι δέ εὔκαρπον συνέχισιν τῆς προσφορᾶς σας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τήν θεολογίαν καί τόν πολιτισμόν, πλέον ὡς Ἄρχων Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾽ ὑμᾶς τήν χάριν καί τόν φωτισμόν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης.

Ἄξιος!  

Παναγιώτατε, Χριστός Ανέστη!

«Το Φανάριον»,  καθώς ετόνιζε ο μακαριστός γέρων  Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, κυρός Μελίτων, «είναι τι πλέον της καθεστηκυίας εν τη Πόλει ταύτη Κεφαλής της Ορθοδοξίας. Είναι μια έννοια. Συμβολίζει την ικανότητα της ζωής να υπερβαίνη τον χαλασμόν, την δυνατότητα της επιβιώσεως εν τη συνυπάρξει. Το Φανάριον είναι η τέχνη του να εξάγη τις εκ των χειρίστων δεδομένων το άριστον δυνατόν. Το Φανάριον είναι φορεύς υψίστων αξιών. Είναι υπομονή. Είναι σιωπή. Είναι ευγένεια. Η ευγένεια των παλαιών. Όχι ναρκισισμός και στατικότης. Φύλαξ του θησαυρού της αμωμήτου ημών πίστεως και της ιεράς παραδόσεως της Ανατολής, επενδεδυμένης τας άλλας παραδόσεις του γένους, όμως φύλαξ ενεργός και δυναμικός. Είναι η πύλη της Ανατολής ανεωγμένη προς την Δύσιν. Είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της Δύσεως. Ερμηνευτής των μεγάλων στροφών του βίου του κόσμου. Το Φανάριον είναι μια Σχολή»[1].

Και εσείς, Παναγιώτατε, ο Πατριάρχης του Γένους, ο ευαγγελιστής της Αναστάσεως, που φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, την θλίψη, τον πόνο, την αδικία, την ανισότητα, τη βία,  τη φθορά και τον θάνατο. Η πορεία σας, τριάντα και ένα χρόνια τώρα, πορεία συνεχούς αναβάσεως «εις τον Κρανίου τόπον»[2], αναδεικνύει το επείγον του αγώνος, της προσευχής και της θυσίας. Μαζί και εξαιρέτως, το επείγον της κραταιάς σαν τον θάνατο αγάπης. Ο «εμός έρως εσταύρωται»[3], γράφει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αποκαλύπτει τις διαστάσεις ενός τρόπου   που κρατάει τον νου του στον Άδη και δεν σταματάει να ελπίζει[4]. Ενός τρόπου, που σώζεται από  τη μεταμορφωτική δύναμη του ακτίστου φωτός, της κοινής ενέργειας των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η οποία καλλιτεχνεί την ενότητα «επί το αυτό εν αμερίστω καρδία». Ενός τρόπου, που αντιστέκεται στις κακοτεχνίες του «άρχοντος του αιώνος τούτου»[5], που παλεύει με νύχια και με δόντια να στήσει τη σημαία  της διαίρεσης στην καρδιά της Εκκλησίας, στην καρδιά του κόσμου ολάκερου.

Παναγιώτατε, ζούμε εντός ενός κόσμου ο οποίος κινδυνεύει από την ασθένεια της συγχύσεως κριτηρίων και απαρχών. Κινδυνεύει τον ολικό αποπροσανατολισμό, την απώλεια του κέντρου, την απώλεια της ευχαριστιακής θεώρησης της ζωής, της χαράς και της γιορτής,  «ο εστιν αγάπη άφθαρτος»[6].  Ύπουλα και αργά έχει εισέλθει στο σώμα μια «επιζήμιος ευλάβεια»[7]. Η παρουσία σας και η θαρραλέα δράση σας, που αρνούνται μετά μανίας την «ασφαλή» και εύκολη ακινησία, επιτρέπουν τη συνέχιση του μυστηρίου της   οικοδόμησης του οίκου, αλλά και των προστατευτικών  τειχών της αγάπης, που αφήνουν εκτός τις τυφλές αυτοερωτικές δυνάμεις του φονταμενταλισμού, του εθνοφυλετισμού και της οποιασδήποτε διαίρεσης. Η ενότητα, έτσι όπως εκφράστηκε στην ιστορική Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο Κολυμπάρι της Κρήτης, συνεχίζει να γεωργεί  με τα δάκρυά της την άνυδρη έρημο. Συνεχίζει τον ευαγγελισμό του πολιτισμού της σάρκωσης[8], ήτοι τον ευαγγελισμό της Ανάστασης. Τον πολιτισμό του δώρου και εξάπαντος όχι του αποκλειστικού δικαιώματος.

Ένα τέτοιο δώρο μου δίδεται σήμερα.  Περί αυτού πρόκειται. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, διά του Πατριάρχου του, με τιμά για το θεολογικό μου έργο και τη συνολική  μου παρουσία, αλλά όλα αυτά συμποσούμενα  δεν κατοχυρώνουν δικαίωμα. Η ένταξή μου στη Μεγάλη των Αρχόντων Σχολή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, είναι αποτέλεσμα μιας δοξολογικής ευρυχωρίας, που δίκην δωρεάς ανοίγει στην Οικουμένη, «εν στενωποίς και εν αγοραίς»[9], «τας θύρας της σωτηρίας»[10]. Είναι αποτέλεσμα μιας καρδιάς πλατείας η οποία κινείται από την αγάπη του πατέρα[11]. Μιας καρδιάς που ξέρει να ξαφνιάζει και να εκπλήττει[12]. Μιας καρδιάς κενωτικής, η οποία επαναλαμβάνει το Παύλειον, «Ζω γαρ ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί […]  Χριστός. Άρα εκείνου καρδία ην η [..] καρδία, και του Πνεύματος του αγίου πλαξ, και βιβλίον της χάριτος»[13].

Παναγιώτατε, από τα βάθη της καρδιάς μου, σας ευχαριστώ


[1] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ.κ. Μελίτωνος, Ομιλία επί τη Θρονική Εορτή (30-11-1970).

[2] «Εκλογή και ενθρόνιση τού από Χαλκηδόνος νέου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου τού Α΄»,  Ενημέρωσις. Δελτίον Οικουμενικής Επικαιρότητας, Ζ-1991/11, σ. 2-5.

[3] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις  P.Th.Camelot, Sources Chrétiennes 10, εκδ. Lés  editions du Cerf, Paris 1969, σ. 116. Πρβλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 4, 12, PG 3, 709B.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ό άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 572.

[5] Ιγνατίου Θεοφόρου, Φιλαδελφεύσιν 6,2,LettresMartyre de Polycarpe, Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 124.

[6] Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ρωμαίοις 7,1,  Sources Chrétiennes 10, Paris 1969, σ. 116.

[7] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία ή υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 4, PG 73, 584D-585Α.

[8] Χ.Α.Σταμούλης, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019.

[9] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Β´ Κορ. 20, PG 61, 539-40.

[10] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ. 7, PG 60, 446.

[11] Β΄Κορ. 6,11.

[12] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.19, PG 60, 593. Πρβλ. του ιδίου, Εις Ψαλμ., PG 55, 485.

[13] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμ.32, PG 60, 679-680.

Θεολογική Σχολή ΑΠΘ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s