Μελής Μελετιάδης, Μια επαναστατική διακήρυξη (Το βιβλίο «Φάγαμε ήττα» του Χρυσόστομου Σταμούλη).

Φάγαμε ἧττα

Χρυσόστομος Σταμούλης

Θεσσαλονίκη 27/11/2021

Στοχασμοί

 Μελῆς Μελετιάδης

Προοίμιο:

Ὅταν γράφεται ἕνα βιβλίο, ὅπως ὅταν τελειώνει ἕνα ὁποιοδήποτε ἔργο, δὲν ἀνήκει πλέον στὸν συγγραφέα του ἀλλὰ στὸν ἑαυτὸ του. Ἴσως ὁ συγγραφεύς νὰ γίνει στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων ὁ πιστότερος ὁπαδός του…Καὶ ὁ κάθε ἀναγνώστης διαλέγεται μὲ τοῦτο, συμφωνώντας ἤ και διαφωνώντας, ὑπὸ τὴν ὀπτικὴ τῶν δικῶν του κοσμοθεωριῶν καὶ βιωμάτων.  

Εἰσαγωγικὲς ἀποσαφηνήσεις

1

 Ὡς διαστροφὴ θεωρεῖται μία ἐνέργεια στὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει μία ἄμεση, φυσικὴ σχέση μεταξὺ σκοποῦ καὶ ἀποτελέσματος, ἀλλὰ μία ἔμμεση, μία παρέκλισή της. Στὸν χῶρο τῆς ψυχανάλυσης ὡς τέτοια θεωρεῖται ἡ ἱκανοποίηση μίας ἐπιθυμίας με πλάγιο, διε-στραμμένο τρόπο. Σ’ὅλες τὶς περιπτώσεις ἐπιβάλλεται ἡ θέληση τοῦ ἐνεργοῦντος, μὲ ἄλλον, παραπλανητικό  τρόπο καὶ πέραν τοῦ συνήθους (δια-στρέφω, τουτέστιν τρέπω κάτι πρὸς ἄλλην κατεύθυνση), καὶ τὰ ἐπὶ μέρους προσωπεῖα καὶ τελετουργικὰ, ὑπερισχύουν τῆς καθαυτὸ ἐνέργειας.

Ὁ Τερτυλλιανός, (νομικὸς ὁ ὁποῖος μετεστράφη στὸν χριστιανισμό), στοὺςπολογητικος του ὁρίζει ὡς διαστροφὴ ὄχι τὴν συμπεριφορὰ κάποιου, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ἐξουσία τοῦ αὐτοκράτορος (Τραϊανοῦ) ὁ ὁποῖος δίνει ὁδηγίες στὸν κυβερνήτη τῆς Βιθυνίας (Πλίνιο τὸν Νεώτερο) νὰ μὴν ἀναζητᾶ τοὺς χριστιανοὺς ἀλλὰ νὰ τοὺς καταδικάζει μόνον σὲ περίπτωση ποὺ καταγγέλλονται. «Ἐὰν οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἀθῶοι», ἀναρωτιέται ὁ Τερτυλλιανός, «γιατὶ νὰ τοὺς καταδικάζουμε ὅταν καταγγέλονται; Καὶ ἐὰν εἶναι ἔνοχοι γιατὶ νὰ μὴν τοὺς ψάχνουμε καὶ νὰ μὴν τοὺς συλλαμβάνουμε»; Γιὰ τὸν ἀφρικανὸ νομικὸ αὐτὴ ἡ ἀντίφαση εἶναι μία σαφὴς ἔνδειξη τῆς διαστροφῆς (perversitas) τοῦ εἰδωλολατρικοῦ νόμου, τοῦ αὐτοκράτορος, τοῦ θεσμοῦ.

2.

Ὅταν ὁ ἐπισημονικός λόγος, ποὺ ὡς τέτοιος ἐπιβάλλεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν λογικὴ του ἀλλὰ καί ἐξ  ἀντιθέτου διὰ τῆς ἀναιρέσεώς του, γίνεται ἀκραῖος καὶ μεθυσμένος στὴν αὐταρέσκειά του ξεκόβεται ἀπὸ τὴν αἰσθαντικὴ του χροιὰ καὶ πηγή, [καὶ τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει στὴν ἐποχὴ τῆς τεχνικῆς στὴν ὁποία ζοῦμε καὶ τῆς ὁποίας τὸ πνεῦμα καθορίζει καὶ κινεῖ τὴν ζωὴ μας, ὅπως εἴχαν ἤδη προβλέψει ὁ Γιάσπερς καὶ ὁ Χοῦσερλ], καταλήγοντας ἀκατανόητος ἤ ὅταν ἀναταράσσεται καὶ καταρρέει, συμπαρασύρει μαζί του καὶ κάθε ἄλλη λογικὴ θεώρηση.

Καὶ καθότι ὁ νοῦς, ὅπως ἡ φύση, δὲν ἀνέχεται τὸ κενό, προστρέχει στὶς πρῶτες μορφὲς λογικῆς ἐπεξήγησης τοῦ κόσμου, τουτέστιν διαλέγεται μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις τοῦ ἔξω κόσμου προβάλλοντας σὲ τοῦτες καὶ τοὺς ἔσω δαίμονές του: Συνελόντι δ’εἰπεῖν, ἡ θεολογία ὑποχωρεῖ ὑπὲρ τῆς δεισιδαιμονίας.

Καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τούτη παρὰ καὶ ἐνάντια ἀκόμη καὶ στὶς ἀμφιβολίες ἔναντί της, εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὸ τίποτε, τὸ ἀνεξήγητο, τὸ ἀκατανόητο. Ἐπιφέρει τουλάχιστον μίαν ψευδαίσθηση ἡ ὁποία ἔστω καὶ πρόσκαιρα γαληνεύεει, ἐπιφέρει μίαν νοητικὴ ἀνάπαυλα.

Τὸ πρόβλημα ὀξύνεται ὅταν οἱ δεισιδαιμονικὲς μορφὲς καὶ πρακτικές, ἐδραιώνονται ἀναδομώντας τὴν ὅλη νοητικὴ στάση καὶ στρέφοντας τὸν νοῦ σὲ μία νέα ἀντίστοιχη φιλοσοφία καὶ θεολογία. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ὁποιαδήποτε θεολογία, φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ γκρεμισθεῖ εὔκολα, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς δεισιδαιμονίας μετατρέπεται.

Σὲ μία πρώτη κίνηση ἀπομακρύνεται τὸ μυστήριο ποὺ φυλάσσεται ἐντὸς της καὶ διαστέλεται ἡ ἀπόστασή τους ἀπὸ τοὺς τύπους πρόσβασης σὲ τοῦτο. Καὶ ὅσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸ μυστήριο τόσο περισσότερο τρόμο νιώθουμε στὸ κενό, καὶ συνακόλουθα τόσο ἐντονότερα προσκολλούμεθα στοὺς τύπους ποὺ μᾶς τὴν θυμίζουν καὶ στὶς θεολογικὲς παρερμηνεῖες ποὺ στοχεὺουν στὴν στιγμιαία γαλήνη τὴν ὁποίαν ἀναφέραμε.

Ὁπωσδήποτε οἱ τύποι, τὰ τελετουργικὰ καὶ τὰ προσωπεῖα συμπεριφορᾶς καὶ σκέψεως δὲν μποροῦν νὰ ἀποφευχθοῦν, εἶναι μέρος τῆς ζωῆς σ’ ὅλες τὶς δραστηριότητές μας. Ἐπισημοποιοῦν, δηλώνουν πρὸς τοὺς ἔξωθεν ὅπως καὶ στοὺς ἰδίους ἑαυτούς, τὴν σπουδαιότητα ὅσων φυλάττουν καὶ στὰ ὁποῖα μᾶς εἰσάγουν. Εἶναι πολιτικὴ συμπεριφορὰ καὶ τρόπος σκέψεως, ἐπιγενετικά κληρονομημένες, τῶν ἀντίστοιχων κιρκαδιανῶν ρυθμῶν οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὸν βιολογικὸ κόσμο. Κρίσιμων μὲν  καὶ  ἀναγκαίων ὡς πρὸς τὴν ἐποχικὴ ἐπικέντρωση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὄντως σπουδαῖο, τὴν μη διάχυση μας σὲ ἄλλους τόπους, ἀλλὰ καὶ εὔκολη μετατροπὴ τους σὲ δεσμοφύλακες, καθιστάμενοι ἀντ’ αὐτοῦ: Τελετουργικό κατὰ/ἤ ἀντὶ τοῦ μυστηρίου. Τουτέστιν, πλήρης διαστροφή.

Ἡ ἐμμονικὴ προσκόλληση σὲ τοῦτο, πρωτοῦ να εἶναι  λοιπόν ἀπόρροια λογικῆς σκέψεως, πηγάζει ἀπὸ βαθύτατα στρώμματα, ἐκεῖνα τῶν συγκινήσεων, τῆς πρωτολογικῆς, στενὰ συνυφασμένης μὲ τὴν μαγικὴ σκέψεως τῆς βρεφονηπιακῆς ἡλικίας [δηλαδή, ἡ αὐτόματη ἱκανοποίηση ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἀναγκῶν τοῦ νεογνοῦ-βρέφους-νηπίου]. Εἶναι ἀπάντηση ἀσφάλειας στὴν μέγιστη ἀνασφάλεια, καὶ δημιουργεῖ τὸν πρῶτο τρόπο σκέψεως. Καὶ ὄντας τῶν συγκινήσεων καὶ ὄχι τῶν συναισθημάτων ποὺ δηλώνουν ἐπίγνωση, εἶναι ἔκφανση τῶν παρορμήσεων, τῶν ἐνστίκτων ὅπως θέλει ἡ ψυχανάλυση,  καὶ παρόμοια κινοῦν τὴν συμπεριφορὰ.

Συνακόλουθα, καὶ οἱ διαστροφὲς δὲν γεννήθηκαν σήμερα, ἤ ἐχθές. Ὑπῆχαν πάντοτε, εἶναι ἔμφυτες στὴν δομὴ τῆς σκέψεώς μας, παρουσιαζόμενες ἄλλοτε ὑποχωρώντας, ἄλλοτε θεριεύοντας, ἀντίστοιχα μὲ τὶς περιστάσεις. Καὶ ὅταν οἱ περιστάσεις εἶναι ἔντονες, ἀναταράσσεται ὅλη ἡ ἐπικρατοῦσα αἰσθηματική-νοητικὴ τάξη, ὅλες οἱ ἐπιστημονικές-πνευματικὲς βεβαιότητες, παλινδρομώντας σὲ μίαν προηγούμενη, ἔως τὴν πρωτόμορφη ἐκφανσή τους.

Ἐπὶ τοῦ Βιβλίου

Δύο βιβλία διακηρύξεις μού ἔρχονται στὸ νοῦ ταυτόχρονα. Και τα δύο φίλων, μουσικῶν, θεολόγων και παρόμοια στρατευμένων στὴν ἀγωνία τοῦ λαοῦ τοῦ ΘεοῦΚαι τὰ δύο εἶναι γραμμένα ἀκριβῶς ὅπως πρέπει καὶ ἁρμόζει σὲ ὅποιον νιώθει εὐθῦνες πρωτίστως ἀπέναντι στὸἐκκλησίασμα, στὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, καὶ συνακόλουθα ἀπέναντι στὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ ὄχι ἀντίστροφα. Ἔτσι, ὅπως ὁ Μωυσῆς στὸ ὅρος προέταξε ἐμπρὸς στὸν Ἰεχωβὰ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὴν δικὴ του εὐτυχία («ἐσένα θὰ σὲ κάνω μέγα ἔθνος» τοῦ ὑπόσχεται ὁ Θεός…. Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ εὐσεβοῦς: «καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ἄφες΄ εἰ δὲ μη, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου ἧς ἔγραψας» (ἔξοδος 32,32). [1] Γνωρίζουν και οἱ δύο ὅτι ἡ ἡγεσία τοῦ λαοῦ, ἡ κάθε ἡγεσία, …. πρέπει νὰ ταυτίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ πεπρωμένο τοῦ λαοῦ»[2], ἐπειδὴ ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ὑπόθεση ἰδιωτική, ἀλλὰ ἀφορᾶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, καὶ πάρα πέρα, ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως συνέβη στὴν κιβωτό.

   Τὸ βιβλίο του Piεrgnelo Sequeri[3], εἶναι βιβλίο ἀποκαλυπτικό. Ξεσκεπάζει τὸ προσωπεῖο τοῦ ἔξω κόσμου, τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντίχριστου, τὴν ὑποκινήτρια δύναμη τῆς δεισιδαιμονικῆς συμπεροφορᾶς μας.

Ἐν συντομία: α) τὴν προσκόλληση στὴν νεότητα, β) τὴν ἐμμονὴ στὴν ἀνάπτυξη, γ) τὸν ὁλοκληρωτισμὸ τῆς ἐπικοινωνίας, αὐτοῦ τοῦ πανοπτικοῦ ὑποβολέα τῶν σκέψεων καὶ συμπεριφορῶν μας, δ) τὴν ἀ-θρησκεία ποὺ ἐπιβάλλει τὴν διάχυτη ἐκκοσμίκευση πότε μὲ τὴν ἰσχὺ τῆς βίας καὶ πότε μὲ τὸ δέλεαρ τῆς ἡδονῆς.

Παρόμοια ἀποκαλυπτικό εἶναι και τὸ βιβλίο τοῦ Χρυσόστομου Σταμούλη. Ξεσκεπάζει ἐπικεντρωνόμενος στὸν ἔσω κόσμο, στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας, ὅ,τι ὑπὸ τὸν μανδύα τῆς ἠθικῆς, τοῦ πλατωνικοῦ λευκοῦ ἴππου, ἱκανοποιεῖ δια-στρέφοντας τὴν προσοχή,  θελήσεις καὶ πάθη τοῦ μέλανος ἴππου[4]. Εἶναι μία ἐπαναστατικὴ διακήρυξηκαὶ ὄχι μία συνηθισμένη ἀκαδημαϊκὴ συγγραφή. Εἶναι ὁμιλία στὴν πλατεία, προτροπὴ μετα-νοίας καὶ ἀνάληψης εὐθύνης, καὶ ὄχι στὸ ἀκαδημαϊκὸ ἀμφιθέατρο.

Ὁ Χρυσόστομος προβαίνει σὲ μία διπλή θεραπεία: α) ἀνακούφιση, φιλόστοργη συμπαράσταση τοῦ ἄλλου, τοῦ ξένου, τοῦ ἀπροπροσανατολισμένου ἀλητεύοντος, τοῦ ἕτερου, τοῦ καταραμένου, τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου, καὶ συμμεριζόμενος, ἀποδεχόμενος τοὺς φόβους καὶ τὶς ἀμαρτίες του τὸν ἐλαφρύνει, τὸν ἐλευθερώνει, καθιστώντας τον ἕνα ἑταῖρο.

β) Ἀπὸ τὴν ἄλλην, δὲν φείδεται κόπων καὶ τόλμης νὰ στραφεῖ ἐνάντια στὸ δαιμονικό, στερεο-τυπικό πνεῦμα ποὺ πνίγει καὶ μαραζώνει τὴν χαρά, ἀπὸ ὁπουδήποτε και καθοιονδήποτε τρόπο καὶ ἐνδυμασία ἐμφανίζεται. Μάχεται τὶς διαστρεβλώσεις, τὶς διαστροφικὲς ἐκφάνσεις του. Καὶ τοῦτες δὲν ἀφοροῦν μεμονωμένα ἄτομα, ἀλλὰ ὡς στάση, ὡς νοοτροπία καὶ συμπεριφορὰ διαχέονται σ’ὁλόκληρο τὸ σῶμα,  «ἄνωθεν ἔως κάτωθεν» ἐπιβάλλοντας του μίαν ἰδιαιτερότητα ποὺ καταλήγει νὰ τὸ χαρακτηρίζει σημαντικά. Καὶ γιαυτὸ θεωρῶ ὀρθό νὰ μιλᾶμε γιὰ θεσμικὲς διαστροφές. Καὶ σὲ τοῦτο ὁ Χρυσόστομος εἷναι πιστὸς ὁπαδὸς τῆς δημοσθένιας παρότρυνσης: δεῖ ἐν μὲν τοῖς ὅπλοις φοβερούς, ἐν δὲ τοῖς δικαστηρίοις φιλανθρώπους εἶναι[5].

Ἀναφέρθηκα παραπάνω σὲ δαίμονες καὶ συμπεριφορά. Μᾶς τὸ πρωτοθυμίζει ὁ Ἡράκλειτος ὅταν βλέπει τὴν συμπεριφορὰ μας ὡς μία δαιμονικὴ ἔκφραση (ἦθος ἀνθρώπωι δαίμων). Τοῦτο μᾶς λέγει και ἡ πλατωνικὴ περιγραφὴ τοῦ μέλανος καὶ λευκοῦ ἴππου, ὅπως  καὶ ἡ ἀριστοτελικὴ παρότρυνση ἄσκησης πρὸς τὴν εὐ-δαιμονία.

Ἄς σταθοῦμε λποιπόν μόνον ἐν ήδη ἀφορισμῶν σὲ ὅσα μυστηριακά-εὐδαιμονικὰ ὁ Χρυσόστομος μᾶς τονίζει καὶ μᾶς προτρέπει νὰ ἀσκηθοῦμε, ἀνακαλώντας στὸν νοῦ τὸν ἀφορισμένο Καζαντζάκη, σὲ μία προσπάθεια νὰ ἐλευθερωθεῖ τὸ κοινόν σῶμα ἀπὸ τὶς τυπολατρικές-παρανοϊκὲς συμπεριφορὲς καὶ νοοτροπίες, τὶς ἠθικολαγνεῖες, τὶς ἀνέξοδες αὐστηρότητες, θεσμικές καθότι γενικευμένες, ὥστε νὰ ἀνοιχθεῖ ὁ οἶκος ἀ-νοχῆς, τὸ παν-δοχεῖο, γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τοὺς  «καταραμένους» τοῦ κόσμου. Ἐν σμικρῷ, πότε ἄμεσα πότε ἔμμεσα καθοδηγοῦν τον συγγραφέα: Ρεμπώ, Χριστιανόπουλος, Ιωάννου… Ἀλλὰ διαβάζοντας τὸ βιβλίο ἔρχονται ἐμπρὸς μου καὶ ἄλλοι, ὅπως ὁ Ὄσκαρ Γουάλιντ, ἡ Βιρτζίνια Γούλφ… ὅπως καὶ οἱ φωνὲς τῶν ταλαίπωρων ἀσθενῶν-φίλων μου, καὶ νομίζω ὅτι στὴν κάθε σελίδα τοὺς συναντῶ μὲ ἀνοικτὸ τὸ χέρι ἐλεημοσύνης … συντρόφων μου ἐπὶ 43 ἔτη τῆς, χάρις σὲ αὐτούς, πλούσιας περιδιάβασής μου στὴν ψυχιατρική.

Στοχασμοὶ γιὰ μίαν ἀσκητικὴ μετα-νοίας

Κεφάλαιο 1ο. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ Καίσαρ. Ἡ ἱστορία εἶναι «τόλμη, ρήξη καὶ ἐπανάσταση, ὄχι μόνον ἔναντι τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν, ἀλλὰ κυρίως στὴν ἔσω χριστόμαχη συμπεριφορὰ, καὶ ὄχι ἐνάντια καὶ στοὺς ἀποδιοπομπαίους τράγους». Παρότρυνση ὥστε «ἡ ἐκκλησία μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες νὰ ἀποτελοῦν τὸν ἀγαπητικὸ ἁρμό, συγκρότησης τῶν κοινωνιῶν ποὺ διαλύονται (σ.25)

Κεφάλαιο 2ο. Αἰσθηματικὴ προσέγγιση: ἀποδοχὴ τοῦ παράλογου, τοῦ μὴ συμβατικοῦ. Ἡ ἐκκλησία ὡς χῶρος ὅπου ὁ καθεὶςς μὲ τὸν τρόπο του μπορεῖ νὰ εἰσέλθη. Νὰ ἀναδειχθεῖ τὸπος στὸ πλατωνικὸ θαυμάζειν, ὥστε ἡ ἐκκλησία νὰ γίνεται καί παν-δοχεῖο, ἕνας οἶκος ἀ-νοχῆς (σ35), μακριὰ ἀπὸ ἠθικολαγνεῖες καὶ ἐπικρίσεις, ἀπὸ τὴν ὑπεροψία τῆς γνώσεως, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐμ-πνέεται τῆς ἀ-πορίας (μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν[6], καὶ διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι καὶ νῦν καὶ τὸ πρῶτον ἤρξαντο φιλοσοφεῖν[7]).

Κεφάλαιο 3οἘνάντια στοὺς δογματικοὺς ὡς κατόχους τῆς μίας καὶ μοναδικῆς χριστιανικῆς ἀντίληψης, στοὺς καθαρούς …., θυμίζοντας ὅτι «Τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησίας εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ» (σ. 52

Κεφάλαιο 4ο. Ἡ Ἐκκλησία-Ἱεραρχία ὄχι ὡς πηγὴ καὶ ἄσκηση δεσποτισμοῦ, ἀλλὰ ὡς πρόνοια διακονίας: γιαυτὸ καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου εἶναι ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἐκκλησίας πρωτίστως ὡς διακονικὸ και ὄχι ἐξουσιαστικό (σ 59)

Κεφἀλαιο 5ο. Ἀντί τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου, ἐνάντια στὴν παράνοια  τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐπαναπροτάσσει τὸν ἔρωτα τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τῆς σταύρωσης. Ἕνα ἔρωτα ἀνα-θεωρητικό, ἐπαναστατικό, καὶ ὄχι στερεότυπο ἐνάντια στὴν ὑπνηλία τῆς καθημερινότητος(σ 69).

Κεφάλαιο 6ο. Προτροπὴ ὑπέρβασης τοῦ σολιψισμοῦ, τῆς μονομέρειας, τοῦ διχαστικοῦ Ἐντός≠-ἐκτός. Θάρρος ὥστε νὰ ἑπερκερασθεῖ «ὁ φόβος ἀπώλειας τοῦ διαμορφωμένου καὶ κλειστοῦ ἑαυτοῦ» (σ.82), αὐτὴ ἡ πνιγηρὴ νευρωτικὴ δεσμο-φυλακή, γιὰ νὰ χαρεῖ ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχὴ στὴν ἀνοιχτωσιὰ τοῦ κόσμου.

Κεφάλαιο 7ο.  Πῶς νὰ μὴν νιώσουμε ὅτι μὲ πολλὰ ποὺ σκεφτόμαστε, πράττουμε ἤ  χειρότερα ἄλλα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἀλλὰ ἀδιαφοροῦμε, δὲν διασύρουμε τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ… Ἀφήσαμε, ἐὰν δὲν συνεργήσαμε κιόλας, καὶ δὲν ξέρω τί εἶναι χείριστο, μὲ τὴν ἀποκρουστικὴ σκιά[8], τὰ πάθη τοῦ μέλανος ἴππου ποὺ ὁ καθεὶς μας κουβαλᾶ ἐντός του, νὰ γεννηθεῖ καὶ να διαχυθεῖ τὸ θηρίο τῆς μισανθρωπίας μὲ πρόφαση τὴν φύλαξη τοῦ Θοῦ: «Φονταμενταλισμός, μεσσιανισμός, βία, λαϊκισμός. Καὶ τὸ πλέον δόλιο, ἡ ἐνοχοποίηση ὅσων δὲν συμφωνοῦν» μὲ τοῦτο τὸ πνεῦμα, κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάδειξη τῶν προθέσεων τῶν ‘ἄλλων’ τῶν ‘νέων ἐχθρῶν’, εἴτε ἐκ τοῦ πονηροῦ, εἴτε ἐπειδὴ ὄντως τὸ πιστεύουν, ὅπως συμβαίνει «ὅταν θίγεται ἡ χορδὴ τῆς καχυποψίας. Τότε, διεγείρεται «ὁ πατριωτισμὸς τοῦ ἄμβωνος, ἡ συνήθεια βαφτίζεται παράδοση (σ 90), παραβλέποντας ὅτι «βλασφημία εἶναι ἡ μὴ ἀνοχή, ἡ σκληρότητα, ἡ ἀπανθρωπία, ἡ ἀπροσληψία. Καὶ βλάσφημο εἶναι τὸ ἐξουσιαστικό, τὸ κυριαρχικό, τὸ ὑποκριτικό καὶ τὸ ἀναίσθητο (σ 102), καὶ ὁ Θεός, εἶναι Θεός ἐλέους τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη τραυματίζεται καθημερινά ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία» (σ 103.)

Κεφάλαιο 9ο. Γιαυτὸ ἐπείγει ἀπὸ μέρους ὅλων ἕνας αὐτοστοχασμός, ἀρχινώντας ἀπὸ την ἀποδοχὴ τῆς σκιᾶς μας…. ὥστε και σὲ ἐμας καὶ στοὺς γύρω νὰ εἶναι βατὴ «μία ἀσκητικὴ ἀγάπης, ἄλλως τῆς ὑποδοχῆς, ποὺ προϋποθέτει κένωση ἑαυτοῦ, προκειμένου νὰ ἀνθίσει τὸ μυστήριο τῆς πρόσληψης, ἡ συνάντηση μὲ αὐτὸ ποὺ δὲν εἴμαστε….. ἔτσι θὰ στηθεῖ ἀργά, ἀλλά λυτρωτικά ὁ νέος οἶκος ὡς οἶκος ἀ-νοχῆς, ὡς πανδοχεῖο (σ .121)


[1] Ἔξοδος 32,32.

[2] Pierangelo Sequeri, Ἐνάντια στὰ σύγχρονα εἴδωλα, ἐκδόσεις Ἁρμὸς, Ἀθήνα

[3] Pierangelo Sequeri, Ἐνάντια στὰ σύγχρονα εἴδωλα, ἐκδόσεις Ἁρμὸς, Ἀθήνα

[4] Ὅλος ὁ συλλογισμὸς γύρω ἀπὸ τὰ δύο μέρη τῆς ψυχῆς, τὸ παρορμητικό-ἄλογο καὶ τὸ λογικό, στὸν Φαῖδρο, 254 d, 254°, 2.500 χρόνια πρὶν τὴν ἐπαναδιατύπωσή τους, κα δίχως τὴν ἐμβέλεια καὶ πληρότητά τους, ἀπὸ τὴν ψυχανάλυση.

[5] Δημοσθένης, Περὶ συντάξεως, 15.

[6]Πλάτων,  θεαίτητος 155d

[7] Ἀριστοτέλης, Μετὰ τὰ φυσικά 982, b 10

[8] Σκιά, ὅρος τῆς Ἀναλυτικῆς Ψυχολογίας: περιγράφει ὅλα ὅσα, εἴτε «εὐρεπῆ» εἴτε παράλογα καὶ ἀνεπίτρεπτα ἐμφωλιάζουν στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s