Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΗΘΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ. Το παράδειγμα της παρθενίας της Θεοτόκου.

Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο,

όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα,

«τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μου λέει –στην

ακατάληπτη γλώσσα εκείνων που δίνουν νόημα σε μια εποχή.

Τάσος Λειβαδίτης, Ευαγγελισμός

Στην εξαιρετική μελέτη του, Orthodoxe Theologie, ο Karl Christian Felmy, αναφερόμενος στο θέμα της περί Θεοτόκου διδασκαλίας της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, παρατηρεί, ότι ο Μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος,  στην τρίτη από τις τρεις χριστολογικές ενότητες   της Δογματικής του, εντός των οποίων ασχολείται με το θέμα της Παναγίας, χρησιμοποιεί περισσότερες φορές  τον τίτλο «Παρθένος» από τον τίτλο «Θεοτόκος», γεγονός που θεωρεί ασυνήθιστο, καθώς, όπως υποστηρίζει, ο όρος «Θεοτόκος» είναι ο σημαντικότερος «μαριολογικός» τίτλος[1].

Δεν χωρά καμία αμφιβολία, ότι η παρατήρηση του Felmy είναι άκρως ενδιαφέρουσα και απόλυτα σημαντική, καθώς αποκαλύπτει μια ουσιαστική πλευρά της Ορθοδοξίας, που προτιμά σε πολλές περιπτώσεις να κινείται στα όρια ενός πολύμορφου και συνεχώς υποτροπιάζοντος ηθικισμού, στη γη, δηλαδή, μιας καθεστωτικής παθολογίας, αγνοώντας προκλητικά ή στην καλύτερη περίπτωση αποκαλύπτοντας την αδυναμία της να αντλήσει από τον οντολογικό πυρήνα της αποκάλυψης, που τροφοδοτεί την καρδιά της θεολογίας. Και το λέγω τούτο, διότι η περίπτωση του Μακαρίου δεν είναι η πρώτη, μα μήτε και η μοναδική. Αντίθετα, μπορούμε να πούμε, ότι αποτελεί κλασική  έκφραση μιας νοοτροπίας,  που δημιούργησε συγκεκριμένο κλίμα εντός της Ορθόδοξης πνευματικότητας, όπου κυριαρχεί πλέον, σχεδόν ολοκληρωτικά, και  ως εκ τούτου καταθλιπτικά, η συνήθεια, προκειμένου να μιλήσει κανείς για τη μητέρα του Θεού, να χρησιμοποιεί τον  όρο «Παρθένος». Με τούτο σε καμία περίπτωση δεν θέλω να υποτιμήσω την παρθενία της Θεοτόκου, αλλά πρέπει σήμερα να υπενθυμίσουμε, ότι τον αγώνα ο άγιος Κύριλλος και η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου, απέναντι στον Νεστόριο, δεν τον έδωσε για την παρθενία της Παναγίας, αλλά για τη θεομητρότητά της[2]. Και τούτο διότι το όντως μυστήριο, το μέγα μυστήριο δεν είναι η παρθενία, αλλά η θεομητρότητα. Μια πραγματικότητα και μια αλήθεια, που ανθίζει από το γεγονός της υποστατικής ένωσης του κτιστού με το άκτιστο, από την κατ’ αλήθειαν ένωση της θεϊκής φύσης του  Λόγου με την ανθρώπινη φύση στο ένα και μόνο πρόσωπο του Χριστού, που δεν είναι άλλο από το πρόσωπο του Θεού Λόγου. Η παρθενία είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα, που αληθεύει οντολογικά μόνο όταν δείχνει τη θεομητρότητα και συνεπώς τη θεοπρέπεια της σάρκωσης, από την οποία αποκτά και το οποιοδήποτε νόημά της. Θα τολμούσα, έτσι να πω, ότι η παρθενία είναι ένα εργαλείο, όπως άλλωστε και η θεολογία των ωδίνων  της Μαρίας[3], προκειμένου να αποδειχθεί, απέναντι στην κάθε δόκηση που αρνιόνταν τη θεότητα του Ιησού, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ότι ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο σαρκωμένος Υιός του Θεού Πατέρα[4]. Εκείνο το πρόσωπο που λογώνει τόσο την παρθενία, όσο και τη θεομητρότητα και αποδεικνύει πως η Μαρία είναι αυτό που είναι, επειδή εκείνος την κάνει να είναι αυτό που είναι. Η δική της συμβολή περιορίζεται στην ελεύθερη κατάφασή της, στην αποδοχή της, δηλαδή, να εκχωρήσει το σύνολο της υπάρξεώς της, προκειμένου να γίνει ο τόπος, η χώρα του αχωρήτου, εξάπαντος όχι ένα απλό κανάλι, όπου θα σαρκωθεί ο Θεός. Και νομίζω, ότι μια τέτοια εξήγηση, μας επιτρέπει να πούμε και το κατά τα άλλα «αιρετικό», πως εάν δεν υπήρχε η ανάγκη ενός εξωτερικού «σήματος», ενός εξωτερικού «συμβόλου», που θα απεδείκνυε την θεοπρέπεια του μυστηρίου –την ανθρωποπρέπεια έτσι κι αλλιώς απεδείκνυε η παρουσία της Μαρίας-, ο Χριστός θα μπορούσε να γεννηθεί και από μια έγγαμη γυναίκα.

Βέβαια, στην ιστορία της θεολογίας, για όλους τους λόγους που ανέπτυξα στις σελίδες που έχουν προηγηθεί και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο για τον έρωτα, η ερμηνεία της παρθενίας υπήρξε διαφορετική. Θα έλεγα, έτσι, ότι φτάσαμε στο σημείο να οντολογικοποιήσουμε την παρθενία, πράγμα που σημαίνει ότι τη βγάλαμε από τη φυσική της μήτρα, την απολυτοποιήσαμε  και την καταστήσαμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, υπεύθυνη για την άρση της αναγκαιότητας του θανάτου στον Χριστό, από τη μια –γεγονός που εισάγει μια ιδιόρρυθμη «μεσιτεία»[5]-, αλλά και εργαλείο για την απόλυτη ενοχοποίηση της σεξουαλικής ερωτικότητας από την άλλη. Με τον τρόπο όμως αυτό, με τούτη την οντολογικοποίηση, που δίχως άλλο γιγάντωσε τον ηθικισμό εντός της Εκκλησίας και της θεολογίας, χάσαμε από τα μάτια μας το κατεξοχήν θαύμα· τουτέστιν το μυστήριο της υποστατικής ένωσης, το οποίο, εάν δεν κάνω λάθος, είναι το μόνο  υπεύθυνο για την άρση της αναγκαιότητας του θανάτου στον Χριστό[6]. Ως εκ τούτου νομίζω πως βρισκόμαστε ενώπιον ενός ουσιαστικού θεολογικού και συνάμα ανθρωπολογικού επείγοντος. Ενώπιον της ανάγκης να επιστρέψουμε στην καρδιά της Χριστολογίας μας, όπου λυτρωμένοι από την αμαρτία της ιδεολογικοποίησης θα ξαναανακαλύψουμε το πρόσωπο του Χριστού.

Μια τέτοια προοπτική αποοντολογικοποίησης της παρθενίας της Θεοτόκου –γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στην άρνηση του θαύματος της παρθενικής σύλληψης και γέννησης του Χριστού[7]– και της συνακόλουθης επιστροφής στην οντολογία του μυστηρίου της σαρκώσεως, έχω την αίσθηση πως  προοδοποιεί το θαυμάσιο κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου που ακολουθεί: «“Και εγερθείς παρέλαβε την γυναίκα αυτού”. Και διαθέσει, και στοργή, και πάση τη επιβαλλούση τοις συνοικούσιν επιμελεία γυναίκα ηγούμενος, των γαμικών έργων απείχετο. “Ουκ εγίνωσκε γαρ αυτήν, φησίν, έως ου έτεκε τον υιόν αυτής των πρωτότοκον”. Τούτο δε ήδη υπόνοιαν παρέχει, ότι μετά το καθαρώς υπηρετήσασθαι τη γεννήσει του Κυρίου τη επιτελεσθείση δια του Πνεύματος του αγίου, τα νενομισμένα του γάμου έργα μη απαρνησαμένης της Μαρίας. Ημείς δε, ει και μηδέν τω της ευσεβείας παραλυμαίνεται λόγω (μέχρι γαρ της κατά την οικονομίαν υπηρεσίας αναγκαία η παρθενία, το δ’ εφεξής απολυπραγμόνητον τω λόγω του μυστηρίου), όμως δια το μη καταδέχεσθαι των φιλοχρίστων την ακοήν, ότι ποτέ επαύσατο είναι παρθένος η Θεοτόκος, εκείνας ηγούμεθα τας μαρτυρίας αυτάρκεις»[8].


[1] K.C. Felmy, Ortodoxe Theologie. Der Gegenwart. Eine Einführung, εκδ. Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 1990, σ. 85-86.

[2] Βλ. σχετικά, τη μελέτη μου, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2003.

[3] Βλ. Χ.Α. Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σ. 108-111.

[4] Τούτο το σκοπό είμαι της γνώμης πως διακονεί και η δογματική κατοχύρωση του όρου «αειπάρθενος», μόλις το 553, από την  Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως. Περισσότερα για το θέμα, αλλά και για τη στάση του προτεσταντισμού απέναντι στο θέμα της παρθενίας και της αειπαρθενίας, βλ. Χ.Α. Σταμούλη,  Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σ. 96-98· Μελετίου Νικοπόλεως, Μητρ., Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος (Εισαγωγή-πρακτικά σχόλια),  εκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης, Αθήνα 1985, σ. 587. Πρβλ. Δ. Τσελεγγίδη, Η Θεοτόκος κατά την υμνογραφία των Θεομητορικών εορτών, Γρηγόριος Παλαμάς 709 (1986), σ. 25.

[5] Για το θέμα της μεσιτείας, βλ. Ν.Α. Ματσούκα, Ο Προτεσταντισμός, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995. Πρβλ. Χ.Α. Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σ. 225-227.

[6] Για μια τέτοια  «λανθάνουσα» μετακίνηση από την Χριστολογία στο χώρο της ηθικής, που έχει τις ρίζες της, βέβαια, στο χώρο της πατερικής θεολογίας, όπου η έμφαση δεν βρίσκεται στο πρόσωπο του Χριστού αλλά στην παρθενία της Παναγίας και ως εκ τούτου στην απουσία του ενόχου, για την είσοδο του θανάτου στον άνθρωπο, ανδρικού σπέρματος, βλ. Ι.Σ. Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα, σ. 83: «Η δια πνεύματος Αγίου και Παρθένου Μαρίας γέννησις του Χριστού έχει ουσιαστικήν σημασίαν δια την εκ του θανάτου και εκ της αμαρτίας σωτηρίαν της ανθρωπότητος∙ όχι όμως υπό την έννοιαν της κληρονομικότητος της ενοχής, αλλ’ υπό την έννοιαν ότι άλλως και ο Κύριος θα ευρίσκετο, όπως όλοι, υπό το κράτος του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, ήτοι υπό την κληρονομικήν κατάστασιν της αμαρτίας». Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί της εν πνεύματι και αληθεία προσκυνήσεως και λατρείας 16, PG 68, 1005B-1008A: «Ιόντος γαρ του νόμου κατά γυναικός απάσης τικτούσης άρσεν ή θήλυ, και γενικωτάτην ημών ποιουμένου την κατάρρησιν εξήρηται η Παρθένος, ης εκφύναί φαμεν τον κατά σάρκα Χριστόν…Κατηγορείται δε νόμω (εν. η ανθρώπου φύσις), και μολυσμοίς ένοχος ονομάζεται, δια το τίκτειν εις φθοράν, και ουκ είναι μεν εν οις ην ευθύς το είναι λαχούσα παρά Θεώ (γέγονε γαρ επί αφθαρσία)· παρηνέχθαι δε μάλλον εις το καταφθείρεσθαι δειν, κετεγνωσμένη δια την παράβασιν, και την εκ θείας αράς ανατλάσα δίκην παρά φύσιν η φύσις…Καταμολύνει δη ουν την φύσιν η επείσακτος φθορά, και ο φθόνω διαβολικώ κατακρατήσας θάνατος, ρίζαν έχων την αμαρτίαν. Καταμιαίνει δε και ετέρως, το ως εν φιληδονία σαρκική σπείρεσθαι τα γεννώμενα. Και δη τι τοιούτον υποδηλούν έοικεν ο θεσπέσιος Δαβίδ ψάλλων τε και λέγων· “Ιδούγαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου”. Ακάθαρτος ουν η φύσις, ως εκ παραβάσεώς τε και εξ αράς υπομένουσα την φθοράν, παρά γε τω Θεώ δοκούν. Έκτισε γαρ εις το είναι τα πάντα, το αληθής ο λόγος»· Χ.Α. Σταμούλη,  Χ.Α. Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σ. 65-69.

[7] Θέσεις άκρως ενδιαφέρουσες, για την ανάπτυξη ενός δημιουργικού προβληματισμού πάνω στο θέμα, διατυπώνει ο σπουδαίος γερμανός θεολόγος Paul Tillich, στο βιβλίο του Theology of Culture, εκδ.  Oxford University Press 1964, σ. 65-67.  Με αφορμή τη λειτουργία του συμβόλου, παρατηρεί , ότι «τα σύμβολα είναι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε  εμπειρική κριτική. Γι’ αυτό και δεν μπορείς να σκοτώσεις ένα σύμβολο με μια κριτική, η οποία στηρίζεται σε όρους που θέτουν οι φυσικές επιστήμες ή η ιστορική έρευνα. Όπως έχουμε σημειώσει, τα σύμβολα μπορούν μόνο να πεθάνουν, εάν οι συνθήκες που τα γέννησαν έχουν παρέλθει. Δεν ανήκουν σε εκείνο το επίπεδο όπου η εμπειρική κριτική μπορεί να τα αναιρέσει». Μάλιστα, αναφερόμενος στην παρθενική γέννηση του Ιησού, την οποία, όπως λέγει, θεωρεί μια μυθική ιστορία, άγνωστη στον Παύλο και τον Ιωάννη,  σημειώνει, πως πρόκειται για: «μεταγενέστερη δημιουργία, η οποία προσπαθεί να κάνει κατανοητή, να αποκαλύψει την πλήρη κατοχή από το Άγιο Πνεύμα του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Αλλά και πάλι ο μυθικός χαρακτήρας της παρθενικής γέννησης δεν αποτελεί τον λόγο για τον οποίο το  σύμβολο θα πεθάνει ή τον λόγο για τον οποίο το σύμβολο πέθανε, εντός ενός μεγάλου τμήματος του προτεσταντισμού…ο λόγος είναι διαφορετικός. Ο λόγος είναι ότι είναι θεολογικά μισο-αιρετικό. Και τούτο διότι αρνείται μία από τις βασικές διδασκαλίες της Χαλκηδόνας, δηλαδή, την κλασική χριστιανική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μια πλήρης ανθρώπινη φύση θα  μπορούσε να σταθεί δίπλα στην πλήρη φύση της θεότητας. Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έχει άνθρωπο πατέρα δεν είναι πλήρης άνθρωπος». Βέβαια, όπως τονίζει, στη συνέχεια, και εδώ, όπως και στο κάθε σύμβολο, η ιστορία αδυνατεί να κρίνει την αλήθεια του. Κριτική η οποία   μπορεί να    πραγματοποιηθεί μόνο εντός του εσωτερικού συμβολικού επιπέδου. Και αυτή, κατά το δυτικό θεολόγο, ως εκ τούτου είναι μια αρνητική πλευρά-διάσταση της αλήθειας των θρησκευτικών συμβόλων.  Με αφορμή τούτη την προβληματική του Tillich, οφείλω να κάνω κάποιες πρώτες επισημάνσεις. Είναι σαφές πως το θαύμα -και η συζήτηση της παρθενικής γέννησης του Χριστού είναι συζήτηση για ένα θαύμα- δεν μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος σε καμία επιστήμη, παρά μόνο στην εμπειρία της πίστης.  Διαπίστωση την οποία παρότι αποδέχεται ο Tillich, αδυνατεί να προεκτείνει  στο χώρο του μυστηρίου της υποστατικής ένωσης. Γι’ αυτό και  θεωρεί πως η εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου γέννηση του Χριστού αποκαλύπτει μια λειψή ανθρώπινη φύση, «προδίδοντας» έτσι, με τον τρόπο αυτό, τον ίδιο τον πυρήνα του χριστολογικού δόγματος της Χαλκηδόνας. Είμαι της γνώμης ότι το πρόβλημα λύνεται, εάν αναλογισθούμε ότι ο Θεός της αγάπης, που δημιούργησε τον άνθρωπο εκ του μη όντος, δεν θα είχε καμιά δυσκολία να δημιουργήσει πλήρη άνθρωπο και χωρίς σπερματική καταβολή. Και τούτο κατά την Ορθόδοξη θεολογία έκανε. Αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό, όπως και στην περίπτωση της θεραπευτικής επέμβασης της στειρότητας της γυναίκας του Αβραάμ, της Σάρρας, ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι «έργο, θέλημα και ευλογία του Θεού». Βλ. σχετικά, Ν.Α. Ματσούκα, Γένεσις και ουσία του ορθοδόξου δόγματος, σ. 92-93.

[8] Βασιλείου Καισαρείας, Ομιλία εις την αγίαν του Χριστού γέννησιν, PG 31, 1468AB. Μια μερίδα ερευνητών υποστηρίζει, ότι η Ομιλία δεν ανήκει στον Βασίλειο. Βλ. ενδεικτικά, Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος Δ΄, σ. 53. Αντίθετα, τη γνησιότητά της υποστηρίζουν οι J.B. Carol (εκδ.), Mariology, τόμος Β΄, εκδ. Bruce, Milwaukee 1955, σ. 276-277· J. Quasten, Patrology, τόμος Γ΄, εκδ. Christian Classics, Westminster, Maryland 1983, σ. 219.

Η παράγραφος έχει αντληθεί από το βιβλίο μου, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019, σ. 373-379 (έκδοση δεύτερη) https://armosbooks.gr/shop/theologia/eros-kai-thanatos/.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι από τα πρώτα θρησκευτικά θέματα που εμφανίζονται στη ζωγραφική του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967). Ο κορυφαίος Έλληνας καλλιτέχνης, εισηγητής του μοντερνισμού στη νεοελληνική ζωγραφική με μεγάλη επιρροή στα εικαστικά της Ελλάδας, ζωγράφισε αρκετές φορές το θέμα σε παραλλαγές από την εποχή που ήταν ακόμα στο Παρίσι.

Ο Παρθένης τοποθετεί την αναγεννησιακή σκηνή του Ευαγγελισμού στην αυλή ενός νησιώτικου σπιτιού λέγεται ότι η σκηνή του έργου, έχει ως ντεκόρ την αυλή της μονής της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου. Η Παναγία υποκλίνεται σε σεβασμό στον Άγγελο και δέχεται ταπεινά την καλή είδηση. Δίπλα της διακρίνουμε ένα βάζο με κρίνο και μία γλάστρα με βασιλικό. Η ατμόσφαιρα είναι ονειρική και ο χώρος φαίνεται εξωπραγματικός. Διαγράφονται αχνές ελεύθερες γραμμές και απαλά γαλαζοπράσινα και ροζ χρώματα δημιουργούν αίσθηση πνευματικότητας και υπερβατικότητας.

Η νεαρή Μαρία και μελλοντική Θεοτόκος περιβάλλεται από ροζ χρώμα  που αποδίδει ποιητική διάσταση στην εικόνα. Ο άγγελος φέρει την ευχάριστη είδηση με τη μουσική μίας λύρας που κρατά.

Βαθυπράσινο μελωδικό όνειρο… Το έργο ανήκει στη συλλογή του Μουσείου της Πόλεως από δωρεά ιδιώτη το 2008. Στην απεικόνιση της  σκηνής είναι εμφανείς οι επιδράσεις του ιμπρεσιονισμού, του συμβολισμού και της βυζαντινής τέχνης.

https://www.porosnews.gr/civilisation/%CE%BA-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s