Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Δος μοι τούτον τον ξένον ή Ο ελάχιστος αδελφός και ο πολιτισμός του «πολύ»*.

Στο σημαντικό του έργο, Μουσική Ποιητική, ο ρώσος συνθέτης Ιγκόρ Στραβίνσκι, σημειώνει, πως εάν «το παλιό προπατορικό αμάρτημα ήταν στη βάση του αμάρτημα της γνώσης, το νέο προπατορικό αμάρτημα είναι, πριν απ’ όλα, και πάνω απ’ όλα, ένα αμάρτημα μη αποδοχής»[1].

Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, ότι τούτη η διαπίστωση έχει εφαρμογές σε όλους τους επί μέρους χώρου του συνολικού πολιτισμού. Ζούμε σε μια εποχή, όπου τα αυτονόητα του τρόπου μας αμφισβητούνται, λοιδορούνται και εν τέλει σταυρώνονται, άλλως δολοφονούνται, από όλους εκείνους που έμαθαν να μετράνε την αξία της ύπαρξης με το μέτρο της οικονομικής ευμάρειας, της ατομικής ευημερίας, αλλά εξόχως και πρωτίστως με το μέτρο του κοινωνικού φατριασμού, που γεννά στάσεις και συμπεριφορές κοινοτικού αποκλεισμού του οποιουδήποτε διαφορετικού και της οποιασδήποτε διαφορετικότητας. Ζούμε σε μια εποχή, όπου η σημαντικότητα του  ελάχιστου έχει δώσει της θέση της στην ασημαντότητα του πολύ. Ανασαίνουμε ή προσπαθούμε να ανασάνουμε εντός ενός τρόπου, ο οποίος έχει πλέον ως αίτημά του την διάνοιξη της ύπαρξης στα βασικά, την επιστροφή σε εκείνη τη στροφή που χάσαμε το δρόμο και βρεθήκαμε χωρίς αιδώ και συναίσθηση εις χώραν μακράν[2], έτσι ώστε να ξαναβάλουμε αρχή και να πορευθούμε και πάλι στη συνάντηση εκείνου του ενός πράγματος, του ενός και μόνου πράγματος, του οποίου έχουμε χρεία[3]. Να ξαναζωντανέψουμε, με άλλα λόγια και να δώσουμε στον τρόπο μας, το πραγματικό του πρόσωπο∙ το πρόσωπο της Μαρίας, της φίλης του Χριστού, το οποίο  έκρυψε ως μη όφειλε -και θέλω να πιστεύω πως δεν εξαφάνισε-  το υπέρ-ενεργητικό και ως εκ τούτου πολύ-διασπασμένο προσωπείο της Μάρθας.

Και είμαι βέβαιος, ότι τούτη ακριβώς την επιτακτική ανάγκη διακονεί το παρόν Συνέδριο, συνέχεια μιας εξαιρετικής πρωτοβουλίας της αδελφότητας του Bose, που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Μια πρωτοβουλία που δείχνει πως η πίστη συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί υπόσταση των ελπιζομένων και η Εκκλησία, εκείνη την πραγματικότητα που περιγράφεται από τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας με μία και μόνη λέξη, τη λέξη Πανδοχείον. Γράφει σχετικά ο άγιος από την Αλεξάνδρεια: «Ο Χριστός εν εαυτώ γαρ ημάς έφερεν, ότι εσμέν μέλη του σώματος αυτού. Αλλά μην και εις πανδοχείον απήγαγε·  πανδοχείον δε την Εκκλησίαν καλεί, την πάντων γενομένην δεκτικήν και χωρητικήν»[4].

Έχω την αίσθηση ότι τούτο το μικρό απόσπασμα του αγίου κρύβει λέξεις, ειρηνικές ατομικές βόμβες, που μπορούν να γκρεμίσουν μεμιάς τις βεβαιότητες που ο πολιτισμός του πολύ επέβαλε στον άνθρωπο των νεότερων χρόνων, ο οποίος με τη σειρά του, χαμένος μέσα στον αυτοερωτικό του ηδονισμό, διέπραξε και συνεχίζει να διαπράττει την αστοχία εκείνου του ωραίου αγγέλου -ο Όσκαρ Ουάϊλντ τον ονομάζει συμβολικά Ντόριαν Γκρέη-,  που η αδυναμία του να κοινωνήσει και να αγαπηθεί, η αδυναμία του να ενεργήσει με τον τρόπο που ενεργεί ο δημιουργός του, τον μετέτρεψαν μεμιάς σε ύπαρξη κλειστή, άρχοντα του σκότους, άρχοντα του αιώνος τούτου. Και όλοι γνωρίζουμε, ότι αυτός είναι ο  πολύφημος και πολυδυστυχισμένος Εωσφόρος.

Στον αντίποδα, λοιπόν, τούτης της αυτοερωτικότητας, που εισάγει ενσυνείδητους και ασυνείδητους οντολογικούς αποκλεισμούς, η Ορθοδοξία, έτσι όπως μας την αποκαλύπτει το κείμενο του αλεξανδρινού που προηγήθηκε, προτείνει έναν τρόπο ύπαρξης, ο οποίος απέναντι στον πολιτισμό του πολύ, απέναντι στα σύγχρονα φαινόμενα των υπερπολιτισμών και των εκ διαμέτρου αντίθετών του αποκλειστικών πολιτισμών -και ας θυμηθούμε εδώ το ιουδαϊκόν, «Ουκ εισελεύσεται Αμμανίτης και Μωαβίτης εις εκκλησίαν κυρίου»[5]-, έχει στο κέντρο του το μυστήριο της ενανθρώπησης και το πρόσωπο του Χριστού. Προτείνει με άλλα λόγια έναν πολιτισμό της σάρκωσης, έναν πολιτισμό οικουμενικό, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο ελάχιστο, που ακούει στο διπλό όνομα κένωση, κένωση του εαυτού και  πρόσληψη του άλλου, του εντελώς διαφορετικού. Η συνάντηση με αυτό που εγώ δεν είμαι. Έτσι, ώστε, να γίνεται δυνατή η κατάφαση στο μυστήριο της μετοχής στον χωρητικό και δεκτικό των πάντων κοινό οίκο του Θεού Πατέρα, όλων των δημιουργημάτων της αγάπης του. Και τούτο διότι η μετοχή στην Εκκλησία, τουτέστιν η κοινωνία στο Κυριακό σώμα, δεν  αποτελεί κατάκτηση του δικαιωμένου, του καθαρού και του ex officio σωσμένου, αλλά δώρο του ποιητή Θεού, που παρέχεται δωρεάν σε δικαίους και αδίκους.

Δίχως άλλο, λοιπόν, και επί το πρακτικότερον, η μετοχή στην βασιλεία προϋποθέτει τον χορτασμό του πεινασμένου, το ξεδίψασμα του διψασμένου, το ντύσιμο του γυμνού, τη γιατρειά του ασθενή, την επίσκεψη του φυλακισμένου και εξάπαντος το περιμάζεμα του ξένου (Μτ. 25, 35-36). Σε τελική ανάλυση την πρόσληψη του ελάχιστου αδελφού, η διακονία του οποίου αποτελεί διακονία στον ίδιο τον Χριστό. Διαβάζουμε σχετικά στον ευαγγελιστή Ματθαίο: «και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς∙ αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»[6].

Και ας μη βιαστούν κάποιοι να θεωρήσουν τούτη τη διακονία του ελάχιστου εύκολη υπόθεση. Πράγμα, που αποκαλύπτει και η σαφής σχάση της οντολογίας της Εκκλησίας με τη νεότερη πολλές φορές ποιμαντική της. Μια πραγματικότητα, η οποία έρχεται με τη σειρά της να επιβεβαιώσει τον ποιητή του Άξιον εστί, ο οποίος με έμφαση σημειώνει, πως «η απόσταση από το τίποτε στο ελάχιστο είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ότι από το ελάχιστο στο πολύ»[7].

Ιδού, λοιπόν, η πρόκληση της εποχής. Η πρόκληση της συνάντησής μας με το ελάχιστο. Μια πρόκληση, της οποίας η απάντηση δεν αναμένει τα λόγια -από αυτά σήμερα έχουμε χορτάσει- , αλλά τη συνάντηση με το θαύμα της αγάπης, της εκστατικής αγάπης, που προϋποθέτει κένωση θυσιαστική, αλληλεγγύη υπαρξιακή. Σαν αυτή την αγάπη που ο Λόγος έδειξε με τη σάρκωσή του, καθώς προσέλαβε την υποτιμημένη και διαβρωμένη από τον ηθικισμό και τους ηθικιστές ανθρώπινη φύση. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο πολύς μέγας Βασίλειος, το μείζον δεν είναι η υποδοχή στο τραπέζι της γιορτής των δικών μας ανθρώπων, αλλά εκείνου του ξένου, εκείνων των ξένων που η σκληρότητά μας οδηγεί στο περιθώριο των κοινωνιών μας, αλλά  και της καρδιάς μας.

Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως είναι αυτό το αγκάλιασμα του ξένου, του αλλότριου και του άγνωστου, που φανερώνει την αληθινή διακονία της ασκητικής αγάπης, την έξοδο από το βόλεμα.

Έτσι, η φιλοξενία ξεφεύγει τον  κίνδυνο, την ανωμαλία της προσωποληψίας και αποδεικνύεται πέλαγος παραμυθίας. Ο φιλάδελφος φανερώνεται και φιλόξενος. Ο άνθρωπος πληροί και πάλι τους όρους της φύσης του, καθώς αποδεικνύει την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργικότητά του, που του επιτρέπει  να βλέπει∙ να βλέπει πραγματικά.

   Σημειώνει, εμφατικά, ο μέγας Βασίλειος, «φύσις μία, άνθρωπος και ούτος κακείνος. Χρεία μία, ένδεια εν αμφοτέροις η αυτή. Δος τω αδελφώ και τω ξένω. Μήτε τον αδελφόν αποστραφής, και τον ξένον αδελφόν οικείον ποίησαι. Λεία ουν χρη βλέπειν. Μη πρόκρινε τον φίλον από του αλλοτρίου, την χρείαν εαυτού επανορθούμενον[…]Πάντες συγγενείς, πάντες αδελφοί, ενός πατρός έκγονοι πάντες. Εάν τον πνευματικόν ζητής πατέρα, ο ουράνιος· εάν τα γήινα ζητής, μήτηρ η γη, και από του αυτού πηλού διηρτίσμεθα πάντες. Ώστε αδελφή η φύσις κατά σάρκα, αδελφή η γένεσις η κατά πνεύμα. Το αυτό σοι αίμα φορεί από του πρώτου ανθρώπου· την αυτήν σοι χάριν έλαβε παρά του Δεσπότου. Βλέπε ουν λεία, ίνα ελεηθής»[8].

Και εάν η προσφορά στον αδελφό και τον ξένο (δος τω ξένω), που χτυπά την πόρτα,  αποτελεί λείανση της ανωμαλίας της όρασης, η έκρηξη τούτης της λείανσης, τούτης της άρσης της «αισθητικής» ανωμαλίας, είναι η ολοκληρωτική πρόσληψη του ξένου. Εκεί όπου το «δος τω ξένω» μεταποιείται ριζικά και γίνεται «δος μοι τούτον τον ξένον». Εκεί όπου το πρόσωπο της αγάπης «καθικετεύει» αγαπητικά, εις τύπον και τόπον Ιωσήφ, για να του δοθεί η δυνατότητα, η χάρη, η δωρεά, να φιλοξενήσει τον άνθρωπο, τον ξένο, τον ελάχιστο, τον Χριστό[9], τον ξένο Χριστό, που δεν έχει «που την κεφαλήν κλίναι».

«Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας», διαβάζουμε στο Δοξαστικό του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, «και το καταπέτασμα του Ναού διαρραγέν τω του Σωτήρος θανάτω/ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει  λέγων·/δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω/δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον·/ δος μοι τούτον τον ξένον· όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ίνα κρύψω εν τάφω, ότι ξένος ουκ έχει την κεφαλήν που κλίναι·/ δος μοι τούτον τον ξένον· ον η μήτηρ ορώσα, νεκρωθέντα εβόα: Ω/Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάγχνα τιτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι/νεκρόν σε καθορώσα· αλλά τη ση Αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω σε και τούτοις/τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος/το σώμα· και φόβω εν σινδόνι ειλήσας και σμύρνα κατέθετο εν τάφω τον/παρέχοντα πάσι ζωήν αιώνιον και το μέγα έλεος»[10].

Την ίδια πραγματικότητα, αυτή την αφόρητη για τις καθεστηκυίες βεβαιότητες μας αλήθεια, που ταυτίζει τον Χριστό με τον ξένο και τον ξένο με τον πλησίον, στο πρόσωπο του οποίου διακονείται ο ίδιος ο Χριστός, τουτέστιν το πέρασμα από την κοινωνική ανοχή στην οντολογική πρόσληψη -και αυτή νομίζω είναι η τεράστια συμβολή της Ορθοδοξίας, του Χριστιανισμού, στον κόσμο, στον σύγχρονο πολιτισμό-, αποκαλύπτει με τον τρόπο του και ο Γιώργος Θέμελης, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης, στο ποίημά του, Η ελεγεία του αμετάθετου. Γράφει σχετικά:  «Άλλος κανείς μέσα στο σπίτι μας, ξένος κι’ απόξενος μες στον/κλειστό καθρέφτη μας/(Μόνη κάθε ψυχή, μόνη στο φως, μόνη στο θάνατο/Άλλο δεν έχει σπίτι να κατοικήσει, /Άλλον ήλιο να γεννηθεί, άλλον αιώνα)./Μπαίνει μονάχα μόνος, για να μείνει μες στη δική μας μοναξιά,/Την πόρτα πίσω κλείνοντας να μη φανεί, στα μάτια μας/Γυρεύοντας τον εαυτό του, μόνος, χωρίς πληγή και/Παραμόρφωση ο Θεός, τον σκονισμένο απ’ την καπνιά των/Άστρων βγάζοντας μανδύα./Άστεγος, πλάνης εξόριστος, δεν έχει σπίτι δικό του ο Θεός, είναι/παντού και πουθενά/Και καταφεύγει σύνοικος στα σπίτια των ανθρώπων/Μοιράζεται την άπειρη θλίψη τους και κινδυνεύει τον κίνδυνό τους»[11].

Και με την ίδια δύναμη, που ξεμπροστιάζει τη συστημική θεώρηση της Εκκλησίας, που ισοδυναμεί με το γκρέμισμά της, παρεμβαίνει ο Μανώλης Αναγνωστάκης, στο ποίημά του, Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε.  Γράφει:

Αυτοί δεν είναι ο δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Άλλαξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ᾿ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή  ήχος τυμπάνου·
Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ᾿ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ᾿ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

Οφείλω, βέβαια, στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω ότι η κοινωνία, η σχέση δεν είναι πραγματικότητα που προϋποθέτει τη λειτουργία ενός μόνο εκ των συμμετεχόντων.  Πρόκειται στ’ αλήθεια για πράξη συμβολής, όπου ο καθένας ή οι πολλοί καταθέτουν την ύπαρξή τους με σεβασμό και κατανόηση της υπάρχουσας διαφορετικότητας στη διακονία της ευχαριστιακής τράπεζας της αγάπης, στη λειτουργία της σταδιακής αποκάλυψης της γιορτής μιας κοινότητας εν κινήσει.

Βέβαια, για κάποιους η Εκκλησία περιορίζεται σε πράξεις τελετουργικές, σε μια κάποια διεκπεραίωση. Ή  σε πράξεις θεσμικές μιας συντεταγμένης και ταυτόχρονα εκστατικής από την αλήθεια των πραγμάτων ζωής. Λείπει, συνεπώς, από την όρασή τους τόσο η λειτουργία πριν τη λειτουργία, όσο και η λειτουργία μετά τη λειτουργία. Βρισκόμαστε, έτσι, συχνά ενώπιον αντιλήψεων και νοοτροπιών καθαρότητας, που εισάγουν μια κάποια «ορθόδοξη ειδωλολατρία» και «πνευματικότητα», εκεί όπου ο Θεός αδυνατεί να σχετιστεί με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να σχετιστεί με το βέβηλο και το υποδεέστερο;   

Και εάν, βέβαια, αυτή είναι η ασθένεια του εκστατικού, ιδεαλιστικού και εν τέλει ιδεολογικού Χριστιανισμού, που αγνοεί την ιστορία, τη φύση, ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο, στον αντίποδα συναντούμε συχνά την ασθένεια ενός στείρου ακτιβισμού, κάποιες φορές και ασκητικού, που αγνοεί τη μυστηριακή διάσταση της Εκκλησίας και ταυτίζεται αδιάκριτα με οτιδήποτε ικανοποιεί τον ψυχολογικό του καθωσπρεπισμό.

Σε κάθε περίπτωση, ο άλλος είναι ολοκληρωτικά απών. Ομολογημένα ή ανομολόγητα δεν έχει σημασία. Και το λέγω τούτο διότι ο εκστατικός Χριστιανισμός δίχως την ιστορική και φυσική του σάρκα είναι ξεκάθαρο ότι αγνοεί τον πλησίον. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με τον ενεργητικό Χριστιανισμό, όπου ο άλλος δεν είναι το σημείο συνάντησης, το σημείο εκκλησιασμού του εγώ στο εσύ και το εμείς, αλλά ο τόπος φανέρωσης των ιδιοτελών συνδρόμων του ευεργέτη, του σωτήρα, της φιλανθρώπως ασκούμενης σε πεδίο βολής ανωτερότητας.

Κάποιες τέτοιες σκέψεις αλλά και ικανές υποψίες οσφραντικές της υπάρχουσας πραγματικότητας είναι που κάνουν αρκετές  φορές να αναζητά κανείς τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα σε μεγέθη ολοκληρωτικά διαφορετικά, εκ διαμέτρου αντίθετα. Όπως είναι για παράδειγμα η ιεραποστολή και ο προσηλυτισμός, η αγάπη και η υποχρέωση, η ελευθερία και η ανάγκη, δρόμοι παράλληλοι που κάποτε πιασμένοι χέρι χέρι σ’ έναν χορό παράλογο σφιχταγκαλιάζονται ερωτικά.

Και εάν όλα τα παραπάνω φαντάζουν διανοητικά, απόμακρα, ακόμη και φανταστικά,      ας αφήσουμε τον γέροντα Πορφύριο, τούτον τον πολύτιμο μαργαρίτη της σύγχρονης Εκκλησίας να φανερώσει του λόγου το αληθές, το κρυμμένο στη ζωή ευαγγέλιο, που θέλει την αγάπη την πραγματική να είναι πάνω από όλα και μέσα σε όλα.

«Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πως μπορεί να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα. Θα σας το πω μ’ ένα παράδειγμα.

Ήταν ένας ασκητής κι είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες από τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’  απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν άκουσαν ξαφνικά βογγητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

-Πάρτε με, σας παρακαλάω, τους έλεγε, γιατί εδώ στην ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.

-Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχομε πάρει εντολή να ετοιμάσομε.

-Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.

-Δεν μπορούμε! Τι να κάνομε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.

Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε απ’ τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:

-Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;

-Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.

-Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! του λέει.

-Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!

-Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω!

-Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.

Θα σκύψω, και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω.

Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις ημέρες θα φθάσω». Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μη κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:

-Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη»[12].

Αγαπητοί μου,

Η κίνηση, στοιχείο της φυσιολογίας του ανθρώπινου οργανισμού, αλλά πρωτίστως του τριαδικού Θεού -«ο Θεός και Πατήρ κινηθείς αχρόνως και αγαπητικώς προήλθεν εις μερισμόν υποστάσεων», μας πληροφορεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής-,  αποτελεί πλέον κατά κανόνα, πραγματικότητα που απουσιάζει από  τη νεότερη κοινωνία, αλλά πολλές φορές και την ίδια την Εκκλησία. Έχω την αίσθηση ότι πρωτοβουλίες σαν τη σημερινή, που στοχεύουν την ανάδειξη ενός τρόπου ο οποίος καλεί από τα έσχατα, μπορούν να ξαναδημιουργήσουν εκείνη την ίσαλο γραμμή, που θα επιτρέψουν στο καράβι της Εκκλησίας, να βγει ξανά στη θάλασσα, ν’ ανοίξει πανιά και  αξιοποιώντας τον «απόμακρο άνεμο της αλληλότητας», να επιστρέψει εις εαυτόν. Μια επιστροφή επεκτατική, που θα επιτρέψει στα μέλη της Εκκλησίας, κάτω από το βάρος της αίσθησης της οδύνης, να βάλουν τους φτωχούς, τους ξένους, τους πεινασμένους και τους διψασμένους «ροδοστέφανο στο μέτωπο»[13].


[1] Ι. Στραβίνσκυ, Μουσική Ποιητική, σ. 58.

[2] Λκ. 15,13.

[3] Λκ. 10,42.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 5,34, PG 72, 681BD.

[5] Δευτ. 23,3.

[6] Μτ. 25, 40.

[7] Ο. Ελύτης, Μικρά έψιλον. Και αλλού, : «Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα, όμως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση», Τα ετεροθαλή.

[8] Μ. Βασιλείου, Ομιλία ρηθείσα εν Λακίζοις, PG 31, 1441Α-1441Β. Πρβλ. Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, σ. 381εξ., 387.

[9] Δεν χωρά αμφιβολία ότι η κοινωνία με τον ξένο είναι κοινωνία με τον ίδιο τον Χριστό. Τη σάρκωση μιας τέτοιας αλήθειας, ενός τέτοιου τρόπου, στη γη της λαϊκής μας παράδοσης, φανερώνει με εκπληκτικό τρόπο το μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη, Την πόρτα ανοίγω το βράδυ: «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ/τη λάμπα κρατώ ψηλά/να δούνε της γης οι θλιμμένοι/να’ ρθούνε να βρουν συντροφιά…θα’ ρθει συντροφιά κι ο Χριστός».

[10] Δοξαστικό Όρθρου Μ. Σαββάτου.

[11] Γ. Θέμελης, Η Ελεγεία του αμετάθετου, Ποιήματα ΙΙ, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 113.

[12] Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, σ. 397-399.

[13] Εδώ παραφράζω τον R.M.Rilke, ο οποίος στο Βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, γραμμένο το 1939, σημειώνει αφοπλιστικά: «[…] μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης/θα είχε τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο», εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 42.

*Bose 5-10 Σεπτεμβρίου 2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s