15645261_10210893732555784_639699183_nΤίτλος περίεργος. Ξένος ως προς τα μεγάλα ακαδημαϊκά εγχειρίδια. Απόμακρος, αλλά και τολμηρός! Βιβλίο ασυνήθιστο. Όχι εξαιτίας του ευφάνταστου τίτλου του, αλλά λόγω του αντισυμβατικού περιεχομένου του και της χαρισματικής εκφοράς του λόγου του. Και τούτο, διότι αποτυπώνει τους διαλογισμούς ενός θεολόγου, με μία διπλή έγνοια: αφενός να στοχάζεται ορθολογικά στα σύγχρονα προβλήματα, αφετέρου να σκέπτεται ταυτόχρονα και ως ενσυνείδητος πολίτης ή καλύτερα ως ευσυνείδητος χριστιανός πολίτης.[1]

Τί γυρεύει, τί ζητάει, λοιπόν, μία αλεπού στο παζάρι; Όχι οποιαδήποτε αλεπού… θα μου πείτε! Θυμάμαι τη γιαγιά μου, η οποία έλεγε σχεδόν την ίδια πάντα ιστορία. Οι πονηροί αποφεύγουν τις κακοτοπιές. Δεν πηγαίνουν σε μέρη όπου θα τους πιάσουν. Έτσι και η αλεπού είναι… αδύνατον να κάνει την εμφάνισή της στην αγορά ή στο παζάρι, γιατί αμέσως θα την πιάσουν. Κάτι που σημαίνει ότι ο ένοχος αποφεύγει πάντα τους τόπους εκείνους, όπου είναι εύκολο να αποκαλυφθεί το έγκλημά του.

Κι εξηγούσε τη φράση της με την παρακάτω γνωστή ιστορία: Μία φορά και έναν καιρό ένας σκύλος έπιασε φιλία με μία αλεπού. Ο σκύλος παρακινούσε την αλεπού να πάνε στο παζάρι και μάλιστα της έταζε πως εκεί θα δει πολλά πράγματα και θα διασκεδάσει. Με τα πολλά, η αλεπού αποφάσισε και τον ακολούθησε. Αλλά καθώς την είδαν οι άνθρωποι αλλά και άλλοι σκύλοι, την… πήραν από πίσω (την κυνήγησαν) και είδε κι έπαθε ώσπου να τους ξεφύγει. Η κακομοίρα η αλεπού, όταν γλίτωσε επιτέλους και βρέθηκε στα βουνά, άρχισε να μονολογεί «τί θέλει η αλεπού στο παζάρι;»[2].

Εδώ κρύβεται όλη η ουσία. Η αλεπού εγκατέλειψε. Έφυγε, μονολογεί, έμεινε μόνη! Αναρωτιέμαι εδώ ποιος ταυτίζεται με την αλεπού; Ο συγγραφέας ή αυτά που περιγράφει; Γιατί θα πρέπει η αλεπού να πάει στο παζάρι; Δεν είναι καλά εκεί που κάθεται; Να μη μιλά και να σιωπά και να έχει το κεφάλι της ήσυχο; Δεν έμεινε στον κόσμο, αλλά στο δικό της τον κόσμο! Μήπως όμως δεν ήταν και σωστά προετοιμασμένη; Μήπως αγνοούσε ότι έχει κι αυτή μερίδιο στην αγορά και στις πλατείες, όπως όλοι οι άλλοι; Μήπως πάλι δεν την αντέχει την πλατεία; Μήπως δεν αντέχει τη συναναστροφή με τον πολιτισμό; Θα μπορέσει άραγε να αισθανθεί υπεύθυνη και να θεωρήσει τις «ξένες» υποθέσεις ως δική της υπόθεση;

*

Ψάχνω στα λεξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και κοιτάζω πιο προσεκτικά την έννοια της λέξης αγορά. Βρίσκω σημαδιακό ότι το ρήμα αγοράζω σημαίνει πρώτα απ’ όλα βρίσκομαι ή πηγαίνω, συχνάζω στην αγορά[3]. Να λοιπόν το πρώτο θεμέλιο: η συνάθροιση, η συνέλευση των πολιτών, ο τόπος του δημόσιου λόγου, όπως μας θυμίζει και το ρήμα αγορεύω. Τόπος της ομήγυρης, της πανήγυρης, της εορταστικής μάζωξης, του νεοελληνικού πανηγυριού και της πλατείας. Εδώ είναι η βάση της ανθρώπινης σύναξης, η ανταλλαγή του λόγου, ο διάλογος. Μήπως λοιπόν στην αγορά αυτή, που είναι και το πρωτεύων, έχει λόγο και η Εκκλησία;

Θα μου πείτε και τί σχέση έχει η Εκκλησία με το εμπόριο; Άραγε τί άλλο να δηλώνει αρχικά η λέξη έμπορος, παρά τον άνθρωπο του είναι εν πόρω, που πάει να πει σε θαλασσινό ταξίδι ή, αλλιώς, αυτόν που εμ-πορεύεται, που πορεύεται μέσα από ή προς κάποιον τόπο; Ας θυμηθούμε και τα Τροπάρια του Μεγάλου Κανόνα του αγίου Ανδρέα της Κρήτης, όταν μας ονομάζει μεγαλέμπορους! Ας θυμηθούμε και το σύμβολο της Εκκλησίας ως ναύς, τουτέστιν πλοίο[4] που συμβολίζει την Εκκλησία που πορεύεται προς τον Χριστό, τον ασφαλή λιμένα, αλλά συμβολίζει επίσης και τον Χριστιανό ο οποίος πορεύεται στη ζωή εν μέσω καλών, αλλά και κακών συνθηκών και συναθροίζεται στις πλατείες και την αγορά. Ο άνθρωπος βρίσκεται εν πόρω! Ιδού πάλι η προτεραιότητα της πολυδιάστατης, συνολικής δραστηριότητας των ανθρώπων σε σχέση με τη στενά «οικονομική» έννοια. Θαλασσινό ταξίδι προς τα έσχατα!

Η ελληνική γλώσσα κρύβει ένα συνεκτικό σύστημα ανθρωπιάς: μια σκέψη για τον άνθρωπο, τον κόσμο και την κοινωνία. Προσέξτε, λόγου χάρη, τη βαθύτατη νοηματική συνάφεια που γεννιέται ανάμεσα στις λέξεις με διαφορετικές ετυμολογίες, όπως εκκλησία (αρχικά του δήμου και σήμερα του σώματος των πιστών, χωρίς να ξεχνάμε την έννοια του ναού) και αγορά ή παζάρι (με όλες τις ετυμολογικά συγγενείς λέξεις που έχω μνημονεύσει παραπάνω)[5].

Αλλά το πιο σπουδαίο σήμερα είναι ότι αυτή τη συνάφεια εμείς οι Νεοέλληνες μπορούμε να τη νιώσουμε βαθιά, αν νοιαζόμαστε αληθινά για το παρόν και το μέλλον της παιδείας μας: αρκεί να σκύψουμε για να καθρεφτίσουμε το πρόσωπό μας στην πηγή της γλώσσας, από την οποία πάντα πίνουμε. Ο Γάλλος, ο Γερμανός και ο Άγγλος, αν διαθέτουν κάποια ελληνομάθεια, θα πουν τη λέξη «agora» μόνο για να αναφερθούν σε μια πραγματικότητα που γι’ αυτούς αποτελεί ένα υπόλειμμα του κλασικού παρελθόντος. Άλλα μάλλον δεν θα ανακαλέσουν αυθόρμητα στο νου τους τις λέξεις «Marché», «Markt-Platz» ή «Market», οι οποίες παραπέμπουν στη νεότερη (και ήδη παρούσα στην αρχαία λέξη) έννοια  της αγοράς, ακόμα λιγότερο θα υποψιαστούν την εσωτερική συγγένεια της αγοράς και της εκκλησίας –ποιους συνειρμούς μπορούν να γεννήσουν οι λέξεις «Μarket», «Markt-Platz» ή «Marché» με τις λέξεις «Church», «Kirche» ή «Eglise»; Κι όμως, αυτές τις εσωτερικές σχέσεις ο Νεοέλληνας θα τις ανακαλύψει άνετα, αν προσέξει απλώς τις παραστάσεις και τις μνήμες που γεννούν στο μυαλό του οι λέξεις, απλές ή σύνθετες: αν ακούσει, αίφνης, στη «δημοκρατία» τον δήμο και το κράτος, στην «αγορά» αλλά και στην «εκκλησία» τη σύναξη του χωριού, της ενορίας ή της πόλης, στην «οικονομία» τον οίκο και το νόμο, στον «διάλογο» τον λόγο, στη «συζήτηση» τη ζήτηση από κοινού της λύσης.

Όλα αυτά μπορεί να τα βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο του κ. Σταμούλη, αλλά μπορεί να ανακαλύψει επίσης με οδύνη, την οδύνη ότι με αυτό το «σύστημα ανθρωπιάς», βρίσκεται ως Χριστιανός στους αντίποδες του τρόπου με τον οποίο ζούμε σήμερα στον τόπο μας. Κάτι που θα τον απελπίσει. Αλλά ίσως και να τον κάνει να συνειδητοποιήσει πόσο έχει βαθύνει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρωπιά και σε αυτόν τον τρόπο ζωής, ο οποίος μας οδηγεί ασυναίσθητα και με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή.

Αλήθεια, για σκεφτείτε λιγάκι πόσο καλύτερα θα νιώθαμε αν παίρναμε τις αποστάσεις μας από αυτόν τον κόσμο, όπου τα πάντα πουλιούνται και αγοράζονται με το χρήμα, –στην χρηματιστηριακή αγορά– αν κατανοούσαμε ότι το ρήμα αγοράζω είναι δυνατό να παραπέμπει σε μία άλλη δραστηριότητα, πιο ευεργετική για τη συλλογική –την κοινή– ανθρώπινη ζωή, την κοινότητα. Κι αν, από ένα εντελώς απίθανο θαύμα, καταφέρναμε να ξαναδώσουμε στο ρήμα κάτι από το αρχικό του νόημα. Δεν θα αρχίζαμε να χτίζουμε πάνω σε νέες βάσεις και την αγορά και την οικονομία; Δηλαδή να μην συμφιλιωθούμε με τη μετριότητα και την αλλοτρίωση, αλλά να κάνουμε μία επ-ανάσταση, μία ανατροπή του εσωτερικού κλειστού μας εαυτού.

Δυστυχώς αυτή η ενδημική νεοελληνική νοοτροπία ριζώνει στο παρόν: στην αντικειμενική πραγματικότητα μιας ελάχιστα παραγωγικής κοινωνίας, η οποία καλλιεργεί στον καθέναν από μας μία αίσθηση μόνιμης ανημποριάς ή αναπηρίας απέναντι σε ένα κράτος ιδωμένο άλλοτε ως αναγκαίο προστάτη και άλλοτε ως μισητό εχθρό και σε ένα διεθνή περίγυρο όπου οι τύχες των μικρών λαών αποφασίζονται από τους ισχυρούς του κόσμου.

Αλλά μήπως στην «καθ’ ήμας Ανατολή» δεν τη θέλουμε την αλεπού; Μήπως μάθαμε να είμαστε μοιρολατρικοί; Ποια είναι η δική μας προσωπική ευθύνη; Αλλά φοβάμαι πως όλα αυτά τα νιώθουμε ελάχιστα, κι εγώ, που τα γράφω, τα συλλογιέμαι αληθινά μονάχα τώρα. Οι λέξεις εκφράζουν το «κάλλος» της θεολογίας και η θεολογία το «κάλλος» των λέξεων! Κάθε φορά που κατορθώνουμε να τις κατανοήσουμε, μεταγγίζουμε την ουσία τους στην προσωπική μας αίσθηση για τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη, το πρόσωπο του άλλου, τη σάρκα, το πνεύμα, τον άνθρωπο, τον Θεό[6].

Αυτές οι λέξεις έχουν ζυμωθεί στο πέρασμα των αιώνων με τον συναισθηματικό κόσμο αναρίθμητων ανθρώπων στις πλατείες, ο οποίος «ξυπνάει» ασυναίσθητα στον λόγο μας και γίνεται και δικός μας, όταν τις προφέρουμε όχι μηχανικά, αλλά φορτίζοντάς τες με τις πιο μύχιες εμπειρίες μας. Δύο παραδείγματα από το βιβλίο δια του λόγου το αληθές. Σε όλα τα θέματα υπάρχει ένας στόχος: το «από κοινού», η «κοινότητα», το «μοίρασμα», όπως το γνωρίζουμε εδώ στην Κρήτη! Και για να «πιάσουμε» αυτό το πρώτο νόημα δεν είναι ανάγκη να γνωρίζουμε τις σημασιολογικές αλλαγές μιας λέξης μέσα στον χρόνο, όπως δεν είναι ανάγκη να σπουδάζουμε την παράδοση όταν τη ζούμε, αρκεί να ζυγίζουμε εμπειρικά το ψυχικό φορτίο που μπορεί να έχει για μας μια λέξη, όταν έρχεται αυθόρμητα στα χείλη μας.

Ακούστε, για παράδειγμα, τα λόγια της ορθόδοξης νεκρώσιμης ακολουθίας: «…ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος» ή το «ανάπαυσον την ψυχήν του κεκοιμημένου (…) έν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός».[7] Δεν ακούμε εδώ άραγε τον μακρινό αντίλαλο εκείνων που ο Πρωτέας απευθύνει στον Μενέλαο, προμαντεύοντας τη μεταθανάτια ζωή του[8];

Ας αναρωτηθούμε, τελικά, μήπως όλα αυτά έχουν κάποια σημασία για τη σημερινή ζωή μας; Την ουσία και τη συνέχεια μπορούμε να τη δούμε όμως πέρα από τις λέξεις. Γιατί η συνέχεια υπάρχει στα βαθιά και δεν είναι μόνο γλωσσική. Πώς να μη θαυμάσουμε βλέποντας, για παράδειγμα, το πανάρχαιο ελληνικό έθιμο της έκθεσης του νεκρού να παίρνει νέα ζωή στη νεοελληνική αγρύπνια γύρω από τον κεκοιμημένο, που τηρείται πάντα με κατάνυξη σε πολλά χωριά του τόπου μας! Αυτή η πεισματική παρουσία των παλαιών μορφών σε έναν άλλον κόσμο, που τις καινουργεί, όπως τις ονομάζει ο συγγραφέας, φορτίζοντάς τες με πρωτόγνωρους συμβολισμούς, ανακαλεί στη σκέψη μου τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίες λέξεις διασώθηκαν και ξαναγεννήθηκαν με νέες σημασίες στον χριστιανικό πολιτισμό.

Κι αυτό μας φέρνει μπροστά στη δεύτερη δημιουργική σκέψη για τον πολιτισμό. Ας φέρουμε στη σκέψη τα σπαρακτικά λόγια που απευθύνει στον Πόντιο Πιλάτο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όταν του ζητάει το σώμα του νεκρού Χριστού, σε έναν ύμνο που δυστυχώς δεν ψάλλεται πια τη Μεγάλη Παρασκευή στις Εκκλησίες:

«δός μοι τούτον τον ξένον, τον έκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα έν κόσμω,

δός μοι τούτον τον ξένον, όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον,                          δός μοι τούτον τον ξένον, όστις οιδέν ξενίζειν τους πτωχούς του και ξένους…» (σελ. 99-121).           

Αυτός ο ύμνος δεν μας θυμίζει τον συγκλονιστικό στίχο του νεοελληνικού τραγουδιού της ξενιτιάς:

«ξένος εδώ, ξένος εκεί, όπου κι αν πάω ξένος»[9],

όπου εγώ τουλάχιστον ακούω να προαναγγέλλεται το νεωτερικό κύμα της εξορίας αμέτρητων νέων ανθρώπων προς τη ξενιτιά;

Αν, επιμένω και μένω μόνο σε αυτό, είναι γιατί δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει πόσο απάνθρωπα υποδεχτήκαμε τους ξένους μας και πόσο τραγικά ξένοι μπορεί να αισθάνονται αυτοί στον τόπο μας! Και τότε δεν θα νιώθαμε βαθύτερα και τον δικό μας ξενιτεμό σε αυτόν τον τόπο, σε αυτόν τον κόσμο –τούτη τη μοίρα που μοιραζόμαστε με τους κάθε λογής ξενιτεμένους, αφού η μήτρα της δεν είναι άλλη παρά η ξενότητα αυτού του κόσμου για τον άνθρωπο; Αυτό θα ήταν, νομίζω, ένα σπουδαίο μάθημα ανθρωπογνωσίας, γιατί θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε βαθύτερα πώς εξαγριώνεται, ξανά στα χρόνια μας, ο άνθρωπος –είτε είναι ξενιστής είτε ξενιζόμενος–, αλλά και ένα αναβάπτισμα του διαχρονικά ξενιτεμένου μας λαού στη –διαλείπουσα– ανθρωπιά του. Και μας φέρνει στα λόγια της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Α΄, ο οποίος πρόσφατα είπε από το Μπάρι της Ιταλίας ότι «σήμερα, για άλλη μια φορά, η Μεσόγειος Θάλασσα, θάλασσα του πολιτισμού, θάλασσα αλληλεγγύης, η θάλασσα της συνεργασίας, έχει γίνει η θάλασσα των κυμάτων των προσφύγων και των μεταναστών»[10].

*

Τελικά, γιατί η αλεπού αφού η ίδια είναι μέρος της αγοράς ή του παζαριού το εγκαταλείπει; Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας:          «(…) η αδυναμία της να ζήσει. Η άρνηση για τη ζωή. Η έξοδος από τη ζωή. Ή καλύτερα, η δήθεν έξοδος από τη ζωή. Από αυτές τις ρίζες αντλούν όλα τα κλαδιά της αμαρτίας που έχουν όνομα και ταυτότητα. Άρνηση κίνησης και αλλαγής, ειδωλοποίηση του παρελθόντος, απουσία αισθητικής, απουσία συμπόνιας, έκρηξη συστημικού αντι-ανθρωπισμού, απομάκρυνση από τη ζώσα παράδοση και συμπόρευση με τα χειρότερα του σύγχρονου πολιτισμού. Νιώθεις καμιά φορά πως η Εκκλησία σήμερα δεν αναπνέει και δεν θέλει να αναπνέει» (σελ.  219).

Δυστυχώς σήμερα ο άνθρωπος του δημοσίου γραφείου, ο άνθρωπος ο στοιβαγμένος σε διαμέρισμα-κοτέτσι της σημερινής ας πούμε πολυκατοικίας, ή ο κλεισμένος στο αυτοκίνητό του και περιπλανώμενος μαζί του, όπου βεβαίως φροντίζει και να έχει τις πολιτικές προστατευτικές διασυνδέσεις, που του εξασφαλίζουνε προνόμια και που θα τον εξυπηρετούσαν, δεν μπορεί να καταλάβει ότι η Εκκλησία δημιουργεί πολιτική και πολιτισμό στην πόλη. Γι’ αυτό κι ο ίδιος αποφεύγει να πάει στο παζάρι, να δημιουργήσει κοινότητα. Ιδιωτεύει! Έχει δημιουργήσει ο ίδιος ένα μηχανισμό, τον εσωτερικό μηχανισμό μιας διαιρέσεως, η οποία οφείλεται σε μια παράξενη συνθήκη ας πούμε εσωτερικού εγκλεισμού, σε μια αδυναμία ανοίξεως στο ευρύτερο, στην ευρύτερη έννοια, εξού και η αδυναμία για τον εθελοντισμό, το μοίρασμα που λέμε στην Κρήτη –και ψάχνουμε την αλληλεγγύη μέσα από τον Santa Claous– εξ ου και η κρατολαγνεία, με τάση προς την ιδιωτική χρήση της πόλης. Αγαπάμε την Πολιτεία, γιατί μας εξυπηρετεί. Κι αυτό έχει μία ιδιωτική χρήση! Η Εκκλησία δεν μπορεί να ανεχτεί την ιδιώτευση, ακόμη και ο μοναχισμός. Η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να εκφράζει λόγο στην αγορά[11].

Νομίζω ότι αν κρατήσουμε το στοιχείο της ιδιωτείας, ως χαρακτηριστικό ας πούμε της περιγραφής μιας καταστάσεως σαν τη σημερινή, δεν μπορούμε να κρατήσουμε και το βιβλίο αυτό στα χέρια μας. Θα πρέπει να δεχθούμε πρώτα είτε τα λάθη μας κι αυτό δεν μας το επιτρέπει ο εγωισμός μας, είτε να το πετάξουμε γιατί δεν μας εξυπηρετεί. Το παρόν βιβλίο θα πρέπει να το δούμε ως ένα εργαλείο και ένα πεδίο καθαρό, το οποίο θα μας οδηγήσει σε αναλυτικές δυνατότητες. Ένα εργαλείο που θα μας επιτρέψει, μια πιο ουσιαστική και αποτελεσματική ας πούμε ανίχνευση, του φαινομένου του νεοελληνικού χώρου. Να σκεφθούμε αυτή τη μεγάλη ιστορική ευκαιρία ξέροντας που είναι το έλλειμμά μας ως πιστοί και ως πολίτες.

[1] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περί τούτου αποτελεί το κεφάλαιο Όταν μιλάει η αταξία, η τάξη να σωπαίνει. Βλ. Χρυσόστομος Σταμούλης, Τί γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Κείμενα για το διάλογο της Ορθοδοξίας με την πόλη, τον πολίτη και τον πολιτισμό, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2016, σσ. 83-88.

[2] Ποια είναι τελικά η αλεπού; Η Πολιτεία ή η Εκκλησία; Η Πολιτεία αναφέρεται σε πολίτες, η Εκκλησία αναφέρεται σε πιστούς. Η Πολιτεία ασκεί δημόσια εξουσία. Η Εκκλησία ασκεί ποιμαντική μέριμνα και διακονία, μέσα στην κοινή για όλους δημόσια (όχι κρατική) σφαίρα επικοινωνίας. Η Πολιτεία εκ της αποστολής της απευθύνεται και λογοδοτεί στο σύνολο των πολιτών, ως κυρίαρχο λαό. Η Εκκλησία εκ των πραγμάτων απευθύνεται στο τμήμα του πληθυσμού που αποτελεί το κοινό των δικών της πιστών. Μήπως τελικά δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στην αλεπού και αδιαφορούμε για το παζάρι;

[3] Ενδιαφέρουσα προσέγγιση κάνει ο Γιάννης Κιουρτσάκης στο βιβλίο του, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2015, σελ. 186.

[4] Έτσι, κατ’ αυτόν τον συμβολικό τρόπο, η Εκκλησία συμβολίζεται με πλοίο που πηγαίνει στον Ουρανό, στην Άνω Ιερουσαλήμ, στον Παράδεισο. Λέγει ο Άγιος Ιππόλυτος, «η Εκκλησία ως ναύς εν πελάγει χειμάζεται μεν αλλ’ ουκ απόλλυται. Έχει γάρ μεθ’ εαυτής τον έμπειρο κυβερνήτη Χριστόν, φέρει δε εν μέσω και το τρόπαιον, το κατά του θανάτου, ως τον σταυρόν του Κυρίου μεθ’ εαυτής βαστάζουσα», δηλαδή, η Εκκλησία είναι σαν πλοίο μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος αλλά δεν χάνεται, έχει μαζί της τον έμπειρο κυβερνήτη Χριστό και στη μέση σαν κατάρτι το τρόπαιο που κατάργησε τον θάνατο, τον Σταυρό.

[5] Βλ. Στέλιος Ράμφος, Πολιτική από στόμα σε στόμα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2016.

[6] Βλ. Χρυσόστομος Σταμούλης, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004.

[7] Για την αναστάσιμη προοπτική της ορθόδοξης παράδοσης βλ. Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, εκδ. Αιγόκερως, Θεσσαλονίκη 1970.

[8] Βλ. Όμηρος, Οδύσσεια, Ραψωδία δ΄, στίχοι 563-568. Επίσης, βλ. πρβλ. Γιάννη Κουρτσάκη, όπ. παρ., σελ. 249.

[9] Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι της ξενιτιάς. Το τραγούδι αυτό έχει ιστορία τουλάχιστον 300 ετών και πιθανότατα αναφέρεται κυρίως στη μετανάστευση στις Βαλκανικές Χώρες, όσο και στους πρώτους μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική.

[10] Βλ. σχετικά και το κείμενο «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας».

[11] Ο κ. Καλαντζής, στην τοποθέτηση-επιστολή του στην εκδήλωση της ΟΑΚ προέτρεψε, «ας μην επιμείνουμε, επίσης, στο γεγονός ότι υπάρχει ένα παράδοξο καθώς ορισμένοι συμπολίτες μας είναι απολύτως έτοιμοι να αποδεχθούν και να υπερασπιστούν το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων ή διαφόρων συλλογικοτήτων πολιτών να εκφέρουν δημόσιο λόγο αλλά δεν το αναγνωρίζουν στην Εκκλησία. Εμπεριέχει μια βαθιά και επικίνδυνη αντίφαση να επιδοκιμάζουν τις εν λόγω οργανώσεις για τον ίδιο λόγο που καταδικάζουν την Εκκλησία. Θα ήταν χρήσιμο για όλους μας εάν προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε ότι άλλο πράγμα είναι να καταδικάζεις ή να ασκείς σκληρή κριτική σε αυτά που λέει κάποιος και άλλο πράγμα είναι να μην του αναγνωρίζεις το δικαίωμα να μιλήσει δημόσια». Ταυτοχρόνως, ο κ. Καλαντζής υπογράμμισε πως, «αυτό που οφείλουμε να κρατήσουμε, και το βιβλίο του κ. Χ. Σταμούλη μας προσφέρει μία πολύτιμη βοήθεια, είναι να κατανοήσουμε τη διάκριση μεταξύ της δυνατότητας να εκφράζει δημόσιο λόγο η Εκκλησία, όπως και κάθε άλλη θρησκευτική κοινότητα, και της δυνατότητας να ασκήσει εξουσία». Επειδή, κατά τον κ. Καλαντζή, «είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να εκφέρεις δημόσιο λόγο, δηλαδή να προσπαθείς να επηρεάσεις τη γνώμη των πολιτών και μέσω αυτών να επηρεάσεις όσους μετέχουν στο νομοθετικό σώμα, από το να μετέχεις ο ίδιος στο νομοθετικό σώμα».

Advertisements