Χρυσόστομος Σταμούλης, Υπάρχουμε εν λευκώ…*

6a– Ποιό θεωρείται ως υπέρτατο αγαθό από τη σημερινή ελληνική κοινωνία;
«Δυσκολεύομαι να βρω ένα. Θα μπορούσα να πω πολλά, που αντανακλούν το παρελθόν, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι εκφράζουν τον σημερινό Έλληνα. Ένα απ’ αυτά είναι η φιλαλληλία. Πέρα από ό,τι συμβαίνει στο μικρόκοσμό μας ή τις εντάσεις που βλέπουμε απέναντι στους ξένους, τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, θέλω να πιστεύω πως ο Έλληνας έχει μια φιλαλληλία, δέχεται την ετερότητα. Εντούτοις, κάποιες έρευνες που έχουν γίνει έχουν δείξει ότι αυτή η φιλαλληλία και η αδελφή της φιλοτιμία για την οποία παινευόμαστε εδώ και χρόνια -και μάλιστα λέμε ότι δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες- είναι ένας μύθος».
– Μήπως άλλες χώρες της δύσης δεν έχουν αυτή τη λέξη επειδή η φιλοτιμία είναι μάλλον χαρακτηριστικό κοινωνιών παραδοσιακών, και όχι νεωτερικών; Εμείς πόσο κοντά είμαστε στα νεωτερικά κράτη;
«Νομίζω ότι δυσκολευόμαστε πολύ να πλησιάσουμε και να χειριστούμε τη νεωτερικότητα. Υπάρχουν ακόμη αντιλήψεις στον τόπο μας που δεν μπορούν να ξεπεραστούν. Είμαστε αμφίσημοι. Εμπεριέχουμε στο ίδιο σώμα, τόσο τον παπά-Στρατή, ένα σπουδαίο άνθρωπο, ιερέα, λευίτη στη Μυτιλήνη, αλλά και τον στρατευμένο μισάνθρωπο που συναντούμε σε όλες αυτές τις ομάδες, οι οποίες, οργανωμένες και οπλισμένες, σπάνε πάγκους και χτυπούν ανθρώπους».
– Πού οφείλεται αυτή η αμφισημία ή η διψυχία;
«Ξεκινάει από μακρυά αυτή η υπόθεση. Έχω την αίσθηση ότι, παρότι κομπάζουμε για τη κοινοτικότητα του τρόπου μας, δεν ζούμε κοινοτικά. Βέβαια, οι ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού μοιάζει να έχουν αυτή τη κοινοτικότητα διότι η εκκλησιαστική κοινότητα είναι το κέντρο της υπάρξεώς τους. Είναι ο χώρος αναφοράς. Εκεί κοινωνικοποιείται ο Έλληνας. Εκεί συναντιέται με το συμπατριώτη του, εκεί συζητά. Στην Ελλάδα κατά κανόνα η “λειτουργία μετά τη λειτουργία” δεν υπάρχει. Τελειώνουμε τις τελετουργίες μας και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων ο καθένας πηγαίνει στο σπίτι του. Μπαίνουμε δηλαδή στην Εκκλησία μόνοι και βγαίνουμε δυο φορές μόνοι. Υπήρχαν όμως στιγμές στην ιστορία όπου λειτούργησε η κοινότητα. Δεν καταφέραμε, όμως, αυτή η προοπτική, αυτό το γεγονός, να αποκτήσει σταθερή διάσταση. Σήμερα, στις κοινότητες των ανθρώπων ο μύθος απουσιάζει. Απουσιάζει δηλαδή εκείνος ο τρόπος της κοινής σκέψης και κοινής δράσης ο οποίος θα δημιουργεί συνθήκες ενότητας. Έτσι, στη θέση των μυθολογιών αυτών έχουν παρεισφρήσει ανεπαίσθητα και αργά οι νέοι φονταμενταλισμοί. Αντιμυθολογίες, οι οποίες στο όνομα της σύγκρουσης με την κατεστημένη “ελίτ” των εκπροσώπων των παλαιών μυθολογιών, εδραιώνουν καταστάσεις συνάντησης που διέπονται από διαδικασίες φόβου».
– Η δική μας μυθολογία ποιά ήταν;
«Η κοινότητα, η οποία όμως βασίστηκε σε ετεροπροσδιορισμούς και γι’ αυτό δεν άντεξε. Λένε πάρα πολλοί “μα πως πρέπει να συμπεριφερθεί ο Χριστιανισμός σήμερα στο ξένο”; Η απάντηση είναι πολύ απλή: Να κάνει ό,τι έκανε ο Χριστός. Υπάρχουν σαφή παραδείγματα, συγκεκριμένες συμπεριφορές και στάσεις. Εμείς, όμως, τί κάνουμε; Αγνοώντας το παράδειγμα του Χριστού και λειτουργώντας στα όρια του μαγικού, θέλουμε να περάσουμε τα κύματα, χωρίς όμως να έχουμε τη διάθεση, πριν από την αυτοαπαράδοσή μας σε ένα τέτοιο θαύμα, να περάσουμε από τη συνάντησή μας με τον ξένο, τον μετανάστη, την πόρνη, τον τελώνη και το φαρισαίο. Ψάχνουμε αγωνιωδώς για εγγυημένη προφητεία. Αγνοώντας, προφανώς, πως όλα τα φονταμενταλιστικά σχήματα αυτή την εγγυημένη προφητεία θέλουν και αυτή προτείνουν. Όπως είχε πει και ο Λειβαδίτης “γιατί το πρόβλημα, φίλοι μου, δεν είναι να σώσεις τον κόσμο, αλλά να τον σώσεις την ερχόμενη Πέμπτη”».
– Πώς φτάσαμε στην εγγυημένη προφητεία;
«Υποχώρησαν οι μυθολογίες και η Εκκλησία ήταν μία από αυτές. Και προς Θεού μη πάει το μυαλό σας στο μη πραγματικό, στο παραμύθι. Ο μύθος συνδέεται με την αλήθεια, είναι η αλήθεια εκείνη που προτείνει τρόπο υπάρξεως. Έτσι και η μυθολογία της Εκκλησίας, η οποία χτίστηκε πάνω στην αγάπη της καρδιάς, στην ελεημοσύνη, στην κοινή λειτουργική ζωή».
– Πώς φτάσαμε στο σημείο να βγούμε απ’ αυτό;
«Κοιτάξτε, η κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος, που αποτελεί εικόνα της κοινωνίας των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, είναι φυσική, εξαιτίας της κοινής ουσίας. Υπάρχουν τα πρόσωπα, αλλά και η κοινή ουσία. Εάν δεν υπάρχει κοινή ουσία, δεν μπορούν να κοινωνήσουν τα πρόσωπα. Εγώ δεν μπορώ να κοινωνήσω με μια πέτρα. Η κοινωνία της φύσεως γίνεται δια του προσώπου. Το πρόσωπο εκφράζει και αποκαλύπτει τη φύση. Πρέπει να υπάρχει κοινή φύση για να υπάρχει μια συνεννόηση. Η Τριάδα κοινωνεί τη φύση της δια των προσώπων και μοιράζεται αυτή την αγαπητική σχέση, την αγάπη. Ουσιαστικά, τί είναι αυτό το κοινό της Τριάδος; Είναι η αγάπη. Η φυσική αγάπη, όχι μια οποιαδήποτε αγάπη. Αν θα μπορούσαμε, λοιπόν, να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα της κοινωνικής τριαδικής αγαπητικής ζωής στον κόσμο, θα λέγαμε ναι, ότι είναι μια κοινή αγαπητική ζωή. Για να αγαπήσει όμως κανείς, θα πρέπει να βγει από τον εαυτό του. Ο νεοέλληνας, λοιπόν, αλλά και ο παλαιότερος –ας μην εξιδανικεύουμε το παρελθόν-, έχω την αίσθηση ότι δυσκολευόταν πάρα πολύ να βγει από τον εαυτό του».
– Τι σημαίνει εαυτός και «βγαίνω από τον εαυτό μου»;
«Ο εαυτός είναι εκείνη η πραγματικότητα, εκείνος ο “χώρος”, o οποίoς υπάρχει πραγματικά μόνο όταν επεκτείνεται, έτσι ώστε να μπορεί να χωρέσει τον οποιονδήποτε άλλο. Ο πραγματικός εαυτός είναι εκστατικός, ερωτικός. Ο μη πραγματικός εαυτός είναι κλειστός∙ ανέραστος».
– Το λέει η θεολογία μας αυτό;
«Βεβαίως. Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Γρηγόριος Νύσσης, μιλούν για την εκστατικότητα. Η εκστατικότητα όμως, έχει δυο ερμηνείες στη νεοελληνική θεολογία. Η πρώτη, η οποία δε με βρίσκει σύμφωνο, λέει ότι η εκστατικότητα είναι η εγκατάλειψη της φύσης μας, γιατί είναι αναγκαστική και δεσμευτική. Ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερο πρόσωπο μόνο όταν εγκαταλείψει τη φύση του, την αιτία της ανελευθερίας του».
– Τί είναι αυτό το πρόσωπο; Έχει σάρκα και οστά; Είναι μεταφυσικό μόνο;
«Το πρόσωπο είναι η δύναμη η οποία αποκαλύπτει το σύνολο του τρόπου της υπάρξεώς μας. Από τη γέννησή μας είμαστε πρόσωπα, απλώς στην εκκλησία συνηθίζουμε να λέμε ότι πραγματικά κάποιος γίνεται πρόσωπο όταν μπαίνει στη διαδικασία μετοχής του στα μυστήρια, που δηλώνει και την ένταξή του στο κοινό σώμα, μέσα στο οποίο λειτουργείται η κοινωνικότητα, το μοίρασμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και πέρα από τη διδασκαλία της Εκκλησίας, πρόσωπο είναι ακόμη και αυτός που δεν θα μπει στη μυστηριακή ζωή. Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι πρόσωπο ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει. Ίσως έχει χάσει ή δεν έχει βρει ακόμα την πληρότητα της ωραιότητάς του αλλά παραμένει πρόσωπο, το οποίο αναζητά την αφορμή να πληρωθεί μέσα στη διαδικασία της σχέσης του».
– Στο τέλος σώζονται όλοι;
« Αυτή είναι η αύρα και το άρωμα της ορθοδοξίας. Αυτή η διδασκαλία της Ορθόδοξης Ανατολής ονομάστηκε αποκατάσταση των πάντων».
– Εαν σώζονται όλοι δεν υπάρχει λόγος κανείς να κάνει κάτι…
« Σώζονται όλοι με την έννοια ότι οι εκκλησιαστικοί πατέρες αποκαλύπτουν έναν Θεό, έναν πατέρα, ο οποίος δεν εγκαταλείπει ποτέ το γιο του. Ένας πατέρας δεν μπορεί να φανταστεί ποτέ ότι η ύπαρξή του θα είναι πλήρης, ακέρια, εάν δεν είναι πάντα ανοιχτή στο γιο, ακόμη και τον χαμένο, ο οποίος έχει φτύσει στο πρόσωπο τον πατέρα. Η πατρικότητα τί είναι; Είναι μια συνεχής έξοδος, η οποία είναι απροϋπόθετη. Και αυτή είναι η μεγάλη της διαφορά. Δεν έχει προϋποθέσεις: ο πατέρας με αγαπά, με αποδέχεται, με σέβεται, ακόμα και όταν, ή κυρίως όταν, στέκομαι απέναντι στις διαθέσεις του και τις επιλογές του. Η αποδοχή δεν ταυτίζεται με τη συμφωνία. Και εγώ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα αυτής της απροϋπόθετης αποδοχής, τον δέχομαι, τον σέβομαι και επιστρέφω συνεχώς στο μυστήριο της θυσιαστικής των βεβαιοτήτων μου αγάπης».
– Η διαφορά από ποιόν;
«Από οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις. Στην ασκητική παράδοση συναντάμε τρία στάδια σχέσεων. Το πρώτο είναι της δουλείας (σου κάνω κάτι γιατί είμαι δούλος σου, είμαι υποχρεωμένος, αν δε το κάνω δε θα υπάρχω). Το δεύτερο στάδιο είναι το στάδιο του μισθίου (είμαι υπάλληλος, με πληρώνεις 8 ώρες, εργάζομαι 8 ώρες αλλά οκτώ και ένα φεύγω). Το δεύτερο στάδιο είναι καλύτερο από το πρώτο αλλά δεν είναι πλήρες. Το τρίτο είναι το στάδιο της σχέσεως του υιού και του πατέρα: εκεί η αγάπη είναι απροϋπόθετη. Δεν έχει ωράριο. Υπάρχω εν λευκώ… Υπάρχουμε εν λευκώ…
– Και από τα δυο μέρη;
« Ναι, αλλά προηγείται ο πατέρας. Ο πατέρας είναι η αιτία της ύπαρξής μου. Μια προτεραιότητα, βέβαια, που δεν αποκαλύπτει μεγαλύτερο βάθος υπάρξεως, καθώς χάνεται στο πέλαγος της ισοτιμίας. Μια προτεραιότητα τη τάξει ή τη επινοία».
– Μήπως όμως η ελληνική κοινωνία καθορίζεται από τη μητέρα; Έχω την εντύπωση ότι εδώ, αυτή είναι το ιερό πρόσωπο. Η Θεοτόκος, η αμόλυντη και συγχρόνος μητέρα όλων, η ¨νύμφη ανύμφευτος¨…
« Μα ότι είναι ο γιός είναι και η κόρη. Ότι ο πατέρας και η μάνα. Βέβαια, η γυναίκα συνδέεται με μια μεγαλύτερη ευαισθησία. Κάποιοι θεωρούν την ευαισθησία αδυναμία, αλλά ξεγελιούνται. Η μεγαλύτερη νίκη είναι η κάθοδος στον Άδη. Και αυτό προϋποθέτει ευαισθησία αγία. Η Θεοτόκος είναι πολύ δυνατή, ίσως καμιά φορά, πιο δυνατή από όσο νομίζουμε. Βέβαια, στην Ορθόδοξη θεολογία και οπωσδήποτε στην Ελλάδα το όνομα «Παρθένος» είναι πιο δυνατό από το όνομα «Θεοτόκος». Το μυστήριο στην εκκλησία όμως δεν είναι η παρθενία. Την παρθενία τη συναντάμε παντού, σε όλα τα συστήματα τα θρησκευτικά υπάρχει η παρθενία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τάγματα παρθένων! Όμως, ας μη ξεγελιόμαστε, δεν σώζει η παρθενία, η θεομητρότητα σώζει. Εκείνη δηλαδή η μήτρα της ευαισθησίας που αποκαλύπτει πως στη ζωή του ανθρώπου μπορούν να χωρέσουν και τα αχώρετα. Εκείνη η αλήθεια που δείχνει το θαύμα. Η παρθενία τί κάνει; Είναι ένα εργαλείο, που δείχνει το μεγαλείο της Θεομητρότητας. Εάν η Μαρία δεν ήταν Παρθένος θα βγάζαμε εκτός του μυστηρίου τον Θεό. Εάν δεν ήταν παρθένος δε θα μπορούσε να φανεί προς τα έξω ότι η σάρκωση έγινε και «εκ Πνεύματος Αγίου», δηλαδή χωρίς σπερματική καταβολή. Το μυστήριο της συνεργίας Θεού και ανθρώπου θέλει να δείξει η Εκκλησία και σε αυτή την προσπάθεια επιστρατεύει κάθε δυνατό μέσο και κάθε γλώσσα . Η παρθενία από μόνη της δε λέει τίποτα. Λέει τα πράγματα μόνο όταν αποκαλύπτει τη θεοπρέπεια, δηλαδή τη δυνατότητα του ανθρώπου να γεννήσει μέσα του το Θεό. Το μυστήριο είναι να γεννάς μέσα σου το Θεό. Και αυτό προϋποθέτει ευαισθησία μεγάλη, αγία. Υπήρξαν πάρα πολλοί παρθένοι και παρθένες στην ιστορία του πολιτισμού που δε φτάσανε ποτέ στα πλαίσια της θεομητρότητας».
– Τί είναι λοιπόν ο άντρας όταν υπάρχει μια γυναίκα που γεννά Θεό και αυτός τίποτα;
« Κι ο άντρας μπορεί να γεννήσει Θεό. Γιατί να μην το κάνει; Και η έγγαμη γυναίκα μπορεί να γεννήσει το Θεό. Η προϋπόθεση για να σταθεί κάποιος ικανός να σαρκώσει μέσα του το Λόγο είναι η έκσταση του εαυτού, δηλαδή να γίνει άλλη Πλατυτέρα. Η ευαισθησία της πλάτυνσης δεν είναι προνόμιο των γυναικών. Η πρώτη ευαισθησία, η όντως αγία είναι ο Χριστός».
– Για κάποιο λόγο χάθηκε μέσα στους αιώνες αυτή η πατρική φιγούρα…
« Αυτή είναι η ομορφιά της ιδιαιτερότητας των φύλων. Η γυναίκα κλαίει εύκολα. Δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας αυτό, αλλά καρπός ευαισθησίας. Η δύναμη η πραγματική βρίσκεται στην ευαισθησία. Εδώ βρίσκεται και η τραγωδία πολλών ανδρών, οι οποίοι αρνούμενοι την ευαισθησία, κάτω από το φόβο απώλειας του ανδρισμού τους, ψάχνουν δύναμη άλλης μορφής. Γεγονός που τους απομακρύνει μεμιάς από τη δύναμη της ευαισθησίας των ποιητών».
– Πιστεύω ότι θεολογικά, για κάποιο λόγο προκρίθηκε η Θεοτόκος έναντι του Χριστού.
« Όχι, είναι θέμα οικειότητας. Είναι η μάνα. Το παιδί, εάν θέλει να πει κάτι, δεν πάει στον πατέρα, στη μάνα θα πάει πρώτα».
– Ο πατέρας είναι ο νόμος. Για μας δεν είναι ο νόμος.
« Και σε εμάς σήμερα η μάνα υποδέχεται πρώτη τις αγωνίες του παιδιού, δεν πας ευθέως στον πατέρα για κάτι».
– Ναι αλλά πλέον έχει αλλάξει αυτό το ζήτημα…
« Εξαρτάται, δε νομίζω να είναι κανόνας αυτό. Η γυναίκα συνεχίζει να συνδέεται με την αμεσότητα του σπιτιού, την καθημερινότητά του. Όχι στον βαθμό που συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει. Ο πατέρας συνδέεται με κάποοιο τρόπο με την απουσία»
– Πώς σχετίζεται με τη Τριάδα η γυναίκα;
« Όπως και ο άνδρας. Αλλά την Αγία Τριάδα με τον άνθρωπο δένει μια γυναίκα∙ η Θεοτόκος. Μια γυναίκα, βέβαια, καρπός όλου του ανθρώπινου γένους, η οποία, βέβαια, σε επίπεδο θεολογικό είναι αυτό που είναι εξαιτίας του γιου της. Από μόνη της είναι μία ακόμα άνθρωπος. Θεοτόκο την κάνει ο γιος της. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως, εάν μια γυναίκα μπορεί να γεννήσει τον Θεό. Και αυτός απάντησε, όχι. Αλλά ένας Θεός μπορεί να γεννηθεί από μια γυναίκα. Η πρωτοβουλία ανήκει στον Θεό. Η ελεύθερη κατάφαση σε κάθε άνθρωπο. Αυτός ο Θεός είναι, λοιπόν, που σώζει, δε σώζει η Θεοτόκος».
– Η μεγαλύτερη ακολουθία της Χριστιανοσύνης, οι Χαιρετισμοί, είναι κυρίως γι’αυτήν…
« Όντως, αλλά εξαιτίας του γιου της. Αυτόν αποκαλύπτει στο τέλος, τον “ωραίο κάλλει παρά πάντας βροτούς”».
– Έχει μετατοπιστεί όμως το βάρος…
« Γιατί μετατοπίστηκε όμως το βάρος; Μέχρι και σήμερα, πολλοί ερμηνευτές, μιλώντας για τη Θεοτόκο την θεωρούν κάτι πάρα πολύ υψηλό. Είναι κάτι αντίστοιχο του syperman. Είναι μια superwoman. Η αξία της, όμως, είναι ότι, ενώ η Εύα αμαρτάνει στο χώρο της καθαρότητος (Παράδεισος), που σημαίνει πως επιλέγει την άρνηση της σχέσης μέσα σ’ενα χώρο απόλυτης αγιότητος, η Θεοτόκος νικάει τη διαίρεση, την αστοχία της μη συνάντησης, μέσα σε έναν χώρο που έχει γεμίσει αμαρτία και αποδεικνύει ότι ο κάθε χώρος μπορεί να γίνει παράδεισος».
– Έχει συνείδηση όμως;
« Η Εύα έχει τη συνείδηση του Αδάμ. Έχει απόλυτη συνείδηση. Θέλει να σωθεί μόνη της, δε θέλει βοήθεια. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της Εύας και του Αδάμ και το μεγάλο μυστήριο του ηττημένου Θεού. Δεν μπορεί να νικήσει την ελευθερία του δημιουργήματός του. Δεν είναι ότι δε θέλει να τη νικήσει, προσέξτε, δεν μπορεί οντολογικά να το κάνει, το αρνείται η ύπαρξή του. Αυτό σε επίπεδο θεολογικό, όταν η θεολογία δεν μετατρέπεται σε απλή και ως εκ τούτου στείρα ηθική. Σε ανθρωπολογικό επίπεδο υπάρχουν περιπτώσεις που γίνεται και το δεύτερο. Ο πατέρας, παραδομένος στην κυριαρχία του “δικού του καλού” νικά την ελευθερία του παιδιού, που δεν χωρά αμφιβολία ότι μπορεί να είναι και το υλικό της αυτοκαταστροφής του. Εκεί χάνεται η σχέση, διότι αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο είναι η ελευθερία του, όχι η ευστοχία του. Για το λόγο αυτό ο αληθινός πατέρας, ο ευσπλαχνικός πατέρας είναι αυτός που πάντα περιμένει τον άσωτο γιο. Ο νικημένος από την ελευθερία του παιδιού πατέρας. Στους αιώνες η αγάπη του ασώτου θα δείχνει το μυστήριο της ωραιότητας της πατρότητας και οπωσδήποτε της μητρότητας και θα προκαλεί τη νομική σκέψη, που δεν κατανοεί τη μεγαλύτερη συμπάθεια που καταθέτει η σταυρωμένη πατρότητα στην παραβατικότητα που γεννά η ελευθερία του παιδιού. Τη μεγάλη ανάγκη την έχουν οι τσαλακωμένοι, οι άλλοι έχουν βρει κάποιον δρόμο».
– Ακούω συνέχεια γι’ αυτόν τον άσωτο υιό και μου έρχεται κι εμένα να είμαι κι εγώ άσωτος. Αυτός ο ρημαδοκαλός τί να κάνει;
«Κοίτα, είναι αυτό που μόλις είπα. Η νεότερη θεολογία έκανε τα βήματά της και το έχει αλλάξει. Μετατόπισε το κέντρο βάρος. Δεν μιλάμε πλέον για την παραβολή του άσωτου υιού αλλά του φιλεύσπλαχνου πατέρα. Το κέντρο δεν είναι ο άσωτος αλλά ο φιλεύσπλαχνος πατέρας. Τον άλλον, που πάει καλά, τον αγαπάς πλήρως, αλλά δεν έχεις να του δώσεις πολλά. Τί να κάνεις παραπάνω; Αφού πάει μια χαρά. Λιώνεις γι’ αυτόν ο οποίος είναι διαλυμένος. Η Θεοτόκος λοιπόν ανατρέπει την Εύα δια της δικής της ελευθερίας. Μέσα σε έναν διαλυμένο κόσμο, έρχεται και αποδέχεται τη δεύτερη κλήση, την ενσάρκωση του Θεού, η οποία γεννά μια δεύτερη ευκαιρία για τον άνθρωπο. Του ξαναδίνει χέρι σωτηρίας. Πρόσεξε τώρα την ιστορία του πατέρα: δεν περιμένει το δημιούργημά του να σωθεί, αλλά κινείται αυτός προς το δημιούργημά του. Η εκστατικότητα έρχεται από τον ίδιο το Θεό προκειμένου να φέρει μέσα στην αγάπη του τον χαμένο του γιο. Είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί η μετανάστευση για την οποία μιλάμε σήμερα (οικονομική, επιστημονική, διαδικασίες πολέμου) είναι αναγκαστική. Φεύγω για να σωθώ. Η σάρκωση όμως είναι μια μετανάστευση “ιδιότροπη”. Μεταναστεύω για να σώσω αυτό που χάνεται. Κι εδώ για μετανάστευση μιλάμε. O Υιός του Θεού βγαίνει από τη βεβαιότητα της αγαπητικής τριαδικής κοινωνίας και πάει στο μηδέν. Ξέρει ότι θα τον σταυρώσουν, ότι θα τον φτύσουν, θα τον ματαιώσουν και το επιλέγει».
– Γι’ αυτό λες ότι ταυτιζόμαστε με τους μετανάστες;
« Βέβαια».
-Εμείς, σαν Έλληνες και σαν ορθόδοξοι; Και οι Γερμανοί το κάνουν αυτό;
« Οι Γερμανοί και ευρύτερα οι Ευρωπαίοι δεν στάθηκαν στο ύψος τους. Κυριάρχησε ο νόμος. Κρύφτηκαν πίσω από το νόμο. Εμείς από την άλλη, ως παντελώς “άνομοι” –ας μη ξεχνάμε ότι δεν θέλουμε κράτος-, αποκαλύψαμε πτυχές του χαμένου μας εαυτού και σώσαμε προς στιγμήν τα άσωστα».
– Πώς σχετίζεται αυτό με τη θεολογία;
« Η ορθόδοξη θεολογία έχει κανόνες. Η αντίστοιχη διαδικασία των νόμων είναι οι κανόνες. Κάθε Οικουμενική Σύνοδος έβγαζε κάποιους κανόνες και έλεγε ότι τα μέλη της ορθόδοξης κοινότητας θα πρέπει να ζήσουν έτσι. Οι κανόνες όμως δεν είναι το κυρίαρχο στην ορθοδοξία. Το κυρίαρχο στην ορθοδοξία είναι το Ευαγγέλιο. Οι κανόνες είναι για τον άνθρωπο και ως εκ τούτου έρχονται και παρέρχονται».
– Φαίνεται ότι η Αγία Γραφή για μας δεν έχει τόση σημασία όση για τους προτεστάντες.
« Ίσως, φαίνεται… και τούτο εξαιτίας της άρνησης της Δύσης. Ίσως εξαιτίας του Σχίσματος. Κυρίως μετά το σχίσμα αρχίζει μια ένταση. Οι Προτεστάντες απολυτοποίησαν τη Βίβλο και εμείς για να δείξουμε ότι δεν ήμαστε προτεστάντες κόψαμε σάρκα από τη σάρκα μας. Βέβαια, αντίστοιχες τάσεις ξεκινούν πολύ νωρίτερα, διότι τα φαινόμενα προηγούνται της ιστορικής τους εμφάνισης. Ο προτεσταντισμός και ο μη προτεσταντισμός, ή το filioque για παράδειγμα δεν ήταν υπόθεση του 1054, το βρίσκουμε από τον 5ο αιώνα. Η οριστική μορφοποίηση ως εκ τούτου έπεται της αρχικής γένεσης».
– Εμείς ταυτιζόμαστε με τους μετανάστες ακριβώς γι’ αυτό το σχήμα που περιγράφεις;
« Της ελευθερίας και της θυσιαστικότητας. Λέγαμε για τα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα πριν. Εγώ θα έβαζα και τη θυσιαστικότητα. Ο νεοέλληνας μπορεί να είναι σκάρτος, μπορεί να είναι ατομιστής, μπορεί να είναι αριβίστας αλλά όταν θα βρεθεί στη στιγμή που θα πρέπει να βγει από τον εαυτό του, θα βγει εκρηκτικά. Μέσα από τα χάλια του θα εμφανιστεί κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ δυναμικό. Είμαστε λαός του ορίου. Παίζουμε με το όριο».
-Μάλλον χάνει την αξία του…
«Έτσι φαίνεται, διότι όταν η αντίσταση μας έρχεται μόνο σε μια οριακή στιγμή -στις υπόλοιπες καθόμαστε και βλέπουμε τα ατυχήματα στον καρόδρομο-, χάνει τη δύναμη νοηματοδότησης της αμεσότητάς μας. Εδώ κινδυνεύουμε την ένταξη μας στη χώρα του γραφικού».
– Γιατί πρέπει να φτάσει σε μια πολύ ακραία στιγμή για να βγει από τον εαυτό του;
« Είναι αυτό που λέω ότι δε θέλουμε νόμους, δε θέλουμε κράτος, δε θέλουμε τη λειτουργία του “μαζί”…Κάναμε ιδεολογία την μοναξιά μας, προσωπική, εθνική, εκκλησιαστική και δεν μπορούμε να φανταστούμε τον παράδεισο της συνάντησης. Πόσο δε να τον βιώσουμε».
– Και πώς θέλουμε να ζούμε; Σύμφωνα με τα πατερικά κείμενα;
« Όχι, τα πατερικά κείμενα δεν παίζουν κανένα ρόλο πλέον. Ας μη ξεγελιόμαστε. Οι Έλληνες ζούμε με μια ιδέα του παρελθόντος. Έχουμε απολυτοποιήσει κάποιες “σπασμένες” ιδέες της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου, τις οποίες καθόλου δεν καταλαβαίνουμε. Συνήθως αυτές οι ιδέες είναι απέναντι στις πραγματικές ιδέες του Βυζαντίου και της αρχαίας Ελλάδας. Πολλές φορές ακούμε «η εκκλησία λέει αυτό» και η εκκλησία δε λέει αυτό κ.λπ. Ζούμε με την ανάμνηση του παρελθόντος, ενός παρελθόντος εξιδανικευμένου, τεμαχισμένου και κυρίως βιασμένου».
– Γιατί συμβαίνει αυτό;
« Ζούμε με την ανάμνηση γιατί δεν έχουμε παρόν. Από την επανάσταση και μετά χάσαμε την αναπνοή μας».
– Γιατί δε θέλουμε κράτος;
« Δε θέλουμε το μαζί, δεν θέλουμε νόμους, δεν θέλουμε κράτος γιατί αρνούμαστε να συνυπάρξουμε. Φοβόμαστε τον άλλον. Ο άλλος είναι η κόλασή μας και διά της αρνήσεώς του έως και ενοχοποίησής του, χώρος άντλησης ενός κάποιου εαυτού. Ετεροπροσδιορισμός απόλυτος. Καμία υποψία αυτοπροσδιορισμού. Να πούμε επιτέλους τις είμαστε, όχι τι δεν είμαστε».
– Γιατί όμως φτάσαμε στο σημείο να φοβόμαστε ο ένας τον άλλον; Από πότε ξεκινάει αυτό;
« Νομίζω ότι σε αυτό μεγάλο ρόλο έπαιξαν και τα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Αναγκάζεσαι να μείνεις σε μικρές κοινότητες όπου ο,τιδήποτε το εξωτερικό είναι απειλητικό της βεβαιότητάς σου. Η βεβαιότητα των μικρών κοινοτήτων έφτασε να είναι βεβαιότητα ενός εαυτού. Γίναμε καχύποπτοι. Κάνουμε μονίμως δεύτερες σκέψεις. Με τον κοσμοπολιτισμό του Βυζαντίου υπήρχε μια ανοιχτότητα σε πολλούς τομείς, ακόμη και στο εμπόριο. Αυτό, σιγά σιγά με το κράτος κλείνει. Μετά, εντός του κράτους φτιάξαμε μικρότερες ομάδες, συντεχνιακές και άλλες, η μία στράφηκε απέναντι στις άλλες, κλείσαμε δρόμους, κάψαμε σημαίες, και έτσι δώσαμε δικαίωμα στην απανθρωπία των εξουσιών να μας χειριστεί, να μας χρησιμοποιήσει. Να μας ελέγξει οριστικά. Και έτσι ο καθένας μας μετά από το ταξίδι στον δήθεν κόσμο ξαναεπέστρεψε στον κλειστό του εαυτό άδειος και γυμνός, αλλά παραδόξως πλήρης. Είμαστε πλήρεις του εαυτού μας και αυτό είναι βαρίδιο που μας τραβάει στο βυθό».
– Και στο Βυζάντιο φαίνεται ότι δε τα καταφέρνουμε…
« Ναι, αποτυγχάνουμε στο τέλος, αλλά υπήρξαν και σπουδαίες στιγμές».
– Γιατί γίνεται αυτό όμως; Έχω την εντύπωση ότι σχετίζεται με τη θεολογία μας.
« Το ακούω συχνά τελευταία. Δε νομίζω ότι η θεολογία έχει αυτή τη δύναμη. Αλλά και εάν υποθέσουμε ότι συνέβη αυτό σε κάποιο βαθμό, η αλήθεια είναι ότι βασίλευσαν τα χειρότερα αυτής της θεολογίας. Ο θησαυρός έμεινε στο περιθώριο άγνωστος και παραμελημένος. Εξόριστος από τη γη της εξουσίας».
– Η εκκλησία μας;
« Πάλεψε και συνεχίζει να παλεύει. Αλλά, ως μη όφειλε, παρασυρμένη από την πολιτική εξουσία, έδωσε πολλές χαμένες μάχες και δεν κατάφερε να επιλέξει τις ήττες της. Χάθηκε για παράδειγμα μέσα στη δίνη της έντονης ιδεολογικής σύγκρουσής της με τη Δύση. Αυτό το έπαθε και η θεολογία. Το ζούμε ακόμα και σήμερα. Κατασκευάζουμε στο λεπτό εχθρούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς και άλλους, αρματωνόμαστε και ξεκινάμε. Όταν δεν αυτοπροσδιορίζεσαι και ετεροπροσδιορίζεσαι κινδυνεύεις κίνδυνο μεγάλο. Όσες φορές ξεφύγαμε από αυτή τη μέγγενη του ετεροπροσδιορισμού και αντλήσαμε από τα όνειρα της σάρκας μας, δημιουργήσαμε εκείνες τις στιγμές στη διαχρονική ιστορία μας που μας επέτρεψαν να αισθανθούμε την ομορφιά και την ευρυχωρία του σπιτιού μας, του δικού μας οίκου. Μαζί να γευτούμε την ωραιότητα της συνάντησης και της προσφοράς, τη γοητεία του μοιράσματος και της κένωσης ».
– Γιατί ετεροπροσδιορίζεσαι;
« Ετεροπροσδιορίζεσαι γιατί δεν έχει περιεχόμενο η ζωή σου. Η ανυπαρξία γεννά ετεροπροσδιορισμό. Από τον 15, 16ο αιώνα αρχίζουμε να σταματούμε να δημιουργούμε. Σταματά η πρωτότυπη δημιουργία στη τέχνη, στη ναοδομία, στην αρχιτεκτονική και καταφεύγουμε έτσι στην ιεροποίηση του παρελθόντος, στην αντιγραφή, που όταν δεν συναντιέται με τη ζωή οδηγεί στη σταδιακή νέκρωση».
– Γιατί το κάναμε αυτό;
« Γιατί δε ζούσαμε πραγματικά. Απουσιάζαμε από τη ζωή. Και το χειρότερο δεν είναι αυτή η απουσία, αλλά η συνήθειά της».
-Γιατί;
« Αυτό είναι κάτι το οποίο που μπορούν να μας απαντήσουν οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι. Δεν μπορώ να το καταλάβω. Ειλικρινά σήμερα, αυτό που συμβαίνει στην εκκλησία είναι αντικείμενο της ψυχιατρικής. Δεν μπορείς να το εξηγήσεις αλλιώς. Του λες του άλλου “είμαστε μια παρέα, έλα να πιούμε έναν καφέ, να κοινωνήσουμε και να χαρούμε” και σου λέει “όχι, εγώ δεν μπορώ γιατί έχω μάθει να ζω με την αντίθεση”. Έχουμε ιδεολογικοποιήσει την αντίθεσή μας. Υπάρχει άρνηση. Υπάρχει τέτοια ιδεολογικοποίηση της ζωής όπου μετά μανίας αρνούμαστε τη συνάντηση. Έχουμε ιδεολογικοποιήσει τη ρήξη. Αυτό δεν είναι σήμερα το πρόβλημα; Η ιδεολογικοποίηση της ρήξης; Γεμίσαμε επαναστάσεις και επαναστάτες, αλλά αντίσταση πουθενά».
– Μήπως, τελικά, το σπουδαίο παρελθόν μας μας καθηλώνει;
« Βεβαίως, ιεροποιήσαμε το παρελθόν και, όταν ιεροποιείς το παρελθόν, το παρόν νεκρώνεται. Όσο πιο πολύ επιστρέφεις στο παρελθόν τόσο απουσιάζεις από το παρόν».
– Τί θα μπορούσε να μας βγάλει από αυτή την καθήλωση;
« Η δημιουργικότητα, η ερωτικότητα. Βρισκόμαστε στα όρια της κυριαρχίας του ανέραστου. Το ανέραστο είναι το διεκπεραιωτικό. Τι θέλει να κάνει ο Ελληνας σήμερα; Να διεκπεραιώσει τα πράγματα και να βγάλει εύκολο κέρδος. Ζούμε στην εποχή, ζούμε την εποχή, της απόλυτης υποτίμησης της οντολογίας του έρωτα».

*Η πλήρης συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη για την εφημερίδα «Καθημερινή»
http://www.kathimerini.gr/909310/gallery/proswpa/synentey3eis/xrys-stamoylhs-to-filotimo–kai-alloi-neoellhnikoi-my8oi

8 σκέψεις σχετικά με το “Χρυσόστομος Σταμούλης, Υπάρχουμε εν λευκώ…*

  1. Αγαπητέ Χρυσόστομε, πολύ ενδιαφέρουσες οι θεολογικές σου προσεγγίσεις!

    Φρονώ, όμως, πως η θέση σου: «…Όχι, τα πατερικά κείμενα δεν παίζουν κανένα ρόλο πλέον. Ας μη ξεγελιόμαστε…», πολύ εύκολα μπορεί να παρανοηθεί από τις ζηλωτικές παρατάξεις – και όχι μονάχα από αυτές – και να γίνει λάβαρο
    αντι- οικουμενιστικού αγώνα: ότι, δηλαδή, οι της μετα- πατερικής θεολογίας διαγράφουν από την εκκλησιαστική μας παράδοση τη θεολογία των Πατέρων!

    Ίσως θα έπρεπε, λοιπόν, να είσαι λίγο περισσότερο διευκρινιστικός -διαφωτιστικός, αφού η γενικότερη θεολογική σου στάση (αναφέρομαι στο σύνολο των γραπτών σου κειμένων) δεν είναι απορριπτική της πατερικής μας ερμηνευτικής!

    Δεν ξέρω πάλι,…ίσως και να λαθεύω!

    Επαμεινώνδας Μανδηλάς

    • Αγαπητέ μου Επαμεινώνδα,
      σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Ακριβώς το αντίθετο λέγω, ότι δεν παίζουν τα πατερικά μας κείμενα -και αναφέρομαι στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας- το ρόλο που θα μπορούσαν να παίζουν. Κάποιοι πιστεύουν ότι είναι αυτά που σήμερα διαμορφώνουν τις κινήσεις της κοινωνίας μας. Τούτο είναι εξολοκλήρου ανακριβές, διότι ελάχιστοι τα γνωρίζουν και πολλοί από αυτούς τα παραμορφώνουν, άλλες φορές ενσυνείδητα και άλλες ασυνείδητα.

  2. Πολύ καλά, αγαπητέ μου δάσκαλε, οι θέσεις σου με βρίσκουν σύμφωνο!

    Πράγματι, διαπίστωση ρεαλιστική και συνάμα απογοητευτική: για τα πατερικά κείμενα ελάχιστοι ενδιαφέρονται από το κοινωνικό αλλά και το εκκλησιαστικό σώμα.

    Και δυστυχώς έχουμε και τις θλιβερές περιπτώσεις των αμετανόητων ζηλωτών,
    στα χέρια των οποίων τα πατερικά κείμενα (καλύτερα τσιτάτα) μετατρέπονται σε πραγματικές οβίδες κατά των ανυποψίαστων πιστών.

    Γι΄αυτό και η στάση των νέων θεολόγων είναι βαρύνουσας σημασίας για τη θέση και την προοπτική (σωτηριολογική) της πατερικής ερμηνευτικής στη μεταμοντέρνα κατάσταση!

  3. Αγαπητέ κύριε Σταμούλη,
    Έχω διαβάσει βιβλία και άρθρα σας και τολμώ να πω ότι μ’ έχουν ενθουσιάσει!
    Και στα δικά σας άρθρα, όπως και στου κ. Φίλιου, η Ορθοδοξία αποκτά νέο νόημα…
    Θα ήθελα μόνο να σας ρωτήσω με ποιο τρόπο και βάσει ποιων επιχειρημάτων μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε εκείνους που μας χαρακτηρίζουν «νεοορθοδόξους», «μεταπατερικούς» και «νεονικολαΐτες»;

    • Αγαπητέ κ. Νικολουδάκη,
      Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Ξέρετε, όσο κανείς παλεύει με το «τέρας» τόσο του μοιάζει. Νομίζω η καλύτερη αντιμετώπιση είναι, πέρα και έξω από κάθε απολογητική, η ουσιαστική σπουδή και ανάδειξη της Ορθοδοξίας. Οι περισσότεροι «νονοί» της θεολογίας που θέλει, καταπώς λέει ο μέγας Αθανάσιος, αυτοί δηλαδή που εύκολα βάζουν ταμπέλες σε αγωνίες χρόνων, σε προσπάθεις υπέρβασης της συνήθειας που αίφνης ονομάσανε παράδοση, είναι εγκλωβισμένοι σε προσωπικές ιδεολογίες, στον κλειστό τους εαυτό, που αδυνατεί να κοινωνήσει και να κοινωνηθεί. Ας βλέπουμε, λοιπόν, στο φως και ας αφήσουμε τις στείρες αντιπαραθέσεις. Αυτοί που θέλουν να καταλάβουν, θα καταλάβουν. Τους άλλους θα τους ξεπεράσει η ιστορία…

      • Καλημέρα σας κύριε Σταμούλη.
        Καταρχάς, σας ευχαριστώ για την ανταπόκριση στο μήνυμά μου!
        Αν και πιστεύω ότι εντός των σχολίων ενός άρθρου είναι δύσκολη μια τέτοια συζήτηση, εντούτοις θα αποπειραθώ να εκθέσω τις εμπειρίες μου:
        Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μου, με τον Α’ ή Β’ τρόπο αναζητώ το Θεό…
        Ξεκίνησα σαν πολύ θρησκευόμενος στα 17 μου – χωρίς να πηγαίνω για εξομολόγηση φυσικά, απλά πίστευα πολύ και κοινωνούσα – , μάλιστα πήγαινα και αγόραζα ένα σωρό βιβλία από τις οργανώσεις «Ζωή» και «Σωτήρ». Καταπιέστηκα είναι η αλήθεια με όλα αυτά… Η λογική τους ήτανε να αποφεύγω τα πάντα για να μην «μολυνθώ» και στο τέλος απέφευγα και τους ανθρώπους! Στα 20 μου έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο του Γιανναρά, το «Καταφύγιο Ιδεών». Εκεί διάβασα τα όσα τράβηξε κι αυτός στην οργάνωση που βρισκόταν με τις παράλογες απαγορεύσεις, π.χ. μην πηγαίνεις σινεμά, μην κοιτάς γυναίκες κ.α.π. Επιπλέον την υποκρισία που υπήρχε και τη φιλαργυρία που πρυτάνευε. Και ναι μεν, αλλά…. Διότι απορρίπτοντας τα στραβά κατέληξα να πετάξω και το μωρό μαζί με τη λεκάνη με το νερό, που λένε….. Τα επόμενα χρόνια ήμουν ένας αμφισβητίας των πάντων, όσον αφορά τα θρησκευτικά.. Έψαχνα να ανακαλύψω και να βρω τα αδύναμα σημεία του Χριστιανισμού. Έγινα ένας άθεος, αλλά στην πραγματικότητα ήμουν μισόθεος….
        Ένα με ενάμισι χρόνο αργότερα ξαναβρήκα την πίστη μου και πήγα και εξομολογήθηκα για πρώτη φορά… Ωστόσο αυτή η εμπειρία εξομολόγησης που είχα με ώθησε, προοδευτικά, στον αγνωστικισμό αυτή τη φορά.. Και αυτό είμαι ως τα σήμερα, ένας αγνωστικιστής ο οποίος αφήνει μια «πόρτα» ανοιχτή σε μια ενδεχόμενη, μελλοντική «αποκάλυψη» του Θεού!
        Θα με ρωτήσετε, τι ήταν αυτό που με έκανε να φτάσω σε αυτό το σημείο…
        Και εξηγούμαι: Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω διαισθανθεί ότι η Εκκλησία και η ψυχοπαθολογία των ανθρώπων της, τυγχάνουν ιδιαίτερης «μεταχείρισης» και ασυλίας! Από το κράτος, από τους επιστήμονες ή από όλους μαζί; Δεν το έχω ξεκαθαρίσει ακόμα. Λέγοντας «ασυλία» δεν εννοώ την προστασία τόσο, όσο το ότι αυτή η «ψυχοπαθολογία» περνιέται σα φυσιολογική από ανθρώπους νοήμονες κατά τα άλλα, ή μάλλον την επιβάλουν δια της σιωπής ως τέτοια… Να λειτουργεί δηλαδή ένας επίσημος οργανισμός, ο οποίος σε πολλές εκφάνσεις του πρεσβεύει απόψεις, έως και παρανοϊκές, που θέτουν σε κίνδυνο την ψυχοσωματική υγεία του ανθρώπου και παρόλα αυτά να τυγχάνει αποδοχής από το κράτος! Πρώτη και καλύτερη απόρροια αυτού, να μην ασκείται καμία κριτική.
        Μπαίνοντας στο «εκκλησιαστικό σύμπαν» η πραγματικότητα, η καθημερινή, αλλάζει. Τα πάντα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, διαστρεβλώνονται. Αυτό που θεωρεί συντηρητικό η Εκκλησία, για τον κόσμο έξω από αυτήν είναι γραφικό, και εκείνο που θεωρείται «φιλελεύθερο», φυσιολογικό για τους έξω!
        Δεν ξέρω αν γίνω υπερβολικός αν πω αυτή τη στιγμή ότι αυτές οι «παρατυπίες» , για πολλούς της Εκκλησίας, μπορεί να σημαίνουν και «καλή αλλοίωση»! Ενώ λοιπόν βγάζει σωρηδόν φυλλάδια για τις αιρέσεις και την καταστρεπτικότητά τους, στο πεδίο της ψυχικής υγείας του ανθρώπου, ταυτοχρόνως ο «επίσημος» εκκλησιαστικός χώρος φιλοξενεί πολλές τέτοιες περιπτώσεις! Αντίφαση, υποκρισία ή και τα δύο;
        Το πιο παρανοϊκό απ’ όλα είναι ότι όποιος αποφασίσει να ζήσει μια ζωή, όπως την επιτάσσει η Εκκλησία, καταλήγει να «προσαρμόσει» τη ζωή του σύμφωνα με τη μεταβυζαντινή πνευματικότητα. Βιώνει ένα διχασμό και εύλογα! Αυτός ο διχασμός μεταφράζεται φυσικά σαν «πειρασμοί του διαβόλου» από τους πνευματικούς. Ο φόβος του διαβόλου, των τελωνίων και της κολάσεως – η οποία φυσικά πρέπει να είναι αιώνια, πάση θυσία! – λειτουργεί ως ένα είδος delete όλων αυτών των φυσιολογικών ανησυχιών, της κοινής λογικής με δυο λόγια!!
        Κατάργηση, προοδευτική, της λογικής σκέψης δια του φόβου! Τι πρωτότυπο….
        Φαντάσου να κουβαλάς αυτούς τους φόβους και αυτούς τους παροπλισμούς, όχι για 10, αλλά για 30-40 χρόνια…. Από παιδί!
        Τι ελευθερία βούλησης σου μένει τότε να πράξεις διαφορετικά; Κάθεσαι «στ’ αβγά» σου από μεταφυσικό φόβο, από ένα σημείο και μετά δε μπορεί να αρχίσει να σου «στρίβει» και να ερμηνεύεις αυτή την «απάθεια δια του φόβου» ως σημείο χάριτος ότι ξεφορτώθηκες τις «αμαρτωλές» επιθυμίες επιτέλους, επομένως είσαι πιο κοντά στην αγιοσύνη…. Αυτά όλα βέβαια υποσυνείδητα τα σκέφτεσαι, διότι προς τα έξω μπορείς να κάνεις όσες μετάνοιες θέλεις και να ελεεινολογείς τον εαυτό σου όσο θέλεις, παρουσιάζοντάς σε ταπεινότερο των ταπεινών……
        Αισθάνεται λοιπόν σα να μπαίνει σε μια ιδιάζουσα «μηχανή του χρόνου», όποιος μπαίνει και ζει λίγο στο χώρο της Εκκλησίας….
        Ο Αρσένιος, ο Μέσκος, ήταν εύστοχος όταν μίλησε για «πλανήτη θεολογίας»!
        Μετά από όλα τα παραπάνω, παραμένει ελευθερία βούλησης πραγματική σε ένα μέλος της Εκκλησίας, να πράξει διαφορετικά;

      • Αγαπητέ κ. Νικολουδάκη,
        κατανοώ πλήρως αυτά που σημειώνεται και προσυπογράφω τα περισσότερα. Για χάρη του διαλόγου παραθέτω κείμενό μου, που διαβάστηκε ενώπιον του αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών της Θράκης πριν από έναν περίπου χρόνο: Έτσι συμβαίνει πάντοτε:

        ο ποιητής ριψοκινδυνεύει,

        ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα

        που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της

        (Οδυσσέα Ελύτη, Τέχνη – Τύχη – Τόλμη).

        Μακαριώτατε,

        σεβασμιώτατοι,

        σεβαστοί πατέρες,

        Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

        Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

        Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

        Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια, δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

        Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

        Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν μια επιθετική πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

        Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

        Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά-σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής. Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

        Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός-όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος/ Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5]. Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα/ γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία./ Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά/ να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας./ Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη/ -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου./ Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες». Και η συνέχειά του, εδώ: https://antidosis.wordpress.com/2016/07/11/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%81%CF%87%CF%8C%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%B1%CF%80/
        Για τα θέματα της ερωτικότητας και όλων σχεδόν αυτών των θεμάτων που περιγράφετε και αποκαλύπτουν τη συστημική διάσταση της Εκκλησίας, μπορίτε να δείτε το βιβλίο μου Έρως και θάνατος. https://www.politeianet.gr/books/9789603283805-stamoulis-a-chrusostomos-akritas-eros-kai-thanatos-150857

  4. Πολύ όμορφο και βαθυστόχαστο το κείμενό σας!
    Και μακάρι όλοι να σκέφτονταν έτσι, ότι δηλαδή ο Χριστιανισμός ήταν και είναι το διαρκές καινούργιο!
    Προσωπικά, προσπαθώ να εντοπίσω τις ρίζες αυτής της παραμόρφωσης που υφίσταται μέχρι σήμερα, αυτής της αφόρητης στενομυαλιάς και συντήρησης, αλλά τα πράγματα είναι πιο μπλεγμένα απ’ όσο φαίνονται… Κι αυτό διότι από την αρχή κιόλας της Εκκλησίας υπήρχαν οι Ιουδαΐζοντες κι εκείνοι που δέχονταν τους εθνικούς, όπως ήταν.
    Θλίβομαι και μαζί τα ερωτήματα μαίνονται αμείλικτα. Δε μπορώ να πω ότι είμαι τακτοποιημένος υπαρξιακά, σε αυτό το ζήτημα. Και σκανδαλίζομαι από το γεγονός ότι ο Θεός αφήνει να συμβαίνουν τόσες διαστρεβλώσεις στο όνομά Του…
    Είναι απαραίτητο για τη σωτηρία του ο άνθρωπος να έχει πνευματικό; Όσοι δηλαδή δεν έχουν, δε σώζονται;
    Και πώς μπορεί κάποιος να συνδεθεί πνευματικά και να υπακούει σε κανόνες που γράφτηκαν το 16ο – 18ο αιώνα; Βιώνει ένα παραλογισμό, που μεταφράζεται σαν «υπερλογισμός» μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο………
    Διαβάζω ένα βιβλίο που πραγματεύεται τη διδασκαλία του Ωριγένη για την αποκατάσταση των πάντων και δεν μπορώ, παρά να συμφωνήσω με όσα λέει μέχρι ώρας. Κι αυτό, διότι δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό μου και να «καταπιεί» τη διδασκαλία ότι μετά θάνατον δεν υφίσταται μετάνοια, λόγω του ότι η ψυχή αποκτά το άτρεπτο! Πώς το αποκτά; Διά μαγείας; Και πώς το επιτρέπει ο Θεός αυτό; Είναι δίκαιο;
    Η διδασκαλία της αιωνίου κολάσεως είναι ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια που παρεμβάλλονται μεταξύ εμού και της θρησκείας.
    Διότι, πιστέψτε με, υπάρχουν πολλά βάσανα πάνω στη γη και κάποιοι από εμάς τα βιώνουν ήδη! Πρέπει να υφίστανται και χειρότερα από αυτά στον αιώνα τον άπαντα;;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s