NEW_01.inddΤις τελευταίες ημέρες το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Αφορμή στάθηκε το Συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», στο πλαίσιο του οποίου ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης (μεταξύ πολλών άλλων που δεν έτυχαν ανάλογης προβολής…) έκανε τη δήλωση για τη φορολόγηση των πιστών, προκειμένου να πληρώνεται ο κλήρος, η οποία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Στο θέμα όμως υπάρχει και πολλή ουσία, αφού για δεκαετίες Εκκλησία και αριστερά ήταν δύο κόσμοι που σχεδόν ποτέ δεν είχαν συναντηθεί. Με αυτή την ευκαιρία, ο πρόεδρος του Τμήματος, καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης, μίλησε στον «Επενδυτή» για το συνέδριο και αποκάλυψε το προσκήνιο, το παρασκήνιο και τις…αντιδράσεις του συνεδρίου.

Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν να οργανώσετε ένα συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά»; Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή;

Οι λόγοι είναι καθαρά ιστορικοί. Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας πραγματικότητας στον τόπο μας. Βρισκόμαστε, εάν θέλετε, μπροστά σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό, εντός του οποίου αναδείχθηκε μια νέα αριστερά. Από την άλλη πλευρά έχουμε έναν Αρχιεπίσκοπο και μια Ιεραρχία με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και δράσεις, που σε συνδυασμό με την καινούργια πολιτική πραγματικότητα και με ανοιχτά τα θέματα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, δημιουργούν μια νέα εικόνα, η οποία αναζητά εδώ και τώρα την αποκωδικοποίησή της. Τόσο η Εκκλησία όσο και η Αριστερά εκφράζουν πλέον μεγάλα κομμάτια του ελληνικού λαού. Γεγονός που μεγιστοποιεί την ευθύνη τους στη συνδιαμόρφωση του κοινού και οπωσδήποτε δημόσιου οίκου.

Κάποιοι χαρακτήρισαν την πρωτοβουλία της Θεολογικής σχολής προκλητική, καθώς το θέμα θεωρήθηκε «ταμπού».  Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Η πρωτοβουλία αυτή του Τμήματος Θεολογίας, έρχεται σε συνέχεια μιας σειράς αντίστοιχων εκδηλώσεων, όπως η πολιτισμική μας κατάληψη, η οποία ήδη πραγματοποιήθηκε.  Αλλά προοδοποιεί και άλλες που θα έρθουν.  Κοινός άξονας όλων είναι αδιαμφισβήτητα το άνοιγμα της Θεολογίας στην κοινωνία, ο διάλογός της με τον πολιτισμό και η αποκάλυψη  της παρεμβατικής διάθεσης που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα πανεπιστημιακό σώμα, τα επιστημονικά αποτελέσματα του οποίου μπορούν εάν και εφόσον αξιοποιηθούν να λειτουργήσουν δημιουργικά στη διαμόρφωση ενός καλύτερου κόσμου.

Πως αντιμετώπισαν οι υπόλοιποι παράγοντες της σχολής την πρόταση; Υπήρχε, δηλαδή, «εσωτερικό» πρόβλημα;

Η απόφαση του Τμήματος ήταν ομόφωνη. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν διαφορετικές αναγνώσεις του θέματος. Πράγμα, καθώς πιστεύω, απόλυτα θεμιτό. Αλίμονο εάν ανοιγόμαστε στο διάλογο και την ίδια στιγμή πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις στα οποιαδήποτε ερωτήματα είναι μοναδικές. Η ίδια εικόνα νομίζω χαρακτηρίζει και τη Σχολή. Ο Κοσμήτορας μας  ήταν εκεί, χαιρέτισε το Συνέδριο και παρακολούθησε τις εργασίες του. Παρόντες επίσης ήταν και συνάδελφοι από το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, όπως και από άλλα Τμήματα του Πανεπιστημίου μας. Παρούσες και οι πρυτανικές αρχές, με πρώτο τον Πρύτανη.

Από τις υπόλοιπες –θετικές ή αρνητικές- αντιδράσεις ποιες αξιολογείτε περισσότερο;

Από τις αρνητικές αντιδράσεις ενδιαφέρον έχει η πολεμική στάση εκείνης της σκληρής τάσης, η οποία πιστεύει ότι ο διάλογος είναι αμαρτία. Τάση η οποία υφίσταται με και δια της δημιουργίας εχθρών.  Θετική αντίδραση εξάπαντος μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι το συνέδριο παρακολούθησε  κόσμος πολύς και πολυποίκιλος. Άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι δεδομένο ότι συμφωνούν, αλλά έχουν τη διάθεση να δοκιμάσουν τις βεβαιότητες τους και να δουν τις αντοχές των υλικών που τις συγκροτούν.

Πως αποτιμάτε το αποτέλεσμα του συνεδρίου και ποιο είναι το σημαντικότερο στοιχείο που προέκυψε;

Άκρως θετικό. Το καταλαβαίνετε και από τις αντιδράσεις που δημιούργησε και τον απόηχο που άφησε. Και έχω την αίσθηση, ότι τη σημαντικότητα αυτού του εγχειρήματος γνωριμίας θα τη συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο όσο θα κάθεται η σκόνη και θα αποχωρούν νικημένες οι κορώνες –ένθεν και ένθεν- του φτηνού εντυπωσιασμού. Το σημαντικότερο στοιχείο που προέκυψε, νομίζω πως είναι η αίσθηση, ότι από τον διάλογο και τη συνάντηση κανείς δεν κινδυνεύει. Σε αυτόν τον  τόπο θα πρέπει κάποτε να μάθουμε να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι και να συζητάμε.

Πιστεύετε πως οι θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις ενός ανθρώπου υπάρχει λόγος να συγκρίνονται, να «ζυγίζονται» και να συγκρούονται;

Δεν πρόκειται για φιλολογική σύγκριση, αλλά για πάλη στο πεδίο της ζωής. Η αμεσότητα της πράξης είναι αυτή που μας καλεί. Βρισκόμαστε στον πυρήνα ενός ισχυρού ανεμοστρόβιλου. Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια των ανέξοδων συζητήσεων. Οφείλουμε εντός της γης του αλληλοσεβασμού, της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, να βρούμε κοινό βηματισμό. Πρέπει να ανακαλύψουμε αυτά που μας ενώνουν.

Τελικά, η κοσμοθεωρία ενός ανθρώπου εξαρτάται περισσότερο από τη θρησκευτική πίστη ή από την πολιτική του στάση;     

Κοιτάξτε, η θρησκευτική πίστη δεν είναι μια άσαρκη πραγματικότητα. Αποκαλύπτεται και καρπίζει εντός συγκεκριμένου και ιστορικού πολιτισμού, χωρίς βεβαίως να εξαντλείται σε αυτόν. Ο Χριστιανός είναι άνθρωπος ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται «εν τω κόσμω» και ταυτόχρονα γνωρίζει ότι δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτόν τον κόσμο («ουκ εκ του κόσμου»). Η οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας προϋποθέτει σάρκα ιστορική και πολιτισμική, προκειμένου να μη καταστεί φάντασμα και αέριον ίνδαλμα. Η ζωή του Χριστιανού είναι μια συνεχής σχοινοβασία ανάμεσα στο εδώ και στο αλλού. Μια πραγματικότητα μπολιασμένη στο σώμα του σαρκωμένου Λόγου, του Χριστού, ο οποίος δεν υποτίμησε το εδώ, αλλά το μεταμόρφωσε.

Advertisements