Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής κατά τον γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ.

gerontas-sofronios«Εκάλεσα την απόγνωσιν, ήτις κατείχεν εμέ, μέγα δώρον του Ουρανού. Τούτο όμως συνειδητοποίησα ουχί ενωρίτερον, ει μη μετά παρέλευσιν τριάκοντα ετών αγώνος…Ήρχιζεν η διαδικασία της αποχωρήσεως μου εκ του κόσμου. Ωρθούτό τι μεταξύ εμού και των ανθρώπων: Απώλεσα το ενδιαφέρον της μετ’ αυτών συναναστροφής: Εξηφανίζοντο το εν μετά το άλλο τα σημεία επαφής. Ο κόσμος της τέχνης –η ζωγραφική, η μουσική, η ποίησις, η λογοτεχνία, το θέατρον, κ.τ.ο.- παν ό,τι ενωρίτερον απετέλει το κύριον περιεχόμενον και το νόημα του είναί μου εξησθένει και ήρχιζε να φαίνηται επιπόλαιον έργον, συχνάκις παιδικής μόνον ψυχαγωγίας. Και τούτο δεν ήτο εύκολον δι’ εμέ. Κατά καιρούς, εν τη πρώτη περιόδω, ήμην κατά μαρτυρικόν τρόπον δεδιχασμένος ανά μέσον δύο πόλων έλξεως: του πάθους του ζωγράφου και της προσευχής. Ούτω συνέβαινεν έως ότου η προσευχή ενίκησε πάσαν άλλην δραστηριότητα εν τω κόσμω τούτω. Υπήρχε μόνον εις σκοπός: να ανεύρω τον αληθινόν Θεόν, τουτέστι τον Δημιουργόν πάσης υπάρξεως, και να ζήσω αιωνίως ηνωμένος μετ’ Αυτού» .
Έχει κανείς την αίσθηση με την ανάγνωση τέτοιων κειμένων, σαν αυτό του γέροντος Σωφρονίου, από το Περί Προσευχής έργο του, πως μπορεί να κατανοεί με βεβαιότητα τα πράγματα, να είναι σίγουρος για την αλήθεια που απλόχερα και ξεκάθαρα του αποκαλύπτεται. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ο γέροντας να δηλώνει με σαφήνεια την ύπαρξη δύο κόσμων, που δεν μπορούν να έχουν πλέον κανένα σημείο επαφής, δύο κόσμων συγκρουόμενων. Από τη μια ο παρών κόσμος των ανθρώπων και από την άλλη ο κόσμος του Θεού. Για να ζήσει κανείς πραγματικά, κατ’ αλήθειαν οφείλει να ξεπεράσει το διχασμό που δημιουργεί το ταυτόχρονο πάτημα και στους δυο κόσμους, στους δυο πόλους έλξης, στην προκειμένη περίπτωση το πάθος της ζωγραφικής και την προσευχή, και να ταχθεί οριστικά και αμετάκλητα στον ένα κόσμο, τον κόσμο τον αληθινό και μόνο, που δεν μπορεί παρά να είναι ο κόσμος του Θεού. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια κίνηση αποχώρησης από το πλασματικό, με σκοπό άμεσο τη συνάντηση και εν τέλει ένωση με το αληθινό, στην προκειμένη περίπτωση το δημιουργό Θεό, την αιτία κάθε υπάρξεως.
Συνεπώς, θα συμπέρανε κανείς ότι όλα όσα αφήνει ο άνθρωπος πίσω του, τα νικημένα, πρέπει να θεωρούνται ως εμπόδιο. Εμπόδιο, λοιπόν, ο κόσμος, εμπόδιο οι άνθρωποι, εμπόδιο οι τέχνες για την απόκτηση του ζητουμένου, δηλαδή του απολύτου είναι. Για να βρεθεί κανείς στον αληθινό κόσμο, τον κόσμο που αποκαλύπτει η προσευχή θα πρέπει να καταρρεύσουν εντός του όλα τα υποκατάστατα, όλα τα παλαιά, όλα τα υψηλά των ανθρώπων που ο Θεός βλέπει ως βδελύγματα. Γράφει σχετικά ο γέρων: «Αυτή αύτη η τέχνη, ήτις ενωρίτερον ήτο το πλέον ουσιώδες στοιχείον της ζωής μου –ως προς την γνώσιν του κόσμου διά της θεωρίας της ορατής όψεως αυτού, διά του θαυμασμού ενώπιον του μυστηρίου του κάλλους- παρουσιάζετο εις εμέ ως περιορισμένη και ανεπαρκής διά την απόκτησιν του ζητουμένου υπ’ εμού απολύτου είναι. Πάντα τα παλαιά, άτινα έπειτα εφαίνοντο εις εμέ αφελή, συχνότερον δε “βδέλυγμα” (βλ. Λουκ. 16,15) κατέρρευσαν. Την θέσιν αυτών κατέλαβε παράφορος προσευχή, ήτις μετέφερεν εμέ εις άλλας σφαίρας του Είναι. Αύτη ουχί άνευ πάλης διέρρηξε τους προγενεστέρους δεσμούς μου, ιδιαιτέρως προς την τέχνην, τούτο δε διήρκεσεν επί μήνας, πριν ή δυνηθώ να αναχωρήσω διά το Άγιον Όρος. Εκεί, εν τω ευλογημένω εκείνω τόπω, η προσευχή εκυρίευσεν εμού εις μεγαλύτερον μέτρον» .
Και εδώ τα πράγματα μοιάζουν ξεκάθαρα. Όλα τα παλαιά, ανάμεσα τους και η ζωγραφική, είναι αφελή και ο ολοκληρωτικός μηδενισμός τους αποτελεί τη μόνη δυνατότητα διαφυγής από τα δεσμά τους. Μια διαφυγή που μεμιάς ανοίγει το δρόμο για τον Θεό.
Είναι όμως τούτο το προφανές πραγματικό; Είναι το ξεκάθαρο αληθινό; Είναι αλήθεια όλα όσα τα μάτια μας βλέπουν; Οφείλω να σημειώσω πως ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αβεβαιότητα προτιμώ τη δεύτερη. Είναι τούτη η «γλυκυτάτη αβεβαιότης» που μας οδηγεί στην επιφύλαξη, σ’ ένα κόμπιασμα, σε μια αδυναμία να πιστέψουμε όσα από μακριά βλέπουμε . Ίσως ο Θωμάς εν τέλει, ο λεγόμενος άπιστος -πόσο εύκολες στ’ αλήθεια οι ετικέτες-, να ήξερε καλύτερα. Θέλησε να αγγίξει την αλήθεια με τα δάχτυλά του, να γευτεί τον Θεό του, να αποκαλύψει την αξία της αφής, τούτου του μυστηρίου που μας σώζει από τα είδωλα και τις πνευματικότητές τους. Μοιάζει έτσι να έχει δίκαιο η ποιήτρια Κική Δημουλά, όταν σημειώνει στο ποίημά της Το διαζευκτικόν ή, τα εξής αποκαλυπτικά:

Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα .

Δίχως αμφιβολία η κορυφαία σήμερα ποιήτριά μας, ως άλλος δύσπιστος και εξάπαντος όχι άπιστος Θωμάς, μας καλεί σε μια εσωτερική θέαση της θεολογίας του γέροντος Σωφρονίου. Μας καλεί σε μια υποστατική ένωση, με τον ακριβό καρπό του τρόπου του, δηλαδή σε μια κατ’ αλήθειαν ένωση, που αφίσταται από οποιεσδήποτε «οικονομικές» ενώσεις ομοιοτήτων ή μορφών απλώς ανυποστάτων, αλλά και από οποιεσδήποτε τροπές, μεταχωρήσεις και συγχύσεις. Μας καλεί εν τέλει να γονατίσουμε μπροστά στη θεολογία του γέροντος, γυμνοί από βεβαιότητες και ανέξοδες ερμηνείες μήπως και αγγίξουμε με τα ακροδάχτυλά μας την αγωνία του για τη συνάντηση με τον Νυμφίο.
Θα πρέπει δυστυχώς να το πω δυνατά και με πάθος πως και στην περίπτωση του γέροντος, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις της σύγχρονης Ορθοδοξίας, ο ηθικισμός, αφού πρώτα τον χτύπησε με μανία για τη δημιουργία της μεικτής Ι. Μ. του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, στο Essex της Αγγλίας, αλλά και για τον εξομολογητικό τρόπο που επέλεξε για να φανερώσει τις εμπειρίες του, κάτω από το βάρος της αδυναμίας του να τον ακυρώσει δια της συντριβής του, θέλησε να τον προσδιορίσει και συνεπώς να τον περιορίσει κανονιστικά, μέσα από ανεπίτρεπτες αντικειμενοποιήσεις, απλουστεύσεις και γενικεύσεις. Έτσι, η διδασκαλία του, αποτέλεσμα υπαρξιακής πάλης με Θεό και ανθρώπους, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της αντοχής μας, χρησιμοποιήθηκε για «πνευματικό ωφελιμισμό» και εδραίωση κατεστημένων σχημάτων ασφάλειας.
Το άδειασμα της ύπαρξης, η ερήμωση του ανθρώπου από το περιεχόμενό του, ένας δηλαδή ανθρωπολογικός μηδενισμός, σκληρότερος ίσως από οποιονδήποτε θεολογικό μηδενισμό, αντικατέστησε στην πράξη τη μόνη δυνατότητα για ζωή, τον έρωτα. Σύνηθες σχήμα άλλωστε στον χώρο της Ορθοδοξίας η εκχώρηση των βασικών, η απαλλοτρίωση του σώματος και του αίματος του Χριστού. Λες και δεν έγινε η σάρκωση, λες και ο Λόγος δεν προσέλαβε μέσα στην αγάπη του το ταπεινό και καταφρονεμένο. Λες και δεν έγινε η μεταμόρφωση.
Είναι αυτές οι παρατηρήσεις, λοιπόν, πραγματικότητες καθημερινές, που μας αναγκάζουν να δούμε τα πράγματα από την αρχή. Έχετε νομίζω ήδη αντιληφθεί την πορεία της σκέψης μου. Η προσπάθεια μου θα εστιαστεί στην εξέταση της σχέσης της μνήμης του θανάτου με την προσευχή και τη ζωγραφική, το μεγάλο πάθος του πατρός Σωφρονίου. Άμεσος στόχος, δια του φωτισμού μιας τέτοιας «ιδιοτροπίας», η κατάδειξη της σχέσεως του με τον κόσμο ολάκερο και τη ζωή. Και τούτο, διότι η ζωγραφική φαίνεται να είναι κατά τον γέροντα το τελευταίο «εμπόδιό» του, ο «τελευταίος πειρασμός», για τη συνάντηση με το πρόσωπο του έρωτος, ή καλύτερα πριν τη συνάντηση με το πρόσωπο του έρωτος, το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, τον Χριστό.
Το ερώτημα, δηλαδή, που τίθεται με άμεσο και επιτακτικό τρόπο στην παρούσα συνάφεια και πρέπει εξάπαντος να απαντηθεί, είναι ξεκάθαρο: υπάρχει στ’ αλήθεια σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη του θανάτου και τη ζωγραφική; Δηλαδή, με άλλα και απλούστερα λόγια, η άρνηση της ζωγραφικής εκ μέρους του πατρός Σωφρονίου αποτελεί το μόνο δρόμο κοινωνίας με την υποστατική αρχή του είναι, τον Θεό; Είναι η ζωγραφική εμπόδιο στην πορεία κοινωνίας με τον Άγιο των Αγίων; Και κατά προέκταση είναι ο κόσμος και ο πολιτισμός εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, να καταργηθούν προκειμένου να φτάσει κανείς στον Θεό;
Κουβέντες του γέροντα όπως, «Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης. Δια της προσευχής εισερχόμεθα εις κοινωνίαν μετά του Ανάρχου Όντος» , φαίνεται να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα ποιότητας, καλού ή κακού, αλλά εντάσεως. Κοινό χαρακτηριστικό της προσευχής, της τέχνης και της επιστήμης είναι η δημιουργικότητα. Εκείνο που κάνει την προσευχή να ξεχωρίζει από την τέχνη και την επιστήμη, η ανωτερότητά της, είναι το ατελεύτητον της δημιουργικότητάς της. Είναι αυτή η προσευχή που αποκαλύπτει το μυστήριο του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν, η προσευχή που επιτρέπει στον άνθρωπο να συνεργήσει με τον Θεό στην πράξη της «υπ’ Αυτού δημιουργίας αθανάτων θεών» . Μοιάζει έτσι η πορεία προς τον Θεό να χαρακτηρίζεται από τον γέροντα ως ένα ταξίδι μέσα στη δημιουργικότητα με σκοπό τη συνάντηση του κατεξοχήν δημιουργού, του ακτίστου Θεού, του «Αγίου Γλύπτη» . Άλλωστε, όπως με σαφήνεια σημειώνει, «και ο καλλιτέχνης και ο φιλόσοφος και ο επιστήμων είναι δυνατόν όντως να πάσχουν εν τη δημιουργική πάλη, καίτοι το έργον αυτών είναι αληθώς μηδαμινόν εν συγκρίσει προς το ημέτερον» . Να, λοιπόν, και πάλι η διαφορά στην ένταση, στην ένταση του πάθους. Έτσι φαίνεται πως εκείνο που εν τέλει προκρίνει την προσευχή σε σχέση με όλες τις άλλες πραγματικότητες είναι η έκρηξη του πάθους και οπωσδήποτε όχι η αναζήτηση της απάθειας. Ή για να το πούμε αλλιώς η έκρηξη της πάσχουσας απάθειας. Ο Θεός λέγει ο γέροντας είναι απαθής, το ίδιο και οι «εν Αυτώ σεσωσμένοι επίσης απαθείς» , δηλαδή άνθρωποι αγιασμένοι από το Πνεύμα του Θεού, η ενέργεια του οποίου είναι η αθάνατη αγάπη. Μια αγάπη, όμως, που δεν ζημιώνεται από τα παθήματα, αφού «ίδιόν» της είναι «να συμπάσχη μετά πάντων» .
Μέσα από μια τέτοια προβολή και κατανόηση των πραγμάτων γίνεται σαφές πως το θέμα από τον γέροντα τοποθετείται σε βάση άκρως οντολογική. Δηλαδή, σκοπός της ζωής δεν μοιάζει να είναι η σωτηρία, αλλά η ένωση, εξάπαντος ερωτική, άκρως αγαπητική, με το πρόσωπο του πόθου. Η σχέση Θεού και ανθρώπου δεν είναι ωφελιμιστική, αλλά ερωτική. Ο Θεός δεν είναι το μέσον για να φτάσει κάποιος στη σωτηρία, είναι η ίδια η σωτηρία, και οι φίλοι Θεού το γνωρίζουν καλά αυτό. Έτσι, αίρονται κάθε είδους μικροσκοποί και μικροεπιδιώξεις που εκφράζονται μέσα από προσπάθειες ανακάλυψης για την ανακάλυψη και την τελική κατάκτηση δίκην αντικειμένου. Σε μια τέτοια διαδικασία η ανακάλυψη δεν έχει τέλος, είναι ένα συνεχές «κοντεύει», που κινδυνεύει από την απώλεια της εκπλήξεως και τη δημιουργία απόλυτων πεποιθήσεων. Αντίθετα, η στάση της συνεχούς εκπλήξεως, σημειώνει ο γέροντας, φανερώνεται με τη διάθεση του ανθρώπου να δεχτεί «Αυτόν ως θεμελιώδη Αλήθεια», ανεξάρτητα από το γεγονός αν αυτή η οντολογική αλήθεια συμπίπτει ή όχι με τις ιδέες που έχει ο άνθρωπος γι’ αυτήν την «Αλήθεια».
Έτσι, ο προσευχόμενος, χωρίς να κενώνεται από τις αμφιταλαντεύσεις του, μόνο και μόνο με τη άφεμά του στη θεϊκή έκπληξη, γνωρίζει «απερίγραπτον ωραιότητα» υπερκόσμιας έλλαμψης, ως υποψία οσφραντική της επέκεινα βεβαιότητας της Βασιλείας του Θεού, της αιώνιας πραγματικότητας.
Δεν χωρά αμφιβολία πως αποφασιστική σημασία στην πνευματική αναζήτηση του γέροντα έπαιξε οπωσδήποτε η τραγικότητα του πολέμου. Το 1914 εξερράγη ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η «αλήθειά» του σημάδεψε τη ψυχή του. Οι ειδήσεις για το θάνατο χιλιάδων αθώων ανθρώπων, που φονεύθηκαν στα πεδία της μάχης με βία, φανέρωνε ενώπιον του νεαρού Ρώσου το μέγεθος της ανθρώπινης τραγωδίας, που γεννά η αυθαιρεσία «διεστραμμένων τινών εξουσιαστών» και παράλληλα μορφοποιούσε εντός του το μέγα υπαρξιακό ερώτημα του σκοπού της υπάρξεως του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό, όπως ο ίδιος σημειώνει, ελάμβανε «συνείδησιν της ανθρωπίνης υποστάσεώς» του.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και μέσα σε μια τέτοια κοσμοχαλασιά ο νέος έτρεχε για να ζήσει. Φοβότανε μη τυχόν χάσει έστω και μια ώρα από την πολύτιμη και περιορισμένη ζωή. Ήθελε να αποκτήσει γνώσεις για την τέχνη του, τη μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική, αλλά και για οτιδήποτε συγκινούσε την υπόστασή του. Εργαζότανε σκληρά στο εργαστήριό του, ταξίδευε σε Ρωσία και Ευρώπη για να εκθέσει έργα του και τέλος, για το καλό της τέχνης του, κατέληξε στη Γαλλία. Εκεί, γνώρισε σπουδαίους ανθρώπους από τον χώρο των Καλών Τεχνών, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκε να εκμυστηρευτεί έστω σε κάποιον από αυτούς κάτι για την «παράλληλη» ζωή του πνεύματός του. Δεν ένιωσε, άλλωστε, όπως ο ίδιος εξομολογείται, ποτέ αυτή την ανάγκη. Τα τελούμενα εντός του πήγαζαν από κάποια ανώτερή του αρχή, πέρα και έξω από τη θέλησή του και οποιαδήποτε πρωτοβουλία του. Επρόκειτο πραγματικά για «ανεξέλεγκτη» κατάσταση, που φανερώνονταν ως αδυναμία καθαρής αντίληψης του τι συμβαίνει, αλλά παράλληλα και ως βαθιά αίσθηση ότι το μη καταληπτό της εμπειρίας του ήταν οπωσδήποτε ιερό. Ακαταληψία, λοιπόν, και ιερότητα αποτελούσαν όψεις του ίδιου νομίσματος, συμβάλλοντα της βιωματικής του αντίφασης.
Στο μεταξύ και ενόσω η ύπαρξή του δοκιμάζονταν με τρόπο σκληρό, που έφθανε τα όρια του πάθους, η καλλιτεχνική του εργασία συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. «Το κάλλος του ορατού κόσμου» σημειώνει «συνδυαζόμενον προς το θαύμα της εμφανίσεως αυτής ταύτης της οράσεως, ηχμαλώτιζεν εμέ». Αποτέλεσμα μιας τέτοιας αιχμαλωσίας υπήρξε η διακαής προσπάθειά του να εκφράσει αυτό το φυσικό κάλλος μέσω της ζωγραφικής του. Πέρα, όμως, από την ορατή πραγματικότητα, που αποτελούσε την πρώτη αφορμή της τέχνης του, επεδίωκε να αισθανθεί την αόρατη, υπερβατική πραγματικότητα της ζωγραφικής του καλλιτεχνίας, η οποία του έδινε «στιγμάς λεπτής απολαύσεως». Είναι ξεκάθαρο εδώ, ότι βρισκόμαστε ακόμη στην περίοδο όπου η ζωγραφική δεν έχει εισέλθει στο χώρο της αμφισβήτησης. Και όχι μόνο δεν έχει εισέλθει στο χώρο της αμφισβήτησης, αλλά αποτελεί και τόπο παραμυθίας, μιας κάποιας έστω, της βασανισμένης από την άγνωστη ένταση υπάρξεως.
Από το ιστορικό, που ως τα τώρα παρέθεσα γίνεται σαφές το πλαίσιο εντός του οποίου η μνήμη του θανάτου θα συγκρουστεί με το πάθος της ζωγραφικής. Βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν της συνάντησης, όπου μνήμη θανάτου και ζωγραφική αποτελούν τρόπο υπάρξεως του ίδιου προσώπου στην πορεία ανακάλυψης της χαμένης παιδικής αυτοσυνειδησίας, που οδηγεί στη γνώση του Θεού. Η καρδιά του προβλήματος βρίσκεται ενώπιόν μας.
Έπρεπε να συμβούν όλα όσα συνέβησαν για να φθάσει καιρός, ο καιρός, «κατά τον οποίον» σημειώνει εξομολογητικά ο πατήρ Σωφρόνιος «η μνήμη του θανάτου, καταστάσα εντονωτέρα, εισήλθεν εις αποφασιστικήν σύγκρουσιν προς το πάθος μου δια την ζωγραφικήν». Μία σύγκρουση η οποία ούτε εύκολη υπήρξε, αλλά ούτε και βραχεία. Η ύπαρξή του έγινε πεδίον πάλης σε δύο επίπεδα. Από τη μια μεριά, η «χάρις της μνήμης του θανάτου δεν συγκατέβαινεν έως της γής» και από την άλλη, «η τέχνη επενόει τρόπους, όπως παρουσιασθή ως τι υψηλόν, πέραν του γηίνου επιπέδου», η οποία, όμως, σε τελική ανάλυση είναι ικανή «εις τας καλυτέρας αυτής επιτεύξεις να επιτρέψη την επίψαυσιν της αιωνιότητος». Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες και μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, κάθε προσπάθεια της τέχνης, της ζωγραφικής αποδείχθηκε μάταια. Η μάχη ήταν άνιση και τούτο ήταν με ευκολία εμφανές. Στο τέλος «ενίκησεν η προσευχή».
Το μείζον ερώτημα, βεβαίως, αυτό που έχει και την ξεχωριστή σημασία στην παρούσα προσπάθεια είναι σε τί συνίσταται η νίκη της προσευχής, ποια εν τέλει υπήρξε η πτώση της ζωγραφικής, τί «σημαίνει» μια τέτοια πτώση και τί «σημαίνει» μια τέτοια νίκη για την αυτοσυνειδησία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, για τον άνθρωπο της Ορθοδοξίας; Γιατί ο γέρων Σωφρόνιος σπαταλά τόσο μελάνι για ένα τέτοιο θέμα, που για πολλούς έχει τα δικά του αυτονόητα; Τελικά, η μνήμη του Θεού και η προσευχή είναι αλήθειες εξαρτώμενες από εξωτερικούς παράγοντες, από κλειστά σχήματα προσδιορισμού και περιορισμού του τρόπου υπάρξεως; Μπορούν να ανθίσουν σε «κοινωνία» με άλλες διαμεσολαβητικές πραγματικότητες; Αν ναι πως και εάν όχι γιατί; Μήπως η Ορθοδοξία μέσα από τέτοιους δρόμους φανερώνεται ως μια Εκκλησία των στερήσεων και της ερήμωσης για χάρη του Θεού; Μήπως ο Θεός της Ορθοδοξίας κινδυνεύει τον κίνδυνο του εγωκεντρισμού και της αποκλειστικότητας; Και εάν η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι καταφατική, τότε γιατί ο Θεός δημιούργησε την κτίση και τον άνθρωπο; Και γιατί ο άνθρωπος φτιάχτηκε ελεύθερος, σε τί του χρησιμεύει μια ελευθερία την οποία πρέπει να πετάξει για να συναντήσει το αποκαλυπτόμενο;
Νομίζω ότι το ερώτημα, με το μερισμό που του επιβάλαμε, παραμένει ένα και μοναδικό. Είναι, άλλωστε, και το ερώτημα, που ο ίδιος ο γέρων Σωφρόνιος έχει θέσει σε άλλο σημείο του έργου του: Τί είναι αυτό που τελικά μένει στον αιώνα από την «αλήθεια των πραγμάτων» του ανθρώπου, και τί είναι αυτό που χάνεται; Είναι ο κόσμος και η ζωή αντικατοπτρισμός ή πράγμα;
Η θέση του μεγάλου μυστικού στην προκειμένη περίπτωση, αν και δύσκολη στην ανακάλυψή της, άκρως καθαρή. Εντάσσεται στα πλαίσια διάκρισης συμβόλου και ειδώλου, έτσι όπως εμφανίζεται στα όρια της ορθόδοξης θεολογίας. Το είδωλο λειτουργεί για τον εαυτό του, καλεί στον εαυτό του και διακηρύσσει την εκ μέρους του δυνατότητα σωτηρίας του ανθρώπου μέσα στα όρια της δικής του κλειστής πραγματικότητας. Λειτουργεί δίκην τοίχου από τον οποίο κανείς δεν μπορεί, αλλά και δεν έχει λόγο να περάσει. Η συνάντηση μαζί του αποτελεί το τέλος της πορείας των κεκλημένων προσώπων. Χαρακτηριστική περίπτωση κτισιολογικής ειδωλολατρίας, πέρα από την περίπτωση της πτώσης του ανθρώπου, συνιστά η πτώση του Εωσφόρου, που αποτελεί την «πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή». Η έκπτωσή του, από την κατάσταση «υιού της πρωίας» σε «πρίγκιπα του σκότους», υπήρξε αποτέλεσμα «αυτοερωτικής θεωρίας» της ωραιότητάς του, θεωρία η οποία εν τέλει κατέληξε σε μια μορφή «αυτοθέωσης».
Αντίθετα, το σύμβολο λειτουργεί διαμεσολαβητικά. Υφίσταται για να φανερώνει, συνεχώς και εδώ, το αποκαλυπτόμενο επέκεινα, πίσω από το εδώ. Η αλήθεια του συνίσταται στο ξεπέρασμά του, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν νοείται ως κατάργησή του, αλλά ως μεταμόρφωση του. Καλεί, δηλαδή, αδιάκοπα, τα πρόσωπα της κοινωνίας να συναντήσουν τη διαφάνειά του, την ύπαρκτική του αλήθεια, την οποία οφείλουν να κατανοήσουν ως ενυπόστατη και εξάπαντος όχι ως ανυπόστατη. Το σύμβολο είναι το σημείο συνάντησης του ανθρώπου με την κτιστότητά του, το σημείο συνάντησης με τα όρια της υπάρξεώς του, και η ταυτόχρονη φανέρωση του ακτίστου, εντός του οποίου μόνον μπορεί το κτιστό να αληθεύει. Πολύ σωστά ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, αυτός ο κορυφαίος θεολόγος της ρουμάνικης θεολογίας σημειώνει: «Ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο για να τον κρατάει χωριστό ή να τον λιώνει μέσα Του, αλλά για να τον μεταμορφώνει. Το σύμβολο είναι η απόδειξή μας ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι ούτε μια μοναδική πραγματικότητα ούτε μια πραγματικότητα η οποία βγαίνει από την μια μοναδική ουσία και εξαφανίζεται εντελώς σ’ αυτήν, στην πανθεϊστική έννοια».
Βέβαια, όταν ο άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει την αναφορικότητα της κτίσης και δεσμεύεται στην ενθαδικότητά της, πέρα από το δικό του αφανισμό στην άβυσσο της ανυπαρξίας, καταδικάζει σε μηδενισμό και την ίδια την κτιστή πραγματικότητα. Είναι ξεκάθαρη στο πεδίο μιας τέτοιας θεώρησης η προοπτική της ορθόδοξης θεολογίας που δεν κατανοεί τον άνθρωπο όχι μόνον πέρα και έξω από τον Θεό, αλλά ούτε πέρα και έξω από τη σύνολη δημιουργία. Ο άνθρωπος ξεκομμένος από την κτίση αδυνατεί να γνωρίσει τον Θεό. Είναι ο άνθρωπος του τίποτα και του πουθενά. Θεός, κόσμος και άνθρωπος πιασμένοι σε χορό κυκλωτικό φανερώνουν την αλήθεια της πραγματικής υπάρξεως και την εσχατολογική ενότητα της ζωής.
Τη διαφύλαξη τούτης της ενότητας, που στην πραγματικότητα είναι ο μοναδικός τρόπος ανάδειξης του προσώπου, φαίνεται πως θέλει να σώσει ο πατήρ Σωφρόνιος, ο καλλιτέχνης του Θεού, γι’ αυτό και στρέφεται σε κάποιες περιπτώσεις ενάντια στον πολιτισμό. Όχι τον κάθε πολιτισμό, αλλά τον «πολιτισμό της πτώσεως», το βασίλειο του άκρατου ατομικισμού, που γεννά το τέρας της μαζοποίησης των ατόμων. Γράφει σχετικά: «Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθ’ όλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσεις. Εμφανέστερον διαπιστούται τούτο εις τον τομέα της τέχνης. Δοξάζονται αι μεγαλοφυίαι, οι πρωτότυποι δημιουργοί του ενός ή του άλλου έργου. Εν άλλαις λέξεσιν, εκτιμάται η πρωτοτυπία, η ατομικότης του καλλιτέχνου. Η κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτης. Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγείν εις αποξένωσιν από του Θεού: Ο άνθρωπος υποβιβάζεται διά της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο, η σύναξις των υποστάσεων είναι “το άλας της γης και το Φως του κόσμου”. Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού, μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδος. Δι’ όλου του περιεχομένου της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργός καλείται, εν τω πνεύματι της εν Γεθσημανή προσευχής του Χριστού, να προσφέρη εις τον Θεόν λατρείαν αρμόζουσαν εις την υπόστασιν» .
Δεν χωρά αμφιβολία πως εδώ ο γέροντας ακολουθεί πιστά την προηγηθείσα για το θέμα πατερική παράδοση, η οποία εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, με το περίφημο «ερώ τοιγαρούν εμόν ουδέν» . Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς με Θεό και ανθρώπους πρέπει εξάπαντος εδώ να τονίσουμε πως την άρνηση μια τέτοιας δαιμονικής πρωτοτυπίας συναντούμε και σε κορυφαίους δημιουργούς του σύγχρονου πολιτισμού, δικούς μας και άλλους, οι οποίοι στέκονται μαρτυρικά απέναντι στον καιρό και στα παιχνίδια που αυτός μας ετοίμασε. Για παράδειγμα ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης σημειώνει: «Πολλές φορές χαίρομαι όταν κάτι που πιστεύω υψηλό, έρχεται να μου δείξει πως δεν είμαι πρωτότυπος. Η πρωτοτυπία είναι μια νεανική διασκέδαση που πρέπει κάποτε να μείνει πίσω» . Και ο πολύ σπουδαίος συνθέτης, ο σιωπηλός Σταύρος Κουγιουμτζής, συμπληρώνει: «Πρωτοτυπία είναι να μοιάζεις μ’ όλους τους άλλους και ταυτόχρονα να είσαι ο εαυτός σου» .
Μα ας γυρίσουμε στην περίπτωση του γέροντος Σωφρονίου και στη σύγκρουση της μνήμης του θανάτου και της ζωγραφικής. Θα λέγαμε ότι ετούτη η σύγκρουση είναι παραδειγματική της οποιασδήποτε σύγκρουσης της κτιστής πραγματικότητας με τον ίδιο τον Θεό.
Ξεκάθαρα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη σκέψη του γέροντος δεν υφίσταται καμία υποτίμηση της κτιστής πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται και ουδεμία άρνηση της ζωγραφικής, της καλλιτεχνίας, ο τρόπος της οποίας λειτουργεί εικονικά και συμβολικά για την άσκηση της χριστιανικής ζωής. Πως θα μπορούσε αλλιώς να ερμηνευτεί η άποψή του, ότι «για να είναι κανείς χριστιανός, πρέπει να είναι καλλιτέχνης» ; Είναι δυνατόν κάποιος να χρησιμοποιεί θετικά ένα παράδειγμα στο οποίο προσδίδει αρνητικό περιεχόμενο; Εξάπαντος όχι. Συνεπώς, η πράξη του αποτελεί έκφραση βαθιάς αυτοσυνειδησίας, που γνωρίζει ότι ο κίνδυνος δεν προέρχεται από τα πράγματα, αλλά από την απολυτοποίηση και τη θεοποίησή τους, πράξεις που αναγνωρίζουν σ’ αυτά αυτοσκοπό και αυτοζωή. Ο Θεός, παρατηρεί ο γέρων, «εποίησεν τον κόσμον, ουχί ίνα ζη ο Ίδιος την ζωήν της κτίσεως, αλλ’ ίνα η λογική κτίσις κοινωνήση της Θείας Αυτού υπάρξεως».
Στις περιπτώσεις απολυτοποίησης και θεοποίησης κτιστών πραγματικοτήτων, ο λογικός άνθρωπος απομακρύνεται από την θέωση και ταυτόχρονα από την όντως ύπαρξη. Ύπαρξη και θέωση συνεπώς, στη σκέψη του γέροντος Σωφρονίου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν λέξεις συνώνυμες. Έτσι, η επίτευξη της πραγματικής υπάρξεως του ανθρώπου, ως ζωή εν Θεώ, προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση του μεγαλείου της κλήσεώς του, ενωμένη με τη θεωρία της θείας δημιουργίας. Ή με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνειδητοποίηση της κλήσεως του ανθρώπου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πέρα και έξω από τη θεωρία της θείας δημιουργίας, αλλά και το αντίθετο. Καρπός τούτης της συνέργιας κλήσεως και θεωρίας είναι εξάπαντος η γέννηση εντός της ψυχής του ανθρώπου θάμβους μεγάλου «ενώπιον του Ποιητού των πάντων» και παράλληλα η οικείωση της πλέον ρεαλιστικής αντίληψης για κάθε πράγμα μέσα στον κόσμο. Ανάκτηση της χαμένης εκπλήξεως ενώπιον του Ποιητού των πάντων και κτισιολογικός ρεαλισμός οδηγούν τον άνθρωπο στην απόσπαση από κάθε κτιστό για χάρη της θεωρίας του μόνου Θεού. Κάπως έτσι λοιπόν, θα μπορούσε να κατανοηθεί και η απόσπαση του γέροντος από τις καταστάσεις «ιδιότυπης» ηρεμίας στις οποίες τον είχε οδηγήσει η ενασχόλησή του με τον υπερβατικό διαλογισμό, σε συνδυασμό με την άσκηση της ζωγραφικής. Η περίοδος αυτή της ζωής του, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί περίοδος πλήρους εμπνεύσεως, δεν καταχωρείται στη σκέψη του με πολύ αγάπη. Και τούτο διότι κατενόησε ότι η παράδοσή του σε αυτή την ιδιότυπη ηρεμία, δεν ήταν παρά αυτοκτονία σε μεταφυσικό επίπεδο.
Τούτη η απόσπαση, βέβαια, αποτέλεσμα εμπειρικής βίωσης της προσωπικής υπάρξεως του Αποκαλυπτόμενου, δεν φανερώνει κατάργηση και οπωσδήποτε δεν οδηγεί σε λοιδορία της κτίσεως. Αντίθετα, αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση ανακαινισμού της. Η κτίση δεν είναι υλικό που θα χρησιμοποιηθεί και θα πεταχτεί. Πρόσκαιρα μόνον ο πιστός οδηγείται σε μια μορφή γυμνότητας από κάθε κτιστή εικόνα, προκειμένου να προσευχηθεί στον Θεό ενώπιος Ενωπίω, πρόσωπο προς Πρόσωπο, και εκεί ξαναβρίσκει ο προσευχόμενος τον κόσμο ολόκληρο, γίνεται θεατής, δια της Θεοοράσεως, του κόσμου ολάκερου. Ανακαλύπτει την αλήθεια των πραγμάτων. Γράφει σχετικά ο γέρων Σωφρόνιος: «Η καθαρά προσευχή έλκει τον νούν εντός της καρδίας και συνάγει εν ενί τον όλον άνθρωπον, έτι δε και το σώμα αυτού. Ο νους βυθιζόμενος εν τη καρδία εξέρχεται των μορφών του κόσμου και η ψυχή, δι’ όλων των δυνάμεων αυτής στρεφομένη προς τον Θεόν δι’ εσωτερικής προσευχής, βλέπει εαυτήν εν τω Φωτί, τω εξ Αυτού εκπορευομένω, κατά εντελώς ιδιαίτερον τρόπον. Βλέπει δε ουχί τα εξωτερικά φαινόμενα ή τας συνθήκας της επί γης υπάρξεως, αλλά αυτήν καθ’ εαυτήν γεγυμνωμένην εν τη φύσει αυτής και αποκεκαλυμμένην εν τω βάθει αυτής.
Παρά το αόρατον, το απλούν και ‘συνεσταλμένον’ της θεωρίας αυτής, ήτις κατευθύνεται προς την πηγήν της υπάρξεως, τουτέστι προς τον Θεόν, αποκαλύπτονται εν αυτή τα όρια μεταξύ των οποίων κινείται το είναι όλου του κτιστού πνευματικού κόσμου, και η ψυχή, κεχωρισμένη από παντός ορατού και ουδέν βλέπουσα, βλέπει εν τω Θεώ τον κόσμον άπαντα και συναισθάνεται την ενότητα αυτής μετ’ αυτού προσευχομένη υπέρ αυτού».
Όσον αφορά στη μεθοδολογία, δοκιμαζόμενη στην προκειμένη περίπτωση με μια δυναμική οντολογία, έναν δυναμικό τρόπο υπάρξεως, μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει ουδεμία μεθοδολογία και κανένα σύστημα. Τούτο, βέβαια, δεν οδηγεί και στην άρνηση κάποιων γενικών αρχών, δεν εισάγει κάποιο είδος απόλυτου σχετικισμού. Απλά δηλώνει ότι, η πορεία οικείωσης του Φωτός, από τον γέροντα της υποστατικής αρχής, δεν στηρίζεται σε κάποιο εκ των προτέρων επινοημένο σύστημα, σε κάποιο πρόγραμμα, το οποίο οφείλει κανείς να ακολουθήσει με άκρα συνέπεια. «Δεν πρέπει να ισχυριζόμαστε» σημειώνει «ότι επαναλαμβάνουμε την εμπειρία των Αγίων Σιλουανού, Ισαάκ του Σύρου, Συμεών του Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου του Παλαμά ή Σεραφείμ του Σαρώφ. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει επανάληψη ακριβής, ταυτόσημη, αλλ’ απλώς αναλογία στο πνεύμα, στην ένταση που προϋποθέτει ο λόγος: ‘Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου’».
Δεν χωρά αμφιβολία, λοιπόν πως η σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό είναι σχέση άκρως ερωτική. Ο Θεός καλεί, αποκαλύπτεται ως έρωτας και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στον όντως Έρωτα, τον σταυρωμένο έρωτα. Έτσι, οτιδήποτε πέρα και έξω από αυτόν τον έρωτα φαίνεται να χάνει άχρι καιρού τη λαμπρότητα και την ομορφιά του. Δηλαδή, δεν προηγείται μια κάποια μορφή αποταγής της ζωγραφικής, της οποιασδήποτε κτιστής πραγματικότητας, προκειμένου να κοινωνήσει ο άνθρωπος με τον Θεό, αλλά προηγείται ο έρωτας του προσώπου με το όντως Πρόσωπο, εντός του οποίου όλα τα άλλα σχετικοποιούνται. Εδώ, όπου και ο χρόνος φανερώνεται ως «τόπος» της συνάντησης του ανθρώπου με τον Δημιουργό, ο τόπος της πραγματοποίησης του σχεδίου της δημιουργίας του αγαθού Θεού.
Έτσι, μορφές ασκητικής απέκδυσης από κάθε κτιστό, που στηρίζονται μόνον στην ένταση της ανθρώπινης θέλησης, γυμνές από κάθε ευαισθησία, και είναι το «μέτρον της ευαισθησίας» που αποκαλύπτει «το βάθος των παθημάτων» του ανθρώπου, εισάγουν έναν επικίνδυνο αρνητισμό, που αδυνατεί από μόνος του να οδηγήσει σε θετική στάση, σε κατοχή του ποθούμενου. Μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει άρνηση των «παθών», στην προκειμένη περίπτωση της ζωγραφικής, και ταυτόχρονα αδυναμία οικείωσης του κατ’ εξοχήν παθόντος, της προαιώνιας αγάπης, του Θεού της Γραφής και των Πατέρων.
Βασικό στοιχείο προσανατολισμού σε μια τέτοια διαδικασία είναι εξάπαντος το πέρασμα από την οδό της υπακοής. Εντός της υπακοής, και στο μέτρο που η θεωρία του ανθρώπου είναι σωστή, «ο άνθρωπος» παρατηρεί ο γέροντας «μπορεί να έχει υψηλότατη έμπνευση κάνοντας την πιο απλούστατη εργασία, όπως για παράδειγμα τη μαγειρική. Απεναντίας, χωρίς υπακοή, έστω και αν είναι κάποιος πατριάρχης, επίσκοπος ή ιερέας, μπορεί να χαθεί». Έτσι, η θέση του γέροντος ότι «Η πνευματική προσευχή δεν είναι ούτε καλλιτεχνική δημιουργία, ούτε επιστημονική εργασία, ούτε φιλοσοφική έρευνα και στοχασμός, ούτε αφηρημένη διανοητική θεολογία», συνδεόμενη με το κείμενο που προηγήθηκε, θα μπορούσε να εμπεριέχει ένα αλλά. Δηλαδή, η πνευματική προσευχή δεν είναι όλα αυτά, αλλά όλα αυτά θα μπορούσαν, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις ενότητας της υπάρξεως εν Θεώ, να γίνουν προσευχή. Άλλωστε, όπως εύγλωττα παρατηρεί ο άγιος Σιλουανός: «Όστις αγαπά τον Θεόν, εκείνος δύναται να σκέπτηται Αυτόν ημέρας και νυκτός, διότι την αγάπην προς τον Θεόν ουδεμία εργασία παρεμποδίζει».
Κάτι τέτοιο φαίνεται να λέγει και ο Μωρίς Μπεζάρ, σε συζήτηση που είχε με τον Μάνο Χατζιδάκι, όπου, αναφερόμενος στο θέμα της προσευχής, παρατηρεί τα εξής αποκαλυπτικά: «Δεν είναι δυνατό να νοηθεί θρησκευτική περιπέτεια έξω από την προσωπική αγωνία του ανθρώπου…Η ζωή μου ολόκληρη, η θεωρία μου και οι αναζητήσεις μου στηρίζονται σ’ ένα αίσθημα ενότητας των πραγμάτων…Γι’ αυτό η θρησκεία έχει τόσο μεγάλη σημασία στη ζωή μου. Χάρη στη θρησκεία μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη ενότητα. Η ζωή μου μπορεί να σκορπίζεται σε κάθε κατεύθυνση, εγώ όμως ταυτόχρονα ‘τρώω’ Θεό, ‘φιλάω’ Θεό, ‘πίνω Θεό’, ‘χορεύω’ Θεό και σ’ όλες τις κρίσιμες στιγμές της ζωής μου αισθάνομαι βαθιά την παρουσία κάποιου άλλου».
Συνεπώς, η σύγκρουση ζωγραφικής και μνήμης του θανάτου στην περίπτωση του γέροντος Σωφρονίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα ηθικού αρνητισμού ούτε, βέβαια, και ως χώρος γένεσης μιας κάποιας μορφής ηθικού ενεργητισμού. Η ήττα της ζωγραφικής υπήρξε στην πραγματικότητα η νίκη της, η νίκη της υποστάσεως απέναντι στην ατομικότητα. Η νίκη του Φωτός επί των φώτων. Η έμπονη και τραγική εγκατάλειψή της υπήρξε αποτέλεσμα ερωτικής αρπαγής του γέροντος από τον Δημιουργό του. Εδώ, συναντούμε τη θετική διάσταση της αποκάλυψης του θείου Είναι. Η εμπειρία του δεν στηρίζεται στο κενό, που φανερώνει η απουσία του, αλλά στη βαθιά αίσθηση της παρουσίας του. Έτσι και η ζωγραφική, όπως άλλωστε και ολάκερη η κτίση, βρίσκει το νόημά της, το οποίο υφίσταται μόνον εν Θεώ, διότι, όπως με έμφαση σημειώνει ο γέροντας: «Έξω του Θεού της αγάπης το παν στερείται νοήματος». Ο αγαθός Θεός, ως η πρώτη και ουσιαστική Πραγματικότητα, η αληθινή Υπόσταση, αποτελεί το χρόνο, δηλαδή τον τόπο της ενότητας των πάντων. «Η Υπόστασις», παρατηρεί ο γέρων, «περιβάλλουσα εν προσευχή αγάπης ολόκληρον τον κόσμον αποτελεί την προς τα έσω (ad intra) ενότητα των πάντων. Εν τη δημιουργική ενεργεία αυτής όπως αναπτυχθή, επιδιώκει την καθολική ενότητα και προς τα έξω (ad extra). Εν τη αγάπη ευρίσκεται η ομοίωσις αυτής προς τον Θεόν, Όστις είναι αγάπη (βλ. Α΄Ιωάν. δ΄16)».
Έτσι, η μνήμη του θανάτου παρέχει πλέον την πείρα της απάθειας, όχι με την αρνητική της μορφή, αλλά με τη θετική της, όχι απλά ως κατάσταση ολοκληρωτικής κενώσεως, αλλά ως πλήρωμα τελειότητας, κατάσταση ολοκληρωτικής μετάθεσης του είναι του ανθρώπου στο επίπεδο της αιωνιότητας. Εκεί, όπου, δια της καθολικής μνήμης, καταργείται κάθε διαίρεση και κάθε μοναξιά, εκεί, όπου, ακόμη και η προσευχή, όπως ακριβώς και η άσκηση, έχοντας πληρώσει τον σκοπό της, παύει. Γράφει σχετικά ο γέροντας: «Ότε δυνάμει της μνήμης του θανάτου, όλον το είναί μου μετεφέρθη εις το επίπεδον της αιωνιότητος, τότε φυσικώς έλαβε πέρας το νεανικόν πάθος της ενασχολήσεώς μου εις την τέχνην, όπερ εξουσίαζεν εμού ως δούλου».
Χωρίς αμφιβολία τούτη είναι μια δήλωση ξεκάθαρη. Τονίστηκε αυτό και στην αρχή. Μοιάζει, έτσι, να μην αφήνει περιθώρια για υπεκφυγές, παρερμηνείες και αμφιταλαντεύσεις. Εντούτοις, η αλήθεια των πραγμάτων, ξεπερνώντας τους σκοπέλους της απόλυτης βεβαιότητας και της αβασάνιστης σχηματοποίησης της εκκλησιαστικής ζωής, βρίσκει και άλλους δρόμους για να εκφραστεί και να φανερώσει τα όρια της κεκρυμμένης εμπειρίας των φίλων Θεού. Έτσι, προτάσεις σαν αυτή του γέροντος Σωφρονίου, που αμέσως τώρα θα παραθέσουμε, φανερώνουν την αμφισημία της πορείας του σώματος της ευχαριστιακής σύναξης, που δεν κορυφώνεται πάντα σε έτοιμες λύσεις ενός ναι ή ενός όχι, αλλά στην άσκηση της αγάπης για όλον τον κόσμο, που γεννιέται «κατά το μέτρο του θρήνου μας», με τον αγώνα ολάκερης της ζωής για ενότητα. «Εν τη νεότητί μου» παρατηρεί και πάλι ο γέρων αναφερόμενος στο επίμαχο θέμα, και για μία ακόμη φορά εκπλήσσει αυτοανατρεπόμενος, «υπήρξα ζωγράφος (φοβούμαι ότι και μέχρι του νυν ούτος δεν απέθανεν εντελώς εν εμοί). Το φυσικόν χάρισμα τούτο έμεινεν εντός μου. Ήτο δυνατόν να εξαντλούμαι, να μην έχω δυνάμεις προς εργασίαν, ούτε έμπνευσιν× εγνώριζον όμως ότι το δώρον τούτο είναι φύσις μου».

Περί προσευχής, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλία 1993, σ. 78-79.
Περί προσευχής, σ.202-203.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλία 1993, σ. 94: «Αλλά τι υπέδειξεν εις εμέ η πείρα μου; Ιδού τι: Δεκαετίαι οδυρμών επί του εσωτερικού μου νεκρού δεν κατέστησαν εμέ ασάλευτον εν τη κατά Θεόν ζωή× δια της μιας ή της άλλης μορφής η αμαρτία νικά εμέ. Έκαστον ολίσθημα εις την αμαρτίαν θλίβει βαθέως την ψυχήν. Εκτός τούτου, συχνάκις δεν έχομεν -δεν έχω εννοώ- την βεβαιότητα κατά πόσον είμαι δίκαιος εις τας ενεργείας μου, ή πόσον απέχω από της αληθώς αγίας ζωής. Ιδιαιτέρως αισθάνομαι τούτο εις τας ασυμφωνίας μου μετά των ανθρώπων. Ακαταπαύστως καταδιώκει ημάς η συνείδησις της ανεπαρκείας ημών και ικετεύομεν τον Κύριον…».
Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000, σ. 170-171. Βλ. και σ. 315.
Για το μεγάλο πειρασμό της αντικειμενοποίησης, τόσο σε καθαρά επιστημονικό, όσο και σε θεολογικό επίπεδο και σε σχέση πάντα με τον γέροντα Σωφρόνιο, μπορεί κανείς να ανατρέξει στις έξοχες παρατηρήσεις του Γ. Ι. Μαντζαρίδη, Πρόσωπο και θεσμοί, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 11εξ. Πολύ σωστά ο Κ. Φράγκος, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στο βιβλίο του, Εισαγωγή στην Κατηχητική και Χριστιανική Παιδαγωγική, τόμος Ι, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 126, αναφερόμενος στους μοναχούς και τις μοναχές της Μονής, ύστερα από προκλήσεις «περίεργων» φωνών της εποχής του, σημειώνει τις παρακάτω προσωπικές του εμπειρίες: «Ξένοι οι ίδιοι προς κάθε τάση αρπαγής ή υποκλοπής της συνειδήσεως των άλλων, δέχονται στο Μοναστήρι τους ως προσκυνητές ή επισκέπτες τους πάντες και τα πάντα. Όλα τα ανθρώπινα ράκη της Ευρώπης, αν θέλουν, μπορούν να περάσουν από εκεί με τη βεβαιότητα ότι θα βρουν όχι μόνο αγάπη, αλλά και ένα καλώς εννοούμενο σεβασμό προς τις αρχές ή πεποιθήσεις τους…Μια μέθοδος λοιπόν δίχως μέθοδο και μια τακτική, χωρίς, αυστηρά τουλάχιστον, προγραμματισμένη τακτική, είναι η μέθοδος και τακτική τους…Άρχισαν από τη Θ. Λειτουργία, χωρίς να συντάξουν κανένα άλλο μυστηριακό, κατηχητικό, μορφωτικό και κοινωνικό προγραμματισμό. Και σήμερα ακόμη η Θεία Λειτουργία είναι η αρχή της κάθε ημέρας της ζωής τους».
Περί προσευχής, σ. 15.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 159. Πρβλ. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη Θεολογία του γέροντα Σωφρονίου, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλία 2000, σ. 319-320.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 51.
Περί προσευχής, σ. 33.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 158.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 158.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 400-401. Πρβλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 245: «Όταν αγωνιζόμεθα να γνωρίσωμεν την αλήθειαν, οφείλομεν να απαντήσωμεν εις το ερώτημα: Είμεθα άρά γε διατεθειμένοι να δεχθώμεν ως αλήθειαν Έκείνο ή Εκείνον, Όστις ή Ό,τι αποτελεί όντως το Πρωταρχικόν Είναι, την Αρχήν παντός υπαρκτού, ανεξαρτήτως εάν τούτο συμπίπτη ή ουχί μετά των ιδεών ημών, ή αποκλείομεν εκ των προτέρων παν ό,τι δεν ανταποκρίνεται εις την περί ‘Αληθείας’ αντίληψιν ή εις τας επιθυμίας ημών; Προσωπικώς διψώ να γνωρίσω τον όντως Όντα× και τότε να θέσω ως σκοπόν μου πώς να είμαι μετ’ Αυτού». Για την κατάπληξη βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Άσκησις και Θεωρία, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλία 1996, σ. 173.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 93.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 16.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 23.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 23.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 90.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 23.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 23.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 23-24.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 24, 184 και σ. 43-44: «Παν ό,τι πρότερον είλκυεν εμέ εν τω κόσμω τούτω, απώλεσε την γοητείαν αυτού, και, περί ουδενός πλέον σκεπτόμενος, εβυθίσθην εις προσευχήν. Δεν θα είπω ότι η πάλη προς απελευθέρωσίν μου εξ όλων εκείνων, εις τα οποία πρότερον μετά πάθους είχον επιδοθή, ήτο εύκολος ή έστω σύντομος. Ιδιαιτέρως βαρύς ήτο δι’ εμέ ο χωρισμός από της ζωγραφικής».
Αναφερόμενος ο γέρων, σε περιπτώσεις ειδωλοποίησης, στα όρια της σύγχρονης κοινωνίας, παρατηρεί: «Τι είδους είναι η Πρώτη και Έσχατη αύτη Αλήθεια, η τα πάντα περιπτυσσομένη και αιωνίως αναλλοίωτος; Ιδού το μόνον ερώτημα του οποίου ‘εστί χρεία’ (βλ. Λουκ. Ι΄42). Εν τω μέτρω κατά το οποίον υφιστάμεθα εν τη επιγείω ημών υπάρξει αποτυχίας, διαψεύσεις των ελπίδων ημών, προσβολάς, απωλείας ηγαπημένων προσώπων, άτινα αρπάζονται υπό του θανάτου εις το άγνωστον του ‘μηδενός’, εν τω μέτρω κατά το οποίον ζώμεν την πτώσιν πολλών ειδώλων της γης –επιστήμης, φιλοσοφίας, τέχνης, ανθρωπισμού, πολιτικής-, αυξάνει εν ημίν η ανέκφραστος δια λόγου προσδοκία εκείνου, όπερ παραμένει αμετάθετον», Περί προσευχής, σ. 392.
Βλ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 210.
Βλ. σχετικά, Σ. Ράμφου, Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 1996, σ. 193-194: «…το δε σύμβολο φέρει την υπέρβασι, δηλώνει σταθερά κάτι πέραν. Η σημασία έρχεται ακριβώς να καλύψη την απόστασί μας από τούτο το πέραν, ενώ η ερμηνεία αναπτύσσεται όταν η κεκαλυμμένη απόσταση εγγράφεται στην τάξι των συμβόλων. Η πραγματικότης εκεί βυθίζεται στον κόσμο του νοήματος και η γνώσι στη δημιουργία».
D. Staniloae, Διονυσίου Αρεοπαγίτου Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας, Opere Complete (στα Ρουμάνικα), μτφρ. N. D. Deciu, εκδ, Paideia, Βουκουρέστι 1996, σ. 128.
Για την έννοια του συμβόλου στην ορθόδοξη παράδοση, με αφορμή τα κείμενα του Φ. Ντοστογιέφσκυ βλ. την πολύ όμορφη μελέτη του N. D. Nicusor, Ο Ορθόδοξος συμβολισμός και η δυτική εικονομαχία στο έργο «Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκυ (Μεταπτυχιακή εργασία), Θεσσαλονίκη 2003.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 314. Πρβλ. . Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σ. 201.
Ιωάννου Δαμασκηνού, Διαλεκτικά, PG 94, 533A.
Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄ τόμος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1985, σ. 50. Πρβλ. Ν. Ματσούκα, Ιωάννου Δαμασκηνού Διαλεκτικά, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 6.
Σ. Κουγιουμτζής, Εικοσιδύο τραγούδια, εκδ. Νάκας, Αθήνα 1984, σ. 62. Πρβλ. Ι. Στραβίνσκυ, Μουσική ποιητική, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1980, σ.24εξ.
Βλ. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλία, 2000, σ. 17. Για τη σχέση τέχνης και θεολογίας και τη σχετική ορολογία των πατέρων της Εκκλησίας, βλ. Χ. Α. Σταμούλη, Η τέχνη της θεολογίας και η θεολογία της τέχνης, Θεολογία και Τέχνη (Λ.Α. 2), επιμέλεια Χ. Α. Σταμούλης, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2000, σ. 102-121.
Βλ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 203.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 203.
Βλ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 203. Για τον γέροντα Σωφρόνιο είναι σαφές ότι όταν χάνεται ο Θεός χάνεται και η έκπληξη, αλλά και το αντίθετο, βλ. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 120.
Για τα είδη της έμπνευσης στη σκέψη του γέροντος, βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 189. Πρβλ. Περί Πνεύματος και ζωής, σ. 59.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 90.
Είναι πολύ γνωστό και δικαιώνεται θεολογικά, εδώ, το στιχάκι του Διονύση Σαββόπουλου: «μη πετάξεις τίποτα». Η ορθόδοξη θεολογία το μόνο που πετά είναι η παρά φύση αμαρτία. Όλη η ζωή είναι ζωή εν Θεώ, «δίχα μόνης αμαρτίας». Για τη Χριστολογική καταξίωση της θέσης βλ. Χ. Α. Σταμούλη, Ανθρώπινη φύση του Χριστού και αμαρτία στους αντιοχειανούς θεολόγους του 5ου αιώνα. Συμβολή στη μελέτη της Χριστολογίας του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του Νεστορίου και του Βασιλείου Σελευκείας, Ανάτυπο από τον τόμο των Πρακτικών του ΙΑ΄Θεολογικού Συνεδρίου, της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης, Προς τιμήν του Παμβασιλέως Χριστού, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 617εξ.
Η ζωή του χριστιανού κατά τον πατέρα Σωφρόνιο, έτσι όπως πηγάζει από τη διδασκαλία του γέροντος Σιλουανού, συνιστά «παράδοξο» και «αντίφαση». Γράφει σχετικά: «Ο χριστιανός απομακρύνεται του κόσμου. Μεριμνών ‘εγωϊστικώς’ περί της σωτηρίας αυτού, εγκαταλείπει το παν ως άχρηστον× ‘μισεί’ πατέρα, μητέρα, τέκαν× αρνείται πάντα σαρκικόν δεσμόν× εκζητών τον Θεόν, ‘μισεί’ τον κόσμον και όλος εγκλείεται εν τω βάθει της καρδίας αυτού. Και όταν όντως εισέλθη εκεί, ίνα ποιήση πόλεμον μετά του σατανά, όπως καθάρη την καρδίαν αυτού από παντός αμαρτωλού πάθους, τότε εντός της ιδίας αυτού καρδίας συναντάται μετά του Θεού, και εν τω Θεώ άρχεται να βλέπη εαυτόν συνδεδεμένον αρρήκτως μεθ’ όλου του κοσμικού είναι και ουδέν πλέον υπάρχει δι’ αυτόν ξένον ή αλλότριον. Αποτασσόμενος εν αρχή τον κόσμον επανευρίσκει αυτόν δια του Χριστού εντός αυτού, αλλ’ ήδη δι’ εντελώς άλλου τρόπου, και συνδέεται μετ’ αυτού τω ‘συνδέσμω της αγάπης’ δι’ όλην την αιωνιότητα…Ούτως, εγκαταλείπων και ‘μισών’ το παν, διακόπτων τας σχέσεις μετά πάντων, ο χριστιανός λαμβάνει εκ του Θεού την δωρεάν της αιωνίου πνευματικής αγάπης προς τους πάντας και το παν», Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 308-310.
Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, αναφερόμενος στο θέμα σημειώνει ότι, η αλήθεια των πραγμάτων είναι : «να ξαναβρίσκεις τα πράγματα μετά τη μετατροπή τους. Η αλήθεια των πραγμάτων είναι όταν τα χάνουμε και τα ξαναβρίσκουμε και έτσι βλέπουμε την ενότητά τους μέσα στο χρόνο», Ανέκδοτη Ομιλία στη Βέρροια, σ. 6. Πρβλ. Χ. Α. Σταμούλη, Κατ’ αλήθειαν. Παραλειπόμενα από τη συνάντηση του Ποσειδωνίου με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον κυρ-Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Φύση και αγάπη, σ. 87-88.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 127-128, 129.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 133: «Εάν τα δεδομένα αυτά της Αποκαλύψεως είναι αξιόπιστα, τότε κατανοείται και εκείνη η άποψις ότι δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη εν σύστημα ή πρόγραμμα ή πορεία αναπτύξεως κοινή δι’ όλους. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ουδαμώς υπάρχουν και γενικαί αρχαί».
Περί Πνεύματος και ζωής, σ. 38.
Βλ. Περί προσευχής, σ. 25.
Για τη λειτουργία της ευαισθησίας στη σκέψη του γέροντος βλ., Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σ. 379: «Το βάθος των παθημάτων ευρίσκεται εν αμέσω σχέσει προς το μέτρον της ευαισθησίας εκάστου. Υπάρχει τοσαύτη διαφορά μεταξύ των ανθρώπων, όση και μεταξύ ρινοκέρωτος και σκώληκος. Καταφέρετε επί του πρώτου ισχυρόν πλήγμα διά της πυγμής∙ δεν θα αισθανθή το πλήγμα υμών. Ο σκώληξ όμως, όταν θίγηται έστω και ελαφρώς, πάραυτα συνελίσσεται εκ του εφ’ όλου του σώματος αυτού πόνου. Παραφωνία, ανεπάισθητος υπό των πολλών, ταράττει οδυνηρώς την ευαίσθητον ακοήν του μουσικού. Ο οφθαλμός του ζωγράφου συλλαμβάνει την τονική διαφοράν των χρωμάτων εκεί, ένθα οι άλλοι, παρά τας διασαφήσεις, ουδεμίαν διαφοράν παρατηρούν. Ο πνευματικώς ευαίσθητος άνθρωπος εν τη επαφή αυτού μετά τινος άλλου διακρίνει μέχρι τινός την ηθικήν αυτού κατάστασιν, ενώ πλείστοι όσοι ουδέν αντιλαμβάνονται».
Βλ. Περί προσευχής, σ. 109: «Βεβαίως, είναι αδύνατον να εκθέσωμεν όλας τας αμφιταλαντεύσεις του νου εις τοιαύτας περιόδους. Μία εξ αυτών: Ηρνήθην παν το εφήμερον, αλλ’ ο Θεός δεν είναι μετ’ εμού. Δεν είναι άρα γε τούτο ‘το σκότος το εξώτερον’, η ουσία του άδου;».
Περί Πνεύματος και ζωής, σ. 59.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 202.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 380.
Μάνος Χατζιδάκις, Μπεζάρ: «Οι δικές μου ρίζες είναι θάλασσα…». Συνομιλία με τον Μωρίς Μπεζάρ, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, σ. 68-69.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 396: «Δεν αρνούμεθα την πραγματικότητα των προσκαίρων. Είναι ίδιον των χριστιανών να παραμένουν ταυτοχρόνως επί δύο επιπέδων: επί του προσκαίρου και επί του αιωνίου. Και αυτόν τούτον τον χρόνον κατανοούμεν ως θαυμαστήν τινα διαδικασίαν, καθ’ ην ο Θεός δημιουργεί ‘εκ του μηδενός’ θεούς ομοίους προς Αυτόν. Όταν η κτιστή φύσις φθάση εις την τελείωσιν αυτής, τότε θα ακούσωμεν τον Άγγελον να ομνύη ‘εν τω Ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων…ότι χρόνος ουκέτι έσται’ (Αποκ. Ι΄5.6)».
Αναφερόμενος στην αντίδραση των ανθρώπων της τέχνης στο πρόβλημα της τραγικότητας σημειώνει: «Ενθυμούμαι εκείνον τον καιρόν, ότε εγκατέλειψα την ενασχόλησίν μου εις την τέχνην και ως εφαίνετο, παρεδόθην πλήρως εις τον Χριστόν. Πολλοί επιφανείς αντιπρόσωποι της ρωσικής κουλτούρας –της πνευματικής και της ανθρωπιστικής- ωμίλουν μετά πάθους ότι ο κόσμος εισήλθεν εις τραγικήν εποχήν× ότι πάντες όσοι έζων υπευθύνως ώφειλον να εννοήσουν την ηθικήν αναγκαιότητα να περιληφθούν εις την τραγωδίαν ταύτην, ήτις εκύκλωσεν όλην την οικουμένην, να συμμετάσχουν εις αυτήν, να συνεργήσουν κατά το μέτρον των δυνάμεων αυτών εις την εύρεσιν ευνοϊκής διεξόδου και τα όμοια. Μετά βαθέος σεβασμού ήκουον τους σπουδαίους αυτούς ανθρώπους, αλλά δεν ηδυνάμην να ακολουθήσω τα ίχνη αυτών: Εσωτερική τις φωνή επληροφόρει εμέ ότι η οδός αυτών δεν ήτο δι’ εμέ», Περί προσευχής, σ. 110-111.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 244.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 78.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 304.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 25-27.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 304 και 203.
Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 231: «Ο βαθύς θρήνος της συνόλου ημών υπάρξεως, όστις γεννάται εκ της καιομένης εν ημίν αγάπης κατά την ώραν της υπέρ του κόσμου προσευχής, δύναται να φθάση εις έντασιν υπερβαίνουσαν την αντοχήν ημών. Τότε το πνεύμα ημών εξέρχεται προς την Θείαν αιωνιότητα και η προσευχή παύει». Πρβλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 3, 35, Συγγράμματα, επιμ. Π. Χρήστου, τόμος Α΄, σ. 569: «Έτι το μεν κατ’ εκείνην την θεολογίαν φως γνώσις τις εστι και λόγος, το δε κατά την θεωρίαν ταύτην φως ενυποστάτως θεωρείται, νοερώς τε ενεργούν και πνευματικώς απορρήτως τω θεωμένω ομιλούν. Και μεν δη τα απεμφαίνοντα τω θεώ διανοείται ο νους κατά αφαίρεσιν θεολογών× διεξοδικώς άρα ενεργεί× εκείνη δ’ ένωσίς εστι× προς δε μετά των άλλων και εαυτόν εκείθεν αφαιρεί, εκείνη δε του νου προς θεόν ένωσίς εστι και τούτον εστιν, όπερ οι πατέρες είπον ‘τέλος προσευχής, αρπαγή προς κύριον’», και σ. 250.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 26. Και αλλού αναφερόμενος στο θέμα της «αγίας» απογνώσεως ο πατήρ Σωφρόνιος, σημειώνει: «Εκάλεσα την απόγνωσιν, ήτις κατείχεν εμέ, μέγα δώρον του Ουρανού. Τούτο όμως συνειδητοποίησα ουχί ενωρίτερον, ει μη μετά παρέλευσιν τριάκοντα ετών αγώνος…Ήρχιζεν η διαδικασία της αποχωρήσεως μου εκ του κόσμου. Ωρθούτό τι μεταξύ εμού και των ανθρώπων: Απώλεσα το ενδιαφέρον της μετ’ αυτών συναναστροφής: Εξηφανίζοντο το εν μετά το άλλο τα σημεία επαφής. Ο κόσμος της τέχνης –η ζωγραφική, η μουσική, η ποίησις, η λογοτεχνία, το θέατρον, κ.τ.ο.- παν ό,τι ενωρίτερον απετέλει το κύριον περιεχόμενον και το νόημα του είναί μου εξησθένει και ήρχιζε να φαίνηται επιπόλαιον έργον, συχνάκις παιδικής μόνον ψυχαγωγίας. Και τούτο δεν ήτο εύκολον δι’ εμέ. Κατά καιρούς, εν τη πρώτη περιόδω, ήμην κατά μαρτυρικόν τρόπον δεδιχασμένος ανά μέσον δύο πόλων έλξεως: του πάθους του ζωγράφου και της προσευχής. Ούτω συνέβαινεν έως ότου η προσευχή ενίκησε πάσαν άλλην δραστηριότητα εν τω κόσμω τούτω. Υπήρχε μόνον εις σκοπός: να ανεύρω τον αληθινόν Θεόν, τουτέστι τον Δημιουργόν πάσης υπάρξεως, και να ζήσω αιωνίως ηνωμένος μετ’ Αυτού», Περί προσευχής, σ. 78-79.
Βλ. Περί Πνεύματος και ζωής, σ. 35 και 31.
Περί προσευχής, σ. 21.

Abstract

Touch of Eternity
The appeal of painting and the unending creation of prayer

The essay investigates the relationship of painting, the great “passion” of Fr. Sophrony, with the unending creation of prayer and the remembrance of death. Its goal is to demonstrate that the truth of things cannot be contained by sterile assurances and regulative forms of the spiritual life, while also proving that everywhere and at every time, as it was in the case of the elder, living existence and the living Church reveal their self-awareness as a way that cannot fail to astonish or be astonished. Finally, it is concerned with the holy astonishment, a practice of constant self-reversal, constant translocation of boundaries and constant expansion, the goal of which is a real meeting with God, the world and man.

http://ikee.lib.auth.gr/record/210503?ln=el

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s