17193691_10211710527975159_1296426906_oMια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αλεπού. Η αλεπού κίνησε να πάει στο παζάρι γιατί είχε ακουστά πως εκεί πουλάνε κόκορες  και κότες. Στο δρόμο που επήγαινε  βρίσκει ένα θεολόγο, Χρυσόστομο Σταμούλη, που αλήτευε σε κείνα τα μέρη, ψάχνοντας να αρπάξει και να σώσει καμιά χαμένη ψυχή. Ο λόγος το ’χει δηλαδή πως τον απάντησε, αλλ’ ευτυχώς τυχαίνει να είναι τώρα αυτός παρών σ’ αυτό το παραμύθι και θα το επιβεβαιώσει. Αλήθεια, τι γυρεύατε στο παζάρι, κύριε Σταμούλη; Πώς επιτρέψατε στην αλεπού, σεις ένας θεολόγος,  πρώην πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ν’ αρπάξει κόκορες και κότες και να το σκάσει χωρίς πληρωμή; Αν τουλάχιστον μεσολαβούσατε ώστε να παζαρέψει την τιμή τους, αλλά πού, πού τέτοια πράξη! Έχουν μωρανθεί και οι θεολόγοι!

Και όμως, για να είμαστε δίκαιοι, θα του δώσουμε το λόγο σε λίγο να εξηγήσει. Αυτή είναι η αξία του διαλόγου: κατεβαίνει στην αγορά, κατά το πρότυπο των αρχαίων Αθηνών, όπου ακούγεται η φωνή «τίς αγορεύειν» βούλεται;» και βάζει μπρος τη μηχανή της δημοκρατικής ανάπτυξης, που έχει το θεμέλιό της στα επιχειρήματα και στη διαύγεια της λογικής. Και ακόμα πιο σημαντικό, τουλάχιστον ως εξέλιξη του καιρού μας χριστιανική, είναι που θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε και το δικό του δίκαιο και να υπερασπιστούμε τις απόψεις του και τη δική του θέση, γιατί το ορίζει το χρέος μας: να αντιλαμβανόμαστε του άλλου την ψυχή και να σεβόμαστε την ετερότητά του ωσάν να είναι δική μας. Κάπως έτσι θα πλησιάζαμε και προς την έννοια του πλησίον, που μπορούμε να τον νιώθουμε ως το ενοποιό στοιχείο, το δοσμένο κατά χάριν, για να μας συνδέει ουσιαστικά με τον ίδιο τον εαυτό μας.

Ανέφερα, αν προσέξατε, πως τέτοια εξέλιξη είναι «χριστιανική», αλλά τι σημαίνει χριστιανική, αν δεν είναι βαθύτατα ανθρώπινη και δεν μεταθέτει το κέντρο βάρους κάθε επανάστασης «στην επεξεργασία του χαρακτήρα και στην αύξηση της ανθρώπινης ποιότητας»; Και τι κοσμογονία μπορεί να επιφέρει στην ψυχή μας και στην αίσθηση του πληρώματος της ζωής, αν δεν αποτελεί κατά κάποιον τρόπο, αυτό  που ο Μπερντιάεβ προσδιορίζει ως  τη «δημιουργική απάντηση του ανθρώπου στην κλήση και στο ερώτημα του Θεού»; Πρόκειται για κλήση, που «συμπαρασύρει  αλλαγές όχι μόνο στην ανθρώπινη, αλλά και στη θεία ζωή». Υπό αυτή την έννοια προϋποτίθεται η συνέργεια όλων των γήινων και επουρανίων δυνάμεων, οι γάμοι του Ουρανού και της Γης, η σύνδεση και ο συσχετισμός ποικίλων δυνάμεων και όψεων του κόσμου, ένας συνδυασμός θεολογίας και τέχνης και επιστήμης. Ίσως αυτό να είναι αρκετό για να μας κάνει πραγματικά ταπεινούς ως προς την αίσθηση της μη κατοχής της σοφίας, ή καταπώς το λέει ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, ως μελών του «Συλλόγου για τη Μετάδοση της Ωφέλιμης Άγνοιας».

Μη θαρρείτε, αγαπητοί φίλοι ότι προσπαθώ να συνθέσω μια ωραία έκθεση ιδεών. Για την ανόθευτη πίστη σας ομιλώ, για τη δυνατότητα να επισκοπούμε πνευματικά, με τα  μάτια της περιστεράς, τον Κόσμον όλον, αυτό το  μυστήριο της θείας δημιουργίας. Αν η αλεπού κατεβαίνει με τη φουντωτή ουρά της στο παζάρι, είναι για να εμπλουτίσει κάτι πέραν αυτής, ώστε να τη δεχτούμε ως πλάσμα του Θεού, που ζητά τουλάχιστον κάτι σύμφωνο με τη δική της φύση. Πολλές οι πρώτες κατακρίσεις και καταχρήσεις της λογικής: πόσο υποτιμητικά συχνά μιλάμε για λύκους και φίδια και  χοίρους και γαϊδάρους, πόσο διασύρουμε το τίμιο όνομα των πιθήκων! Ο αρχηγός της «Χρυσής Αυγής» , λόγου χάρη, έλεγε το 2013 για τον διάσημο καλαθοσφαιριστή Αντετοκούνμπο, όταν αυτός ζήτησε να λάβει την ελληνική ιθαγένεια: «Αν δώσεις σε έναν χιμπατζή μια μπανάνα και μια σημαία, είναι Έλληνας». Τόσος ρατσισμός πώς αντέχεται; Με πόσα τρίποντα θα πρέπει ο άνθρωπος να αντεπεξέλθει; Ποιος θα κερδίσει τον αγώνα, που δεν είναι πια παιχνίδι, αλλά πυρηνικός μες στην ψυχή μας πόλεμος, με δισεκατομμύρια νεκρούς, «καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους», για να θυμηθούμε μια μακάβρια εικόνα από το ποίημά του Μπουκόφσκι «Οι δεινόσαυροι κι εμείς»;

Ακριβώς κάτι τέτοιο επιχειρεί να αποσείσει  με τα δεκαοκτώ κείμενά του, συγκεντρωμένα στο  βιβλίο του με τον εύστοχο τίτλο «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;» ο Χρυσόστομος Σταμούλης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιχειρεί να εξορκίσει το κακό, όχι με τη μορφή φοβερού και αποτρόπαιου  γοργόνειου, αλλά με τον πολιτισμένο διάλογο της Ορθοδοξίας για την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι και στα τρία σημεία των προθέσεών του ο Σταμούλης επιτυγχάνει το μέγιστο και το πλέον καθαρό αποτέλεσμα. Σε τούτα συνεργεί και το ταλέντο του θεολόγου (γιατί η αληθινή Θεολογία εδράζεται στο πέταγμα της ψυχής και του πνεύματος). Επίσης επιτάσσει γνώσεις κι ευαισθησίες και στρατολογεί εμπειρίες και στοχασμούς  από μελέτες και βιώματα αληθινής λατρείας προς τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο! Τι είναι ο άνθρωπος, από τι αποτελείται αυτό το «έξοχο καλλιτέχνημα της φύσης», όπως αποκάλεσε κάποτε ο Σαίξπηρ τη Δυσδαιμόνα; Και γιατί καταλήγει αυτό το καλλιτέχνημα, αυτό το θείο δώρο, στη διαστροφή του αρχαίου του κάλλους και στην απώλεια της σχέσης του με το φως του Κυρίου της Ζωής;  «Μία μόνο  πίκρα υπάρχει αληθινά», λέει ο Λεόν Μπλουά, «η πίκρα να μην είσαι άγιος». Η λέξη «αμαρτία» ουσιαστικά δηλώνει την απόκλιση από το στόχο, το ξεστράτισμα, το λάθος μονοπάτι. Ίσως γι’ αυτό επιμένει ο Χρυσόστομος Σταμούλης, ότι η επανεύρεση του δρόμου, η επανεύρεση εντέλει του  Ανθρώπου  περνά μέσα από την αγορά και το παζάρι. Εκεί σταθμίζεται η τιμή του ανθρώπου, σε κείνη τη χοάνη δοκιμάζεται η αγάπη μας για τον έτερο, τον τόσο μακρινό πλησίον.

Με λίγα λόγια, η Εκκλησία οφείλει −για να ανταποκρίνεται στην εσχατολογική μαρτυρία της και  να μην είναι «εκ του κόσμου τούτου»− να είναι, κατά παράδοξο τρόπο, μέσα στον κόσμο. Όχι με την εκκοσμίκευση, παρά με την ανακαίνιση του κόσμου με την ενεργό συμμετοχή της στο καθ’ ημέραν γίγνεσθαι. Αυτός είναι ο επιούσιος άρτος της, το σώμα και το αίμα του Εσταυρωμένου Θεού. Παρόλο που ο Θόρω, που αναφέραμε  πιο πριν, συμβουλεύει «μην διαβάζεις τους Τimes, διάβαζε τις Αιωνιότητες», ίσως θα ήταν φρονιμότερο να το δούμε κι απ’ την ανάποδη: διάβαζε τα φύλλα του χρόνου, τους Times (ή ό,τι άλλο ειδησεογραφικό κι επίκαιρο), για να είσαι εντός της αγοράς και να συντονίζεις το δικό σου χρόνο με εκείνον της Αιωνιότητας. Γιατί συ, ως αληθινός φορέας της εν Χριστώ Εκκλησίας, οφείλεις να ενσαρκώνεις το Λόγο και το αίμα Εκείνου που εισήγαγε μέσα στο χρόνο την μεθιστορία και ταυτόχρονα τη μνήμη της Θείας Παρουσίας του.  Και να μη φοβηθείς τη διαπόμπευση και τους μυκτηρισμούς. Ο Χριστός έζησε μέσα στον κόσμο, υφιστάμενος όλα τα μαρτύρια και τα θαύματα που παρέχει η ζωή. Γιατί και το θαύμα είναι ένα μαρτύριο, όταν σου το ζητάνε επίμονα.  Εκείνος είπε ότι το μεγαλύτερο θαύμα είναι η Αγάπη, και τούτο είναι το πιο οδυνηρό, γιατί ακριβώς πρέπει να μαρτυρήσει κανείς γι’ αυτήν. «Ο τροβαδούρος που δεν διαπομπεύεται δεν είναι σοβαρός», λέει ο Μπομπ Ντίλαν. Ας το θυμηθούμε και αυτό, γιατί με τέτοια τρέφεται η σκέψη για να αντέχει, όταν κατατρίβεται στους δρόμους και τις πλατείες. Η Εκκλησία πηγαίνει στο παζάρι για να φέρει το παζάρι σε αυτήν. Για να  αποδείξει στο παζάρι, αλλά κυρίως στον εαυτό της, ότι ο Ευαγγελισμός των πραγμάτων και η θεία Γέννηση μπορούν να τελετουργούνται σε καταγώγια και σε σπηλιές. Ότι, επίσης, το ευτελές είναι μέρος της ουσίας, καθώς αποτελεί ζητούμενο της σωτηρίας.  Για τούτο άλλωστε, για τους χαμένους απ’ το πρόσωπό τους και τους αλλοτριωμένους  ανθρώπους, τους βυθισμένους στη σύγχυση, τη μισαλλοδοξία, την ιδιοτέλεια, και όλα τα άλλα θλιβερά σε ατομικό και παγκόσμιο επίπεδο, σαρκώθηκε ο Σωτήρ.

Το βιβλίο του Σταμούλη δεν αποστρέφει το πρόσωπό του από τα προβλήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα, κινούμενο πάντως ηθελημένα μέσα από τους περιοριστικούς όρους της ελληνικής  πραγματικότητας.  Αυτό αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο επιτυχίας ως προς τον στόχο , που είναι ο ρόλος της Θεολογίας στο σύγχρονο ελληνικό της πλαίσιο και στις άμεσες προκλήσεις των καιρών. Η κίνηση των  φτερών  της πεταλούδας, που μπορεί, καθώς λέχθηκε, να επηρεάζει τον καιρό στην Κίνα, είναι μια εικόνα που δεν στερείται σημασίας· κάθε πρόβλημα που λύεται μια φορά καλά, έχει τη συμβολή του στη λύση των κόμπων τα οποία περιπλέκουν την παγκόσμια φύση των πραγμάτων. Αλλά, για όλα αυτά, τον πρώτο λόγο έχει η οξύτητα του οφθαλμού και το εύρος της ευαισθησίας,  κοντολογίς ο νους και η παλλόμενη καρδιά για τα ανθρώπινα, με όλες της ανάγκες του σώματος και της ψυχής. Χωρίς μια τέτοια θέαση του ανθρώπου, χάνεται ο κόσμος και παραμορφώνεται η φύση από την πραγματική αιτία, το λόγο της ύπαρξής της.

Χάρη σε καλή κι ευλογημένη τύχη, ο Χρυσόστομος Σταμούλης και μια πλειάδα φωτεινών θεολόγων και ποιητών (με τη βαθιά της λέξης σημασία) ανταποκρίθηκαν, με θαυμαστή ωριμότητα και σθένος, στο κάλεσμα των καιρών, επαληθεύοντας ότι «η Ορθοδοξία όλα μπορεί να τα χωρέσει», καταπώς το είπε ο Ντοστογιέφσκι. Το ευρύχωρο σκήνωμα μιας τέτοιας Ορθοδοξίας μεγαλύνεται ακόμη περισσότερο, πέρα από ευσεβισμούς και τυπολατρίες, πέρα από εμμονές και περιτειχισμούς ή εξουσιαστικούς αυτοεγκλεισμούς. Η θύρα είναι εκεί του Παραδείσου, ολάνοιχτη, κι εμείς στεκόμαστε διστάζοντας να εισέλθουμε στη χαρά της.  Ο Σταμούλης και οι εκλεκτοί σύντροφοί του, μέσα στο ατρύγητο πέλαγος των ανθρωπίνων, ένιωσαν  κάποια στιγμή και δέχτηκαν μέσα τους την «αστραπή της θεότητος» και είδαν αναγεννημένη τη φύση των κτιστών πραγμάτων. Βάλθηκαν τότε να μελετούν τρόπους διείσδυσης και συμμετοχής στην πλατεία της εγκόσμιας ιστορίας, φυσικά με άλλους όρους αναπνοής και σκιρτήματος. Εκείνο που κατάλαβε ο Σταμούλης είναι, θαρρώ, πως όλα εξαρτώνται από την αναδόμηση του συστήματος , την ανατροπή της «ψευδοφάνειας», τη διαμόρφωση του ανθρώπου ως πολίτη του κόσμου μέσα από σοφά μελετημένη και περίτεχνη παιδευτική μέθοδο, αλλά κα ιώβειο υπομονή και αντοχή για τη μακροχρόνια εξέλιξή του. Τι πιο θεολογικό από αυτό; Και όμως τα πράγματα υφίστανται πίεση και πολεμική από ποικίλους φορείς της ανθρώπινης στενοκαρδίας,  δογματικούς και στατικούς  θεολόγους ή στεγανοποιημένη πολιτική ανεπάρκεια.  Αλίμονο, «το γκρέμισμα του άλλου, του απέναντι, ο οποίος δεν είναι εγώ, η εξαφάνιση οποιασδήποτε ετερότητας», και η επιδίωξη για «θρησκευτική κλωνοποίηση του προσώπου, ισοδυναμεί», θα πει ο Σταμούλης, «με την οριστική κατάργησή του».

Για να μην απομακρυνόμαστε από το βιβλίο −μολονότι ουσιαστικά τόση ώρα  γι’ αυτό, για την καρδιά και τα σπλάχνα του μιλούσαμε, για την κλήση της αγάπης και τον πολιτισμό της σάρκωσης, που είναι και το ουσιώδες κέντρο του− θα σταθούμε λίγο και στη δομή του. Δεν πρέπει ωστόσο να πούμε πολλά, γιατί η ουσία ενός βιβλίου βρίσκεται στη μελέτη του, πρόσωπο με πρόσωπο δηλαδή  με τον αναγνώστη, από τον οποίο θα αντλήσει την υπόστασή του. Τι θα καταλάβει ο αναγνώστης και τι θα νιώσει, είναι ζήτημα προσωπικής καλλιέργειας. Θυμηθείτε τι είπε κάποτε ο Σεφέρης: Όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο μπορούμε να φανταζόμαστε ταυτόχρονα τι βιβλιοθήκη υπάρχει από πίσω του. Το ίδιο θα έλεγε φυσικά και ο Μπόρχες και ο Ουμπέρτο Έκο και Τζωρτζ Στάινερ και όσοι άλλοι ευπαίδευτοι αντλούν και θροφίζονται από την κουλτούρα . Σ’ αυτούς ανήκει ακριβώς και ο Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος  με  το βιβλίο του «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;», πάει γυρεύοντας να χώσει την ουρά της ίδιας της Θεολογίας στο πανηγύρι των συναλλαγών, εκταμιεύοντας ανθρώπινη αξία και καθιστώντας αυτήν «εορτήν εορτών και πανήγυριν πανηγύρεων».

Η δομή του βιβλίου είναι απλή και σπονδυλωτή. Συνυφαίνεται από άρθρα, προλογικά ή επιλογικά σχόλια συνεδρίων,  έγγραφες τεκμηριώσεις για φλέγοντα παιδευτικά και κοινωνικά ζητήματα , συνεντεύξεις , κριτικές προσεγγίσεις, και κλείνει με  την προσφώνησή του κατά την τελετή αναγόρευσης της Κικής Δημουλά σε επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.  Η αγάπη του Σταμούλη για την ποίηση, την ομογάλακτη θαρρείς αδελφή της Θεολογίας, δεν κρύβεται με τίποτα. Θα έλεγα μάλιστα ότι επιδιώκει να βρει τρόπους να αναδυθεί με κάθε ευκαιρία. Ο δίκαιος έπαινος της Δημουλά, συμβολικά  προσδίδει και τον ουσιώδη χαρακτήρα στο όλο βιβλίο. Μοιάζει σαν να θέλει  ο Σταμούλης να διασαλπίσει στη διαπασών, ότι η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από την ποιητική του σχέση με τα πράγματα του κόσμου. Ότι η αγιότητα έχει την ποίηση ως φωτοστέφανο και αυτήν εκπέμπει προς πάσα κατεύθυνση. Χρησιμοποιώ τη λέξη «ποίηση» −το είπα και άλλοτε− με την έννοια της άκρας ευγένειας, της υπέρτατης ευαισθησίας και της υψηλής διάκρισης των πραγμάτων μέσα από τη διάφανη λεπτότητα. Με αυτό το πρίσμα αποκτά κάποια ξεχωριστή σημασία και ο αφορισμός του Φώτη Κόντογλου, ότι «οι εξυπνότεροι άνθρωποι του κόσμου είναι οι άγιοι και οι ποιητές». Εννοούσε προφανώς τους αγίους που έκαναν ποίηση την ίδια τη  ζωή τους. Ίσως, ακόμα, η σκέψη του να διασταύρωνε την ευαισθησία του Αντρέι Ταρκόφσκι, που είπε: «Όπου δεν υπάρχει αληθινή πίστη, δεν υπάρχει αληθινή ευφυία», νογώντας με αυτό την όξυνση του οφθαλμού, όταν πιστέψουμε σε κάτι βαθύ. Γιατί το ύψιστο σημείο της ανθρώπινης εξέλιξης δεν επιτυγχάνεται με τη γνώση  παρά με το δώρημα της ευφυίας και την έλλαμψη, όπως  εκπορεύεται από την πίστη στο θαύμα της Δημιουργίας. Τα συνοδευτικά μιας τέτοιας πίστης είναι η θερμουργός πνοή της γνησιότητας και η δροσερή διαύγεια της αθωότητας, φτερά που οδηγούνε τον άνθρωπο στην πρώτη πηγή του άρρητου Λόγου και της Ζωής.

Μπορεί τούτες οι σκέψεις να φαντάζουν εκτός χρηστικού πλαισίου του βιβλίου, όμως η έλξη και η βαρύτητα του με ωθεί να ομολογώ ένα βάπτισμα σ’ αυτό, γιατί μια κύρια αρετή του είναι ότι ενεργοποιεί την ψυχή και αφυπνίζει το πνεύμα. Το βιβλίο παρέχει πλούσια τροφή για στοχασμό, έτσι ώστε να φέρει τον αναγνώστη σε κοινωνία με τον εαυτό του, με τη συνείδησή του και το χρέος του μπροστά  σε βασικά ζητούμενα της μπερδεμένης εποχής μας. Προς τούτο ο συγγραφέας αξιοποιεί με τόλμη και ευστάθεια το  πνευματικό του οπλοστάσιο, γιατί,  μην ξεχνάμε,  είναι μαχητής και δεν διστάζει να βάλει το χέρι του στη φωτιά για θέματα που καίνε. Η κλήση και η συνείδηση του ρόλου του τον καθιστούν πρωτοστάτη σε προκεχωρημένο φυλάκιο μάχιμης ορθόδοξης πνευματικότητας, με όλο του  τον έρωτα  στραμμένο προς τα θεία μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας. Η φλογερή του συν-πάθεια  για τον άλλο, τον έτερο, απ’ όπου κι αν προέρχεται,  με προτεραιότητα μάλιστα στον ξένο και τον μετανάσταση και σε κάθε παραδαρμένο, παρέχει στο βιβλίο του «πνεύμα Χριστού» και  μοναδική  κοινωνική χροιά. Κατά βάθος συναπαντιέται  με την ουσία του λόγου του πατρός Αλέξανδρου Σμέμαν, ότι η μόνη πραγματική πτώση του ανθρώπου είναι πως έπαψε να πεινάει για τον Θεό, έπαψε να είναι κοινωνός στην ευχαριστία και τη δοξολόγηση του άλλου. Διότι «ο Χριστός εγκαινίασε μια νέα ζωή» για όλο τον κόσμο, « όχι μια νέα θρησκεία». Τούτο είναι καθοριστικό για να αντιληφθούμε τον άνθρωπο πέρα από τα ιδεολογικά πλέγματα και τα σύνορα που θέτει ή του θέτουν οι άλλοι για τον εαυτό του.

Η φωτισμένη Ορθοδοξία μπορεί όλα αυτά να τα αντιλαμβάνεται με απόλυτη φυσικότητα, ως αυτονόητα  δομικά στοιχεία του πλήρους σώματος του Χριστού, στο οποίο μας δόθηκε η ευλογία να μετέχουμε, να κοινωνούμε. Απλώς ο Χρυσόστομος Σταμούλης ισοσταθμίζει το χρέος με την επιστημονική του εγκυρότητα και με ακριβοδίκαιο τρόπο οραματίζεται έναν καλύτερο κόσμο, στον οποίο οι άγιοι και οι ποιητές συμπορεύονται και συνδοξολογούν  το σώμα και το αίμα του Υιού του ανθρώπου και του Θεού. Και μόνο ο κατάλογος των θεμάτων του βιβλίου του και η τολμηρή τομή που κάνει σ’ αυτά ο καλλιτέχνης θεολόγος καθιερώνουν τον Σταμούλη στην πρωτοπορία της Ορθοδοξίας, η οποία από τη φύση της (κατ’ αντίθεση προς την τυπολατρία) είναι ανατρεπτική κι επαναστατική. Φυσικά για όλα αυτά δεν μπορεί παρά να εισπράττει «θλίψιν εν τω κόσμω», αλλά το αξιοθαύμαστο είναι πως δεν διατυπώνεται από μέρους του κανένα παράπονο. Είναι πάντα όρθιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Του παραστέκουν βέβαια και τον φωτίζουν παλαιοί και νεότεροι πατέρες. Σ’ αυτούς τους δεύτερους μπορούμε να κατατάξουμε, με την άδεια που μας παρέχει το υψηλό πνεύμα του ίδιου του βιβλίου, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Γιάννη Τσαρούχη, Τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Γιώργο Θέμελη, τη Ζωή Καρέλλη, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Μιχάλη Γκανά και φυσικά την Κική Δημουλά, πλάι στον Ιγκόρ Στραβίνσκι και τον Έλιοτ και τον Ντοστογιέφσκι, ως μουσηγέτες που είναι όλοι αυτοί ενός βαθύτερου εσωτερικού ρυθμού. Σταθερή παραμένει και η προσήλωσή του στους δύο στύλους της ορθόδοξης αγωγής του, τον Κύριλλο Αλεξανδρείας και τον Νίκο Ματσούκα.

Από πλευράς θεμάτων, η κάλυψη, λόγου χάρη, της σχέσης Εκκλησίας και Αριστεράς, η εισαγωγή Ισλαμικών Σπουδών στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  και η γνωσιολογική αντιμετώπιση άλλων ταμπού αποκαλύπτουν τον οραματιστή θεολόγο, που κατέβηκε στην αγορά χωρίς να μολυνθεί από τελώνες και ληστές  ή κάθε είδους μισαλλόδοξους και τζογαδόρους της ανθρώπινης ευτέλειας.  Τολμά να αγγίξει  την υλική διάσταση του κόσμου, την ιερότητα της σάρκας, την έννοια της σεξουαλικότητας, τον  έρωτα,  παρέχοντας το ουσιαστικό στίγμα του Έρωτα που είναι αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο άγνωστος και ο ξένος, με τον οποίο καλούμαστε να συσσωματωθούμε.

Αγαπητοί φίλοι,

Μια φορά κι έναν καιρό η αλεπού αποφάσισε να πάει στο παζάρι. Στο δρόμο που επήγαινε βρήκε τον Χρυσόστομο Σταμούλη και του είπε: «Δεύρο, ακολούθει μοι». Η αλεπού  μιλούσε θεολογικά, με χιούμορ και οικειότητα, και αυτό γοήτεψε τον καθηγητή, που ακολούθησε τη φουντωτή ουρά της.

Ομιλία στη συνάντηση Θεολογίας και Πολιτισμού, που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολις Κυρηνείας, στις 4 Μαρτίου 2017, στο Πολιτιστικό Εργαστήρι Αγίων Ομολογητών στη Λευκωσία.

 

Advertisements