%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d59Απόψε παρουσιάζεται δημόσια ένα βιβλίο ασυνήθιστο. Όχι εξ αιτίας του ευφάνταστου τίτλου του, αλλά λόγω του αντισυμβατικού περιεχομένου του και της χαρισματικής εκφοράς του λόγου του. Το βιβλίο αποτυπώνει διαλογισμούς ενός σοβαρού θεολόγου, με μια διπλή έγνοια. Αφενός να στοχάζεται ορθολογικά, αφετέρου να σκέπτεται ταυτόχρονα και ως ενσυνείδητος πολίτης.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης ομιλεί για τη θρησκευτική πίστη, την ανεκτικότητα, την αποστολή Εκκλησίας Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένης, με αξιοσύνη κι ανθρωπιά. Το πράττει όμως με μέλημα και αγωνία να υπάρξει συμπαρουσία των ανθρώπων κάτω από έναν κοινό θόλο για την παγκόσμια κοινότητα.

Στον 21ο αιώνα άνθρωποι και λαοί, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, συνυπάρχουμε σε μια πρωτοφανέρωτη ιστορική συνθήκη. Ως συμμέτοχοι σε μια διεθνή συμβιωτική κατάσταση, με έντονη αλληλεξάρτηση και εγγύτητα. Γι’ αυτό και περισσότερο από ποτέ επιβάλλεται κατά κυριολεξία η συγ-χώρηση στον κοινό υδρόγειο τόπο, στον οποίο βρεθήκαμε κι εξελιχθήκαμε ως ανθρώπινο είδος.

Το βιβλίο κοινωνεί στο αναγνωστικό κοινό σκέψεις σύνθετες με λόγια απλά. Με γλώσσα που ρέει ελεύθερα και συνάμα πληθωρικά, με πειστικότητα και πνευματική ανοιχτοσύνη. Συχνά με ύφος πέρα από τις γλωσσικές συμβάσεις που θα προσιδίαζαν σε ένα κλασικού τύπου επιστημονικό δοκίμιο. Από αυτόν τον στοχαστικό χείμαρρο, λοιπόν, θα απομονώσω απλώς κάποιες δροσερές σταγόνες.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d25

Χειριζόμενος επιδέξια τη γραφίδα της κριτικής, γράφει ο συγγραφέας: «Παντού και πάντα εχθροί. Η συγκρότηση του εαυτού απαιτεί το γκρέμισμα του άλλου, του απέναντι, ο οποίος δεν είναι εγώ. Την εξαφάνιση της οποιασδήποτε ετερότητας». Και κάπου αλλού σημειώνει: «Μοναδική επιδίωξη η «θρησκευτική κλωνοποίηση» του προσώπου, που ισοδυναμεί με την οριστική κατάργησή του». Κατ’ επανάληψη στα κείμενα του βιβλίου στηλιτεύει οποιαδήποτε πράξη, νοοτροπία ή κατάσταση που καθυποτάσσει, εξευτελίζει, ατιμώνει τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του.

Θαρρώ ότι υποβολέας αυτών των κρίσεων είναι ένα ισχυρό αξιολογικό υπόβαθρο. Είτε μιλάμε για τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων, είτε για τη θρησκευτική εκπαίδευσή τους είτε για τη θρησκευτική αλληλοσχεσία τους, κάποιο υπόβαθρο θεμελιακών παραδοχών είναι ήδη παρόν και κατά κάποιον τρόπο είναι και εκ των προτέρων έγκυρο. Το υπόβαθρο αυτό υπολαμβάνει μια ιδανική εικόνα για το ανθρώπινο πρόσωπο.

Πάνω σ’ αυτά ακριβώς θα ήθελα να μοιρασθώ κάποιες σκέψεις μαζί σας, γινόμενες από τη σκοπιά της φιλοσοφίας του δικαίου. Σε  σύμπνοια με τα διανοήματα του εκλεκτού συγγραφέα και προς επίρρωση αυτών.

Στις σελίδες του βιβλίου το ανθρώπινο πρόσωπο τιμάται ως φορέας αξιοπρέπειας, εξ ίσου με κάθε άλλο πρόσωπο. Γιατί άραγε; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Τιμούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι μόνο μέλη του ανθρώπινου γένους δύνανται να σκέπτονται ελεύθερα, επιζητώντας την αλήθεια, να πιστεύουν σε κάτι το υψηλόφρον, να πράττουν ηθικά και δίκαια, να απολαμβάνουν το ωραίο, να ελπίζουν για το καλύτερο, για τον εαυτό τους και για όλους μαζί.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d100

Μόνον ανθρώπινο ον είναι ικανό να αντιλαμβάνεται από μόνο του ότι οφείλει να πράττει με τέτοιον τρόπο, ώστε ο γνώμονας της πράξης του να μπορεί να ισχύσει ως ηθικός νόμος με ισχύ καθολική. Κατά τούτο το ανθρώπινο υποκείμενο είναι αυτόνομο και συνάμα υπεύθυνο, καταλογιστό για ό,τι πράττει και για ό,τι παραλείπει να πράξει. Οι άνθρωποι προσδιοριζόμαστε όχι μόνον από αυτό που ήδη είμαστε. Αλλά κι από αυτά που πράττουμε, για να ξεπεράσουμε αυτό που έχουμε γίνει μέχρι τώρα. Όχι τυχαία, σύμφωνα με τον Μάξιμο Ομολογητή, δίχως αυτή τη δυνατότητα για αυτενεργό κίνηση η ελπίδα των ανθρώπων για βελτίωση, αν όχι τελείωση, θα ήταν απλή χίμαιρα.

Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, επομένως, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη κι αν ζει ή πρόκειται να ζήσει στο μέλλον, πρέπει να γίνεται σεβαστό, ανεξάρτητα από το φύλο, την εθνικότητα, τις θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις του, τον ερωτικό προσανατολισμό του.

Εάν λοιπόν έχει κανείς κατά νου παρόμοια εικόνα για το ανθρώπινο υποκείμενο, τότε, λόγου χάριν, αυτό που διεκδικεί για τον εαυτό του ως ελευθερία δεν μπορεί να το αρνείται για τους άλλους. Παρόμοια ασυνεπής στάση θα παραβίαζε τον ίδιο τον πυρήνα της ηθικότητας. Από εκεί και πέρα το ζητούμενο σε Πολιτεία στην οποία αξίζει να ζει κανείς είναι πώς η ελευθερία καθενός θα συντονίζεται με την ίδια ελευθερία των άλλων, κάτω από νόμους με ισχύ καθολική για όλους.

Είναι ορθό να διεκδικούμε να δύνανται οι ορθόδοξοι χριστιανοί σε άλλες χώρες να ασκούν ελεύθερα τη θρησκευτική λατρεία τους σε εκκλησίες και μονές. Απεναντίας, είναι και ανήθικο και άδικο να αρνούμαστε να ασκούν θρησκευτική λατρεία εξ ίσου ελεύθερα π.χ. οι μουσουλμάνοι συνάνθρωποί μας, που ζουν στην Ελλάδα.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d59

Σε σύγχρονη συντεταγμένη Πολιτεία, ο καθείς δικαιούται να συμπράττει με άλλους στην καλλιέργεια ορισμένης εθνικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής ή άλλης συλλογικής ταυτότητας. Ωστόσο, θα ήταν ανυπόστατο ένα υποτιθέμενο δικαίωμα οποιουδήποτε μετέχει σε συλλογική ταυτότητα να γίνεται τάχα σεβαστή η ακεραιότητα του συστήματος πεποιθήσεών του/της από όλους τους άλλους, καθώς κι από την Πολιτεία. Ούτε στοιχειοθετείται δικαίωμα οποιουδήποτε να μην ενοχλείται από τις διαφορετικές γνώμες ή στάσεις ζωής των υπολοίπων.

Φιλελεύθερο κράτος δικαίου αρκείται να διασφαλίζει ένα πλαίσιο δημόσιαςεπικοινωνίας, μέσα στο οποίο ποικίλες βιοθεωρίες και θρησκευτικές πίστεις δύνανται να εκδηλώνονται ελεύθερα στην κοινωνία πολιτών. Δεν νοείται να επιβάλλεται κάποιο υποχρεωτικό κοσμοθεωρητικό πρότυπο στους πολίτες του ούτε κάποια ιδιαίτερη αντίληψη περί αγαθού βίου (όπως π.χ. οι «ελληνοχριστιανικές» αξίες στο Σύνταγμα του 1952). Ούτε επιτρέπεται να παρεμβαίνει το Κράτος σε διενέξεις γύρω από περιεκτικές αντιλήψεις ζωής. Δεν μπορούμε να δεχθούμε να αντιμετωπίζονται οι πολίτες από το Κράτος με τρόπο χειραγωγικό, ως ανώριμοι ανήλικοι, ανίκανοι να διάγουν το βίο τους ακηδεμόνευτα.

Φιλελεύθερο και δημοκρατικό κράτος δικαίου οφείλει, όχι μόνο να τηρεί με συνέπεια στάση ανεξιθρησκίας απέναντι στις γνωστές θρησκείες. Αλλά και να σέβεται πλήρως τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων με ισοτιμία, με προγραμματική αδιαφορία για το θρήσκευμα καθενός. Αυτός είναι εξ άλλου ο ουσιαστικός λόγος, για τον οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αποφανθεί υπέρ της μη αναγραφής του θρησκεύματος στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθενός.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d29

Δημοκρατική Πολιτεία αναφέρεται σε πολίτες, ενώ η Εκκλησία αναφέρεται σε πιστούς. Η Πολιτεία ασκεί δημόσια εξουσία. Τουναντίον, η Εκκλησία ασκεί ποιμαντική μέριμνα και διακονία, μέσα στην κοινή για όλους δημόσια (όχι κρατική) σφαίρα επικοινωνίας. Επί πλέον, η Πολιτεία εκ της αποστολής της απευθύνεται και λογοδοτεί στο σύνολο των πολιτών, ως κυρίαρχο λαό. Απεναντίας, η Εκκλησία εκ των πραγμάτων απευθύνεται στο τμήμα του πληθυσμού που αποτελεί το κοινό των δικών της πιστών.

Οι παραπάνω θέσεις αρχής (principles) ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως. Άρα ισχύουν και για τον μαθητικό κόσμο επίσης, όπως βέβαια και για τους γονείς των παιδιών και των εφήβων, εν σχέσει π.χ. προς τη θρησκευτική εκπαίδευση. Εξ ίσου ανεπίτρεπτη με τη συστηματική κατήχηση σε νέους ανθρώπους εκ μέρους της Πολιτείας είναι και η διαμετρικά αντίθετη στάση. Δηλαδή η θρησκευτική εκπαίδευση να υποβάλλει στους πολίτες, ως επίσημη θέση του Κράτους, ότι οι θρησκείες δεν είναι τίποτε άλλο από μια «κατασκευή» του ανθρώπινου νου. Και αυτό επίσης αποτελεί κρούσμα κρατικού πατερναλισμού. Δράττομαι της ευκαιρίας να προσυπογράψω πλήρως τις θέσεις του τιμώμενου απόψε συγγραφέα, τις οποίες εκθέτει στο κείμενό του «το μάθημα των θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση» (σελίδες 181 και επ.).

Η Πολιτεία και όχι οι φορείς των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι μόνη αρμόδια να χαράσσει εκπαιδευτική πολιτική για όλους τους πολίτες ισότιμα. Με γνώμονα η θρησκευτική καλλιέργεια να αντιμετωπίζει τους μαθητές και τις μαθήτριες ως εν δυνάμει πολίτες και όχι ως υποχρεωτικά προσηλυτιζόμενους ανηλίκους. Δεν είναι να παραβλέπουμε ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα δικαιώματα του ανθρώπου κρίνει ότι η θρησκευτική εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πολυφωνικό (βλ. π.χ. την υπόθεση «Ευστρατίου κατά Ελλάδος» της 18-12-1996, 77/1996/696/888).

Όπως ήδη από το 1981 είχε επισημάνει θαρρετά ο Νίκος Ματσούκας σε περίφημη ομιλία του, δεν μπορεί τα σχολεία, τα Γυμνάσια και τα Λύκεια σε κοσμικό Κράτος κατά την ώρα του μαθήματος των θρησκευτικών να μετατρέπονται αιφνιδίως σε κατηχητικά σχολεία. Εντούτοις, συχνά συμβαίνει, ιστορικά και πολιτισμικά, η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού σε μια χώρα, όπως στην Ελλάδα, να ομολογεί συγκεκριμένο θρήσκευμα. Σε παρόμοια περίπτωση είναι απολύτως θεμιτό η Πολιτεία να αποδώσει μεγαλύτερη έμφαση και προτεραιότητα σε καλλιέργεια θεμάτων γύρω από την επικρατούσα θρησκεία.

Κατά τα άλλα, πάντως, φιλελεύθερη και δημοκρατική έννομη τάξη δεσμεύεται να προστατεύει την ελευθερία συνείδησης καθενός, δηλαδή τελικά όλων. Συγχρόνως όμως οφείλει γενικώς να τηρεί στάση ουδέτερη ως προς το περιεχόμενο των ποικίλων πεποιθήσεων που τρέφουν οι πολίτες, άρα και ως προς τις μεταξύ τους έριδες. Γιατί όμως ενδείκνυται τούτο; Διότι μόνον έτσι σύγχρονο φιλελεύθερο και δημοκρατικό Κράτος μπορεί να παίρνει στα σοβαρά και σε ισότιμη βάση τους πολίτες του.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d106

Για να το πούμε απλά, δεν επιτρέπεται να θεωρείται π.χ. η θρησκευτική ελευθερία του ορθόδοξου χριστιανού πολίτη να «υπερισχύει» έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας όλων των υπολοίπων πολιτών. Εξ άλλου, ακόμη και για τους πιστούς της επικρατούσας θρησκείας ισχύει η απερίσταλτη ελευθερία να μεταβάλουν ή να τροποποιήσουν θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, εφόσον οι ίδιοι αυτοπροαίρετα το επιλέξουν («επ’ ελευθερία προσέλθετε»). Το θρησκεύειν είναι υπαρξιακή ανάγκη και ύψιστο δικαίωμα καθενός, όχι νομική υποχρέωση.

Αυτό που μετρά για φιλελεύθερη Πολιτεία δικαίου είναι οι πολίτες να τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους, ανεξάρτητα από τις διιστάμενες πεποιθήσεις τους γύρω από τη ζωή, τον κόσμο, την πίστη, την πολιτική. Η έννομη τάξη δεν δικαιούται να ψαχουλεύει τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων. Ούτε βέβαια να τους κατατάσσει ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους.

Εάν μουσουλμάνος πιστός κρίνει ότι δεν πρέπει ο ιδρυτής της θρησκείας του να απεικονίζεται με γραφική παράσταση, τότε η απαγόρευση αυτή ισχύει μονάχα για τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες προς αυτόν. Δεν μπορεί να επεκτείνεται παρόμοια απαγόρευση σε όσους θεωρούν ότι δεν καταλαμβάνονται ηθικά ή μεταφυσικά από την απαγόρευση αυτή. Εάν μουσουλμάνος πιστός εκλάβει τούτο ως θανάσιμη πια ασέβεια στα θρησκευτικά του πιστεύω, τότε είναι καλό και ο ίδιος ο θιγόμενος να πράξει κάτι. Ας αναρωτηθεί μήπως η δική του στάση είναι αυτή που χρήζει αναστοχασμού ή αναθεώρησης.

Γενικότερα, φανατικά θρησκευόμενος πιστός δεν δικαιούται να αξιώνει και οι άλλοι να τρέφουν την ίδια τυφλή πίστη, που ενδεχομένως εκείνος επιβάλλει στον εαυτό του. Αλλ’ αυτό ισχύει προδήλως για όλους τους πιστούς, όλων των γνωστών θρησκειών. Άρα, καταλαμβάνει κατ’ ανάγκην και τους χριστιανούς ορθόδοξους. Αντίστοιχα και οι επίσημοι φορείς των θρησκευτικών κοινοτήτων δεν νομιμοποιούνται να εξάπτουν εθνικιστικές απόψεις, ρατσιστικές προκαταλήψεις ή μισαλλόδοξες πολιτικές διαιρέσεις μεταξύ των πιστών τους.

Ας μη λησμονείται ακόμη ότι και η θεσμική Εκκλησία επίσης αποτελείται από πολίτες. Αυτοί, ακριβώς χάρη σ’ αυτή την ιδιότητά τους, οφείλουν τα του Καίσαρος των Καίσαρι, όπως το Σύνταγμα και οι πολιτειακοί νόμοι ορίζουν. Όποιος πολίτης επιθυμεί να πολιτεύεται δικαιούται να μετέχει στον πολιτικό στίβο, με τις δικές του ιδέες, προφανώς σε πολιτικό ανταγωνισμό προς άλλους. Η Εκκλησία όμως, ως τέτοια, δεν νοείται να πολιτεύεται ως προς την άσκηση κρατικής εξουσίας. Δική της αποστολή είναι να διακονεί τους πιστούς της, χωρίς να υποδαυλίζει τις μεταξύ τους υπαρκτές πολιτικές διενέξεις.

%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%8d89

Κυρίες και κύριοι, όπως κάνει το υπέροχο βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη, έτσι κι εγώ στην ομιλία αυτή προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω με ειλικρίνεια και με εκ προοιμίου σεβασμό ιδίως απέναντι σε όσους θα σπεύσουν να διαφωνήσουν. Αλλά ακριβώς εδώ ανακύπτει μια κρίσιμη απόκλιση, σε τελική ανάλυση ηθικής τάξεως. Ο δογματισμός είναι που εχθρεύεται τη διαφωνία και τον δημόσιο διάλογο. Η δημοκρατία αντίθετα και η πνευματική πρόοδος τρέφονται από την αμφιβολία και τον ελεύθερο διάλογο. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Γρηγόριο Θεολόγο, «το θεολογείν αεί σχοινοβατείν», όπως μας θυμίζει το ωραίο βιβλίο, που παρουσιάζουμε απόψε.

Advertisements