Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ανέγερση του εαυτού και η πλάνη της βεβαιότητας (Ομιλία στις απόφοιτες και τους απόφοιτους της Ελληνογαλλικής Σχολής Καλαμαρί 2018)

1241Αγαπητέ κ. Συρρή,
Φίλοι διευθυντές,
Εκλεκτοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες -δεν ξεχνώ ποτέ πως ξεκίνησα το καθηγητικό ταξίδι μου από τούτο το εξαιρετικό σχολείο και είναι μεγάλη η τιμή που μου γίνεται απόψε να επανέρχομαι ύστερα από 24 χρόνια, από μια άλλη θέση και για έναν άλλο σκοπό, μεγάλη και η συγκίνηση-,
Αγαπητές και αγαπητοί απόφοιτοι,
Αγαπητοί γονείς,
Κυρίες και κύριοι,

Ο σεισμός είναι ένα έκτακτο και μαζί φυσικό γεγονός, που αναστατώνει την πεζή καθημερινότητα, δημιουργώντας προς στιγμήν αντιδράσεις απόδρασης από τη φυλακή της συνήθειας, η οποία στηρίζεται στη νόμιμη συνέχεια. Ως λογικό αδιανόητο, έρχεται να μας βγάλει από τη νωχελικότητα του δομημένου τρόπου, ή καλύτερα έρχεται να δοκιμάσει τις αντοχές των υλικών που τον συγκροτούν. Η ένταση, βέβαια, των αντιδράσεων, σχετίζεται με την ένταση του σεισμού. Μεγάλη η δόνηση, μακρύτερη -ίσως- και η προσπάθεια να ξανασκεφτούμε τα μείζονα και τα σημαντικά της ζωής μας. Μικρή η ένταση του σεισμού, μικρή και η διάρκεια της παύσης από τα σχεδιασμένα, τα μονίμως προγραμματισμένα και αδιαλείπτως και ασθμένως πραγματοποιούμενα.

Ναι, ο σεισμός, είναι μια απρογραμμάτιστη και δύσκολα προβλεπόμενη διαδικασία -όσο κι αν η επιστήμη σήμερα προχωράει- και παλεύει για την εξημέρωσή του. Ακραία επικίνδυνος και σε πολλές περιπτώσεις καταστροφικός φονικός. Ικανός, όμως, μέσα στη διαστροφική του μανία, να επιστρέψει στους σαστισμένους μιας οποιασδήποτε κανονικότητας, τα προτάγματα του ξεχασμένου βίου εκείνης της αμεσότητας, που δεν ταυτίζεται πάντα με την καθημερινότητα. Ικανός, να σπάσει τα τείχη της εωσφορικής βεβαιότητας, που κρατά την ύπαρξη κλειστή και βαθιά βεβαιωμένη. Και ως εκ τούτου ικανός, εάν και εφόσον ληφθεί στα σοβαρά η παρουσία του, η πραγματικότητά του, η πιθανότητά του, να οδηγήσει σε μια σταθερότερη και μαζί ελαστικότερη κατασκευή, με χαρακτηριστικά αντοχής ακραίων συνθηκών και διαδικασιών. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως η σταθερότητα σχετίζεται άμεσα και λειτουργικά με την ελαστικότητα εκείνη δηλαδή την κατασκευαστική ιδιαιτερότητα, που επιτρέπει τη μελετημένη μετατόπιση της δομής, προκειμένου να μη καταστραφεί από την αμετακίνητη και πυκνή ανελαστικότητά της.

Ο σεισμός, λοιπόν, και κάθε αντίστοιχό του, θέτει ερωτήματα, που επιτρέπουν μια άλλη αρχιτεκτόνηση του οίκου, την ανέγερση ανάλαφρης και μαζί σταθερής στέγης, που θα στεγάσει όνειρα και έργα, διαθέσεις και φιλίες, σχέσεις και τρόπους, ποιητικούς ζωής πραγματικής. Μιας ζωής με νόημα, μιας ζωής που μπορούμε να ζήσουμε μόνο με, καθώς λέγει στα τρία χρώματα, σε αυτόν τον καινούριο ύμνο της αγάπης, ο Krzysztof Kieślowski.

Πόσο σίγουροι είμαστε, λοιπόν, πως θα υπάρξουμε και την επόμενη στιγμή. Πόσο σίγουροι για τη μορφή της ζωής μετά την καταστροφή ή μετά τον κίνδυνο της καταστροφής; Ερωτήματα, που υπηρετούν την ανοικτότητα ενός τρόπου, που διεκδικεί το σπάσιμο της βεβαιότητας, το τέλος της.

Και το λέγω τούτο, διότι συνηθίζουμε να χτίζουμε τον εαυτό μας πάνω στις επιτυχίες και τις βεβαιωμένες προφητείες. «Δεν φτάνει που πρέπει να σώσω τον κόσμο», σημειώνει ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, «αλλά πρέπει να τον σώσω και την ερχόμενη Πέμπτη». Τα πάντα μετρημένα, αριθμημένα, συντεταγμένα και σαφή. Χωρίς καμία δυνατότητα αλλαγής, μετατόπισης, παρέκκλισης και επαναπροσδιορισμού. Όλα υπέρ της ονομασμένης φυσικής ροής των πραγμάτων, που σε πολλές περιπτώσεις αφίσταται από την ελευθερία που κάνει την ύπαρξη να υπάρχει ως πρόσωπο και να διεκδικεί ιδιαιτερότητα, να διεκδικεί ταυτότητα που μπορεί να επαναστατεί απέναντι σε όλους και σε όλα, αλλά απέναντι και στον ίδιο της τον εαυτό ή κυρίως απέναντι σε αυτόν. Να διεκδικεί δηλαδή, εκείνες τις εσωτερικές δυνάμεις της αποδόμησης, που θα κάνουν την ύπαρξη να αληθεύει. Μη ξεγελιόμαστε, εαυτός που δεν γνωρίζει την εσωτερική του ανατροπή, που δεν εμπεριέχει δηλαδή τη δύναμη της δικής του απόλυτης ανατροπής, είναι εαυτός νεκρός, αδύναμος να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις που η ζωή γεννά και συνεχώς προσφέρει. Είναι εαυτός συστημικός, χωρίς πραγματική ελευθερία και έρωτα, αδύναμος να πει το θαύμα.

Αγαπητοί απόφοιτοι,

Ζούμε σε έναν κόσμο που επενδύει στη βεβαιότητα. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει τούτο. Η βεβαιότητα, είναι εκείνη η ανέραστη, η μόνη ελέγξιμη από τα ατομικά και συλλογικά συστήματα πραγματικότητα -πολιτικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά-, που κόβει το νήμα της ζωής και αποκαλύπτει το θάνατο. «Το ανενέργητον και ανύπαρκτον», δηλώνει ο μεγάλος άγιος της πόλης μας και δεύτερος πολιούχος της, ο Γρηγόριος Παλαμάς, και αποκαλύπτει τη σχέση, τη βαθιά σύνδεση, ενέργειας και ύπαρξης. Η βεβαιότητα ωθεί στην ακινησία. Η αβεβαιότητα, η τόσο παρεξηγημένη και μονίμως εξόριστη από τις πολιτείες των ανθρώπων, το τέλος της οποίας διαδηλώνει ο σπουδαίος φυσικο-χημικός και νομπελίστας Ilya Prigozine, γεννά ζωή, μεγεθύνει την ύπαρξη και καλεί συνεχώς στη γιορτή της συνάντησης. Μια γιορτή ανοιχτή, αλλά ποτέ δεδομένη. Πάντα άθλημα μεγάλων αντοχών, για υπομονετικούς και τολμηρούς. Ανθρώπους μονίμως ερωτικούς και ως εκ τούτου βαθιά εκστατικούς. Ανθρώπους, που αρνήθηκαν τη γοητεία της τακτοποίησης, η οποία προτείνεται από τους κάθε είδους εξουσιαστές, πάντα για το καλό μας.

Ξέρετε, ένα θέμα, μεγάλης ερμηνευτικής δυσκολίας, αποτελούσε πάντα για το θεολόγο της τάξης, μαθητικής ή φοιτητικής, δεν έχει ουδεμία σημασία, ο σχολιασμός της πτώσης των πρωτοπλάστων. Τι ήταν αυτή η περίφημη πτώση, ποιοι οι λόγοι της και ποια η ζωή μετά την πτώση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η προσπάθεια αναμέτρησης με το κορυφαίο αυτό κεφάλαιο της χριστιανικής θεολογίας, ολοκληρώνονταν με την εξαγωγή ηθικών συμπερασμάτων, δεμένων στη νομική διελκυστίνδα παραβατικότητας και μη παραβατικότητας. Και στην κορυφή τούτου του νομικισμού, το γέμισμα της ζωής των ανθρώπων με ενοχές για πράγματα που οι ίδιοι ποτέ δεν έπραξαν, αλλά και ίσως δεν φαντάστηκαν, αλλά και για πράγματα που έπραξαν, τα οποία όμως δεν βρίσκονται έξω από την κατά φύση λειτουργία της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είπαμε, όμως, στα παιδιά μας το μείζον. Ίσως δεν το γνωρίζαμε, κάποιες φορές ίσως και να μη το αντέχαμε. Πως, άλλωστε, να αντέξει κανείς το μυστήριο της ελευθερίας; Ποιο εύκολη πάντα η δέσμευσή της και η εκχώρησή της, σε διαχειριστές και μεταπρατικούς. Και έρχεται ένας άλλος άγιος της χριστιανικής εκκλησίας, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, δεκαεπτά αιώνες πίσω, να μας πει, ότι η πτώση συνίσταται στο γεγονός, πως ο Αδάμ και η Εύα έχασαν τη δυνατότητα να εκπλήσσονται απέναντι στον εκπλήσσοντα Θεό. Και έτσι, οδηγήθηκαν στην πλήξη και το μαρασμό στον οριστικό θάνατο.

Ας προσπαθήσουμε, τώρα, να μεταφέρουμε το σχήμα στην καθημερινή μας ζωή. Πότε διαλύεται μια σχέση, για παράδειγμα φιλική ή ερωτική; Όταν ένα από τα δύο μέλη παραβεί τους κανόνες που τη διέπουν; Όχι. Εκεί μπορεί να υπάρξει μια πίκρα, μια ρωγμή, μια κάποια υποχώρηση. Η πραγματική διάλυση της σχέσης έρχεται, όταν χαθεί η έκπληξη, που το ένα πρόσωπο κρύβει για το άλλο, ακόμα και η έκπληξη που κρύβουν τα πράγματα για ένα πρόσωπο. Εννοώ ένα καινούριο σπίτι, ένα οποιοδήποτε απόκτημα πόθου χρόνων. Και τούτο, διότι είναι η έκπληξη που επεκτείνει την αναμονή, είναι η έκπληξη που κρατά στην αγκαλιά της ζεστά τα όνειρα, είναι η έκπληξη που κάνει τη στιγμή αιώνια και φέρνει την αιωνιότητα στις στιγμές μας. Και είναι τέλος η έκπληξη, καθώς θα έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς. Η έκπληξη-έρωτας. Διότι ο έρωτας, ως εκστατική και κινητική δύναμη, επιτρέπει τη συνεχή επέκταση του εαυτού. Λένε, πως η εποχή μας είναι ερωτική. Πιστεύω, πως δεν είναι. Ζούμε τη φασιστική επιβολή του ανέραστου. Το ανέραστο σε όλες του τις εκδοχές. Στο πως οδηγούμε, στο πως κάνουμε τον καφέ μας, στο πως χτίζουμε τα σπίτια μας και τις εκκλησιές μας, στο πως σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους, στο πως επιλέγουμε την εργασία μας. Η ερωτικότητα δεν ταυτίζεται με τη σεξουαλικότητα, όπως κάποιοι νομίζουν. Η σεξουαλικότητα είναι και αυτή ερωτικότητα, αλλά η ερωτικότητα είναι ένας συνολικός τρόπος ύπαρξης, που δηλώνει το πως της σχέσης μας με τα πράγματα και τα πρόσωπα της προσωπικής μας ιστορίας τον τρόπο. Και εάν υπάρχει ένας μεγάλος εχθρός της ερωτικότητας, αυτός δεν είναι άλλος από τη βεβαιότητα. Η ανέγερση του εαυτού απαιτεί το σπάσιμο της βεβαιότητας, το κάψιμό της. Όπως ακριβώς έκανε ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, στο Άγιον Όρος. Πήγαινε σε ένα έρημο μέρος, αυτός ο ταπεινός άνθρωπος, έχτιζε μια καλύβα για να στεγαστεί, να προφυλαχτεί από τα φυσικά φαινόμενα, το κρύο την βροχή και έμενε για λίγο. Πριν περάσει, όμως, καιρός, μόλις ένιωθε μια βεβαιότητα, την έκαιγε και έφευγε. Και ξαναπήγαινε δίπλα και έφτιαχνε άλλη και την ξανά ’καιγε και πάλι από την αρχή και αυτό ήταν τρόπος ζωής. Ένας τρόπος άρνησης της βεβαιότητας, της βαθιάς νωχελικότητας, που δίνει η στεγασμένη ζωή. Εκείνη η ζωή που σε προστατεύει, αλλά στο τέλος σε εγκλωβίζει στο πυκνό εντός της.

«Υπάρχουν άνθρωποι», σημειώνει ο Αντρέ Ζιντ στα Τέλματα, «που βρίσκονται έξω μονομιάς. Η φύση χτυπάει το κατώφλι τους: η πόρτα τους ανοίγει στην αχανή πεδιάδα όπου, αμέσως μόλις κατέβουν, η κατοικία τους ξεχνιέται και χάνεται. Την ξαναβρίσκουν το βράδυ, όταν τη χρειάζονται για να κοιμηθούν∙ την ξαναβρίσκουν εύκολα. Θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να κοιμηθούν κάτω απ’ τα αστέρια, ν’ αφήσουν το σπίτι τους για μια ολάκερη μέρα, ακόμα και να το ξεχάσουν για καιρό. -Αν αυτό το βρίσκετε φυσιολογικό, σημαίνει ότι δεν με καταλαβαίνετε. Θα έπρεπε να σας εκπλήσσουν περισσότερο τα πράγματα… Σας διαβεβαιώ ότι -όσο μας αφορά- αν ζηλεύουμε αυτούς τους τόσο ελεύθερους κατοίκους, είναι επειδή, κάθε φορά που χτίζαμε με κόπο μια στέγη για να προφυλαχτούμε, αυτή η στέγη μας ακολουθούσε, κι ύστερα παρέμενε πάνω από τα κεφάλια μας∙ μας προστάτευε από τη βροχή, είναι αλήθεια, αλλά μας έκρυβε τον ήλιο. Κοιμηθήκαμε στη σκιά της∙ δουλέψαμε, χορέψαμε, αγαπηθήκαμε, στοχαστήκαμε στη σκιά της∙ καμιά φορά, η λαμπρότητα της αυγής ήταν τόσο μεγάλη, που πιστέψαμε ότι μπορούσαμε να ξεφύγουμε το πρωί∙ θελήσαμε να τη λησμονήσουμε∙ γλιστρήσαμε σαν κλέφτες κάτω από την αχυρένια σκεπή, όχι για να μπούμε, εμείς, αλλά για να βγούμε -λαθραία- και τρέξαμε προς την πεδιάδα. Κι η στέγη έτρεχε ξωπίσω μας. Αναπηδούσε, σαν την καμπάνα του παραμυθιού, ξωπίσω από εκείνους που προσπαθούσαν να το σκάσουν από τη λειτουργία. Συνέχεια νιώθαμε το βάρος της πάνω από τα κεφάλια μας. Για να τη φτιάξουμε, είχαμε ήδη μεταφέρει όλα τα υλικά∙ κάναμε μια εκτίμηση του συνολικού βάρους. Το κεφάλι μας έσκυβε, οι ώμοι μας καμπούριαζαν -σαν τον Σεβάχ κάτω από το βάρος του Γέρου της Θάλασσας. Στην αρχή δεν το προσέχει κανείς∙ έπειτα, είναι φριχτό∙ δένεται μαζί μας μόνο χάρη στο βάρος της. Δεν μπορείς ν’ απαλλαγείς απ’ αυτή. Πρέπει να φέρεις μέχρι τέλους όλες τις ιδέες που συλλαμβάνεις…».

Παίδες,

Κρατείστε γερά τις βεβαιότητες με τις οποίες σας γεμίσαμε, δάσκαλοι, γονείς, φίλοι, είναι πολύτιμες. Θα τις χρειαστείτε γρήγορα, εφόσον μείνετε ζωντανοί στη διαδικασία αναζήτησης των ονείρων σας. Και κάψτε τες, όταν αυτά εμφανισθούν, όπως καίει ο νεαρός απόφοιτος του Ωδείου, τις βεβαιότητες της κλασικής αρμονίας, όταν τον επισκέπτεται η χάρις της δημιουργίας. Ρίξτε τες, στο χωνευτήρι της ζωής για να δημιουργήσουν το καινούριο σας εαυτό. Και μη ξεχνάτε, πως το μείζον δεν είναι η συμμετρία, το τέντωμα του σεντονιού στο κρεβάτι, αλλά το συμμετρικώς ασύμμετρο, διότι «ορθότερον γεωμετρικώς», καταπώς λέγει ο τρελός της ευθύνης, της μητέρας Θεσσαλονίκης, ο Νίκος Γαβριήλη Πεντζίκης, «είναι το πρακτικώς μη ακριβώς τετράγωνον» .

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η ανέγερση του εαυτού και η πλάνη της βεβαιότητας (Ομιλία στις απόφοιτες και τους απόφοιτους της Ελληνογαλλικής Σχολής Καλαμαρί 2018)

  1. Η παράγραφος περί του έρωτος και του θανάτου μαζί με τον Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη είναι εξαιρετική και άκρως διδακτική.

    Δεν έπαψες να με εκπλήττεις λίαν αγαπητέ μου κύριε καθηγητά, είτε αρνητικά, είτε ωφέλιμα και θετικά. Αυτό με την πλάνη της βεβαιότητας μας το διδάσκατε και ακόμη παρατηρώ ότι το διδάσκετε συστηματικά. Και δυστυχώς έχετε δίκαιον!

    Πως την τσακίζουμε άραγε αυτήν την δαιμονιώδη βεβαιότητα που σαν σαράκι κατατρώγει την ψυχήν μας;

    Με το να γίνουμε μήπως εν τέλει μανικοί εραστές, πυρπολυτές και πυρομανείς, της ανορθόδοξης, αλλά κατά πάντα ορθόδοξης, μεθόδου και τακτικής του αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλυβίτου; Πάντως είναι μια καταπληκτική ιδέα και ωραίος τρόπος ζωής. Αν μη τι άλλο δεν θα φοβούμαστε μη τυχόν και μας κάψει άλλος το καλύβι μας.

    Μα ενδέχεται όμως να καούν και καρδιές μέσα σ΄ αυτό το παρανάλωμα του πυρός.

    Μ΄ αυτό σημαίνει, ότι αν νοιώσουμε βεβαιότητα στον γάμο, στην ερωτική σχέση, στις φιλικές εργασιακές και συγγενικές σχέσεις, ότι πρέπει τέλος πάντων «να καεί» η σχέση;

    Αλλά γίνεται να καεί και να αναδημιουργηθεί μέσα απο τις στάκτες της; Αν είναι να αναδημιουργηθεί μέσα απο τις στάκτες της όμως με την προοπτική ότι θα επέλθει και πάλιν, ετεροχρονισμένα μάλλον, η πλήξη, το ανέραστον και η σατανική βεβαιότητα, τότε ποιό το βαθύτερο νόημα του να μεταβληθεί κανείς σ΄ έναν αβέβαιο και τρελό «Καυσοκαλυβίτη»;

    Ο Καυσοκαλυβίτης έκαιγε εκούσια την καλύβα του, και εικάζω ότι το απολάμβανε μάλλον, εμάς μας κάψανε τα σπίτια μας, τις ψυχές και τις καρδιές μας και βυθιζόμαστε έτι περαιτέρω στην κολάσιμη μιζέρια και την γκρίνια.

    Συνεπώς, πως άραγε μεταμορφωνόμαστε σε μικρούς Καυσοκαλυβίτες;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s