Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Τέχνη και καλλιτέχνης στην εκκλησιαστική μουσική[1]


Εκδήλωση «90 Χρόνια Χαρίλαος Ταλιαδώρος» | Θεσσαλονίκη | Cityportal.gr

Αγαπητέ Άρχοντα,

Δάσκαλε, ΧαρίλαεΤαλιαδώρε,

κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι σαν το ψάρι έξω από τη γυάλα, έξω από τη θάλασσα, γιατί όλοι οι προλαλήσαντες είναι Μουσικολόγοι, ειδικοί της Τέχνης μας της Ψαλτικής. Εγώ βέβαια βρίσκομαι χρόνια στον χώρο της Μουσικής αλλά αυτό είναι μια αναγκαιότητα βαθύτατη και φυσική με την οποία υπάρχω. Η ειδικότητά μου είναι η Θεολογία και γι’ αυτό θα ήθελα να πω ότι τα σχόλια τα οποία θα προσπαθήσω να καταθέσω προέρχονται από τον χώρο της Θεολογίας. Όμως, επιτρέψτε μου να έχουν και μερικές μικρές συναισθηματικές αναφορές, διότι τον κύριο Ταλιαδώρο προσωπικά δεν τον γνωρίζω, σήμερα τον συνάντησα, όμως τον γνωρίζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ο κύριος Ταλιαδώρος, το όνομα Χαρίλαος Ταλιαδώρος ήταν ένα όνομα, το οποίο έφτασε από πολύ νωρίς στο σπίτι μας, τελευταίο σπίτι πριν από την Εκκλησία του Προφήτη Ηλία στις αρχές της Άνω Πόλης, από τον ψάλτη πατέρα μου, ο οποίος αναφερόταν σε τρείς «πόλεις» μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Αυτές τις πόλεις τις βλέπαμε από το μπαλκόνι μας. Ήταν ο Αϊ Δημήτρης με τον Χρύσανθο Θεοδοσόπουλο. Αμέσως παρακάτω, η Αγιά Σοφιά με τον Χαρίλαο Ταλιαδώρο και πιο κάτω η Μητρόπολη με τον Αθανάσιο Καραμάνη. Έτσι λοιπόν, είχε δημιουργηθεί μέσα μου μια Μυθολογία, η Μυθολογία αυτών των σπουδαίων Μαστόρων, να πω αυτή τη λέξη, οι οποίοι διακονούσαν μια παλιά και ταυτόχρονα πολύ καινούρια Τέχνη, την Τέχνη της Ψαλτικής της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Είναι σαφές βεβαίως πως αυτή η Μυθολογία μας οδηγούσε στις Εκκλησιές για να ακούμε τους Δασκάλους Ψαλτάδες.

Με αφορμή αυτήν την εισαγωγική παρατήρηση, θα ήθελα να οδηγηθώ τώρα σε τρεις δευτερεύουσες παρατηρήσεις σε σχέση με το θέμα μου. Το θέμα λοιπόν είναι: Τέχνη και Καλλιτέχνης στην Ορθόδοξη Θεολογία γενικότερα και την Ψαλτική Τέχνη ειδικότερα. Νομίζω είναι το ίδιο πράγμα.

Σημείο πρώτο: Δυτική αισθητική και Ανατολική φιλοκαλία. Πάρα πολλοί στον τόπο μας, αλλά και αλλού, υποστηρίζουν ότι στον χώρο της Ανατολής δεν υπάρχει αισθητική, διότι η Ανατολή, λένε, είναι η γη της φιλοκαλίας. Είναι περίπου αληθές και περίπου ψευδές, διότι η αισθητική, η οποία με πολύ μεγάλη ευκολία χαρίζεται στη Δύση, είναι μια πραγματικότητα η οποία αφορά την Ανατολή. Έτσι θα έλεγα ότι θα πρέπει να συνδυάσουμε τις δύο πραγματικότητες και να μιλήσουμε για φιλόκαλη αισθητική της ανατολικής Θεολογίας και Τέχνης. Και τούτο διότι σε καμία περίπτωση, και οι προλαλήσαντες το τόνισαν με ιδιαίτερο τρόπο, και είναι σημαντικό αυτό, οι Τέχνες στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Αγιογραφία, η Ψαλτική, η Ναοδομία, δεν είναι Τέχνες οι οποίες αφίστανται της ηδύτητος, της ωραιότητος, της ομορφιάς, του κάλλους. Συνηθίζουμε να λέμε ότι είναι Τέχνες ασκητικές, λειτουργικές και αυτό οδηγεί σε μερικές θεωρήσεις και απόψεις που οδηγούν κάποιους να υποστηρίζουν, με τον δικό τους τρόπο, ότι η Βυζαντινή Μουσική για παράδειγμα, είναι μια Μουσική η οποία δεν έχει τα χαρακτηριστικά της ωραιότητος που έχει η Δυτική μουσική παράδοση και τα δημιουργήματα αυτής της Δυτικής μουσικής παραδόσεως. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναληθές. Αυτά βέβαια πέρασαν και σε δικούς μας κριτικούς. Έτσι, υπήρξανε ερευνητές, ερμηνευτές, οι οποίοι έλεγαν πράγματα τα οποία ήταν αδιανόητα. Δηλαδή όταν αναφερόντουσαν στη Βυζαντινή Μουσική, τη συνέδεαν με τους αγράμματους Ψαλτάδες ορισμένων επαρχιών ή των χωριών τους, ως και τους τούρκικους αμανέδες, γι’ αυτό και με ειρωνικό τρόπο, θεωρούσαν ότι οι Βυζαντινοί (Ψαλτάδες), λίγο ή πολύ, ρινοφωνούν εκφωνώντας και τραγουδώντας και ψάλλοντας τα μέλη τους, γι’ αυτό κι αντιμετώπιζαν αυτήν την Τέχνη και τις Τέχνες γενικότερα με μία ακραία υποτίμηση. Μάλιστα, ο πολύς Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε ότι «περί δε της

Εκκλησιαστικής ημών ρινοφωνίας, κρίνω περιττό να είπω τι ενταύθα». Και τούτο διότι θεωρούσε, πως τα ένρινα άσματα της Εκκλησίας και όλα όσα συνδέονται με αυτά είναι ξένα προς έναν Ροσσίνι (Rossini)και έναν Μόζαρτο (Mozart). Τραγικότητες. Και νομίζω ότι, ο τιμώμενος σήμερα Άρχων, και η παράδοση που κουβαλά πίσω του, αποδεικνύουν του λόγου το αναληθές του Ροΐδη και των πολλών Ροΐδιδων και εδώ και αλλού.

Σημείο δεύτερο: Ψαλτική  αισθητική  και  Χριστιανική  οντολογία, άλλως  Θεολογία.  Δηλαδή,  πρέπει  να κατανοήσουμε κάποτε ότι η Τέχνη στον χώρο της Εκκλησίας, είναι μια συνέπεια ή ένα χαρακτηριστικό του τρόπου, συνολικά του τρόπου, της Εκκλησίας. Δεν είναι κάτι πέρα και έξω από την Εκκλησία ή ένα περιθώριο της Εκκλησίας. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα για να το καταλάβουμε όλοι μαζί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας επιλέγουν την ορολογία των Τεχνών για να εκφράσουν την βαθύτερη Θεολογία και Οντολογία, δηλαδή τη διδασκαλία τους. Για παράδειγμα, ο Θεός, στα κείμενα της Πατερικής μας Θεολογίας είναι όντως καλλιτέχνης, δημιουργός και η ενέργεια του Θεού, η Τριαδική ενέργεια, ονομάζεται παντού Τέχνη ή καλλιτεχνία σε, αν θέλετε, αντιβολή με την τέχνη του διαβόλου, η οποία ονομάζεται κακοτεχνία. Άρα λοιπόν αυτή η υιοθέτηση της ορολογίας τωνΤεχνών από τους Πατέρες της Εκκλησίας για να εκφράσουν τη Θεολογία τους, καταλαβαίνετε σε ποιο βαθμό οδηγεί στην απόλυτη υιοθέτηση της ουσίας των Τεχνών. Όταν υιοθετούμε την ορολογία είναι σαφές ότι υιοθετούμε την ουσία τους κι αυτό που οι Τέχνες κάνουν. Γιατί λοιπόν οι Πατέρες υιοθετούν αυτήν την ορολογία; Για να κάνουν τι; Τι κάνει η Τέχνη; Λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ένας από τους πρώτους Πατέρες της Εκκλησίας, Πατέρας της αρχαίας Εκκλησίας, ότι η Τέχνη είναι αυτή η οποία επιτρέπει την ενότητα επί το αυτόεν αμερίστω καρδία, δηλαδή ενώνει την κοινότητα επί το αυτό σε μία ουσιώδη-ουσιαστική πραγματικότητα. Νομίζω είναι σαφές ότι το ίδιο πράγμα που κάνει ο Θεός ως αριστοτέχνης και καλλιτέχνης, κάνει και η Τέχνη της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως η Ψαλτική Τέχνη, η οποία όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «Ὥστε καὶ τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν τὴν ἀγάπην ἡψαλμῳδία παρέχεται, οἱονεὶ σύνδεσμόν τινα πρὸς τὴν ἕνωσιν τὴν συνῳδίαν ἐπινοήσασα, καὶ εἰς ἑνὸς χοροῦ συμφωνίαν τὸν λαὸν συναρμόζουσα»[1]. Στην καρδιά της Εκκλησίας βρίσκεται, λοιπόν, η Τέχνη, ή να το πω αλλιώς και πιο απόλυτα, η Εκκλησία είναι καλλιτεχνία, εφόσον ο Θεός είναι καλλιτέχνης, δημιουργός, αριστοτέχνης, τεχνίτης∙ αυτές είναι ορολογίες που χρησιμοποιούνται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, η Εκκλησία είναι Τέχνη και καλλιτεχνία και με αυτήν την έννοια ποιεί την ενότητα της αγάπης, γι αυτό και η τέχνη του διαβόλου ως κακοτεχνία, τι κάνει; σμπαραλιάζει την ενότητα της αγάπης. Αυτό είναι που κάνει τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο να λέει «φεύγετε ουν τας ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη», τους κακοτέχνας, λοιπόν, και την κακοτεχνία να «φεύγουμε» όχι την τέχνη.

Σημείο τρίτο: Λαϊκότητα και Ψαλτική Τέχνη. Θα ήθελα να πω ότι αυτή η σημαντικότητα της οντολογίας της Τέχνης στην Εκκλησία και ιδιαίτερα η σημαντικότητα της Ψαλτικής οντολογίας, αποκαλύπτει τη σημαντικότητα του λαού∙αποκαλύπτει το ρόλο του χορού και ως εκ τούτου τη φυσιολογία του εκκλησιαστικού σώματος. Ο χορός απαντά ως λαός στον Ιερέα, είναι ο λαός μαζί με το λαό. Αυτή τη λαϊκότητα λοιπόν της οντολογίας της ουσίας των πραγμάτων αλλά και της εξωτερικής εικονικής τους πραγματικότητας κατανόησαν σπουδαίοι δημιουργοί του εικοστού αιώνα στον τόπο μας, ανάμεσα στους οποίους ο Μάνος Χατζηδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο Μίκης Θεοδωράκης έλεγε: ευτυχώς που υπάρχει ο Εσπερινός της Εκκλησίας και σώθηκε το ελληνικό τραγούδι, διότι μετά τον Εσπερινό ακολουθούσε ο χορός και το γλέντι του λαού. Και ήταν αυτός ο χορός, ήταν αυτό το γλέντι του λαού στο οποίο πρώτος πάντα το χορό έσερνε ο ιερέας, ο παπάς και έτσι εξ αιτίας των πολλών αγίων της Εκκλησίας και των πολλών εσπερινών σώθηκε το τραγούδι. Από την άλλη πλευρά, ο πολύ σημαντικός, ο εκρηκτικός και εξάπαντος σπουδαίος Μάνος Χατζηδάκις, στο βιβλίο του Ο καθρέπτης και το μαχαίρι, αναφερόμενος σ’ αυτή την υψηλή Τέχνη, υψηλών ανθρώπων (γιατί η διακονία μίας υψηλής Τέχνης προϋποθέτει υψηλούς ανθρώπους, με χαρακτηριστικά όχι ηθικής αλλά πραγματικού ήθους), γράφει: «Πάνω σ’ αυτούς τους ρυθμούς, χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνουμε καθαρά την επίδραση, ή καλύτερα την προέκταση του Βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστικτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μα ακόμη παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, που δεν είναι άλλη από την αυστηρή και απέριττη εκκλησιαστική μελωδία». Αυτό το αυστηρό και απέριττο συναντά κανείς, κι εγώ ως ακροατής του Χαρίλαου Ταλιαδώρου μπορώ να το υποστηρίξω μετά μανίας, στην δική του ψαλτική Τέχνη. Θα έλεγα ότι ο Δάσκαλος Χαρίλαος Ταλιαδώρος, -και νομίζω μεγαλύτερη κουβέντα από το Δάσκαλος, που οι μαθητές του του χαρίζουνε, δεν υπάρχει, δεν υπάρχει σημαντικότερο δώρο για έναν άνθρωπο, ο οποίος χαρίζει την ύπαρξήτου σε μια τέτοια διαδικασία-, ενσαρκώνει αυτό το απέριττο, αυτήν την χαμένη αρχοντιά. Άρχοντας, άλλωστε, της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Η Αρχοντιά είναι μία λέξη η οποία τείνει να χαθεί στον τόπο μας. Κι ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος είναι ο τελευταίος, επιτρέψτε μου, εκείνου του αρχοντικού γένους που έρχεται σε  ευθεία  σύγκρουση  με  το  νεότερο  πνευματικό  μας  νεοπλουτισμό  και  το  οποίο  σήμερα  όλοι θυμόμαστε με αγάπη, σεβασμό, εκτίμηση και ενθουσιασμό. Όμως, επειδή τα πράγματα δεν είναι μονότροπα και επειδή εμείς στον χώρο της Θεολογίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνηθίζουμε να λέμε ότι στο τέλος πάντα μένει η ελπίδα των πραγμάτων και η αγάπη, θα κάνω δύο μικρά σχόλια και με αυτά κλείνω. Πρώτον, θεωρώ ότι η παρουσία του Χαρίλαου Ταλιαδώρου στον τόπο μας είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ιστορία της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης και του Βυζαντινού Ελληνισμού, αν θέλετε και οπωσδήποτετης Ορθοδοξίας. Δηλαδή, για να καταλάβετε την σημαντικότητα του ανδρός θεωρώ ότι αν κανείς θα πρέπει να γράψει την ιστορία της πόλης, αν λείπει από αυτήν την ιστορία το πρόσωπο και η δουλειά του Χαρίλαου Ταλιαδώρου, αυτή η ιστορία θα είναι ελλιπής. Μπορεί να ακούγεται βαρύ, θα το καταλάβουμε σε λίγα χρόνια, όσο απομακρυνόμαστε από τα πράγματα. Και δεύτερον, η σημαντικότητα του ανδρός φαίνεται όχι μόνο από την δικιά του παρουσία, αυτή είναι δεδομένη, αλλά και από το γεγονός που λέγεται μαθητές. Όπως συνήθιζε ο δικός μου Δάσκαλος, ο Νίκος ο Ματσούκας να λέγει συνεχώς: το δένδρο από τον καρπό φαίνεται, κι ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος έχει πολλούς καρπούς και σημαντικούς, προς τους οποίους όλοι προσβλέπουμε.

Αγαπητέ Δάσκαλε, να είστε καλά! Ο Θεός να σας έχει γερό κι εμείς όλοι και άλλοι πολλοί να σας χαιρόμαστε.


[1] Μέγας Βασίλειος, Εἰς τὸν πρῶτον Ψαλμόν, σε Βασιλείου Καισαρείας του Μεγάλου, Ἅπαντα τὰ ἔργα 5, Ὁμιλίαι εἰς Ψαλμούς, επιμέλεια Σοφία Καρακαδίσου,  Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας 12 (Θεσσαλονίκη: Γρηγόριος  ὁ Παλαμᾶς, 1974), σ. 14, στίχοι 24-27.

1] Για την απομαγνητοφώνηση της παρούσης εισήγησης ευχαριστούμε τον κ. Δημοσθένη Σπανουδάκη.

https://docplayer.gr/39737314-Aristoteleio-panepistimio-thessalonikis-tmima-moysikon-spoydon-harilaos-taliadoros-timitiki-ekdilosi-gia-ta-70-hronia-protopsalteias.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s