GynaikaLotTheologiaΤις ημέρες που ετοίμαζα το κείμενό μου για τη σημερινή παρουσίαση, συνέπεσε να ακούσω αρκετές φορές ένα τραγούδι από την πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά της Ελένης Βιτάλη, σε στίχους και μουσική δικά της. Το τραγούδι τιτλοφορείται «Χαραμάδα» και οι στίχοι του μιλάνε για τη «μικρή χαραμάδα με φως». Μέσα στο φως αυτής της χαραμάδας αποκαλύπτεται «Το θαύμα του χαδιού, το θαύμα της ψυχής, το θαύμα του φιλιού, το θαύμα της ζωής». Σχεδόν αβίαστα αυτή τη χαραμάδα, όπως την περιγράφουν οι στίχοι της Βιτάλη, τη συνέδεσα με το δημιουργικό «ανάμεσα», το ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που με αφορμή τον Γιάννη Τσαρούχη επιχειρεί να περιγράψει ο Χρυσόστομος Σταμούλης στο βιβλίο του Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία.

Η σχετική με τον Τσαρούχη μελέτη αποτελεί κατακλείδα του βιβλίου. Καθώς περιδιάβαζα για αρκετές εβδομάδες στις σελίδες της Γυναίκας του Λωτ, γινόταν όλο και εντονότερη η αίσθησή μου, ότι σκόπιμα ο Χρυσόστομος Σταμούλης κράτησε για το τέλος τη μελέτη για τον Έλληνα ζωγράφο. Ο λόγος για την επιλογή αυτή του συγγραφέα και μουσικού μου φαινόταν απλός και ξεκάθαρος και αποδείκνυε πως με τέχνη ο μαέστρος πέτυχε τη λειτουργική ενότητα μορφής και περιεχομένου. Γιατί, τα κείμενα του παρόντος τόμου χαρακτηρίζονται από την πρόθεσή του να κινηθεί θεολογικά κάπου ανάμεσα, σε ένα χώρο που παρέμεινε εν πολλοίς παρθένος και ανέγγιχτος, αλλά και ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Ο Σταμούλης παλεύει να συλλέξει όλα τα θεολογικώς πολύτιμα, από όπου και αν προέρχονται, παντρεύοντας έτσι τα κατά άλλους διεστώτα. Πρόκειται για σύνθεση και όχι σύγχυση. Η Δύση παραμένει Δύση, κι Ανατολή Ανατολή, καθώς τα ιδιώματά τους αντιδίδονται στο ένα σώμα της αλήθειας, στο ενυπόστατο πραγματικό. Έτσι, ο Χριστός, η σαρκωμένη αλήθεια της Εκκλησίας, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο κινείται όλη η θεολογία, αλλά και η πολιτιστική πρόταση του Σταμούλη. Αυτό αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε.

Ξεκίνησα την παρουσίασή μου με τραγούδι. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Θα παραδεχόμουν, ότι έγινε συνειδητά και εσκεμμένα. Γιατί όσο μου επιτρέπει η γνωριμία μου με το έργο και την προσωπικότητα του Χρυσόστομου Σταμούλη, θα έλεγα με παρρησία, πως όραμα του Καθηγητή της Χριστιανικής αισθητικής και μουσικοσυνθέτη από τη Θεσσαλονίκη είναι να φτιάχνει συνεχώς ένα τραγούδι για τη ζωή. Τη ζωή που δεν αρνείται την τραγική μοίρα του ανθρώπου, μα τη βιώνει στο έπακρο, ζώντας την απόγνωση ως δώρο και την κατάβαση στον Άδη, ως τον μόνο τρόπο για να γίνει η ψυχή τόπος της οικουμενικής αγάπης. Αυτός είναι ο δρόμος που έδειξε ο Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, που ο Σταμούλης μας παρουσιάζει στη Γυναίκα του Λωτ, ως μύστη του καλότυχου διχασμού, της λυτρωτικά δημιουργικής αντίφασης.

Στο τραγούδι του Σταμούλη, η ζωή αγκαλιάζει τον ίδιο τον θάνατο και έτσι διά του έρωτος κατορθώνεται η υπέρβαση του θανάτου. Διά του έρωτος που στρέφεται ταυτόχρονα προς τον Νικήσαντα το θάνατο, προς τους αδερφούς και τους φίλους και προς την ομορφιά της δημιουργίας. Έναν τέτοιο έρωτα βίωσε ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Γέρων Πορφύριος αλλά και ο Αλέξανδρος Σμέμαν, την πορεία των οποίων ο Σταμούλης επιχειρεί να φωτίσει στις σελίδες του βιβλίου του, ακροβατώντας μεταξύ απολυτοποιήσεων και μονόπλευρων ερμηνειών, που κρατούν φυλακισμένη στη μοναξιά της μια στεγνή από αισθητική αλήθεια. Οι ερμηνείες αυτές και όσοι τις αντιπροσωπεύουν δεν κινήθηκαν ποτέ στο «ανάμεσα», στη μικρή χαραμάδα, όπου φέγγει το λυτρωτικό φως που επιτρέπει τη ζωή. Τη ζωή που είναι πάντα χαρμολύπη και που δε γνωρίζει άλλο γέλιο, απ’ το γέλιο που είναι γεμάτο λύπη και γεμάτο μνήμη. Όποιος θυμάται πενθεί και όποιος μπορεί να πενθήσει, μπορεί και να γελάσει στ’ αλήθεια, όπως μας μαθαίνει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, μέσα από την προσέγγιση του Σταμούλη, που αποτελεί ουσιαστική συμβολή στον τρόπο ανάγνωσης των Πατέρων. Μέσω αυτής της προσέγγισης αποκαλύπτεται το όλον και όχι ένα μόνο κομμάτι του, κάτι που θα αδικούσε την Εκκλησία και τη ζωή της, μειώνοντας τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ζωή της χαρμολύπης καταφάσκει το παρόν, αρνείται την ειδωλοποίηση του παρελθόντος, ή την δραπέτευση προς ένα ετεροκοσμικό, εξιδανικευμένο και ειδυλλιακό μέλλον, η οποία συνοδεύεται με την απώλεια του εδώ και του τώρα, που για τον Πεντζίκη δεν συνιστά τίποτα άλλο από αμαρτία.

Το «ανάμεσα» φαίνεται να είναι και ο στόχος του δημιουργικού διαλόγου που διεξάγει ο Σταμούλης, όπως καταγράφεται και στην περίπτωση της παράλληλης ανάγνωσης Χρίστου Γιανναρά και Νίκου Ματσούκα, οι οποίοι, λίγο-πολύ καθόρισαν τη σχέση της θεολογίας με τον πολιτισμό μετά το 60΄. Στο διάλογο αυτό, ο συγγραφέας προσπαθεί και σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνει, να μη μεροληπτεί, τιμώντας τους διαλεγομένους και έχοντας ως σταθερό στόχο του να επισημάνει μια αλήθεια, που να μπορεί να σταθεί «εκεί που σμίγει η Δύση κι η Ανατολή», όπως αμίμητα τραγούδησε ο Απόστολος Καλδάρας. Μόνο έτσι, εξάλλου, αποκαλύπτεται η πραγματική οικουμενικότητα της Εκκλησίας, η οικουμενικότητα του Θεού, με την οποία αναγνωρίζεται συνεχώς και χωρίς περικοπές και εκχωρήσεις η απεραντοσύνη της Αποκάλυψης.

Στις σελίδες της Γυναίκας του Λώτ αναδύεται σταδιακά μέσα από τον διάλογο και τη σύγκρουση με την όποια ειδωλολατρία ή μόδα, η θεολογική πρόταση του Σταμούλη, που είναι συγχρόνως απάντησή στο ερώτημα, ποιά θα πρέπει να είναι η σύγχρονη θεολογία. Η πρόταση του Σταμούλη συμπυκνώνεται στη φράση «ολιστική πρόσληψη του υπάρχοντος, που αφήνει έξω μόνον την αμαρτία». Κατά τον θεολόγο και καλλιτέχνη, η θεολογία πρέπει να φορέσει κατάσαρκα τον καιρό και να τον μεταμορφώσει. Μια τέτοια θεολογία είναι Χριστοκεντρική, γι’ αυτό παλαιά, αλλά συγχρόνως καινούργια, παραδοσιακή αλλά νυν και αεί σύγχρονη.  Μια τέτοια θεολογία θα περιγράφει και θα μαρτυρεί την Ορθοδοξία που, κατά Κυριάκο Χαραλαμπίδη, είναι στο βάθος της αναρχική, γιατί δεν ταυτίζεται με ιδεολογίες, προσωποληψίες, ψυχολογικές ή μελλοντολογικές ουτοπίες. Είναι η θεολογία του Πνεύματος του Αγίου που «όπου θέλει πνει», γνωρίζοντας πάντα πώς να μας εκπλήσσει, γκρεμίζοντας αφοπλιστικά τις βεβαιότητες και τους ηθικισμούς μας. Για τον Σταμούλη, όμως, η θεολογία της πρόσληψης είναι συγχρόνως πολιτισμός της σάρκωσης. Μέτοχοι και λειτουργοί ενός τέτοιου πολιτισμού, που καταφάσκει τον οικείο τόπο και τρόπο, αλλά προσλαμβάνει δημιουργικά και το ξένο, χωρίς να καταργεί την ιδιομορφία του και πλουτίζοντας το υπάρχον, μπορούν να είναι όλοι οι επιστήμονες, οι ποιητές, οι μουσικοί, οι ζωγράφοι και όλοι οι εραστές της τέχνης και της ζωής. Γιατί η πολιτιστική πρόταση του Σταμούλη, δεν είναι κατ’ ανάγκην ομολογιακή, παρόλο που τρέφεται κατευθείαν από την πηγή της Ορθοδοξίας.

Η πρόταση του Χρυσόστομου Σταμούλη, νομίζω πως πείθει με επιχειρήματα που αντανακλούν τη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας και αναφέρονται σε κορυφαία παραδείγματα του νεοελληνικού μας πολιτισμού. Αναπόφευκτα όμως γεννιέται το ερώτημα, που το απευθύνω και στον κύριο Σταμούλη: Πού θα μπορούσε να ανθίσει και να δώσει καρπούς η πρόταση του «πολιτισμού της σάρκωσης»; Στον ακαδημαϊκό χώρο, ξεκομμένη από τη ζωή του κοινοτικού εκκλησιαστικού σώματος; Στον χώρο της ενορίας; Ποιάς ενορίας; Γιατί, μου φαίνεται πως εκεί «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή». Θα μπορούσε ο «πολιτισμός της σάρκωσης» να ανθίσει στον καλλιτεχνικό χώρο; Ίσως ναι. Αρκεί οι καλλιτέχνες μας, να είναι υποψιασμένοι και για την άλλη, την αγία ευαισθησία, που ο Σταμούλης τα τελευταία χρόνια με δυναμισμό παλεύει να αναδείξει μέσα από το έργο του.

«Αυγουστιάτικη μου θλίψη

ποιός Θεός θα μας καλύψει;

Ποιά αγάπη, ποιά ελπίδα και ποιό φώς;

Αυγουστιάτική μου θλίψη

ποιός στ’ αλήθεια θα μας λείψει

Στο παιγνίδι που ξεκίνησε ο καιρός».

Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον Χρυσόστομο Σταμούλη και σε ακυκλοφόρητο τραγούδι του. Ίσως και να περιγράφουν όλη τη μέχρι τώρα θεολογική κατάθεση του Σταμούλη, που επιβάλλει, να ψάξουμε και να ξαναψάξουμε, με πνεύμα ταπεινότητας και αληθινό έρωτα, τον Θεό μας, ξεκινώντας όμως από τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο με τους καημούς, τις απογοητεύσεις, τους έρωτες και τις αγωνίες του. Ίδε ο άνθρωπος ίδε ο Θεός, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός· «ένας Χριστός της γειτονιάς, που ξέρει τι θα πει χιονιάς».

«ARTOS FOUNDATION»,  Λευκωσία 24.4.2009.

 

 

 

 

Advertisements