61Συχνά  στο θεολογικό μας χώρο γίνεται συζήτηση για την αλλοτρίωση. Τις περισσότερες φορές, εάν όχι όλες, ως αλλοτρίωση περιγράφεται εκείνη η κατάσταση απείθειας ή σταδιακής απομάκρυνσης από τον τρόπο μιας ιστορικής κοινότητας, στις περισσότερες περιπτώσεις της κοινότητας, άλλως των κοινοτήτων, της πρώτης Εκκλησίας του Χριστού. Άλλες φορές ως αλλοτρίωση κατανοείται η απομάκρυνση από τους καρπούς που παράγει η ζωή μιας  τέτοιας κοινότητας, όπως για παράδειγμα τα δόγματα, οι κανόνες, οι ηθικές επιταγές και η τέχνη.

Έχω την αίσθηση, πως όλες αυτές οι αλλοτριώσεις μένουν α-νόητες εάν δεν σημειώσουμε, ότι η πραγματική αλλοτρίωση είναι η διαίρεση των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, από το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, του Χριστού. Με άλλα λόγια, η απώλεια του προσώπου, τουτέστιν η απώλεια της σχέσης ενός συγκεκριμένου τρόπου ύπαρξης, που αποκαλύπτεται πάντα από αυτό το πρόσωπο[1]. Και τούτο διότι «ιδανικές», «ειδυλλιακές» κοινότητες δεν υπήρξαν και νομίζω πως δεν θα υπάρξουν, στα όρια της ιστορικής παροντικότητας,  ποτέ[2]. Ακόμη και η πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα, στην ιστορία του πολιτισμού, η κοινότητα των μαθητών, βίωσε εντός της, στο πρόσωπό του μαθητή Ιούδα, την τραγωδία της αλλοτρίωσης.

Συνεπώς, το κριτήριο της αλλοτρίωσης δεν προσδιορίζεται από την οποιαδήποτε πιστότητα στη ζωή της κοινότητας, αλλά από τη ζωή του Χριστού εντός της κοινότητας, ή τη ζωή της κοινότητας με τον Χριστό. Και το λέγω τούτο διότι το Ευαγγέλιο, χωρίς να ταυτίζεται με τον κάθε υπαρκτό και οπωσδήποτε ιστορικό Χριστιανισμό, είναι από μόνο του, ως η περιγραφή της ζωής, το υπόμνημα της ιστορίας της συγκεκριμένης κοινότητας εν Χριστώ, ένας υπαρκτός  και οπωσδήποτε ιστορικός Χριστιανισμός[3]. Τόσο ιστορικός όσο και το πρόσωπο του Ιησού.  Ένας Χριστιανισμός, που οι οποιεσδήποτε αστοχίες  και προδοσίες του, σαν αυτή του Ιούδα, αλλά ακόμη ακόμη και οι οποιεσδήποτε αταξίες και ατημελησίες του[4], δεν αλλοτριώνουν το πρόσωπο του Χριστού, αλλά την ίδια την κοινότητα, δείχνοντας πως η τραγικότητα, χαρακτηριστικό που αδυνατούν να δουν οι υπέρμαχοι θεωριών καθαρότητας, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, που δεν μπορεί παρά να χρεώνεται πάντα τα αποτελέσματα  της αβάσταχτης ελευθερίας με την οποία πλάστηκε. Και ίσως είναι εν τέλει αυτές οι αταξίες και αστοχίες, η έλλειψη μιας κάποιας ηθικιστικής καθαρότητας και ακρίβειας, που δίνουν στο Ευαγγέλιο το πραγματικό του μέγεθος, την αληθινή του διάσταση, που ορίζεται κατά τρόπο παράδοξο, από την παρουσία του ακτίστου, αλλά και τη δραματική πορεία του κτιστού να αγγίξει το άκτιστο[5].

Με τον τρόπο αυτό γίνεται σαφές πως η σωτηρία, ως ανερμήνευτη και ταυτόχρονα χειροπιαστή πραγματικότητα, δεν αναζητιέται στην οποιαδήποτε πιστότητα στο παρελθόν, αλλά στην κοινωνία της  ζωής του προσώπου του Χριστού, που καλεί από τα έσχατα[6]. Στη συνεχή αποκάλυψη της πιστότητας στο μυστήριο της υποστατικής ένωσης, στη συνεχή κατάφαση στο Σύμβολο της Πίστεως, που συνιστά τον πυρήνα του πολιτισμού της σάρκωσης[7]. Έτσι, χωρίς φόβο, μπορούμε να πούμε πως η μόνη αλλοτρίωση, όπως άλλωστε και η μόνη θανάσιμη αμαρτία είναι η άρνηση της υποστατικής ένωσης, η άρνηση της σάρκωσης του Λόγου του Θεού Πατέρα, η απομάκρυνση από το  Ευαγγέλιο της βασιλείας[8], που είναι ο ίδιος ο Χριστός[9]. Και είναι σαφές, πως η οποιαδήποτε άρνηση της σάρκωσης του Λόγου δεν διαβρώνει μόνο την αλήθεια του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά καταργεί ολόκληρη την Αγία Τριάδα. Η σάρκωση του Θεού Λόγου, του ενός της Τριάδος,  αποκαλύπτει την όλη Τριάδα. Κάνει την όλη Τριάδα, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι, να αληθεύει. Γράφει σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Ει μη εσαρκώθη ο του Θεού Λόγος, ουκ αν εδείκνυτο Πατήρ αληθώς ο Πατήρ, ουκ αν αληθώς Υιός ο Υιός, ουκ αν το Πνεύμα το άγιον, προϊόν και αυτό εκ του Πατρός∙ ουκ αν Θεός εν ουσία και υποστάσεσιν, αλλ’ ενεργεία τις μόνον ενθεωρουμένη τοις κτίσμασι, καθάπερ οι τε μωραθέντες έφησαν πάλαι σοφοί και οι νυν κατά τον Βαρλαάμ και Ακίνδυνον φρονούντες»[10].

Μια τέτοια τοποθέτηση, βέβαια, που θέτει στο κέντρο κατανόησης το πρόσωπο του Χριστού, σαφώς και δεν αδειάζει την κοινότητα από το λειτουργικό της περιεχόμενο. Πολύ περισσότερο δεν εισηγείται μια κάποια απόδραση από τα όρια της αμεσότητας, ούτε, βέβαια, οδηγεί σε τυπικές   ατομοκρατίες,  μυστικισμούς και θεωρίες καθαρότητας. Η κοινότητα είναι αυτό που είναι εξαιτίας του Χριστού. Αυτό που κάνει την κοινότητα Εκκλησία είναι ο Χριστός μέσα της. Ο ίδιος Χριστός που έκανε την Μαρία Θεοτόκο, ο ίδιος Χριστός που με την ύπαρξή του επιτρέπει την άνθιση του μυστηρίου της αγιότητας. Σε τελική ανάλυση ως αλλοτρίωση μπορούμε να θεωρήσουμε την απώλεια της σχέσης, την αποτυχία κοινωνίας με το πρόσωπο του Χριστού, και δι αυτού με τον κόσμο ολάκερο, εντός της κοινότητας, εν χρόνω και εν τόπω[11]. Τούτο δίχως άλλο, μπορεί να σώσει τους ταπεινούς και καταφρονεμένους από τον αδηφάγο ηθικισμό, αλλά πολύ περισσότερο από τη συνεχή επιστροφή στα «ιδανικά» του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος, που κλεισμένο πάντα στη μήτρα της συναισθηματικής μεγέθυνσης -γέννημα της εξιδανίκευσης που δημιουργεί η απομάκρυνση από τη στιγμή-, θεωρείται πάντα καλύτερο από το παρόν. Καλύτερο οπωσδήποτε και από αυτά που θα έρθουν.

Ρωτήσανε κάποτε, τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ποιοι ήταν αυτοί που ακολούθησαν τον Χριστό κατά την Κάθοδό του στο Άδη και ποιοι αυτοί που τον αρνήθηκαν, και εκείνος, αναφερόμενος στους πρώτους, απάντησε αφοπλιστικά, δείχνοντας από τη μια την άρνησή του στην εξιδανίκευση του παρελθόντος και από την άλλη τη βαθιά πεποίθησή του πως κάθε εποχή είναι ευαγγελική εποχή: «όσοι πιστεύειν έμελλον, ει κατά τον της εκείνων ζωής καιρόν σαρκωθείς επεδήμησεν∙ ούτοι γαρ και εις Άδου πάντως επέγνωσαν»[12].

 

 

[1] Για το θέμα της αλλοτρίωσης, καθώς και της κοινωνικής επαλήθευσης της αλλοτρίωσης ή της σχέσης, βλ. Χ. Γιανναρά, Προτάσεις κριτικής οντολογίας, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1995, σ. 24-25.

 

[2] Βλ. σχετικά Ν. Ματσούκα, Οικουμενική Θεολογία, σ. 103.

 

[3] Βλ. σχετικά Ν.Α.Ματσούκα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης σημεία, νοήματα, αποτυπώματα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 12. Πρβλ. Ν.Α.Ματσούκα,Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, σ. 14,18∙ Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σ. 114-115,121∙ Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 15, 21: «Η αποκάλυψις είναι η ιστορία της Διαθήκης. Η γραπτή αποκάλυψις, δηλαδή η Αγ. Γραφή, είναι επομένως πρωτίστως ιστορία. Οι νόμοι και οι Προφήται, οι ψαλμοί και αι προφητείαι, όλα περιχωρούνται και συνυφαίνονται εις τον ζώντα ιστορικόν ιστόν. Η αποκάλυψις δεν είναι μόνον σύστημα θείων ενεργειών. Η αποκάλυψις, θα ημπορούσε κανείς να είπη ότι ήταν η πορεία του Θεού εις την ιστορίαν. Το αποκορύφωμα ήλθεν, όταν ο Θεός εισήλθεν ο ίδιος εις την ιστορίαν “διά παντός”, όταν ο Λόγος του Θεού ενεσαρκώθη και “ενηνθρώπησεν”…Σημαίνει δε τούτο ότι αυτό το Ευαγγέλιον καθίσταται αντιληπτόν εις όλον το βάθος και την πληρότητα μόνον ως πνευματική εμπειρία. Αλλ’ ό,τι ανακαλύπτεται δια της πίστεως, δίδεται “εν πλήρει αληθεία”. Τα Ευαγγέλια συγγράφονται εντός της Εκκλησίας, κατ’ αυτήν δε την έννοιαν αποτελούν μαρτυρίαν της Εκκλησίας. Καταγράφουν την εμπειρίαν και την πίστιν της Εκκλησίας, αλλά δεν παύουν να είναι και ιστορικαί αφηγήσεις, που μαρτυρούν τι πράγματι συνέβη εν τόπω και χρόνω».

 

[4] Βλ. Ν.Α.Ματσούκα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης σημεία, νοήματα, αποτυπώματα, σ. 12.

 

[5] Μια πρώτη περιγραφή τούτης της δραματικής πορείας της Εκκλησίας, όπου τα μέλη της παλεύουν με νύχια και με δόντια για παραμονή στην «κοινωνία», που έχει ως βάση της τη μυστηριακή ένωση των πιστών με τον Κύριο, βλ. στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Β. Στογιάννου, Πέτρος παρά Παύλω (Εναίσιμος επί διδακτορία διατριβή), Θεσσαλονίκη 1968.

 

[6] «Ούτω ο άνθρωπος κινείται δυναμικώς και πάσα πτώσις αυτού είναι απομάκρυνσις από του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος», Ν. Α.  Ματσούκα, Θεολογία, κτισιολογία, εκκλησιολογία κατά τον Μέγαν Αθανάσιον. Σημεία πατερικής και οικουμενικής θεολογίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 149.

 

[7] Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Αγώνας Θεογνωσίας. Η αλληλογραφία του γέροντος Σωφρονίου με τον Δ. Μπάλφουρ, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σ. 305-306: «Γράφεις: “Παρέμεινα ορθόδοξος με την πολιτιστική σημασία του όρου”, ταυτόχρονα όμως “έπαυσα να πιστεύω σε πολλά ορθόδοξα δόγματα”, και ακόμη “ο τύπος της ζωής μου δεν είναι καθόλου ασκητικός”. Σε τι λοιπόν συνίσταται ο ορθόδοξος πολιτισμός; Μου φαίνεται ότι, αν απορρίψουμε το ορθόδοξο Σύμβολο της πίστεως και την ασκητική εμπειρία που αποκτήθηκε με αιώνες ζωής εν Χριστώ, εκείνο που θα απομείνει από τον ορθόδοξο πολιτισμό δεν θα είναι παρά μόνο το ελληνικό μινόρε και η ρωσική τετραφωνία». Πρβλ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σ. 120: «Το δόγμα λοιπόν της Σαρκώσεως αποτελεί ουσιαστικό θεμέλιο για την εξέταση και ορθή θεώρηση του προβλήματος που μας απασχολεί».

 

[8] Ματθ. 4,23∙ Μαρκ. 1,14: «Μετά δε το παραδοθήναι τον Ιωάννην ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και λέγων ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του Θεού∙  μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω». Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εξήγησις υπομνηματική εις τον προφήτην Αβδιού, PG 71, 736A: «Και ημάς ο μακάριος έφη Παύλος ενδύσασθαι μεν τον θώρακα της δικαιοσύνης, υποδήσασθαι δε και τους πόδας εν ετοιμασία του Ευαγγελίου της ειρήνης, τουτέστιν Χριστού».

 

[9] Γράφει σχετικά ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 14: «Τοιουτοτρόπως το ιστορικόν πλαίσιον της αποκαλύψεως δεν είναι κάτι από το οποίον θα έπρεπε να απαλλαγώμεν. Δεν υπάρχει λόγος να αποσπάσωμεν την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν από το πλαίσιον εντός του οποίου επραγματοποιήθησαν αι αποκαλύψεις. Τουναντίον, μία αφαίρεσις, ως αυτή, θα εξηφάνιζε και την αλήθειαν, καθ’ όσον η αλήθεια δεν είναι μία ιδέα, αλλά πρόσωπον και μάλιστα ο ενανθρωπήσας Κύριος». Πρβλ. Γ. Μαρτζέλου, Η σάρκωση του Λόγου ως θεμελιώδης ιεραποστολική αρχή της αρχαίας Εκκλησίας,Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, σ. 54, όπου το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζεται ως ο σαρκωμένος λόγος του Θεού.

 

[10] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΙΣΤ, 19, Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα Έργα, εκδ. Π. Χρήστου, ΕΠΕ, τόμος 9, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 448-450.

 

[11] Θαυμάσιες εικόνες για τη σχέση εμπιστοσύνης, εκείνης της δυνατότητας που κάνει την κοινωνία να αληθεύει, σώζει ο Ωριγένης, Φιλοκαλία 15,19, έκδ. J.A. Robinson, ThePhilocalia of Origen, σ. 85: «αεί γαρ εν ταις γραφαίς ο Λόγος σαρξ εγένετο, ίνα κατασκηνώση εν ημίν∙  αλλ’,  εάν εις το στήθος του σαρκωθέντος Λόγου ανακλιθώμεν και ανιόντι αυτώ εις το υψηλόν όρος ακολουθήσαι δυνηθώμεν, ερούμεν το∙ Είδομεν την δόξαν αυτού…και καθ’ ετέραν δε υψηλοτέραν διήγησιν οι δυνηθέντες τοις ίχνεσιν Ιησού κατακολουθείν αναβαίνοντος και μεταμορφουμένου από της επί γης όψεως, όψονται αυτού την μεταμόρφωσιν καθ’ εκάστην γραφήν».

 

[12] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Α΄ Πέτρου 3, 19, PG 74, 1013D.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο μου Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήα 2009.

Advertisements