ΦΑΓΑΜΕ ΗΤΤΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ

fb.me/e/RtWIaOz1

Η έξαρση του εαυτού πάνω από το κοινό σώμα, σηματοδοτεί την αναχώρηση από την Εκκλησία× τη μεγάλη αποστασία.

Γιατί, τι είναι τα έσχατα, εάν δεν είναι η ζωή που θα θέλαμε. Και τι είναι ο Χριστός, εάν δεν είναι το πρόσωπο του τελικού έρωτα.

Τα πάθη των ανθρώπων ανοίγουν τη σάρκα στη μέση, διαμελίζουν τα αισθήματα, την αλήθεια, τη χαρά, τον πόνο και τη θλίψη. Διαμελίζουν το σώμα,  απαγορεύουν τη ζωή και συνεπώς και μαζί,  τόσο τις ευστοχίες  όσο και τις αστοχίες  της. Η μεγάλη ήττα δεν είναι η αποτυχία, αλλά η εωσφορική άρνηση της αποδοχής της. Το εθελότυφλο μιας ζωής ρημαγμένης από τη βεβαιότητα που επιβάλλει ο ναρκισσισμός και ο στρατός που τον ακολουθεί.

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

[…] η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση.

[…] η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης […] Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του.

[…] γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα.

Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

«Οδός μανικού έρωτος», λοιπόν, το αντίδοτο απέναντι στη φιλαρέσκεια της επιβολής ή άλλως Χριστός, αυτός που αυτοπροσδιορίστηκε ως   «η οδός, η αλήθεια και η ζωή».  Μια οδός, μια αλήθεια και μια ζωή που η γνώση τους, τουτέστιν η άκρα κοινωνία τους, η οικείωσή τους,  ελευθερώνει.

Βέβαια, κάποιοι τρέμουν στη θέα του γκρεμίσματος. Αδίκως.  «Τα γκρεμισμένα»,  σημειώνει  ο Μάνος Χατζιδάκις, στα Σχόλια του Τρίτου, «δεν πρέπει να τα κλαίμε».  Αποτελούν το υλικό της νέας κατασκευής, της νέας αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής. Η ζωή γνωρίζει, πως  στη φυσιολογία του σώματός της εμπεριέχονται η δομή και η αποδομή, έτσι όπως ζωγραφίστηκαν για παράδειγμα από τον Γιώργο Παραλή στην παραλία της Αφύτου.   Κάθε αποδομή  δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μια καινούρια δομή. Να ονειρεύεται μια καινούρια δομή,  η οποία με τη σειρά της θα γκρεμιστεί, γκρεμίζοντας φράχτες τεχνητούς και προλήψεις, όταν θα ολοκληρώσει το λόγο της ύπαρξης της και θα κινδυνεύει τον κίνδυνο της ειδωλοποίησης. Το σύνορο είναι δείκτης της  ερωτικής δυνατότητας επέκτασης. Αλίμονο αν μας πλακώσει ο θάνατος.

Ναι,  «η Πόλις εάλω». Η αίσθηση της ιδιοκτησίας του κόσμου, η αίσθηση της αποκλειστικότητας, μετέτρεψε τους ξένους  της ιστορίας σε  ντόπιους. Το εμείς οι άλλοι, μετατράπηκε αίφνης στο εμείς και οι άλλοι.   Επήλθε αργά και σταδιακά ο τελικός συμβιβασμός. Χάθηκε, με άλλα λόγια, το μυστήριο της ακροβασίας. Αυτή η κόντρα που γέννησε το Χριστιανισμό, ως αντίσταση στη συστημικότητα μιας καταρρέουσας κοινωνίας. Με άλλα λόγια, χάθηκε ο χαρισματικός χαρακτήρας της Εκκλησίας, ή υποχώρησε τόσο που είναι σχεδόν αθέατος, και μαζί του χάθηκε η φάτνη που τον γέννησε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s