logo-300x265

Αγιώτατε,

Πανοσιολογιώτατε εκπρόσωπε του σεβασμιωτάτου,

Κυρίες και κύριοι των αρχών,

Κυρίες και κύριοι,

Το πρώτο πράγμα που ήρθε στα μάτια μου όταν δέχτηκα την τιμητική πρόσκληση να βρεθώ απόψε ανάμεσά σας και να μιλήσω για την Αρμενική κοινότητα της Κομοτηνής, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από τη θεμελίωση του Ιερού Ναού του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, ήταν το πρόσωπο ενός παλιού μου συμμαθητή στο 2ο Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, του Λεβόν Σουκισιάν. Πρόσωπο αγαπητό, παρουσία ξεχωριστή, η οποία εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του ονόματος και  της καταγωγής έπαιρνε μέσα μου  διαστάσεις μιας άκρως ενδιαφέρουσας μυθολογίας που σχετίζονταν με τον ξένο, την πατρίδα, την θρησκεία, την κουλτούρα και τον πολιτισμό στο σύνολό του. Μια μυθολογία ικανή να σε οδηγήσει στην αναζήτηση της ζωής των άλλων, που εν τέλει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Τον Λεβόν έχω να τον δω από τότε, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, από τις αίθουσες διδασκαλίας, την αυλή του σχολείου και το γήπεδο της ΧΑΝΘ, όπου έκανα μερικές προπονήσεις με την παιδική ομάδα μπάσκετ της Αρμενικής κοινότητας.  Χαθήκαμε, αλλά η ολιγόχρονη συνάντησή μας άφησε πίσω της μια οικειότητα για τους Αρμένιους και την Αρμενία. Γεγονός, που δικαιώνει τη βαθιά μου πίστη, πως η διαμόρφωση του  εαυτού και ως εκ τούτου της κοινωνίας, που βρίσκεται πάντα εν διαλόγω με το άλλο και τον άλλο, το διαφορετικό και τον διαφορετικό, δεν πραγματώνεται μόνον από την εξωτερική και επιφανειακή γνώση, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις κινδυνεύει τον κίνδυνο δημιουργίας εικονικών πραγματικοτήτων που εκβάλλουν στη χώρα του ψευδούς, αλλά κυρίως και κατεξοχήν από τη σχέση, η οποία εν τέλει συνιστά και την οριστική γνώση. Σε μια τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι και η ιστορία τους δεν αποτελούν τα φερτά υλικά της καθημερινότητας μας, που είναι καταδικασμένα σε αφανισμό, αλλά τα σταθερά μέλη ενός κοινού σώματος που συνεχώς ανακαινίζεται και αυξάνει.

Ως εκ τούτου, η τιμή που νιώθω γι αυτήν την πρόσκληση να μιλήσω απόψε ενώπιόν σας, σε μια τόσο σημαντική στιγμή για την κοινότητα σας, είναι μεγάλη. Το ίδιο μεγάλη είναι και η χαρά μου, διότι με την πράξη αυτή λειτουργούμε όλοι μαζί, από κοινού, εδώ και τώρα, το μυστήριο της συγ-χώρησης. Ένα μυστήριο το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός θέλει να θέσει στο περιθώριο της ιστορίας, αντικαθιστώντας το χωρίς περίσκεψη και δίχως αιδώ, με την αμαρτία της διαίρεσης. Και νομίζω, πως κανείς μας δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη διαπίστωση ότι ζούμε στον αιώνα της κυριαρχίας του μερισμού, όπου ο καθένας είναι πλήρης εντός της φυλακής του κλειστού εαυτού. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντέχουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δίχως αμφιβολία, λοιπόν, η παρουσίαση της παραδειγματικής λειτουργίας της αρμενικής κοινότητας εντός του ευρύτερου χώρου της Θράκης και ιδιαίτερα εντός των ορίων της πόλης της Κομοτηνής, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια μικρή συμβολή στην αντίσταση που ο άνθρωπος μπορεί να προβάλλει απέναντι στις ολοκληρωτικές δυνάμεις της διάλυσης και της αφιλίας.

Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να δημιουργήσω μια ειδυλλιακή κατάσταση. Η ζωή των Αρμενίων στη περιοχή, από την πρώτη τους εγκατάσταση στα μέσα του 18ου αιώνα έως και σήμερα δεν υπήρξε ανέφελη. Μύρια όσα προβλήματα υπήρξαν τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και στις σχέσεις τους με τους ελληνορθόδοξους, τους μουσουλμάνους και τους εβραίους πολίτες της Ελληνικής Θράκης. «Η διαφορετική προέλευση», σημειώνει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «το διαφορετικό νομικό καθεστώς, οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές, ακόμα και η διαφορετική γλώσσα φαίνεται ότι προκαλούσαν συχνά τριβές ανάμεσα στα μέλη της αρμενικής παροικίας. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, είχε σοβαρό αντίκτυπο τόσο στη συνοχή, όσο και στη λειτουργία της κοινότητας»[2]. Γεγονός που αποδεικνύει για μία ακόμη φορά πως η πορεία των ανθρώπων εντός του πολιτισμού ήταν και παραμένει δραματική. Και χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος και περισσή δύναμη προκειμένου να μειωθούν σταδιακά και λυτρωτικά τα στοιχεία της διάσπασης, οι αιτίες της διαίρεσης που απαγορεύουν την πραγματική συνάντηση, την ανοχή και εν τέλει την αγαπητική πρόσληψη του διαφορετικού. Την πρόσληψη, εκ μέρους του «ντόπιου», του «εσωτερικού μετανάστη», του «ξενομερίτη», του «γιαμπατζή», αλλά και του «πρόσφυγα», του «Νανσενιάν», τους οποίους η αγριότητα του πολιτισμού των ανθρώπων στέλνει στην πόρτα του σπιτιού μας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην Κομοτηνή και ενώπιον των ποιοτικών χαρακτηριστικών που κατέθεσαν στη διακονία του κοινού σώματος  οι Αρμένιοι, η αμαρτία των καιρών αργά, αλλά σταθερά, υποχώρησε. Στη θέση της στήθηκε το άγαλμα της δημιουργίας. Ένα άγαλμα φτιαγμένο από υλικά συμβολής. Πολιτιστικοί, καλλιτεχνικοί και αθλητικοί σύλλογοι,  λέσχες, όμιλοι, εμπόριο, βιοτεχνία, επιστήμες, εκπαίδευση, είναι κάποια από τα στοιχεία που προσέφεραν οι Αρμένιοι στην ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της πόλης. Και κοντά σε αυτά η διαπιστωμένη και επιβεβαιωμένη σήμερα ιστορικά μεγάλη συμβολή τους στην προσπάθεια ενσωμάτωσης της Θράκης στη μητέρα Ελλάδα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το όνομα του Ρουπέν Κεβορκιάν, με τη ψήφο του οποίου, αλλά και των μουσουλμάνων Χαφούζ Σαλήχ και Οσμάν Αγά,  το Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο της Διασσυμαχικής Θράκης εξέλεξε Έλληνα πρόεδρο. Πράξη η οποία πήρε διαστάσεις δημοψηφίσματος των κατοίκων της Θράκης και «συνέβαλε αποφασιστικά στις προσπάθειες του Βενιζέλου στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων»[3]. Η επιλογή, βέβαια, του Κεβορκιάν δεν ήταν απροϋπόθετη. Όπως με σαφήνεια τονίζει ο Αρμένιος δημοσιογράφος των αρχών του 20ου αιώνα Leon Savandjian, «οι ελληνικές αρχές σεβάστηκαν απόλυτα όλες τις μειονότητες της περιοχής και εφάρμοσαν πολιτική ισονομίας και δικαιοσύνης»[4]. Γεγονός που δημιούργησε ανάμεσα σε Αρμενίους και Έλληνες  σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού.

Τους δεσμούς φιλίας ενίσχυε διαχρονικά και ένα άλλο γεγονός∙ η κοινή χριστιανική καταγωγή. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι Αρμένιοι δέχθηκαν τον χριστιανισμό σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις από τους αποστόλους Θαδδαίο ή Λεβαίο και Βαρθολομαίο και ότι η Αρμενία υπήρξε το πρώτο κράτος στον κόσμο το οποίο κατέστησε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του. Στην μεγάλη, βέβαια, προσπάθεια εκχριστιανισμού των Αρμενίων  σημαντική θέση, τη σημαντικότερη,  κατέχει δίχως άλλο ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής. Και είναι οι εορτασμοί για τη συμπλήρωση εκατόν ογδόντα χρόνων από την  ανέγερση το 1834 του πρώτου αρμενικού ναού προς τιμή του στην Κομοτηνή, που απόψε μας συνάζουν επί το αυτό. Για να δούμε, όμως, πως περιγράφει ένας κορυφαίος Έλληνας εκκλησιαστικός ιστορικός, ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης, τις πρώτες ημέρες της Εκκλησίας της Αρμενίας: «Η Αρμενία κατά το πρώτον ήμισυ της γ΄ εκατονταετηρίδος περιήλθεν εις τους Πέρσας, οι οποίοι επέβαλλον την περσική θρησκείαν. Ο Γρηγόριος, ο βραδύτερον τους Αρμενίους εκχριστιανίσας και επικληθείς φωτισθείς, ήτο τότε εις μικράν ηλικίαν και εθνικός. Έφυγεν εξ Αρμενίας εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, όπου έγινε χριστιανός και έλαβεν ελληνικήν μόρφωσιν. Ο Αρμένιος βασιλεύς Τιριδάτης, δεύτερον ήμισυ της γ΄εκατονατετηρίδος, ηλευθέρωσε την Αρμενίαν από των Περσών και, πεισθείς εις τον επανελθόντα Γρηγόριον, υπεστήριξε την διάδοσιν του χριστιανισμού, του οποίου και προηγουμένως υπήρχον σπέρματά τινα. Εν Αρμενία ο χριστιανισμός κατέστη επίσημος θρησκεία του κράτους. Ο Γρηγόριος μετέβη πάλιν εις την Καισάρειαν, εχειροτονήθη υπό του επισκόπου αυτής Λεοντίου επίσκοπος των Αρμενίων και επέστρεψε συνοδευόμενος υπό Ελλήνων ιερέων. Εφρόντισε περί του εκχριστιανισμού των κατοίκων και της διοργνώσεως της αρμενικής Εκκλησίας. Εκκλησιαστική γλώσσα κατέστη η ελληνική και η συριακή, αναλόγως της γειτνιάσεως των αρμενικών επαρχιών προς το ελληνικόν κράτος ή προς την Συρίαν»[5].

Σήμερα, δεκαπέντε αιώνες μετά το χωρισμό που ακολούθησε τη σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), χάρη «στην ιερή τόλμη και το άγιο θάρρος του Διαλόγου μας, που κινείται χωρίς φόβο και πάθος»[6], καθώς σημειώνει ο μακαριστός πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρός Παρθένιος, οι δύο εκκλησιαστικές οικογένειες έφτασαν  «παρά την υπάρχουσα διαφορά τους ως προς τη χριστολογική ορολογία και τη διαμετρικά αντίθετη στάση τους έναντι του Όρου της Χαλκηδόνας, […] στο απρόσμενο και εκπληκτικό σημείο όχι μόνο να διαπιστώσουν τη δογματική τους εγγύτητα αλλά και να υπογράψουν κοινά δογματικά κείμενα, με τα οποία διακηρύττεται η κοινή δογματική πίστη και διδασκαλία τους ανά τους αιώνες»[7]. Με τον τρόπο αυτό η διαίρεση  που πηγάζει από την απολυτοποίηση «των ανθρωπίνων», και «είναι πάντα αμαρτία και κόλαση», φαίνεται να δίνει τη θέση της στην ενότητα, που «είναι παράδεισος και αλήθεια»[8]. Ή για να το πω Αγιώτατε, με τα λόγια του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, τα οποία με αγάπη απηύθηνε προς εσάς πριν από  λίγες ημέρες εδώ στην καρδιά της Θράκης, «ατυχείς ιστορικές συγκυρίες, πολιτικοί και όχι μόνο θεολογικοί λόγοι μας χώρισαν. Υπήρξε μία μακρά περίοδος αποξένωσης των Εκκλησιών αλλά τώρα μερικές δεκαετίες […] εργαζόμαστε και συναντιόμαστε για να επανέλθουμε στην πλήρη ενότητα μας…»[9]. Μια ενότητα η οποία είναι θέλημα Θεού, μα καθόλου εύκολη, καθότι απαιτεί κοινό όραμα, αυτοθυσία, μοίρασμα και  γενναιότητα. Θέλει, δηλαδή, κατάφαση στον πολιτισμό της σάρκωσης. Και βεβαίως όταν λέγω πολιτισμό της σάρκωσης, σαφώς αναφέρομαι στο σύνολο  του υλικού και πνευματικού πολιτισμού, χωρίς τις σχιζοφρενικές διαιρέσεις που μας κληροδότησε η οποιαδήποτε νεωτερικότητα[10]. Μιλώ για έναν πολιτισμό, που εξάπαντος  δεν είναι και δεν θέλει να είναι ένας πολιτισμός των πολιτισμών, ή ένας υπέρ-πολιτισμός. Μιλώ για τον κάθε πολιτισμό με τα δικά του συστατικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη μουσική, την αρχιτεκτονική, την οποιαδήποτε εντέλει ιδιαίτερη έκφραση που συνδέεται με ρίζες βαθιές, εν γνώσει ή ανεπίγνωστα, με τον τρόπο που αποκαλύπτει η σάρκωση, με τον τρόπο του έρωτα που νικά τον θάνατο και ευαγγελίζεται εδώ και τώρα την πρόσληψη, την εξάπαντος ερωτική πρόσληψη, του ολοκληρωτικά άλλου, του ξένου[11].

Μια αλήθεια που συναντά κανείς ακόμη και σε κείνους, που χωρίς να αποδέχονται φανερά τη σάρκωση του Λόγου, μπορούν να κατανοούν τον κόσμο και τον άνθρωπο στα πλαίσια ενός αναγκαίου για την αλήθεια της υπάρξεώς μας ολισμού, που φαίνεται πως δέχεται ανομολόγητα, και νομίζω πως η ομολογία δεν είναι πάντα επιβεβλημένη, τα αποτελέσματα της σάρκωσης∙ την κένωση και την πρόσληψη. Τουτέστιν το μυστήριο της ενότητας και το θαύμα της διάκρισης, που αρνούνται την αμαρτία της  χοντροκομμένης διαίρεσης, που γεννά η ανάγκη εξουσιασμού της ύπαρξης του άλλου[12].

Μια τέτοια κατανόηση και παραδοχή δίνει ίσως στον πολιτισμό της σάρκωσης όρια ευρύτερα από αυτά της Ορθοδοξίας, σαφώς ευρύτερα και από αυτά του συνολικού χριστιανισμού και απλώνεται έως εκεί που ο άνθρωπος συναντά το παράδοξο και την αμφισημία, στη χώρα της αγωνίας και του τελευταίου ανθρώπου της γης[13].

Αγαπητοί μου,

Ζούμε σε μια εποχή ακραία φονταμενταλιστική -και είναι πέρα από σαφές ότι δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο, εάν θέλουμε να είμαστε έστω και ελάχιστα συνεπείς στην κλήση της αγάπης του πολιτισμού της σάρκωσης που μόλις ανέφερα,  να δεχθούμε το σφαγιασμό του διαφορετικού και των διαφορετικών, πολύ περισσότερο τη χυδαία και πορνική χολιγουντιανή προβολή του. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να δεχθούμε ούτε το βομβαρδισμό της συνείδησής μας από τις δυνάμεις του παράλογου και του σκοτεινού, που ντύνονται το μανδύα του προστάτη και του απελευθερωτή.  Και είναι αυτή η εποχή που αναδεικνύει τη σημαντικότητα τη Θράκης και ιδίως της Κομοτηνής, η οποία αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση ειρηνικής συμβίωσης κοινοτήτων ελλήνων πολιτών με διαφορετική πίστη, διαφορετικές παραδόσεις, αλλά εξάπαντος κοινό παρόν και μέλλον. Ένα μέλλον που στηρίζεται στην ανάσταση του  «θαμπού μυστηρίου», που εκβάλλει  στο σεβασμό της ανθρωπινότητας και μαζί της ελευθερίας που χαρακτηρίζει τους θεσμούς της έννομης πολιτείας. Σε μια τέτοια κοινωνία ελευθερίας, δημιουργικότητας και αγάπης, οι Αρμένιοι αποτελούν τον αρμό που συγκρατεί τα υλικά του κοινού οίκου της Θράκης, του κοινού σπιτιού της Κομοτηνής.

Φίλες και φίλοι,

Στην αρχή της ομιλίας μου σας μίλησα για τον συμμαθητή μου, τον Λεβόν. Χαμένος μέσα στις θύμησες που ανάστησε η πρόσκληση του ευγενικού και ηρωϊκού λαού των Αρμενίων της πόλης της Κομοτηνής, για την οποία και πάλι από καρδιάς σας ευχαριστώ, έψαξα να βρω τον χαμένο φίλο. Δεν τα κατάφερα. Βρήκα, όμως, στο διαδίκτυο ένα blog, που φέρει τον τίτλο: «Να παλεύεις το αδύνατο. Οι ωραιότερες μάχες της ζωής μου…», και πρέπει να του ανήκει. Παρότι τα χρόνια πέρασαν η φωτογραφία του μεσήλικα άνδρα που το συνοδεύει μου θυμίζει τον Λεβόν Σουκισιάν, πολύ περισσότερο μου τον θυμίζουν τα κείμενά του. Σε ένα από αυτά, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 2011 που τιτλοφορείται Χαμογελώντας, διαβάζουμε:

«Κάποτε ο πατέρας μου σ’ ένα κυριακάτικο τραπέζι που είχα μουλαρώσει και δεν ήθελα να κάτσω, πολύ πράος μου είχε πει: «Μην κάθεσαι, δεν πειράζει, ο λόγος που έχεις, για σένα είναι ισχυρός και δεν θέλω να τον παλέψω. Μα να θυμάσαι ότι το κυριακάτικο τραπέζι για μένα είναι η δύναμη για όλη τη βδομάδα που έρχεται». Πολλά χρόνια μετά, όταν πέθανε, την πρώτη Κυριακή που δεν έκατσε μαζί μας, σκέφτηκα πως και μια φορά το χρόνο να μπορούσα να ξανακάτσω μαζί του στο κυριακάτικο τραπέζι θα είχα δύναμη για όλη τη χρονιά»[14].

[1] Το «θαμπό μυστήριο» είναι δάνειο από τη Γούρνα του DANIEL VAROUJAN http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=64706&code=1330

[2] Κ. Χατζόπουλος, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, Οι Αρμένιοι της Κομοτηνής, εκδ. Εκπολιτιστικού Μορφωτικού Ομίλου Αρμενίων Κομοτηνής, Κομοτηνή 2009, σ. 56.

[3] Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Ο ρόλος των Αρμενίων στη «Διασυμμαχική Θράκη» και την απελευθέρωση,
/http://www.xronos.gr/detail.php?ID=92838. Πρβλ. Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[4]  Ά. Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 Χρόνια της Ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η Συμβολή των Αρμενίων, http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/208-ensomatosi-thrakis.

[5] Β. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1959, σ. 272.

[6] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[7] Γ. Μαρτζέλου, Ο θεολογικός διάλογος της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας με τις μη-Χαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής. Χρονικό-αξιολόγηση-πρακτικές, Πρακτικά ΙΔ΄ Θεολογικού Συνεδρίου Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης με θέμα «Η Μήτηρ ημών Ορθόδοξος Εκκλησία»» (10-13 Νοεμβρίου 1993), Θεσσαλονίκη 1994, σ. 295.

[8] Πρόλογος  (Αθήναι, 4 Μαρτίου 1995), Χ. Α. Σταμούλη, Κυρίλλου Αλεξανδρείας Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκης 1998, σ. 10.

[9] http://fanarion.blogspot.gr/2014/09/blog-post_83.html

[10] Στην ορθόδοξη παράδοση δεν έγινε ποτέ διαίρεση του υλικού από τον πνευματικό πολιτισμό. Στην πατερική γλώσσα, σε αντίθεση με τα κρατούντα στη σύγχρονη Δύση, όπου γίνεται σαφής διάκριση των όρων Civilisation και Culture, υπάρχει μόνο η λέξη πολιτισμός, που εκφράζει κατά χαλκηδόνιο τρόπο την αλήθεια των πραγμάτων. Γράφει σχετικά ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών 22, PG 76, 1117 CD: «Και ώσπερ έστι νοείν υπέρ ανθρώπου τέκτονος, τεχνίτου τυχόν, ή σιδηρέως, ότι ποιεί τα έργα μετά του ιδίου σώματος η ψυχή∙ και ουκ αν τις είποι ψυχής έργα μόνης είναι, καν αυτή κινεί προς έργα το σώμα, αλλά του συναμφοτέρου∙  ούτω νόει και επί Χριστού». Πρβλ. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  σ. 112.

[11] Βλ. σχετικά Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία,  εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σ. 113. Για το θέμα βλ. και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του π. Βασιλείου Θερμού, στο βιβλίο του, Οι δικοί μου οι ξένοι, εκδ. Εν πλω, Αθήνα  2005.

[12] Βλ. Φ. Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 34: «Η γλώσσα δεν μπορεί να ξεπεράσει τη χοντροφτιαξιά της και συνεχίζει να μιλά για αντιθέσεις εκεί όπου υπάρχουν μόνο βαθμοί και λεπτές αποχρώσεις».  Για το θεολογικό ολισμό στα πλαίσια της ορθόδοξης θεολογίας βλ. Χ.Α.Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 150εξ., 233εξ. Πρβλ. Χ.Α. Σταμούλη, Η θεώρηση του κάλλους και του ανθρωπίνου σώματος στην ειδωλολατρία και την χριστιανική διδασκαλία, Χριστιανική λατρεία και ειδωλολατρία (Πρακτικά ΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), εκδ. Κλάδος εκδόσεων της επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 487-488.

[13] Χ.Α.Σταμούλη, Έρως και θάνατος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 139.

[14] http://soukissian.blogspot.gr/2011/08/blog-post_27.html.

Advertisements