389362-π.Αλέξανδρος Σμέμαν«Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου, 1976

Συνέλευση του συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής όπου διαβάστηκαν οι αναφορές των απεσταλμένων στη συνέλευση των Ορθοδόξων θεολόγων που έγινε στην Αθήνα. Και σκεφτόμουν, τι παράδοξη εποχή, πόσα έχουν απλώς εφευρεθεί – η αναγωγή όλων των πραγμάτων της Ορθοδοξίας στους ‘Πατέρες’ και στην ‘Πνευματικότητα’! Τους μετατρέψαμε σ’ ένα είδος καρικατούρας, τους κάναμε είδωλα, πανάκεια, θεραπεία όλων των κακών. Ο θρίαμβος του σεκταριστικού ‘μόνο’ στην εποχή μας! Μόνο οι Πατέρες, μόνο η ‘Φιλοκαλία’, μόνο το τυπικό. Πλήξη, μετριότητα και έλλειψη σοβαρότητας και ταλέντου σ’ όλα αυτά».[1]

          Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια παρατήρηση, όπως αυτή που προέρχεται από τη γραφίδα του σπουδαίου Ρώσου θεολόγου της διασποράς, του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν, και η οποία περιέχεται στο Ημερολόγιό του, που εκδόθηκε δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, στις 13 Δεκεμβρίου, του 1983, είναι ικανή να καταστρέψει οποιονδήποτε νήφοντα λογισμό και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα ισχυρό σοκ στην ασφάλεια του τρόπου της σύγχρονης εκκλησιαστικής και θεολογικής μας πραγματικότητας. Με αυτή του την παρατήρηση ο πατήρ Αλέξανδρος μοιάζει να τινάζει στον αέρα τη σύγχρονη αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας, που χτίστηκε εν πολλοίς, αν όχι ολοκληρωτικά, πάνω στους πατέρες της Εκκλησίας και εκφράσθηκε μέσα από την πρόταξη της πνευματικότητας που προκύπτει από την κατάφαση σε αυτήν την πατερική διδασκαλία. Και λέγω μοιάζει να τινάζει και όχι τινάζει στον αέρα, διότι, και τούτο θα φανεί με ακρίβεια στη συνέχεια, τα ερωτήματα που προκύπτουν από μια τέτοια εισαγωγική παρατήρηση, όπως αυτή του πατρός Αλεξάνδρου, κάνουν επιτακτική την προσπάθεια να κινηθούμε πίσω από το φαινομενικό και προκλητικά «λαμπερό» της πρότασης και να εξετάσουμε το πώς και το γιατί που οδήγησε σε μία τόσο έντονη διατύπωση.

          Συγκεκριμένα, ο πατήρ Αλέξανδρος χρησιμοποιεί στην προσπάθειά  του αυτή λέξεις κλειδιά, φορείς μιας κεκρυμμένης αλήθειας, που αναμένει, μέσα από την έρευνα της συνολικής του θεολογικής κατάθεσης, να φανερωθεί. Ενδεικτικά, τι εννοεί ο σπουδαίος λειτουργιολόγος όταν λέγει Πατέρες, Πνευματικότητα, είδωλα, σεκταρισμός, φιλοκαλία, τυπικό; Είναι η στάση του αρνητική απέναντι σε αυτές τις αλήθειες; Πρόκειται για εξαρχής απόρριψη αυτών των πραγματικοτήτων; Μια απρόσεχτη και βιαστική ανάγνωση θα οδηγούσε σε συμπεράσματα, και τούτα έχουν διατυπωθεί προς το παρόν μόνον προφορικά -όσο μπορώ, βέβαια, να γνωρίζω-, που με άνεση θα υποστήριζαν μια τέτοια θέση. Δηλαδή, αποφάνσεις του τύπου: ο πατήρ Αλέξανδρος αρνείται την πνευματικότητα, αρνείται τους πατέρες, αρνείται το τυπικό, αρνείται την φιλοκαλία και όλα αυτά τα ταυτίζει με τα είδωλα και τα κατατάσσει στο χώρο του σεκταρισμού. Μια δεύτερη όμως και προσεχτικότερη ανάγνωση θα ξεχώριζε αυτό το «μόνο», στο οποίο επιμένει ο πατήρ Αλέξανδρος και το οποίο αποτελεί το κλειδί, το πραγματικό κλειδί ασφαλούς ερμηνείας της αγωνιώδους προτάσεώς του.[2]

          Την Τρίτη, 5 Ιανουαρίου, 1982, σημειώνει στο Ημερολόγιό του: «Πρέπει να γράψω ένα άρθρο (12.000 λέξεις) για τη σύγχρονη Ορθόδοξη πνευματικότητα. Ξύπνησα σήμερα και σκεφτόμουν με πραγματική φρίκη το τι πρέπει να πω και να γράψω».[3] Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω εάν έγραψε ή όχι αυτό το άρθρο. Δεν νομίζω άλλωστε ότι έχει και τόση σημασία, διότι πιστεύω πως οι σημειώσεις του  Ημερολογίου αρκούν για την ανακάλυψη και την παρουσίαση της θέσης του για το θέμα της σύγχρονης Ορθόδοξης πνευματικότητας. Καταρχήν, στη σελίδα που μόλις ανέφερα και με ημερομηνία Τρίτη, 5 Ιανουαρίου, 1982, ο πατήρ Αλέξανδρος καταθέτει κάποιες «προκαταρκτικές σκέψεις» για το θέμα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μπούσουλας για τη συγγραφή του άρθρου του, αλλά εξάπαντος μπορούν να αποτελέσουν και τη βάση της παρούσης προσπάθειας. Γράφει σχετικά:

«1. Ίσως η μοναδικότητα της σύγχρονης πνευματικότητας να βρίσκεται στο γεγονός πως έχει απομονωθεί, πως από μόνη της έχει γίνει ένα ‘πράγμα’. Ο λόγος γι’ αυτό είναι η αποξένωση της Εκκλησίας από τον σύγχρονο κόσμο. Η πνευματικότητα αποτελεί μια τέτοια αποξένωση. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο ο δρόμος προς το Θεό, αλλά και μια διαφυγή από τον σύγχρονο κόσμο (όχι από τον κόσμο γενικά, αλλά σ’ έναν παρελθόντα κόσμο).

2. Αποσπασματοποίηση, πλουραλισμός της πνευματικότητας.

3. Ο ένας τύπος είναι η ακαδημαϊκή πνευματικότητα (μια μοναχή: ‘Δεν μπορώ να είμαι μοναχή αν δεν έχω μελετήσει εξαντλητικά τον Ωριγένη…’).

4. Οι γέροντες

5. Μη Ευχαριστιακή πνευματικότητα.

6. Μορφή και περιεχόμενο.

7. Η Δυτική επιρροή – οι χαρισματικοί.

8. Αναβίωση: Άγιον Όρος.

9. Υπεροπτική στάση.

10. Θετική και αρνητική.

11. Ασάφεια.

12. Ο δρόμος: Προς τα πού; Τι χρειάζεται; κ. λπ. ».[4]

          Ουσιαστικά, με τις παρατηρήσεις αυτές αρχίζει ο σχεδιασμός της εικόνας, έχουμε ενώπιόν μας τα κομμάτια  μιας σπασμένης πραγματικότητας  και μπορούμε να ελπίζουμε στην τελική ένωσή τους. Μεθοδολογικά οφείλω να σημειώσω ότι  κάποια από τα 12 επιμέρους σημεία του σχεδίου του πατρός Αλεξάνδρου φαίνεται να αλληλοκαλύπτονται. Για το λόγο αυτό η ανάπτυξή τους θα γίνει με τη μορφή της συμπόσωσης, της συνεξέτασης.

 Θα ξεκινήσω από το σημείο 10, όπου λόγος για θετική και αρνητική πνευματικότητα. Νομίζω πως η εξαρχής διευκρίνιση αυτού του θέματος απομακρύνει κάθε καχυποψία που, δικαίως ίσως, θα μπορούσε να δημιουργήσει η παρατήρηση της αρχής. Ο πατήρ Αλέξανδρος σε κανένα σημείο του έργου του δεν αρνείται την πνευματικότητα. Αντιθέτως, διάχυτη είναι η αίσθησή του ότι η εμπειρία της Εκκλησίας αληθεύει όταν γίνεται φανερή η «ενεργητική παρουσία του αγίου Πνεύματος».[5] «Τα πάντα στην Εκκλησία», σημειώνει, «εξαρτώνται» από το άγιο Πνεύμα, το οποίο «πνέει» και «πνευματώνει».[6] Και για να μιλήσει βέβαια  κανείς γι’ αυτό  το άγιο Πνεύμα, παρατηρεί, και θυμίζει εν μέρει Συμεών το νέο θεολόγο, χρειάζεται να είναι «εν Πνεύματι».[7]

Το πρόβλημά του συνεπώς, εφόσον δεν σχετίζεται με την πνευματικότητα αυτή καθεαυτή, προσδιορίζεται στη σύγχυση πνευματικότητας και ψευδοπνευματικότητας και στη συνακόλουθη αλλοίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος, της εκκλησιαστικής ζωής.[8] Η πνευματικότητα δεν μπορεί από μόνη της, πέρα και έξω από τον σύνολο τρόπο του εκκλησιαστικού σώματος, να αποτελέσει αλήθεια της Εκκλησίας. Η σύγχρονη πνευματικότητα, «ναρκισσιστική και για αυτό καταστροφική»,[9] σε αντίθεση με υγιείς μορφές εκκλησιασμένης  πνευματικότητας του παρελθόντος, έχει οδηγηθεί σε πάρα πολλές περιπτώσεις, εξάπαντος όχι πάντα, στην απομόνωση, στην αποξένωση και στο μαρασμό. Μια τέτοια απομόνωση, αποτέλεσμα επιλεκτικής απολυτοποιήσεως τάσεων της μίας και αδιαίρετης ζωής του σώματος, οδήγησε την πνευματικότητα στην ειδωλοποίηση και το σεκταρισμό, εκεί όπου κυριαρχεί η «προσωπική ικανοποίηση» και η «προσωπική θρησκευτική εμπειρία». [10] Ή με καλύτερα και απλούστερα λόγια οδήγησε την πνευματικότητα στην κατάργησή της, διότι μια ειδωλοποιημένη πνευματικότητα είναι οπωσδήποτε μια καταργημένη, μια νεκρή και σε πολλές περιπτώσεις μια «δαιμονική» πνευματικότητα.[11] Ξεκάθαρα, λοιπόν, δύο φορές ξεκάθαρα, ο πατήρ Αλέξανδρος δεν αρνείται ούτε την Πνευματικότητα, ούτε την εκκλησιαστικότητα, ούτε τη μοναχική ζωή, όπως βιάστηκαν κάποιοι να βροντοφωνάξουν. Η προσπάθεια του σπουδαίου λειτουργιολόγου στοχεύει κατεξοχήν και κυρίως την αποειδωλοποποίηση της ζωής, στην «αποκατάσταση της πραγματικότητας του κόσμου και της ζωής, δηλαδή της Εκκλησίας, της Καθολικότητας»[12]. Στις  16, Φεβρουαρίου, του 1974, αναφερόμενος σε πιθανούς επικριτές του, για την εικόνα της πνευματικότητας που παρουσιάζει, σημειώνει τα εξής αποκαλυπτικά: «Θα μπορούσε κάποιος να μου πει πως αυτή δεν είναι η γνήσια πνευματικότητα, αλλά μια ψευδοπνευματικότητα. Που θα βρεθεί όμως η αληθινή πνευματικότητα; – Ίσως στην έρημο ή σε απομονωμένα κελλιά. Όμως η πνευματικότητα, που ανευρίσκεται στην Εκκλησία, με τρομάζει κάπως. Δεν υπάρχει τίποτε το χειρότερο από μια επαγγελματική θρησκευτικότητα».[13]

Οφείλω στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η χρήση του όρου «θρησκευτικότητα» από τον πατέρα Αλέξανδρο, σε ευθεία αντιβολή με τον όρο «Εκκλησία», μόνον τυχαία δεν είναι. Αποτελεί βαθιά συνείδηση για τον θεολόγο της Ρώσικης διασποράς  ότι ο απροϋπόθετος μερισμός της ζωής, που στηρίζεται θεωρητικά στη λειτουργία κάποιου ιδιότυπου «πλουραλισμού», οδηγούν στην αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, ή άλλως, στην μετατροπή της Εκκλησίας σε θρησκεία. Βεβαίως μια τέτοια «αντιπλουραλιστική» τοποθέτηση του πατρός Αλεξάνδρου σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί σε «αποπροσωποποίηση» ή «αντικειμενοποίηση» της εκκλησιαστικής εμπειρίας και εξάπαντος δεν αποτελεί άρνηση της υπάρξεως τάσεων εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Το πρόβλημα βρίσκεται στην «apriori παραδοχή πως υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το καθετί και ότι ‘λειτουργική’ αρχή του πλουραλισμού είναι πως κανείς δεν πρέπει, δεν χρειάζεται ποτέ να τις αμφισβητήσει».[14]   Στον αντίποδα ενός τέτοιου «σεκταριστικού πλουραλισμού» βρίσκεται κάποια μορφή «σεκταριστικού μονισμού-ολοκληρωτισμού», που στηρίζεται στην κυριαρχία του  είτε/είτε, που μετά μανίας αρνείται την αρχή της «αντινομίας» και της «αμφισημίας», αρνείται δηλαδή κατ’ ουσίαν τον ίδιο το Σταυρό, εντός του οποίου παραμένει ζωντανό το θαύμα και η έκπληξη, οδηγεί  στην απροϋπόθετη και άκρως προβληματική ταύτιση του μέρους με το όλον (parsprototo), και επιβάλει τη θέση «το μόνο και καλό».[15] Αντίθετα,  στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι τάσεις αναγκαίες και άκρως λειτουργικές, δεν ταυτίζονται με το όλον, δεν είναι το όλον, αλλά έχουν ως σκοπό να φανερώνουν συνεχώς το όλον. Γράφει σχετικά: «Χθές βράδυ μίλησα με θέμα ‘Εκκλησία και Εκκλησιαστική ευσέβεια’. Σκεφτόμουν τη μοίρα της Ορθοδοξίας σε σχέση με την ομιλία μου. Αυτή την εποχή, υπάρχει ένας θρίαμβος του μοναχισμού στη θεολογία και στην ευσέβεια. Στη Σερβία, κάθε αναγέννηση συνδέεται με μια μοναστική εμπειρία, μια τάση ή μια διδασκαλία. Ανησυχώ μήπως αυτή η τάση ταυτιστεί με την Ορθοδοξία».[16]

          Ας επιστρέψουμε όμως στο σχεδιάγραμμα του πατρός Αλεξάνδρου και ας μείνουμε στο σημείο 6, που αναφέρεται στη μορφή και στο περιεχόμενο της σύγχρονης πνευματικότητας. Σχετικά με τη μορφή θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χαρακτηριστικά της σχετίζονται με την «υπεροπτική στάση» (σημείο 9) και τους «γέροντες» (σημείο 4). Δηλαδή, οι εκφραστές μιας τέτοιας πνευματικότητας θεωρούν ότι μόνοι αυτοί αποτελούν το κριτήριο της Ορθοδοξίας, εξάρουν τον εαυτό τους πάνω από την κοινή συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος, πάνω από την ίδια την Εκκλησία και κατηγορούν όλους όσοι δεν συντάσσονται με την «ομάδα» τους, τον «σκοπό» τους, για έλλειψη Ορθοδοξίας και εκκλησιαστικότητας.  Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι, όπως με έμφαση σημειώνει ο πατήρ Αλέξανδρος, πάσχουν από «οξεία εκκλησιαστικότητα», από «Ορθοδοξισμό», από «Ορθοδοξομανία» και στηρίζονται στον φόβο, το νομικισμό και την εξουσία της θρησκείας.[17]

Η αγωνία τους μοιάζει να οριοθετείται στον προσδιορισμό τυποποιημένων μορφών ζωής, στις οποίες κυριαρχεί η ασφάλεια του σχήματος, αλλά απουσιάζει ο ίδιος ο Θεός, αυτός που κατά Σμέμαν «ντύνει» τη γύμνια των ανθρώπων και υποστασιάζει τη ζωή, αυτός που είναι ο ίδιος ζωή. «Πνευματικότητα» και «εκκλησιαστικότητα»,  κατά συνέπεια, σημάδια μιας αποκαλυπτόμενης αλήθειας, καταντούν κάποτε «επικίνδυνες και αμφίβολες έννοιες», μορφώματα αδιαλλαξίας, υπερηφάνειας, εγωκεντρισμού, αυτοϊκανοποίησης και στενομυαλιάς× εργαλεία απόρριψης του άλλου, αυτού που δεν αποδέχεται μια τέτοια ειδωλολατρική πνευματικότητα και εκκλησιαστικότητα. Γι’ αυτούς τους  ανθρώπους,  συχνά, το «κέντρο της συνείδησής τους» είναι ο ίδιος τους ο εαυτός και εξάπαντος «όχι ο Χριστός, το Ευαγγέλιο ή ο Θεός. Κανείς δεν ανθίζει κοντά τους».[18] Μοιάζουν έτοιμοι, στη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο Θεό και την ευσέβεια, να προτιμήσουν την ευσέβεια και να απορρίψουν τον Θεό.[19]

Μέσα από τέτοιες και άλλες παρόμοιες  διαδικασίες,  η ψυχολογικοποιημένη ασφάλεια παίρνει τη θέση του Θεού, γίνεται η ίδια Θεός, κάνει από μόνη της δυνατή τη σωτηρία, είναι η ίδια μια εν στάσει, εν ακινησία σωτηρία.[20] Και οπωσδήποτε μια τέτοια αγωνιώδης ασφάλεια μπορεί να λειτουργήσει μόνο μέσα από τη διαίρεση και το μερισμό, μόνο μέσα από το «συγκρητισμό»[21], το «σχετικισμό»[22] και τη συνακόλουθη κατάργηση της ετερότητας, που προϋποθέτει την κίνηση, τον παράλληλο δρόμο ως δυνατότητα, για την κατάληξη στην προσφερόμενη διαρκώς ενότητα με το όντως ον, τον τριαδικό Θεό της Αγίας Γραφής και των πατέρων της Εκκλησίας.

          Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η υπεροπτική στάση συνδέεται με το φαινόμενο του γεροντισμού, που σαφώς αποτελεί κακέκτυπο, εκτροπή από το αγαθό, το δώρο, της εκκλησιαστικής πατρότητας, που βρίσκεται στη ρίζα, είναι η ρίζα της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωής. Σημειώνει σχετικά ο πατήρ Αλέξανδρος: «Είμαι αρκετά πεπεισμένος πως δεν διαθέτω την κλήση να είμαι προσωπικός οδηγός. Απεχθάνομαι τις ‘διαχύσεις οικειότητας’. Όταν εξομολογώ, συχνά έχω την αίσθηση πως δεν είμαι εγώ που εξομολογώ, αλλά κάποιος άλλος, και πως όλα όσα λέγω είναι απρόσωπα κλισέ, κι όχι αυτό, καθόλου αυτό…Βλέπω να γίνεται μεγάλο κακό, από την ενθάρρυνση του εγωκεντρισμού και της πνευματικής υπερηφάνειας (και από τις δυο πλευρές), μέχρι του σημείου να υποβιβάζεται η πίστη στον εαυτούλη μας και στα προβλήματά μας. Ο Χριστιανισμός υπήρξε ανέκαθεν ένα κήρυγμα, μια αποκάλυψη αυτού του άλλου, ανώτερου επιπέδου, της ίδιας της πραγματικότητας, κι όχι μια ‘ερμηνεία’ της. Τότε τι σημαίνει η ύπαρξη των γερόντων (στάρετς); Το να είναι κάποιος γέροντας αποτελεί μια ειδική κλήση. Αν πάρουμε στα σοβαρά όσα γνωρίζουμε για τον θεσμό των γερόντων, βλέπουμε πως οι γέροντες δεν παραδίνονται ούτε στην καθοδήγηση που δημιουργεί στενές σχέσεις, ούτε στη λύση προβλημάτων αλλά στην αποκάλυψη της πραγματικότητας του Κυρίου. Γι’ αυτό κι ένας ψευδο–γέροντας είναι τόσο επικίνδυνος – υπάρχουν τόσοι πολλοί  σήμερα και είναι συνήθως γεμάτοι από δίψα για εξουσία».[23] Και σε άλλο σημείο του Ημερολογίου του παρατηρεί: « Ένας Καθηγητής μου στο Ινστιτούτο των Παρισίων είχε γράψει κάποτε, ‘…που είναι ο Χριστός, που είναι οι Απόστολοι, που είναι η Εκκλησία; Όλα έχουν σκοτεινιάσει κάτω από την τεράστια σκιά του Γέροντα…’».[24]

          Αναζητώντας τις πιθανές επιδράσεις που οδήγησαν την Ορθοδοξία σε αυτή την ψυχολογικοποιημένη κατανόηση της πνευματικής ζωής, ο πατήρ Αλέξανδρος δείχνει κυρίως, χωρίς να αγνοεί την εσωτερική αλλοτρίωση που συντελέστηκε στους κόλπους της Ορθοδοξίας εντός της ιστορίας, την αρνητική επιρροή της Δύσης και στοχεύει συγκεκριμένα το φαινόμενο των «χαρισματικών». Παράλληλα αναφέρεται στις Ασκήσεις του αγ. Ιγνατίου Λογιόλα,[25] οι οποίες κατάφεραν να στρέψουν τον άνθρωπο στον εαυτό του και κατά συνέπεια να τον απομακρύνουν από το Θεό. Ο πιστός «σώζεται» εντός μιας ειδωλολατρικής εσωτερικότητας, που εξερχόμενη φτάνει, το πολύ – πολύ, μέχρι τον γέροντα, ποτέ στον Θεό.  Για να κατοχυρώσει τη θέση του αυτή ο πατήρ Αλέξανδρος παραπέμπει, χωρίς κανένα σχολιασμό, κείμενο του Λεών Μπλουά, στο οποίο σημειώνονται τα εξής σημαντικά: «Μου φαίνεται πως οι Ασκήσεις του αγ. Ιγνατίου αντιστοιχούν στη ‘Μέθοδο’ του Καρτέσιου. Αντί να στρέφεσαι προς τον Θεό στρέφεσαι στον εαυτό σου (σ. 181)…η ψυχολογία εφευρέθηκε από τους Ιησουίτες: μια μέθοδος που συνίσταται στο να κοιτάζεις συνέχεια τον εαυτό σου για ν’ αποφύγεις την αμαρτία. Στοχάζεσαι το κακό αντί να στοχάζεσαι το αγαθό. Ο Διάβολος που υποκαθιστά τον Θεό. Αυτή φαίνεται πως είναι η γέννηση του σύγχρονου Καθολικισμού (σ. 182)…Φεύγε από την ανάλυση όπως από τον Διάβολο και εμπιστεύσου στον Θεό, όντας χαμένος άνθρωπος…(σ. 184)».[26]

          Γέννημα αυτής της ειδωλολατρικής εσωτερικότητας θεωρεί ο πατήρ Αλέξανδρος την επιστήμη της ψυχολογίας και ιδιαίτερα τη μέθοδο της ψυχοθεραπείας, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την ενίσχυση του θηριώδους εγωκεντρισμού. Βέβαια, η στάση του δεν είναι στάση ολοκληρωτικής απόρριψης της ψυχοθεραπείας, αλλά βαθιάς επιφυλακτικότητας, παρότι σε πολλές περιπτώσεις και χωρίς καμία περιστροφή δηλώνει την αποστροφή του προς αυτήν. Γράφει, δηλώνοντας του λόγου το αληθές: «Χρειάζεται να καθήσω κάτω και να σκεφτώ προσεκτικά, μέσα από την όλη ενστικτώδη αποστροφή μου προς αυτήν την επιστημονική περιοχή, με την οποία άλλοι όλο και περισσότερο κατατρύχονται. Τι να βρίσκεται πίσω απ’ αυτό; Τι είναι αυτό που προκαλεί την έλξη της; Δοκιμάζοντας ν’ απαντήσω (μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος), μου φαίνεται πως η λατρεία της ψυχοθεραπείας δύσκολα συμβιβάζεται με τον Χριστιανισμό, επειδή συχνά βασίζεται…στη συνεχή ενασχόληση με τον εαυτό μας. Αποτελεί έσχατη έκφραση και προϊόν του ‘εγώ’, του ‘εαυτού’ μου…η ψυχοθεραπεία ενισχύει τον εγωκεντρισμό, ο οποίος αποτελεί τη βασική της αρχή. Όταν η ψυχοθεραπεία διεισδύει στη θρησκευτική συνείδηση, την παραμορφώνει. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η αναζήτηση μιας ‘πνευματικότητας’, ως μιας ξεχωριστής καταστάσεως. Εξ ου το σκοτάδι και η στενοκεφαλιά πολλών πνευματιστών, εξ ου η σύγχυση που προκαλεί η ‘ψυχολογοποίηση’ στη διδασκαλία, στο ποιμαντικό έργο, στη φροντίδα των πιστών», και καταλήγει: «Η αρχή πάνω στην οποία έχει δομηθεί ο Χριστιανισμός – ‘ο Χριστός σώζει, αναζωογονεί, θεραπεύει’ – αντικρούεται από το ‘γνώθι σ’ αυτόν’. Το, ‘δες τον εαυτό σου στο φως του Θεού και μετανόησε’ αντικαθίσταται από ‘το κατανόησε τον εαυτό σου και θεραπεύσου’».[27]

          Έρχομαι τώρα στο τελευταίο σημείο του σχεδίου του πατρός Αλεξάνδρου το οποίο οφείλουμε να διευκρινίσουμε και το οποίο έχει εν μέρει προοδοποιηθεί. Πρόκειται ουσιαστικά για το θέμα της αποξένωσης της Εκκλησίας από τον κόσμο (σημείο 1), που συνδέεται κατ’ ανάγκην με την αδυναμία σύνδεσης πνευματικότητας και ευχαριστίας ( σημεία 5 και 8) .

Συγκεκριμένα, ο πατήρ Αλέξανδρος θεωρεί ότι η απολυτοποιημένη τάση της «μοναστικής» πνευματικότητας,[28] που επικρατεί σχεδόν ολοκληρωτικά στη σύγχρονη Ορθοδοξία, αποτελεί ουσιαστικά ένα είδος «ρομαντισμού», που αρνείται μετά μανίας, ή ακόμη  χειρότερα, αδυνατεί να ανακαλύψει τον Ορθόδοξο «ρεαλισμό». Πρόκειται για τάση φυγής, τάση «αποσάρκωσης»[29] από τη σύγχρονη πραγματικότητα, που στηρίζεται  στην αγάπη μιας ειδωλοποιημένης, άκρως πεσιμιστικής και συνεπώς ψευδούς εικόνας για την Ορθοδοξία, μόνο και μόνο επειδή αυτή η εικόνα «διαφέρει ριζικά από τις εικόνες του σύγχρονου κόσμου».[30] Είναι σαφές ότι, κατά Σμέμαν, μια τέτοια τάση οδηγεί την Ορθοδοξία στην «απόδραση, την αναχώρηση και την αναγωγή»×[31] άμεσο αποτέλεσμα η απώλεια της Ευχαριστίας, της Κοινωνίας, του νοήματος και της εμπειρίας της Εκκλησίας.[32] Βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών αυτής της θέσης θεωρεί ότι είναι το βιβλικόν «ουκ εκ του κόσμου τούτου»[33]. Αποτέλεσμα,  η  υιοθέτηση μιας μορφής ετεροκοσμικότητας, που αγγίζει τα όρια του ιδεαλισμού. Ο κόσμος απορρίπτεται, μαζί και η  Εκκλησία διότι ανήκει και αυτή σε αυτόν τον κόσμο.[34] Η ματιά τους δεν είναι μεταμορφωτική, αλλά άκρως απορριπτική. «Όλοι στοιχηματίζουν στην ‘πνευματικότητα’», σημειώνει ο πατήρ Αλέξανδρος, «αλλά το σπουδαιότερο πράγμα για τον Χριστιανισμό – η Εκκλησία – πεθαίνει. Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι αυτοί που σείουν τα θεμέλια της Εκκλησίας. Απέρριψαν την Ευχαριστία ως το μυστήριο της Εκκλησίας (‘δεν είμαστε άξιοι!’). Ανήγαγαν την Εκκλησία σε θρησκεία, και τη θρησκεία στον εαυτό τους. Και ο κόσμος παραμένει δίχως Εκκλησία, ή μάλλον με κάποια από τα υπολείμματά της – κρατικά, εθνικά, τελετουργικά, κτλ.». [35]

Αυτός, λοιπόν, είναι ο καημός, η αγωνία του πατρός Αλεξάνδρου. Ο αγώνας του είναι μια συνεχής πάλη κατά των ειδώλων, οποιωνδήποτε ειδώλων× ακόμη και ο Θεός σαν γίνει είδωλο πρέπει να νικηθεί, πρέπει να γκρεμιστεί. Το πρόβλημα του δεν είναι ούτε η πνευματικότητα, ούτε η εκκλησιαστικότητα, ούτε η άσκηση, ούτε ο μοναχισμός. Ή, για να το πω αντίθετα, το πρόβλημά του είναι ακριβώς ο εκκλησιασμός όλων αυτών των αληθειών, η ένωσή τους και η κατάργηση της διαίρεσης, που οδηγεί στην απώλεια, στην ανυπαρξία. Και η προσπάθεια δεν είναι παθητική. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει, «η Μεγάλη Πέμπτη δεν έρχεται σε μας× εμείς επιστρέφουμε σ’ αυτήν, εμείς ξαναβυθιζόμαστε σ’ αυτήν. Η Μεγάλη Πέμπτη είναι ένα δώρο προς εμάς . ‘…καγώ διατίθεμαι υμίν καθώς διέθετό μοι ο πατήρ μου βασιλείαν…(Λουκ. 22,29). Εδώ βρίσκεται ολόκληρη η ‘λειτουργία’ της Εκκλησίας× αυτό κάνει δυνατή την επιστροφή, την κατάδυση. Η πνευματική ζωή εκεί πρέπει να βρεθεί, και όχι απλώς αν την αγγίξουμε συμβολικά μια στις τόσες…ο ‘πραγματικός Χριστιανισμός’ θα προέτρεπε να δώσεις στο φορτίο σου πνευματικό νόημα, κι όχι να καλλιεργείς μιαν εκνευριστική επιθυμία να ξεφύγεις απ’ αυτό…!».[36]

Ξεκάθαρα, για τον πατέρα Αλέξανδρο η θεολογία του είναι ολιστική, καταφάσκει στον ολισμό και αρνείται μετά μανίας τον ολοκληρωτισμό.[37] Ο κόσμος είναι ένας και η ζωή μία. Διαιρέσεις σχολαστικής προέλευσης δεν χωράν στη θεολογία του. Τα πάντα είναι νυν και αεί, Α και Ω× ούτε μόνον νυν, ούτε μόνον αεί. Κοσμική αναφορά, ιστορική αναφορά και εσχατολογική αναφορά αποτελούν όψεις της ίδιας αλήθειας, αποκαλύπτουν την τριαδική ενότητα. «Αν μαθαίναμε», σημειώνει, «να ζούμε πραγματικά μ’ αυτή την τριαδική ενότητα, θα βρίσκαμε λύσεις στα προβλήματα που εμφανίζονται λόγω έκπτωσης απ’ αυτές τις αναφορές ή από τη διαστρέβλωσή τους. Αν η πίστη μας είναι κοσμολογική, ιστορική και εσχατολογική, έτσι πρέπει να είναι και η πνευματικότητά μας. Μόνο ο Χριστός ενώνει αυτές τις τρεις αναφορές σε μία, επειδή αυτές οι αναφορές σημαίνουν πως γνωρίζουμε τον Χριστό σε κάθε δώρο της ζωής – κοσμικό, ιστορικό και εσχατολογικό».[38] Και σε άλλο σημείο του Ημερολογίου του αναρωτιέται: «ποια είναι η πίστη μου»; Και αμέσως προσπαθεί να απαντήσει: «…δεν είναι σαφής ούτε σε μένα, ούτε στο μυαλό μου, ούτε στη συνείδησή μου. Ένα πράγμα μόνο μου φαίνεται σαφές: οι βασικές συντεταγμένες αυτής της πίστης είναι αφενός μια έντονη αγάπη για τον κόσμο, για όλα όσα μας δόθηκαν (φύση, πόλεις, ιστορία, πολιτισμό). Αφετέρου, η πεποίθηση, το ίδιο έντονη και προφανής, πως αυτή η αγάπη κατευθύνεται στο ‘κάτι άλλο’ (τα ‘πάντα βρίσκονται αλλού’) που αποκαλύπτει αυτός ο κόσμος. Η ουσία αυτού του κόσμου, η κλήσή του, η ομορφιά του βρίσκεται σ’ αυτή την αποκάλυψη».[39] Και καταλήγει: «Το μόνιμο συμπέρασμά μου: αν η Θεολογία, η Πνευματικότητα, κ. λπ. Δεν επιστρέψουν σε μια γνήσια χριστιανική Εσχατολογία (και δεν βλέπω κανένα σημάδι αυτής της επιστροφής), τότε είμαστε προορισμένοι όχι μόνο να παραμείνουμε ένα γκέττο, αλλά και να μεταμορφώσουμε τους εαυτούς μας, την Εκκλησία κι ό,τι βρίσκεται μέσα της, σ’ ένα πνευματικό γκέττο. Η επιστροφή – κι αυτό είναι το άλλο μόνιμο συμπέρασμά μου – θ’ αρχίσει μόνο από μια γνήσια κατανόηση της Ευχαριστίας, που είναι το μυστήριο της Εκκλησίας, το μυστήριο της Νέας Δημιουργίας, το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού. Αυτή είναι το Άλφα και το Ωμέγα του Χριστιανισμού».[40]

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι θέσεις αυτές του πατρός Αλεξάνδρου, ελάχιστα έως καθόλου υπερβολικές, θέτουν τον δάκτυλον εις  τον ορώμενον « τύπον των ήλων».[41] Εξάπαντος, για να θυμίσω μια φράση του πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ, την οποία χρησιμοποίησε για να περιγράψει θέσεις του Βλαδίμηρου Σολόβιεφ, δεν αποτελούν ακριβή περιγραφή μιας καταστάσεως, είναι όμως «ζωντανή εικόνα» μιας πραγματικότητας.[42]

 


[1] Ημερολόγιο π. Αλεξάνδρου Σμέμαν 1973-1983, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2002, σ. 212. Η πρώτη έκδοση του έργου έγινε στα αγγλικά και είχε τον τίτλο,  The Journals of Father Alexander Schmemann 1973-1983, translated by Juliana Schmemann, εκδ. St. Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, New York, 2000.

[2] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 150-151: «Τα καλύτερα στοιχεία στην Ορθόδοξη θεολογία αναφέρονται σ’ αυτό το όραμα, παρόλο που δεν ταυτίζονται πλήρως μ’ αυτό.(Οι Πατέρες αναφέρονται σ’ αυτό, αλλά συχνά γίνεται αντικείμενο μιας θολής διανοητικής λατρείας. Και η Λειτουργία αναφέρεται σ’ αυτό, καθώς και η Εκκλησιαστική παράδοση, εκτός αν γίνει pars pro toto μια συνταγή για μια ανέλπιδη αναζήτηση πνευματικότητας)».

[3] Ημερολόγιο, σ. 485.

[4] Ημερολόγιο, σ. 485-486.

[5] Ημερολόγιο, σ. 282.

[6] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 245.

[7] Ημερολόγιο, σ. 433.

[8] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 186, 260, 358, 510.

[9] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 334-335, και 463.

[10] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 325: «Έτσι η σέκτα είναι πάντοτε δραστήρια και μαξιμαλιστική, η σέκτα ζει με την έξαψη της σωτηρίας της και της σωτηρίας των άλλων. Από τη στιγμή που το να σώζεσαι ή το να σώζεις δεν διαθέτει κανέναν κοσμικό ή εσχατολογικό ορίζοντα, κανένα πνευματικό βάθος, καμιά πνευματική γνώση του κόσμου ή της Βασιλείας του Θεού, τότε σκοπός και αντικείμενο της σωτηρίας γίνεται το κακό ή η αμαρτία, από τα οποία πρέπει κάποιος να σωθεί, και ο αφανισμός των οποίων θα παράγει τη σωτηρία. Μπορεί να είναι το αλκοόλ, το τσιγάρο, ο καπιταλισμός ή ο κομμουνισμός. Μπορεί κυριολεκτικά να είναι το καθετί! Σ’ αυτό το επίπεδο, η σέκτα οδηγεί στην ηθική, στο κοινωνικό ευαγγέλιο, ή στα ‘προγεύματα προσευχής’ για τραπεζίτες, οι οποίοι, αν αισθανθούν πως σώθηκαν, θα γίνουν καλύτεροι τραπεζίτες, καλύτεροι καπιταλιστές, κ. λπ. ‘Ο σκοπός!’ Τελικά, σ’ αυτό το επίπεδο, η σέκτα μεταμορφώνεται σ’ ένα πρακτορείο (εκκλησίες, συναγωγές, άλλα πρακτορεία) – φιλανθρωπικό, ανθρωπιστικό, αντιρατσιστικό, κ. λπ. Ακόμη και σ’ αυτό το επίπεδο, η σέκτα έχει μέσα της τα θεμέλια του ριζοσπαστισμού. Ενώ ταυτίζει το κακό με κάτι το συγκεκριμένο, απτό και συνήθως πολύ κακό, ενώ απολυτοποιεί αυτό το συγκεκριμένο κακό, η σέκτα εύκολα κινητοποιεί τους ανθρώπους ενάντια σε κάτι και όχι υπέρ…ένα συνεχές αίσθημα ενοχής…ακόμη και μια δημόσια μετάνοια…γεννιέται από την ανάγκη για καθαρή συνείδηση – βασικό σημάδι του ότι ‘έχω σωθεί’». Πρβλ. Ημερολόγιο, σ. 334 και 503.

[11] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 511 και 510-511.

[12] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 334.

[13] Ημερολόγιο, σ. 64. Εδώ ο πατήρ Αλέξανδρος θυμίζει το σπουδαίο μας ποιητή, τον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίος στο ποίημα του Fog γράφει: «Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι ¨ Λόγια για λόγια, κι’ άλλα λόγια; ¨ Αγάπη, πούναι η Εκκλησιά σου ¨ βαρέθηκα πια τα μετόχια».

[14] Ημερολόγιο, σ. 367.

[15] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 459: «…ενώ, μέσα στην ιστορία, οι ίδιοι οι χριστιανοί διέσπασαν τον Χριστιανισμό, άρχισαν να τον αντιλαμβάνονται και να τον προσφέρουν στους άλλους σε ‘κομμάτια’ – και αρκετά  συχνά σε κομμάτια που δεν συνδέονταν με το όλον. Διδασκαλία για κάποια πράγματα, για κάποια δόγματα. Σ’ αυτήν όμως την τεμαχισμένη κατάσταση, ο Χριστιανισμός χάνει το ουσιώδες, επειδή το νόημα κάθε μέρους είναι να μας καταστήσει κοινωνούς του όλου». Πρβλ. Ημερολόγιο, σ. 310-311.

[16] Ημερολόγιο, σ. 422.

[17] Βλ. Ημερολόγιο, σ.214, 226,  237, 319 και 501. Όπως δεν αρνείται ο πατήρ Αλέξανδρος την παρουσία της αληθινής πνευματικότητας, έτσι σε καμία περίπτωση δεν αρνείται και την παρουσία πνευματικών ανθρώπων, που έπαιξαν μάλιστα σπουδαίο ρόλο στη ζωή του. Γράφει σχετικά: «Η χριστιανική ζωή ή μάλλον η ίδια η ζωή όπως μας δόθηκε από τον Χριστό είναι το να νιώθουμε αυτόν τον σεισμό σ’ όλα τα πράγματα, στα λόγια, στη φύση, στον εαυτό μας. Ως συνήθως, αυτή τη μέρα, θυμήθηκα στην αγία τράπεζα όλους αυτούς τους πνευματικούς ανθρώπους που μ’ έκαναν να αισθάνομαι αυτό το τρέμουλο», Ημερολόγιο, σ. 141.

[18] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 64. Πρβλ. Ημερολόγιο, σ. 65-66: «Αντί να διδάσκουμε τους ανθρώπους να   κοιτάζουν τον κόσμο μέσα από την όραση της Εκκλησίας, αντί να μεταμορφώνουμε την εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του και τη ζωή του, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι – για να είμαστε ‘πνευματικοί’ – να ντυθούμε μ’ έναν απρόσωπο, λερωμένο ‘χιτώνα ευσεβείας’. Ο άνθρωπος, αντί να γνωρίσει τουλάχιστον πως υπάρχει χαρά, φως, νόημα, αιωνιότητα, εκνευρίζεται, γίνεται στενόμυαλος, αδιάλλακτος και συχνά απλώς μικρόψυχος. Ούτε καν μετανοεί γι’ αυτό, επειδή όλα προέρχονται από την ‘εκκλησιαστικότητα’, ενώ το νόημα της πίστης συνίσταται μόνο στην πλήρωση της ζωής με φως, στην αναφορά της στον Θεό, στη μεταμόρφωση της ζωής σε σχέση με τον Θεό».

[19] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 26: «Όπου δεν υπάρχει μια μελαγχολία για τον Θεό, όπου δεν υπάρχει ειρήνη, μνήμη του μυστηριώδους φωτός, μυστηριώδης ‘γεύση’ για χαρά, δεν υπάρχει και Θεός. Ίσως να υπάρχει ευσέβεια, αλλά όχι Θεός», και σ. 356: «Την περασμένη εβδομάδα δύο συνεντεύξεις στη Nouvel Observateur, με τον Μωρίς Κλαβέλ, ο οποίος απορρίπτει με πάθος μια πνευματικότητα χωρίς Θεό, που τη θεωρεί ως έμπνευση του διαβόλου× σ’ αυτήν διακρίνει μια νέα και τρομακτική υποκατάσταση της πίστης…Φαίνεται πράγματι πως επιβεβαιώνεται η ‘αισιοδοξία’ του Ελιάντ: έχουμε καταληφθεί απ’ αυτό το κύμα προβληματικής πνευματικότητας».

[20] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 117. Πρβλ. Ημερολόγιο, σ. 211.

[21] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 295: «Ο πατήρ Θωμάς μου έδωσε μια εγκύκλια Χριστουγεννιάτικη επιστολή από κάποιον Τραππιστή μοναχό, από τη Μασσαχουσέτη. Στο μοναστήρι του συναντώνται όλες οι παραδόσεις ‘Δύση, Ανατολή, Βουδδισμός’, όλα τα τυπικά, όλες οι εμπειρίες. Αυτό ακούγεται μάλλον βαρβαρικό. Ως εάν οι παραδόσεις ήταν ένα είδος ρούχων. Ντύνεσαι σαν Βουδδιστής – και αμέσως αποκτάς μια ‘εμπειρία’. Αυτό το φτηνό, καταθλιπτικό κύμα πνευματικότητας, αυτός ο μικροπρεπής συγκρητισμός, αυτά τα θαυμαστικά – με εκνευρίζουν τόσο. ‘Μια φορά την εβδομάδα τελώ τη Θεία Λειτουργία με το τυπικό του Χρυσοστόμου…’. Η αδιαντροπιά αυτής της σύγχρονης θρησκείας. ‘Ο πολιτισμός δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάζεται’, σημειώνει ο Τζούλιεν Γκριν. Ούτε και η θρησκεία!».

[22] Βλ.  Ημερολόγιο, σ. 372.

[23] Ημερολόγιο, σ. 38.

[24] Ημερολόγιο, σ. 423.

[25] Για την επίδραση του Ιγνατίου Λογιόλα στην Ορθόδοξη θεολογία και κυρίως στη θεολογία του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη βλ. Καλλίστου Γουέαρ, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1996, σ. 166. Πρβλ. Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σ. 94εξ., 138, 158, 196εξ., 351εξ.

[26] Ημερολόγιο, σ. 117. Πρβλ. Ημερολόγιο, σ. 242: «Τι συμβαίνει; Έλλειψη πίστης ή αποτυχία μιας καθορισμένης, σχεδόν τεχνητά, οργανωμένης πνευματικότητας (οι Ασκήσεις του Ιγνατίου και η ανάπτυξη τους από τους Ιησουίτες εξομολόγους);».

[27] Ημερολόγιο, σ. 175.

[28] Και εδώ, με την ίδια ένταση, όπως και σε προηγούμενες σημειώσεις, πρέπει  να παρατηρήσω ότι ο πατήρ Αλέξανδρος, όχι μόνον δεν αρνείται το μοναχισμό και την άσκηση, αλλά σε πολλές περιπτώσεις δηλώνει συγκλονισμένος απέναντι σε μορφές υγιούς μοναχισμού. Γράφει σχετικά: «Σήμερα όμως είχα μια εξαιρετική μέρα: επίσκεψη σε τρία μοναστήρια της ερήμου, με μια αδιάκοπη παράδοση από την εποχή του Μεγάλου Αντωνίου, του Μακαρίου, κ. λπ. Σ’ ένα από αυτά βρίσκεται η σαρκοφάγος του αγ. Εφραίμ του Σύρου. Και το πιο καταπληκτικό φυσικά είναι το πόσο ζωντανά είναι αυτά τα μοναστήρια: πραγματικοί μοναχοί! Σ’ όλη μου τη ζωή έχω δει μόνο απομιμήσεις, ανθρώπους να ‘παίζουν’ τη μοναχική ζωή, ψεύτικους, στηλιζαρισμένους× και επιπλέον, με μια ασυγκράτητη αργολογία για τον μοναχισμό και την πνευματικότητα. Κι εδώ βρίσκονται αυτοί, σε μια πραγματική έρημο. Πραγματικός ηρωϊκός άθλος. Τόσοι νέοι μοναχοί. Ούτε διαφημίσεις, ούτε μπροσούρες για την πνευματικότητα. Κανείς δεν ξέρει τίποτε γι’ αυτούς κι αυτό δεν τους νοιάζει. Μένω απλώς συγκλονισμένος», Ημερολόγιο, σ. 302-303.

[29] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 133.

[30] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 422, 417-418 και 489.

[31] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 422.

[32] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 422.

[33] Ιωάν. 8, 23.

[34] Βλ. Ημερολόγιο, σ. 515.

[35] Ημερολόγιο, σ. 299. Σε πάρα πολλά σημεία του Ημερολογίου ο π. Αλέξανδρος αναφέρεται στο πρόβλημα του «κληρικαλισμού» και των δεινών που αυτό γεννά, βλ. ενδεικτικά 487-488,513,515.

[36] Ημερολόγιο, σ. 313,312.

[37] Για την ολιστική θεώρηση βλ. Ημερολόγιο, σ. 138: «Χθες είχα μια μακρά συζήτηση με τη Λ. για την Ορθοδοξία – Γιατί είναι η Αλήθεια; Επειδή στην Ορθοδοξία δεν παραβλέπεται καμιά από τις ουσιώδεις διαστάσεις της δημιουργίας, ούτε ο κόσμος, ούτε ο άνθρωπος στη μοναδικότητά του (ανθρωπολογία), ούτε η ιστορία, ούτε η εσχατολογία. Τα πάντα συνδέονται σ’ ένα όλο, έτσι ώστε κανένα από τα επιμέρους στοιχεία να μην εκπίπτει. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει λιγότερη αποστασία, λιγότερη προδοσία απ’ ό,τι στον Καθολικισμό ή στον Προτεσταντισμό× μπορεί και περισσότερη. Αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μετατρέπεται σε δόγμα, ούτε διακηρύσσεται ως αλήθεια», και σ. 96-97, 123. Για τον ολοκληρωτισμό βλ. Ημερολόγιο, σ. 372: «Ο πειρασμός της ευσέβειας είναι η αναγωγή του Χριστιανισμού σε ευσέβεια× ο πειρασμός της θεολογίας – να τον αναγάγει ολοκληρωτικά σε ιστορία».

[38] Ημερολόγιο, σ. 160.

[39] Ημερολόγιο, σ. 294.

[40] Ημερολόγιο, σ. 516.

[41] Ιωάν. 20,25.

[42] Βλ. Χριστιανισμός και πολιτισμός, Γεωργίου Φλωρόφσκυ Έργα 2, μτφρ. Ν. Πουρναρά, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 163.

(Γιάννενα 3-5 Σεπτεμβρίου 2003)

Advertisements