Στέλιος Χ. Τσομπανίδης, ΦΑΓΑΜΕ ΗΤΤΑ. Κείμενα για τον αυτοεγκλωβισμό της Ορθοδοξίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021 (Παρουσίαση του βιβλίου του Χρυσόστομου Σταμούλη).

Κυρίες και Κύριοι, φίλες και φίλοι, για άλλη μια φορά ο Χρυσόστομος Σταμούλης με ένα νέο βιβλίο έρχεται να μας κεντήσει, να μας αφυπνίσει, να μας πειράξει. Κάθε ένα από τα 11 άρθρα-μελέτες και κάθε μία από τις τέσσερις συνεντεύξεις του βιβλίου των 185 σελίδων λειτουργεί -μέσα σε συνθήκες κοινωνικού, πολιτικού, ιδεολογικού αναβρασμού-  ως δήγμα, ως τσίμπημα στη «μακαριότητα» της θεολογίας, στην πνευματοδοξία και τον ορθοδοξισμό, στον θεσμικό, αστικό, ιδεαλιστικό και ιδεολογικό Χριστιανισμό και στην εκκλησιαστική ακινησία και νωθρότητα, που ρέπει προς την ένοχη, αμαρτωλή σιωπή (γιατί υπάρχει και «ιερή σιωπή») και την απόδραση από την ιστορία, φανερώνοντας απώλεια αίσθησης του τόπου και του χρόνου και τελικά την «απουσία από το σώμα του κοινού εαυτού» (σ. 102). Αυτή την απουσία σχολιάζει το εξώφυλλο με τη μεγεθυμένη άδεια καρέκλα μέσα στο ασφυκτικά άδειο δωμάτιο.

Το βιβλίο αυτό το παρακολουθώ από τα γεννοφάσκια του και μάλλον είμαι σε θέση να διατυπώσω τη γνώμη ότι η ουσία της παρέμβασης του Χ. Σ. έγκειται στον εντοπισμό της αδυναμίας της Εκκλησίας, η οποία, ενώ φαίνεται να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, δεν μπορεί να κατανοήσει το ιστορικό παρόν και τις απαιτήσεις του. Εκτός αυτού, συχνά η Εκκλησία κλείνει το μάτι στους αυτόκλητους αμύντορες της Ορθοδοξίας που πολεμούν μετά μανίας οποιαδήποτε προσπάθεια διόρθωσης της πορείας της και μάχονται την προφητεία, δηλαδή εκείνη τη φλόγα που με την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει «βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση», όπως λέει o Χρυσόστομος, ακινητοποιώντας το πλοίο της εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας, της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης (σ. 19-20).

Αυτό συνιστά αποτυχία για τον Χ. Σταμούλη. Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι η εωσφορική άρνηση της αποδοχής της αποτυχίας και της αδυναμίας. Αυτή είναι η μεγάλη ήττα.«Το εθελότυφλο μιας ζωής ρημαγμένης από τη βεβαιότητα που επιβάλει ο ναρκισσισμός και ο στρατός που τον ακολουθεί» (Προλογικό σ. 10). Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σ. δεν παρακολουθεί εξ αποστάσεως ούτε δείχνει με το δάκτυλο κάποιους άλλους χαιρέκακα, δεν λέει φάγανε ήττα ή έφαγε ήττα η Εκκλησία, αλλά φάγαμε ήττα, γιατί ανήκει στην κοινότητα και ξέρει ότι άσκηση κατά τους πατέρες σημαίνει αυτομεμψία και όχι ετερομεμψία. Σε καμία περίπτωση, εύκολα και υποκριτικά, δεν επιρρίπτει την ευθύνη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας. Βλέπει «τις αμαρτάδες των εντός», των μελών της κοινότητας. «Τα κάστρα πέφτουν από μέσα», λέει (σ. 19). Επειδή, όμως, ξέρει ότι η ορθοδοξία έχει αντιθρησκευτικά, αντιδογματικά, αντιεξουσιαστικά αντισώματα, τα οποία ο ίδιος προσπαθεί να ενισχύσει και επειδή διακατέχεται από διαυγή συνείδηση της ιστορίας, παρατηρεί με αισιοδοξία: «ερχόμαστε από μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών… των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση πως είναι τούτα τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας…». Η παραδοχή αυτής της ήττας μπορεί να παραπέμπει στον Άδη, αλλά δεν απελπίζεται, γιατί αυτοπαραδίδεται στην αλήθεια ενός ανυπερήφανου Θεού 25-26.

Πριν δούμε τι μπορεί να οδηγήσει σύμφωνα με τον Σ. στη θεραπεία του σώματος, ας εντοπίσουμε πρώτα ενδεικτικά, φυλλομετρώντας το βιβλίο «Φάγαμε Ήττα», σε συνίσταται η ήττα.`

Πρώτα από όλα, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η πύλη δια της οποίας εισέρχεται ο συγγραφέας στα θέματά του είναι η θεολογία της σαρκώσεως. Αυτή είναι το θεμέλιο όλης της σκέψης του, και έχει αναπτυχθεί ήδη σε προηγούμενες σημαντικές εργασίες του (Κάλλος το Άγιον[1], Γυναίκα του Λωτ[2]Έρως και Θάνατος[3]).

Η θεολογία αυτή που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο αρδεύεται υπόγεια από τα αρτεσιανά των προηγούμενων έργων του αλλά τώρα συναντιέται και με τα ισχυρά ρεύματα της οικονομικής, πολιτικής και αξιακής κρίσης, με τις αναταράξεις από την αναρρίπιση του φονταμενταλισμού, εθνοφυλλετισμού και του αντιοικουμενισμού πριν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Κρήτη το 2016 και τέλος την κρίση του κορονοϊού, ο οποίος κατέδειξε σε όλο το μεγαλείο της την επικινδυνότητα του «ιού» του φονταμενταλισμού, ιδιαίτερα στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Στο πλαίσιο αυτό προστίθεται η παραπληροφόρηση και η συνωμοσιολογία αλλά και οι επιθέσεις που δέχεται ο συγγραφέας σε προσωπικό επίπεδο είτε για τις «αιρετικές» θέσεις του είτε για ξεκαθάρισμα λογαριασμών για το ρόλο που έπαιξε στην ίδρυση της Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας.

Θα προσπαθήσω τώρα να δώσω ένα περίγραμμα των συστατικών στοιχείων της ήττας, όπως ο Σ. την αντιλαμβάνεται με βάση τη θεολογία της σαρκώσεως. Θα σταχυολογούσα λοιπόν τα παρακάτω: ήττα καταγράφεται,

Όταν επιλέγεται η απόδραση από το παρόν και την ιστορία. Όταν επιλέγεται, δηλαδή, η «μετάθεση της ζωής είτε σε κάποιο χαμένο και οπωσδήποτε ξεπερασμένο παρελθόν, είτε σε κάποιο ιδεολογικοποιημένο μέλλον μιας άσαρκης εσχατολογίας» (σ. 146-147), σε άμεση σύνδεση με αυτό

Όταν υπάρχει παραίτηση από το μυστήριο της ευθύνης απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και εντός μας. Στην περίπτωση αυτή «καταθέτουμε» λέει ο Σ. «τον εαυτό μας σε ανθρώπους οι οποίοι διαχειρίζονται την ελευθερία μας και την πηγαίνουν όπου αυτοί θέλουν, αυξάνοντας τη δική τους δύναμη, το δικό τους κύρος, τη δική τους εξουσιαστικότητα» (σ. 174). Πολύ ουσιαστική παρατήρηση, που αφορά τόσο τη μεσιτική ιερωσύνη και τον δεσποτισμό ή το γεροντισμό μέσα στην εκκλησία ή αφορά επίσης και εκείνη την ψευτοουδέτερη, ευσεβιστική στάση που ισχυρίζεται «Τι γυρεύουμε  οι χριστιανοί και η Εκκλησία και σε ζητήματα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων;», χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το προφανές ότι η απόσταση της Εκκλησίας και των χριστιανών από τέτοια ζητήματα είναι πολιτικό γεγονός επιθυμητό και επιβαλλόμενο σε αυτούς από ορισμένους ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες[4].

Όποτε και όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία υποκύπτει στις φωνές του φονταμενταλισμού και του εθνοφυλλετισμού, στις φωνές της εσωστρέφειας και της αποκλειστικότητας, και συμπορεύεται με ό,τι συντηρητικότερο και φασιστικότερο διαθέτει σήμερα η ελληνική κοινωνία (σ. 44 και 92), απειλώντας τη στατικότητα και τη λειτουργικότητα του οίκου της Ορθοδοξίας, την εύρυθμη λειτουργία του σώματος και την ικανότητά του να ανταποκριθεί στην κλήση για πράξη και έξοδο στο προσκήνιο του κόσμου όπου προσκαλείται.

Όταν περικόπτονται τα ουσιώδη του τρόπου που επιτρέπουν τη συνύπαρξη, τη συν+χώρηση, τη συζωή, δηλαδή η α-προσληψία, η μη ανοχή, η σκληρότητα, η κυριαρχικότητα, η εξουσιαστικότητα, η υποκρισία, η αναισθησία και η απανθρωπία. Αυτά συνιστούν βλασφημία που δηλώνει τη μεγάλη αμαρτία της απουσίας από το σώμα του κοινού εαυτού (σ. 102-103), δηλώνει τη διαίρεση και την άρνηση του κοινού τρόπου.

Όταν και όποτε ο Χριστιανισμός ενδίδει στον πειρασμό της ένταξής του, όπως πολύ ωραία το διατυπώνει, στη γη της κανονικότητας που επιβάλει την αναχώρηση από τη γη του επικινδύνως ζην μετατρέποντάς τον σε κλειστό και σκληρό σύστημα (σ. 73). Τότε χάνεται και το μυστήριο της ακροβασίας, εκείνο της σχοινοβασίας του Γρηγορίου του Θεολόγου, και παραδίδεται στην ασφάλεια του εντός. Χάνεται μαζί και η «κόντρα που γέννησε τον Χριστιανισμό ως αντίσταση στη συστημικότητα μιας καταρρέουσας κοινωνίας. … Υποχωρεί ή χάνεται ο χαρισματικός χαρακτήρας της Εκκλησίας και μαζί του η φάτνη που τον γέννησε» (σ. 130). Θεωρώ τη θέση αυτή από τις πιο δυναμικές του βιβλίου.  Η θεολογία της σαρκώσεως διαχωρίζει ξεκάθαρα το στάβλο από το παλάτι. Μέσα σε ένα στάβλο άρχισε η σταδιοδρομία ενός κόσμου ανθρώπινου, αληθινά ανθρώπινου, όχι στα αυτοκρατορικά δώματα της Ρώμης, αποκαλύπτοντας σε ποιο είδος ανθρώπων θα στηριχθεί η νέα κοινωνία[5].

Το να χάνεται αυτή η οπτική και να αντιστρέφεται στην ιστορία η τοποθέτηση της Εκκλησίας και της θεολογίας,  το να παραγνωρίζεται ότι στα μάτια του κάθε κατεστημένου οι χριστιανοί (οφείλουν να) είναι «αυτοί που αναστάτωσαν την οικουμένη» (Πράξ. 17,6)[6], αποτελεί μεγάλη ήττα. Τότε ο χριστιανισμός δεν είναι επικίνδυνος για τις δυνάμεις της διαίρεσης, της φθοράς, της βίας, της ανισότητας και της αδικίας. Γι΄ αυτό σωστά και δυναμικά υπογραμμίζεται στο βιβλίο: «χριστιανισμός μη επικίνδυνος δεν μπορεί να είναι χριστιανισμός»  (σ. 73).

Τέλος, ήττα είναι η παράδοση στο φόβο της αλλαγής. Στο φόβο της απώλειας ενός διαμορφωμένου, κλειστού και τακτοποιημένου εαυτού. Η ατολμία και η δειλία, τα  «παραλυμένα γόνατα» (Εβρ 12,12) και η παραμονή στην ασφάλεια της ακινησίας, ο εγκλωβισμός στην αυτοερωτικότητα (σ. 82). Και το χειρότερο είναι η συνήθεια στον φόβο του «τέρατος» (όπου «τέρας» βλ. τις ανέραστες, βίαιες, αντιδημιουργικές, αντιανθρώπινες πραγματικότητες) (σ. 23). Σε αυτή την περίπτωση για να μιλήσω με τα λόγια ενός φιλοσόφου (παραλλάσσοντάς τα) και εξηγώντας τι θέλει να πει ο Σ. το ολέθριο είναι ότι «ο άνθρωπος γίνεται δράκοντας στον πόλεμο με τον δράκοντα και χάνει τη δύναμη να τον τιθασεύσει» (Καρλ Γιάσπερς).

Σήμερα που η δύναμη και η ένταση του κακού είναι μεγάλη και το πάθος της «αρρώστιας» έχει φτάσει σε ακμή, που εκδηλώνεται με τον πυρετό άγριων φονταμενταλισμών, ρητορικής μίσους, μαχαιρωμάτων αδελφών, απόδοσης προθέσεων, διαπόμπευσης της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίας και απόλυτης ιδιωτικοποίησης και ως εκ τούτου στραγγαλισμού της ορθοδοξίας (σ. 20-21), είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, μας επισημαίνει ο Σ., η εντατικοποίηση της προσπάθειας (σ. 21) για θεραπεία του σώματος (σ. 22), για ολοκληρωτικό ανακαινισμό του (σ. 21). Τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι (σ. 21 και αλλού). Μια τέτοια θεραπεία, που μπορεί να αξιοποιήσει την ήττα για να επαναπροσδιορίσει το σώμα τη λειτουργία και το έργο του, κατά τον Σ., «μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός-όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν από τα υλικά της ενανθρώπισης» (σ. 22).

Αυτή είναι η θεμελιακή, θεολογική πρόταση, η θεολογική γραμμή που διαπερνά και συνέχει όλα τα άρθρα και τις συνεντεύξεις του βιβλίου. Σε όποια σελίδα και αν ανατρέξουμε (είτε στις σελίδες 21-23,  είτε στις σελίδες 48-49 και 53, είτε στις σελίδες 125-126, 129-130, 146, 169, 174-176) θα διαβάσουμε για τον πολιτισμό και το μυστήριο της σάρκωσης και τις προεκτάσεις του, για την έξοδο της Εκκλησίας προς τον άλλο, το άλλο, το διαφορετικό, προς την κοινωνία και σε κάθε πολιτισμό, θα διαβάσουμε για το μυστήριο της αφής, το μυστήριο της ευθύνης, το μυστήριο της συνάντησης. Διάλογος, επέκταση του σώματος, ευθύνη, αφή, συνάντηση, θεωρούνται από τον Σ. πράγματα ιερά, ισάξια με πράξη μυστηριακή, αποτελούν τη βάση, προκειμένου να αποκτήσουμε την ικανότητα να ζούμε εν κοινωνία, πέρα από τη λογική της ιδιώτευσης, του φόβου και της αυτοδικαίωσης. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Χ. Σ. είναι από τους ολιγάριθμους καθηγητές της Δογματικής που έχουν συμβάλει στο να στραφεί το βλέμμα της σύγχρονης θεολογίας στις συνέπειες της αποδοχής του Χριστού ως του ενσαρκωμένου Λόγου και στην επαναξιολόγηση με την πρωταρχική αυτή βάση τής ιστορικότητας του χριστιανισμού στη συνταύτισή του με την πραγματικότητα της ζωής. Για να αντιληφθούμε πόσο σημαντική είναι αυτή η υπηρεσία ας φέρουμε στο μυαλό μας αυτό που έχει σημειώσει ένας από τους πιο ταπεινούς και δυναμικούς ιεράρχες, ο μακαριστός μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου  Ειρηναίος (Γαλανάκης).

«… η εμπειρία και η ζωή των είκοσι Χριστιανικών αιώνων, δείχνουν πως υπάρχει κάπου – κάπου μια μεγάλη αντινομία ανάμεσα στην Ενσάρκωση του Χριστού και στο Κήρυγμα της Εκκλησίας, που συχνά γίνεται μονόπλευρα Μεταφυσικόκαι αρνιέται την ‘ενσάρκωσή’ του στην πραγματικότητα των ανθρωπίνων προβλημάτων και των ανθρωπίνων πολιτισμών… Πρέπει να διορθώσωμε το μεγάλο λάθος που κάναμε στην Ενσάρκωση της Χριστιανικής Πίστης· γιατί, ενώ Δογματικά συμφωνήσαμε πως ο Χριστός είναι ‘ατρώτως και αναλλοιώτως’ Θεός και άνθρωπος, στην πράξη γινόμαστε πάλι Μονοφυσίτες κι’ αγνοούμε την ανθρώπινη και εγκόσμια πλευρά του Χριστιανισμού. Είτε από δειλία, είτε από άγνοια τρέχομε πολλές φορές να κρυφθούμε στη συννεφιά κάποιας αμφίβολης αγιότητας και λησμονούμε τον αγώνα και τον εξαγιασμό του ανθρώπου στον επίγειο και καθημερινό του μόχθο. Κι’ είναι σωστός ο λόγος που ειπώθηκε, ότι ‘είναι εύκολον να κάνη κανείς τον Άγιο, όταν δεν θέλει να είναι άνθρωπος’» (η υπογράμμιση του κειμένου)[7].

Η προσέγγιση από τον Χ. Σταμούλη της θεολογίας της σαρκώσεως, που είναι ταυτόχρονα θεολογία της πρόσληψης ή της φιλοξενίας, και λειτουργεί συνεκτικά ενώνοντας δόγμα και ήθος, πίστη και πράξη, πνευματικότητα και συγκεκριμένη κοινωνική στράτευση, είναι συμπυκνωμένη στα παρακάτω λόγια: «… το δόγμα δεν είναι μια αφηρημένη πραγματικότητα που εξαντλεί την ύπαρξή της στις λέξεις, αλλά εκείνο το ουσιώδες ‘πράγμα’ [το τονίζω], που αποκαλύπτει ‘το ίδιο το περιεχόμενο της ζωής της [ενν. Εκκλησίας]’… η φιλοξενία και η υποδοχή του ελάχιστου αδελφού, του ξένου και του μετανάστη, των κατατρεγμένων και τσαλακωμένων όλου του κόσμου, δεν αποτελεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα μιας ηθικής ή νομοθετικής επιβολής ή ακόμη την καλλίστη έκφραση ενός στείρου και ευκαιριακού ακτιβισμού, αλλά την έκφραση μιας βαθιάς αυτοσυνειδησίας που αντλεί από το μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου του Θεού Πατέρα, που εκβάλλει στο μυστήριο της κένωσης και της πρόσληψης. Την έκφραση και μαζί αποδοχή του γεγονότος πως δόγμα και ήθος αποτελούν τους δυο μαστούς της νύμφης Εκκλησίας» (παραπέμπει στον Κύριλλο Αλεξανδρείας, σ. 48-50)

Στον ίδιο άξονα της θεολογικής σκέψης του Χ.Σ. συνδέεται η ευχαριστιακή πράξη της Εκκλησίας. Ήδη με αφορμή τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα τον Μάρτιο του 2020 και τον αποκλεισμό από τη λατρεία λόγω κορονοϊού, αλλά και την ταυτόχρονη εκδήλωση από μεγάλη μερίδα ιεραρχών και πιστών μιας μαγικής έως ειδωλολατρικής θεώρησης της εκκλησιαστικής ζωής και των τελετουργικών της πράξεων, ο Σ. θα είναι από τους πρώτους θεολόγους που θα παρέμβουν και ο λόγος του θα λειτουργήσει απομυθευτικά και κριτικά, αφυπνίζοντας την κοινωνική συνείδηση και ευθύνη του χριστιανού. Θα επισημάνει σε συνέντευξή του για το «μυστήριο της ευθύνης» και την ανάγκη της ένσαρκης «λειτουργίας μετά τη λειτουργία», στοιχούμενος με ένα ολόκληρο ρεύμα της ορθοδοξίας που αναπτύχθηκε στους ορίζοντες της Οικουμενικής Κίνησης: «Το μυστήριο [της Ευχαριστίας] προϋποθέτει την ευθύνη, την πραγματικότητα του ενιαίου σώματος, την ιστορικότητα και τα φυσικά δεδομένα, αλλά κυρίως και κατεξοχήν την ελευθερία και τη συνεργιακή διάθεση του ανθρώπου, η μαγεία δεν προϋποθέτει καμία ευθύνη… Αυτό που πρέπει να αναδεικνύει η εκκλησία, αλλά και  όλες οι θρησκευτικές κοινότητες, είναι το μυστήριο της ευθύνης… Τι νόημα έχει να κοινωνήσω, αλλά να μην είμαι μέλος ενός σώματος το οποίο ζει, πάλλεται και μεταφέρει αυτήν την αγιότητά του και εκτός του κτίσματος του ναού;… Η Ευχαριστία αυτές τις μέρες θα μπορούσε να αντικατασταθεί με μια άλλη ευχαριστία, τη στήριξη εκείνων που πάσχουν, των γερόντων, των ασθενών, των μοναχικών ανθρώπων… Η ευχαριστιακή πράξη της Εκκλησίας, σήμερα, οφείλει να αναδείξει το ευχαριστιακό ήθος  ως έκρηξη προσφοράς προς όλους τους πάσχοντες, κάτι που θα αποτελέσει μια άσκηση του σύγχρονου χριστιανού, του σύγχρονου ανθρώπου, διότι ευχαριστία χωρίς άσκηση δεν υφίσταται. Η εκκλησία οφείλει να ανοίξει τα χέρια της και να κρατήσει τα χέρια όλων των κατατρεγμένων, των πονεμένων. Αυτή θα είναι η καλύτερη Ευχαριστία. Αυτή η κάθοδος στον Άδη. Η ανάστασή μας» (σ. 174-176).

Γενική κρίση: το βιβλίο «Φάγαμε Ήττα» θεωρώ (και το εύχομαι) ότι μπορεί να συμβάλει στην ανανέωση του θεολογικού λόγου και της εκκλησιαστικής πράξης∙ είναι ορθόδοξο στις προϋποθέσεις, σύγχρονο σε θεματολόγιο, επίκαιρο σε προβληματική, κριτικό, ή καλύτερα αυτο-κριτικό, στο πνεύμα, δυναμικό, κοινωνικό και οικουμενικό στις προοπτικές. Καλοτάξιδο!


[1] Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 241-243.

[2] Βλ. Γυναίκα του Λωτ, ό.π.,  σ. 200-201.

[3] Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, πρβλ. σ. 335 εξ., σ. 385.

[4] Βλ. τις παρατηρήσεις του Σ. Αγουρίδη, «Οι Εκκλησίες παράδειγμα ασυνέπειας», του ίδιου, Οράματα και Πράγματα, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991, 322 κ.εξ., εδώ σ. 322.

[5] Σ. Αγουρίδης, «Το νόημα των Χριστουγέννων για μας», του ίδιου, Οράματα και Πράγματα, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991, 376-384, σ. 379.

[6] Βλ. τις σημαντικές παρατηρήσεις του Αθ. Παπαθανασίου, Ο Θεός μου ο Αλλοδαπός, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1995, σ. 19-20. Σημειωτέον ότι ο Αθ. Παπαθανασίου είναι από τους πρώτους που ανέπτυξαν μια ορθόδοξη θεολογία της φιλοξενίας.

[7]Στρατευομένη Εκκλησία, σ.22, 25-26. Πρβλ. στο ίδιο, σ. 41 και 59.

Η παρουσίαση έγινε στα πλαίσια της Διεθνούς Εκθέσεως Βιβλίου, στη Θεσσαλονίκη στις 27/11/2021.

Photo By Δημοσθένης Τσαβδαρίδης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s