οργανώσειςΒρισκόμαστε στα 1949. Στην μεταπολεμική Αθήνα. Την πρωτεύουσα ενός κράτους που βγαίνει από τον πόλεμο, αλλά και την εμφύλια αιματοχυσία, διαλυμένο, διαιρεμένο και  τσαλακωμένο. Στην καρδιά μιας προσπάθειας ανασυγκρότησης του τόπου, πνευματικής και υλικής. Και είναι τέτοιες καταστάσεις, τέτοιες συνθήκες, που ευνοούν πάντα την εμφάνιση πολυποίκιλων λουλουδιών, που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα δυσκολευόντουσαν να ανθίσουν. Είναι, δηλαδή, η εποχή, που, αν δεν επιβάλλει, τουλάχιστον επιτρέπει την ανάσταση φιλόδοξων μεσσιανισμών -και οι μεσσιανισμοί είναι πάντα φιλόδοξοι και υπερφίαλα αισιόδοξοι-, με διάθεση καθολικότητας που αγγίζει τα όρια των πιο σκληρών ολοκληρωτισμών. Και προς αποφυγή οποιωνδήποτε βιαστικών παρεξηγήσεων, να δηλώσω ευθύς εξαρχής, πως οι ολοκληρωτισμοί δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ενός κάποιου δόλιου και χυδαίου, τουτέστιν απροκάλυπτου σχεδιασμού αρρωστημένων μυαλών που στοχεύουν τη διάλυση προσώπων και συνειδήσεων -συμβαίνει στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτό-, αλλά είναι και φορές που η ρίζα των ενεργειών των φορέων του ολοκληρωτισμού  βρίσκεται στην απλοϊκή αφέλεια ανθρώπων και ομάδων που πίστεψαν πως μπορούν να σώσουν τον κόσμο. Ή με άλλα και απλούστερα λόγια, τα λόγια του Αλέξανδρου Τσιριντάνη, ανθρώπων οι οποίοι ενώπιον του «χάους», θεωρούν «ευθύνη» και «υποχρέωσή» τους -και προσέξτε τη σημαντική της ορολογίας-, να πουν καθαρά και ξάστερα, δικαιολογημένα και αιτιολογημένα τις πεποιθήσεις τους, προκειμένου «να έλθη μια καλλιτέρα αύριον»[1].

 

 

 

 

Δεν χωρά αμφιβολία πως μια τέτοια παρατήρηση, ένα τέτοιο συμπέρασμα, μας τοποθετεί ενώπιον του πραγματικού προβλήματος και μας αναγκάζει να αναζητήσουμε τα μεθοδολογικά πρότερα που θα ορίσουν την πορεία της έρευνας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, στο σημείο αυτό να δηλώσω ότι το πλαίσιο της μελέτης είναι καθαρά θεολογικό. Τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η θεολογία αναπτύσσεται ερήμην της ιστορίας και της κοινωνίας, δηλαδή πέρα και έξω από το σύνολο του πολιτισμού, αλλά σε καμία περίπτωση ο συνουσιασμός θεολογίας και πολιτισμού δεν οδηγεί σε απροϋπόθετη και αβασάνιστη ταύτισή τους. Την αποκλειστικότητα της ταυτότητας διαρρηγνύει στο χώρο της θεολογίας η αντινομική λειτουργία της αμφισημίας και του παράδοξου. Εκείνο το «ουκ εκ του κόσμου» και μαζί «εν τω κόσμω», που εισάγει στο χώρο της έρευνας νέα δεδομένα και αμφισβητεί εδώ και τώρα την οποιαδήποτε βέβαιη και διαφημισμένη από τη συνήθεια νομιμότητα.

Σε μια τέτοια προσπάθεια δεν έχει κανείς παρά να αρχίσει από τη διευκρίνιση των όρων, τουτέστιν από την επίσκεψη των ονομάτων, που θα του επιτρέψει την εισαγωγική θέαση των πραγμάτων. Και εξηγούμαι. Είναι σαφές ότι ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης δεν μιλάει για ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, αλλά μοναχά για χριστιανικό πολιτισμό. Και είμαι της άποψης πως τούτη η διάκριση δεν έχει ως τα τώρα επαρκώς αξιολογηθεί. Διότι είναι άλλο πράγμα ο χριστιανικός πολιτισμός και άλλο πράγμα ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός. Τούτο ουδόλως δεν σημαίνει βέβαια πως τα δυο μεγέθη δεν τέμνονται ή δεν μπορούν να τέμνονται ή ακόμη ακόμη σε περίπτωση και να επικαλύπτονται. Δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς μια τέτοια υπερβολή, αλλά από την άλλη η οποιαδήποτε απροϋπόθετη ταύτισή τους γεννά ερωτήματα και θέτει νέα προβλήματα στην έρευνα. Δεν ξέρω εάν  ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να απαντηθεί με τρόπο τελικό, οριστικό. Είμαι της γνώμης, όμως, πως τα πράγματα μπορούν κάπως να κατανοηθούν εάν πούμε ότι ο χριστιανικός πολιτισμός του Αλέξανδρου Τσιριντάνη είναι εκείνο το ιδεολογικό-ενθουσιαστικό πλαίσιο, που στη συνάντησή του με τον νεοελληνικό εθνικισμό της κρατικής οντότητας δημιούργησε, καλύτερα γέννησε εν τόπω και εν χρόνω, το κατασκεύασμα του ελληνοχριστιανισμού. Εκείνη τη συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα που νομιμοποιήθηκε στην Ελλάδα με το σύνταγμα του  1952[2] και οδηγήθηκε στην κορύφωση της λίγα χρόνια αργότερα με τη δικτατορία των συνταγματαρχών την επταετία 1967-1974[3]. Γράφει σχετικά ο Christoph Maczewski: «Η εποικοδομητική φάση, συνδεδεμένη με το όνομα Ευσέβιος Ματθόπουλος, τελειώνει με τον Τσιριντάνη, και ξεκινά μια νέα φάση, μια φάση στράτευσης σε ολόκληρη την κοινωνία. Με την αναζωπυρωμένη στην  πρώτη φάση πίστη, πρέπει τώρα να αναδιοργανωθεί όλο το κοινωνικό σύστημα της Ελλάδος. Σ’ αυτό χρησιμεύει το όραμα του μεγάλου βυζαντινού παρελθόντος ως κυρίαρχη εικόνα. Και η μεταμορφωτική για το παρελθόν μνήμη της δήθεν αρμονίας του αρχαίου πολιτισμού με τη χριστιανική πίστη οδήγησε τον ορμητικό ενθουσιασμό της Ζωής στο όραμα ενός συγχρόνου χριστιανικού πολιτισμού και κοινωνίας στην Ελλάδα. Νεοελληνικός εθνικισμός και μια ήδη ενθουσιώδης ορθοδοξία συνενώθηκαν εδώ σε μια πολιτική ουτοπία»[4]. Μένω, όμως, εδώ. Οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόλησή μου με το θέμα του τρόπου μετάβασης από τον χριστιανικό πολιτισμό στον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό  συνιστά το ζητούμενο της νεότερης έρευνας, που στα όρια της παρούσης μελέτης θα κρατήσει απλά και μόνο τη θέση δημιουργικού -θέλω να πιστεύω-ερωτήματος. Επί του παρόντος  το ενδιαφέρον μου θα περιοριστεί στην επισήμανση κάποιων εισαγωγικών παρατηρήσεων για τον χριστιανικό πολιτισμό του Αλέξανδρου Τσιριντάνη, έτσι όπως αυτός αποκαλύπτεται στο δίτομο έργο του με τίτλο Προς ένα Χριστιανικό πολιτισμό, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1959 και οι οποίες   στοχεύουν απλά και μόνο στο άνοιγμα της συζήτησης, με όρους άκρως επιστημονικούς που θέλουν να πιστεύουν πως κινούνται πέρα και έξω από το στείρο ρητορισμό και την πολεμική που χαρακτήρισε το διάλογο του παρελθόντος.

Παρατήρηση πρώτη: Ο χριστιανικός πολιτισμός του Τσιριντάνη,  έρχεται στη συνέχεια μιας ήδη διαμορφωθείσας παράδοσης στην Ευρώπη, που ξεκινά λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο και φτάνει μέχρι και την εποχή του. Για παράδειγμα και άκρως ενδεικτικά αναφέρω το δοκίμιο του σπουδαίου ποιητή T.S.Eliot, με τίτλο Η ιδέα μιας χριστιανικής κοινωνίας, που εκδόθηκε το 1938, αλλά και τους δύο τόμους του  έργου  τού πολύ γνωστού προτεστάντη θεολόγου Emil Brunner, καθηγητή του πανεπιστημίου της Ζυρίχης, με τίτλο Χριστιανισμός και πολιτισμός, που εκδόθηκαν το 1948 και το 1949 αντίστοιχα.  Πρόκειται για μελέτες που επιτρέπουν την αναψηλάφηση της όποιας συγγένειας, που με τη σειρά της καταδεικνύει την παγκοσμιότητα του χριστιανικού πολιτισμού και το ρόλο του στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των μεταπολεμικών κοινωνιών και κρατών. Για μια πρώτη συνάντηση με το περιεχόμενο τους, αλλά και με εκείνη τη «μελαγχολική διάθεση» που γεννούν οι αντιτιθέμενοι δογματικοί άνεμοι της εποχής αντιγράφω από τον Eliot: «Αυτή η “γερμανική εθνική θρησκεία” είναι παρηγορητική γιατί μας πείθει ότι εμείς έχουμε ένα Χριστιανικό πολιτισμό (…) έχουμε φτάσει τόσο μακριά ώστε να παραδεχόμαστε την αρχή ότι η μόνη εναλλακτική λύση σε μια προοδευτική και ύπουλη προσαρμογή στον υλισμό του ολοκληρωτισμού για την οποία το βήμα έχει ήδη γίνει, είναι να σκοπεύσουμε προς μια χριστιανική κοινωνία, χρειάζεται να εξετάσουμε και τι είδους κοινωνία έχουμε αυτή τη στιγμή, και πως θα έπρεπε να είναι μια Χριστιανική κοινωνία (…) Οι κυβερνήτες, είπα, θα δεχτούν, ως κυβερνήτες, το Χριστιανισμό όχι απλώς σαν την πίστη τους που καθοδηγεί τις πράξεις τους, αλλά σαν ένα σύστημα με το οποίο πρέπει να κυβερνήσουν. Οι άνθρωποι θα το δεχτούν σαν ζήτημα συμπεριφοράς και συνήθειας»[5].

Γνωρίζω πως ξεκίνησα ανάποδα. Θα περίμενε κανείς, και νομίζω δικαίως, να πω πρώτα απ’ όλα τι είναι επιτέλους αυτός ο περίφημος χριστιανικός πολιτισμός του Τσιριντάνη. Επιτρέψτε μου, όμως, να σημειώσω ότι θεώρησα επιβεβλημένη μια τέτοια μεθοδολογική εκτροπή που επιτρέπει το ξεκαθάρισμα των πραγμάτων, που συνοψίζεται στην άποψη ότι ο χριστιανικός πολιτισμός δεν αποτελεί μια ελληνική τροπολογία. Αντίθετα, είναι γέννημα μιας ευρωπαϊκής, πρωτίστως, μα ταυτόχρονα και παγκόσμιας συγκυρίας, ενός γυρίσματος του καιρού, που  ανάγκασε τον Χριστιανισμό κάτω από τις πιέσεις του υπαρκτού σοσιαλισμού και της συμπόρευσής του με τα αποτελέσματα της σύγχρονης επιστήμης, κυρίως της βιολογίας, να αναζητήσει όλες εκείνες τις διεξόδους που θα του επέτρεπαν ως άλλο διηθητικό ιό να καταλάβει τον ιδεολογικό χώρο των κρατικών πολιτικών και κυβερνητικών σχηματισμών του καιρού του, προκειμένου να σωθεί από την κοινωνική και ως εκ τούτου υπαρξιακή περιθωριοποίησή του. Το πόσο πετυχημένο απέβη αυτό το εγχείρημα θα περιμένουμε να το δούμε. Η προλογική, όμως, και εξάπαντος προοδοποιητική ανατροπή που μόλις τώρα επιχειρήθηκε, έχω την αίσθηση πως μας επιτρέπει να περάσουμε  στη δεύτερη παρατήρηση, με την οποία θα γίνει προσπάθεια συνοπτικής περιγραφής του φαινομένου του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και των σκοπών του.

Στο τέλος του πρώτου τόμου του έργου του Προς ένα χριστιανικόν πολιτισμόν, με τίτλο Γενικαί αρχαί, ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης σημειώνει τα εξής διαφωτιστικά: «Εκείνο που επιτακτικά χρειάζεται ο κόσμος είναι να κυβερνηθή η όλη ζωή του από τους χριστιανικούς κανόνας που πηγάζουν από την χριστιανικήν πίστιν. Τούτο ισχύει όχι μόνον δια την ζωήν των ατόμων, αλλά και δια την ζωήν του κοινωνικού συνόλου. Και επεκτείνεται εις κάθε πλευράν της ζωής. Υπό γενικωτέραν έννοιαν, τούτο ισχύει δια τον πολιτισμόν ως σύνολον ή, όπως είπαμεν (…) δι όλας τας αξίας του πολιτισμού, λαμβανομένας ως οργανικόν σύνολον.

Το χρέος της εποχής μας είναι να οικοδομήση ένα Χριστιανικόν Πολιτισμόν. Τον ονομάζομεν χριστιανικόν, διότι πρέπει να καθοδηγηθή από μίαν χριστιανικήν θεώρησιν του κόσμου και να αντλήση δύναμιν από την χριστιανικήν πίστιν. Τον ονομάζομεν πολιτισμόν, διά να δείξωμεν δύο πράγματα: Πρώτον την γενικήν εφαρμογήν του εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, όπως ήδη είπαμε. Και δεύτερον τον τρόπο της εφαρμογής του, που δεν είναι εξαναγκασμός και πολιτική δύναμις (πολιτειακή επιβολή), αλλά αναγέννησις της ζωής διά της δυνάμεως του πνεύματος και της ελευθερίας.

Το αίτημα αυτό του Χριστιανικού Πολιτισμού είναι επιτακτικόν υπό δύο εννοίας. Υπό την έννοιαν μιας αυταποδείκτου χριστιανικής αληθείας και υπό την έννοιαν μιας επιτακτικής ανάγκης του ανθρώπου που υποφέρει, μέσα εις ένα αποτυχημένον πολιτισμόν, ο οποίος δεν εθεμελιώθη επί χριστιανικού εδάφους.

Είτε ξεκινήσετε ως πραγματικός Χριστιανός από τον γνήσιον χριστιανισμόν, θα φθάσετε εις το συμπέρασμα ότι αυτό το έργον πολιτισμού είναι αναγκαίος καρπός του γνησίου χριστιανισμού, περί του οποίου έγινε λόγος εις προηγούμενα κεφάλαια. Είτε ξεκινήσετε από τα ερείπια που έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπην, από το ναυάγιον του σημερινού ανθρώπου, θα αναγνωρίσετε πάλιν ότι θέλομε πολιτισμόν. Και επειδή, θα καταλήξετε πάλιν εις τον χριστιανικόν πολιτισμόν. Όλαι αι αξίαι του πολιτισμού πρέπει να είναι θεμελιωμέναι εις τον Χριστιανισμόν, διά να έχωμε γνήσιον πολιτισμόν. Όλαι αι αξίαι του χριστιανισμού πρέπει να εκφαίνωνται εμπράκτως εις τον πολιτισμόν διά να έχωμε γνήσιον χριστιανισμόν.

Αν αυτό δε γίνη, θα έχωμε από το ένα μέρος χριστιανισμόν άκαρπον και από το άλλο πολιτισμόν χιμαιρικόν. Αυτό είναι το συμπέρασμα εις το οποίον καταλήγουν και ο χριστιανισμός και ο δυστυχισμένος άνθρωπος της εποχής μας»[6].

Νομίζω πως είναι σαφές από τα παραπάνω και δεν υπάρχει λόγος  προσφοράς περαιτέρω επιχειρηματολογίας, ότι για τον Τσιριντάνη πολιτισμός και χριστιανισμός είναι σε τέτοιο βαθμό αλληλοσυμπληρούμενες πραγματικότητες, έτσι ώστε να είναι αδιανόητος οποιοσδήποτε γνήσιος πολιτισμός πέρα και έξω από τον χριστιανισμό, αλλά και οποιοσδήποτε γνήσιος χριστιανισμός μακριά από τον πολιτισμό. Και εάν το δεύτερο θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αληθινής συζήτησης και δημιουργικού προβληματισμού, το πρώτο είναι σαφές ότι οδηγεί τα πράγματα στην κόψη του ξυραφιού, δηλαδή στην αποκάλυψη του συστημικού-μεσσιανικού χαρακτήρα του χριστιανικού πολιτισμού, που αντλεί από τον χώρο των καθαρών που παραπέμπουν αμέσως σε  κείνες τις «αιρετικές» ομάδες της πρώτης Εκκλησίας που τραυμάτισαν το σώμα της και υπέσκαψαν την ενότητα και την αυτοσυνειδησία της. Πως αλλιώς θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει και να ερμηνεύσει εκείνο το, «πολιτισμός δεν μπορεί να γίνη άλλως παρά διά του χριστιανισμού». Το γεγονός, δηλαδή, της απόλυτης αποκλειστικότητας, τουτέστιν εκείνης της άκαρπης βεβαιότητας, που ξεκινά από το γεγονός μιας κάποιας προσωπικής, αλλά και συλλογικής επάρκειας, η οποία διακηρύσσει  με τρόπο απόλυτο στα μέλη της ότι η «χριστιανική τους ιδιότητα» είναι «δεδομένη». Πεποίθηση που επεκτεινόμενη έμπροσθεν οδηγεί σε άναρθρες σωτηριολογικές κραυγές[7] και εν τέλει σε κείνη την ορολογική έκφραση μιας βαθιάς πίστης για την αυτόκλητη ανάληψη της αποστολής -ας θυμηθούμε ενδεικτικά  τους όρους ευθύνη, χρέος, ανανέωση, αναγέννηση, καθοδήγηση, αλλαγή,  κοινές πεποιθήσεις, ταυτότητα πεποιθήσεων, κίνησις, χριστιανικό σύστημα, χριστιανική διακυβέρνηση, γνήσιος χριστιανισμός, τη διαλεκτική ψεύδους-αλήθειας, ηθική επιταγή, ολοκληρωμένη βιοθεωρία, νέα εποχή, καθοδηγητικός χριστιανισμός, πηδάλιον, πηδαλιούχος, πυξίδα, ευθύνη, μήνυμα, λαός, λαϊκή ψυχή, χάος, αλλαγή, πολιτισμός αντιχριστιανικός, πολιτισμός εξωχριστιανικός, κάθαρσις, ευγενικά όνειρα, άρνησις λυσσασμένη, ηθικά κριτήρια, χαλαρά ήθη, μεταρρύθμιση, πρόοδος, μετάνοια, επανάσταση-, που αγνοεί πως αυτός που σώζει είναι ο Χριστός και εξάπαντος όχι ο χριστιανισμός ως σύστημα. Κοντά σ’ αυτά και κείνη η άλλη βεβαιότητα -ψυχολογική πανοπλία θα την ονόμαζα-, που διακηρύσσει ευκαίρως ακαίρως ότι «οι Έλληνες πιθηκίζουν και θέλουν να απαρνηθούν τον χριστιανισμόν εις τον οποίον οφείλουν το παν»[8]. Μια επισήμανση-υπενθύμιση που τραβά το αυτί των νεοελλήνων, τους θυμίζει την περίφημη ενότητα της ιστορικής τους πορείας από τον Ηράκλειτο ίσαμε την εποχή τους, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει με κάθε τρόπο, ότι ο πολιτισμός αυτός «οδηγήθηκε στην αποσύνθεση μόνο όταν λειτούργησαν δυνάμεις εξωγενείς και ετερόφωτες και ξενόφερτα πνευματικά τιμήματα, που μπόρεσαν να τον διαβρώσουν»[9]. Για το λόγο αυτό ο Τσιριντάνης, προκειμένου δηλαδή να ξεπεράσει την αλλοτριωτική λειτουργία, άλλως νοθεία, της αρχικής καθαρότητας, ζητά την επάνοδο-επιστροφή της Εκκλησίας στη βιβλική αφετηρία της και την απομάκρυνση της από τη «σαπίλα» της σύγχρονης κοινωνίας. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει έξοδο του χριστιανισμού από την κοινωνία. Η άρνηση της αρρώστιας, η πάλη με τη σαπίλα και τα  μικρόβια του κόσμου δεν υποδηλώνει «φαρισαϊκή περιφρόνηση» και μίσος γι’ αυτόν, αλλά αντίθετα εμπνέει συμπάθεια και αποκαλύπτει αστείρευτη δύναμη, που ολοκληρώνεται με την προσφορά στην κοινωνία του Ευαγγελίου. Και τούτο διότι ξέρει ο Χριστιανός, ότι «ο τρόπος για ν’ αγαπήση τον Θεό είναι να δείξη την αγάπη του στους ανθρώπους. Και επομένως η κοινωνία είναι το πεδίο όπου θα διεξαχθή ο αγών ο χριστιανικός, φυγή από το πεδίο αυτό είναι φυγή από τον αγώνα, τον καλόν αγώνα, που είναι το νόημα της ζωής του Χριστιανού»[10]. Άλλωστε ο χριστιανισμός είναι προοδευτικός και κοινωνικός, είναι ακραιφνώς καθολικός και ως εκ τούτου «περιλαμβάνει τη χριστιανική διαπότισι και διακυβέρνησι (…) ολοκληρωτική διακυβέρνησι (…) όλης της ζωής του ανθρώπου μα και του συνόλου (…) από την πίστι στον Χριστό»[11].

Με τούτη την τελευταία επισήμανση, που μεταφέρει τα πράγματα από τον χριστιανισμό στον Χριστό και η οποία φαίνεται να δυναμιτίζει τις παρατηρήσεις μου που προηγήθηκαν, περνώ αμέσως στην τρίτη και τελευταία παρατήρηση που υποσχέθηκα και η οποία εάν δεν κάνω λάθος αποτελεί και το μέτρο για την κατανόηση της τελικής, εξάπαντος όχι οριστικής ερμηνείας της σχέσης του χριστιανικού πολιτισμού με την οντολογία της Ορθοδοξίας.

Και το λέγω τούτο, διότι  παρουσίασα ως τα τώρα τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, ως ένα  σύστημα συνεπούς καθηκοντολογίας, με χαρακτηριστικά ιδιόμορφης οικουμενικότητας, που στοχεύει την κυριαρχία του Χριστιανισμού και στην αποκάλυψη της δύναμής του[12], και τους εκπροσώπους του ως κινδυνολόγους,  κήρυκες ενός  ψυχολογικού πεσιμισμού, που αντλεί από την πηγή του ιδεολογικού και μεσσιανικού φανατισμού και εκβάλλει στον χώρο του στείρου και επικίνδυνου για την ουσία της θεολογίας καθοδηγητικού κοινωνισμού. Γεγονός που οδηγεί τα μέλη της κίνησης, τους λαϊκούς εργάτες του χριστιανισμού, στην  ανάληψη της ευθύνης και του χρέους, για τη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, μιας κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία η ιστορία αναμένει.

Έχω την αίσθηση, ότι μετά από όλα αυτά, εκείνο που απομένει είναι να δούμε τη σχέση του χριστιανικού πολιτισμού του Τσιριντάνη με τη θεολογία της Εκκλησίας. Νομίζω πως δεν θα πρωτοτυπήσω καθόλου εάν σημειώσω ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός «αδογματικού» χριστιανισμού, με έντονα τα σημάδια του αντικληρικαλιστικού πουριτανισμού[13], που εξαντλεί την ύπαρξή του στη θέσπιση αυστηρότερων και ως εκ τούτου «γνήσιων» ηθικών κριτηρίων, προκειμένου να σταθεί ακέριος απέναντι στους λυσσασμένους εξωτερικούς εχθρούς του κοινωνικού και επιστημονικού υλισμού. Απέναντι δηλαδή σε όλους εκείνους που δημιούργησαν ή επέτρεψαν τη χαλάρωση και εξαχρείωση των ηθών. Ως εκ τούτου καμία έκπληξη δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει η υποτονική έως και ασθενική χρήση στα κείμενα του Τσιριντάνη του όρου Εκκλησία, η οποία φαίνεται να αντικαθίσταται, όπου και όποτε αυτό γίνεται με την ιδιόμορφη και υποτονική αναφορά του στο πρόσωπο του Χριστού και στο Ευαγγέλιο του. Μια δομική ιδιαιτερότητα, θα έλεγα θεολογική ταυτότητα ενός φιλοδυτικού χριστιανισμού -αποτέλεσμα άμεσο του ανατολικού κινδύνου που λέγεται κομμουνισμός-, που είναι ικανή, όμως, μέσα στην αδυναμία της να καταδείξει  την αμαρτία της μεταπολεμικής, γιατί όχι και της σύγχρονης Εκκλησίας, που ακολουθώντας το ρεύμα του ποταμού αγνόησε και συνεχίζει σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα να αγνοεί τη αναζωογονητική δύναμη των πηγών. Μια ιδιοτροπία που αφαιρεί από την αυτοσυνειδησία  του σώματος όλες  τις δυνατότητες που θα επέτρεπαν εδώ και τώρα την υπαρξιακή κατάφαση σε εκείνη την καθημερινή λειτουργική πρόσκληση για είσοδο της όλης Εκκλησίας στην ευλογημένη βασιλεία της τρισυπόστατης αγάπης.

Ως εκ τούτου έχω την αίσθηση, πως εάν στην τσιριντανική ιδεολογία ετίθετο το δίλημμα χριστιανισμός ή Χριστός, η απάντηση θα έγερνε υπέρ του χριστιανισμού. Γεγονός που ίσως να ερμηνεύει και τους λόγους για τους οποίους η κατά τα άλλα συμπαθής, κάποιες φορές και αφελής θρησκευτική αναγέννηση δεν έγινε[14], αλλά έμεινε ένα γλυκό όνειρο και μια πικρή ανάμνηση.  Άλλωστε πόσο άδικο μπορεί να έχει ο Γιάννης Τσαρούχης όταν σημειώνει ότι όσο αυξάνει η Εκκλησία, στην περίπτωση μας η άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, μικραίνει ο Χριστός;

Θα ήθελα να κλείσω την παρέμβασή μου αυτή με την ανάγνωση ενός ακόμη αποσπάσματος από το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο του Christoph Maczewski για την κίνηση της Ζωής στην Ελλάδα, ο οποίος παρότι προέρχεται από το χώρο του προτεσταντισμού ή καλύτερα εξαιτίας τούτης της προέλευσής του σημειώνει τα εξής αποκαλυπτικά: «Στην εσωτερική ζωή αυτών των χριστιανικών κινήσεων η Πίστις εβιώθη περισσότερο σαν μια προσπάθεια εφαρμογής ενός κοινωνικού Χριστιανισμού, περιορισμένη στο χώρο ηθικής κυρίως δραστηριότητος και καλλιεργείας ανθρωπιστικών ιδανικών και όχι σαν το συγκλονιστικό γεγονός, το “άρρητον μυστήριον”, που είναι η συνάντηση του αμαρτωλού ανθρώπου με τον ζώντα Θεό της αγάπης και της Ιστορίας. Το όραμα της σωτηρίας, που προσέφεραν αυτά τα κινήματα ήταν η λύτρωση από τα κοινωνικά δεινά, η βελτίωση της κοινωνίας, “ΕΝΑ ΑΥΡΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΟ ΧΘΕΣ”, και όχι η απάντηση στα μόνιμα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης υπάρξεως και της ανθρώπινης ιστορίας, απάντηση που είναι η ουσία και το κύριο νόημα της πίστεως. Έτσι ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτές τις προσπάθειες έμενε αλύτρωτος στον εσωτερικό πυρήνα της υπάρξεώς του “ως ρίζα εν γη διψώση”. Η συντριβή αυτών των ειδώλων, αυτών των υποκαταστάτων της πίστεως, ήρθε συντομώτερα από ό,τι ανεμένετο∙ πάντως τα συντρίμματα αυτά αποτελούν έναν από τους παράγοντας της κρίσεως της χριστιανικής παρουσίας στην Ελλάδα»[15].


[1] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, Αθήναι 1949, σ. 4.

[2] « Εις πάντα τα σχολεία μέσης και στοιχειώδους εκπαιδεύσεως η διδασκαλία αποσκοπεί την ηθικήν και πνευματικήν αγωγήν και την ανάπτυξιν της εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», παράγραφος 2, του 16ου άρθρου του συντάγματος του 1952. Πρβλ. Ι. Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 236.

[3] Πρβλ. Ι. Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 237.

[4] Βλ. σχετικά, C.Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα. Συμβολή στο πρόβλημα της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας, μετάφραση π. Γεώργιος Μεταλληνός, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2002, σ. 135.

[5] T.S.Eliot, Η ιδέα μιας χριστιανικής κοινωνίας, πρόλογος Δαμασκηνού Παπανδρέου Μητροπολίτη Ελβετίας, μετάφραση Λένας Παπαθεμελή, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 34-35,54.

[6] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 116-117.

 

[7] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 66.

[8] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 23.

[9] Φ. Ηλιού, Η ιδεολογική χρήση της παράδοσης, Ο καταστασιακός Χατζιδάκις. Συνάντηση και διάλογος για τη σημασία μιας λαϊκής παράδοσης στον καιρό μας, εκδ. Yafka Books, Ανώγεια 2009, σ. 123.

[10] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 62.

[11] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 62.

[12] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος ΙΙ Γενικαί Εφαρμογαί , σ. 202

[13] Α. Τσιριντάνη, Προς ένα Χριστιανικόν πολιτισμόν, τόμος Ι Γενικαί αρχαί, σ. 3.

 

[14] Δ. Τσάκωνα, Ιδεαλισμός και μαρξισμός στην Ελλάδα, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1988, σ. 274.

[15] C.Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα. Συμβολή στο πρόβλημα της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας,  σ. 291. Πρβλ. Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1999, σ. 378-380.

(Πρ’ωτη Δημοσίευση, Επιστημονική Επετηριδα ΑΕΑΚ-Αφιέρωμα στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίον Α΄, Ηράκλειο 2012, σ. 361-368)

 

Advertisements