Τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη γνωρίζουμε οι περισσότεροι ως ιστορικό ποιητή. Έχω, όμως, την αίσθηση πως μια τέτοια σφραγίδα, εξάπαντος τιμητική, αποτελεί κάποιες φορές τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους αναγνώστες του, βρόχο που φράζει την αναπνοή και οδηγεί την ύπαρξη σε ασφυξία. Και το λέγω τούτο διότι ο Χαραλαμπίδης είναι τω όντι ποιητής  ιστορικός, μα μαζί και ερωτικός. Μια πραγματικότητα που αν παραπέσει ή εάν λησμονηθεί στερεί από τον ποιητή εκείνο το λυτρωτικό ολισμό, που επιτρέπει το δραματικό ξεπέρασμα της ιστορίας, τουτέστιν τη δικαίωσή της, δια του εμβαπτισμού της, εντός του μυστηρίου της μεθιστορίας. Με άλλα λόγια την ποιητική σωτηρία της, που ως σαρκωμένη αλήθεια δεν μπορεί παρά να γεννιέται και να αναθρέφεται από την πνοή του έρωτα και την έκσταση της αγάπης∙ νυν και αεί.

          Πριν λίγα χρόνια είχα την τύχη και τη χαρά να γίνω αποδέκτης δώρου απρόσμενου. Καθόμαστε στην καρδιά της Αθήνας σε μαγειρείο όταν άνοιξε τη τσάντα του και μου πρόσφερε από τα βάθη της καρδιάς του, με κείνο το υπαινικτικό του χαμόγελο, τρία ανέκδοτα ποιήματα. Αν είσαι αντιλόπη (για τον αββά που πιάστηκε στην παγίδα των ζώων), Αποκαθήλωση και βεβαίως το Ένα κορίτσι με μαγιό. Μάλιστα μας διάβασε τα ποιήματα -στην παρέα ήταν και ο Ρήσος μαζί με τον Γιώργο Καλογήρου- και κάναμε μια πρώτη συζήτηση, την οποία διεκδίκησε σχεδόν ολοκληρωτικά το Ένα κορίτσι με μαγιό. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη συζήτηση με τον ποιητή. Έχω την τιμή και την χαρά εδώ και κάποια χρόνια να με τιμά με την φιλία του και ως εκ τούτου με κείνο το απροϋπόθετο μοίρασμα που γεννά οικειότητα και αγάπη.

          Θα έλεγα, δίχως δεύτερη κουβέντα, πως το συγκεκριμένο ποίημα, γραμμένο το Δεκέμβρη του 2006, δημιουργεί στην πρώτη ανάγνωσή του ένα δυνατό σοκ. Ίσως και να φέρνει στο μυαλό εικόνες και σκέψεις που συνδέονται με μια κάποια βέβηλη πραγματικότητα ξεκομμένη από οποιαδήποτε εκκλησιαστική εμπειρία των πραγμάτων, πέρα και έξω από τη σφαίρα του ιερού.

 

Ένα κορίτσι με μαγιό

μπήκε στην εκκλησία

πλην όμως δεν διέκοψε

την ιεράν θυσίαν.

          Και άντε καλά το κορίτσι με το μαγιό μπήκε στην εκκλησία. Αλλά εκείνο το δεν διέκοψε την ιεράν θυσίαν, που θυμίζει δίχως άλλο το κορίτσι-οπτασία που πήρε το μυαλό του Ευαγόρα εντός της Εκκλησίας του αγίου Ανδρέα, στην ταινία Το τάμα του Ανδρέα Πάντζη, εισάγει εντός της ιστορίας σκάνδαλο μέγα. Θα έλεγα και δίκαιο, εάν μείνει κανείς στην επιφάνεια των φαινομένων πραγμάτων. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Έχω την αίσθηση, πως ο ποιητής, γνώστης της εκκλησιαστικής εμπειρίας της καθ’ ημάς Ανατολής, μέτοχος μιας ασκητικής ευαισθησίας, επιχειρεί με τούτο του το ποίημα, ως άλλος δια Χριστόν σαλός, να δυναμιτίσει τη βεβαιότητα του εκκλησιαστικού σώματος, εκείνη τη συστηματοποιημένη ηθική, που αδυνατεί να δεχτεί πως κέντρο του συνολικού τρόπου, το μόνο κέντρο του εκκλησιαστικού ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τουτέστιν ο χώρος και ο τρόπος της ιεράς θυσίας. Εντός του και εξάπαντος όχι εκτός τελούνται τόσο τα πνευματικά όσο και τα σωματικά των ανθρώπων του κόσμου, στην προσπάθεια τους να συναντήσουν Θεό και ανθρώπους σε κείνο τον ανηφορικό και στενό δρόμο, που ξεβγάζει στην ολοκληρωτική κοινωνία, που προϋποθέτει κένωση, με άλλα λόγια άδειασμα ολοκληρωτικό, έναν εθελούσιο μηδενισμό, ικανό να επιτρέψει τη συγ-χώρεση του άλλου και ως εκ τούτου την πλήρωση της ύπαρξης  μέσα από το μυστήριο της ολοκληρωτικής κατάφασης στην έκπληξη.

          Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο Χαραλαμπίδης, πιστός σε τούτο που ο Heidegger στο διάλογο του με τον Hölderlin ονομάζει «ποιητικώς κατοικείν», με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο, ή πιθανώς μόνο, οι άγιοι και οι ποιητές, καταπώς μας υπενθυμίζει στη Μικρή του πόλη, ο Thornton Wilder, αποδεικνύει την αδυνατότητα διαίρεσης του κόσμου σε ιερό και βέβηλο. Μια αδυνατότητα που απομακρύνει με μιας από το σώμα του σύνολου πολιτισμού εκείνη την ασθένεια που ονομάζεται μανιχαϊσμός και η οποία ευθύνεται για την ενοχοποίηση της σάρκας από τη μια, αλλά και του κόσμου ολάκερου από την άλλη. Και είναι αλήθεια ότι η ιερά θυσία δεν διακόπτεται, δεν μπορεί να διακόπτεται, από τα ανθρώπινα, διότι λειτουργεί τα ανθρώπινα και λειτουργείται από τα ανθρώπινα, στον τύπο και τον τόπο που εισηγείται η σάρκωση του Θεού Λόγου, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που ένωσε στο πρόσωπό του Θεό και ανθρώπους και απέδειξε με τον τρόπο αυτό τη διαλογική και εξάπαντος όχι διαλεκτική λειτουργία των πάντων εν Χριστώ. Δίχως καμία αμφιβολία και εξαιρώντας βέβαια την ενσυνείδητη πρόκληση που εισάγει στη συζήτηση το εργαλοιοποιημένο  μαγιό, ο Χαραλαμπίδης εδώ, όπως και σε άλλα βεβαίως ποιήματά του, αλλά και με τον πεζό του λόγο, αποκαλύπτει τον λειτουργικό ρεαλισμό, εντός του οποίου χωρούν οι πάντες και τα πάντα. Αποκαλύπτει την Εκκλησία της Ορθοδοξίας εντός της οποίας χωρούν όχι απλά και μόνο τα κατά φύσιν της ανθρωπινότητας, αλλά ακόμη  -γιατί όχι κυρίως και κατεξοχήν- και τα τραύματα του κόσμου και του ανθρώπου, που αναζητά την φιλάνθρωπη παραμυθία, τουτέστιν τη χώρα του αχωρήτου, εντός της οποίας ο μαργαρίτης του ποιητικού ήθους λειώνει κάθε συστημικό ηθικισμό.  Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Χριστός ρητά ομολογεί, ότι «ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»[1].

          Τούτη την εκκλησιολογική και εκκλησιακή φυσιολογία, δίχως τούτο να εντάσσει το κορίτσι με το μαγιό στην χορεία των οντολογικά τσαλακωμένων από την αστοχία ανθρώπων, τουναντίον μάλιστα, υποστηρίζει η στάση του ιερέως εντός του μυστηρίου της ιεράς θυσίας.

Ο νιος παπάς αντίθετα

της χάιδεψε τα μάτια,

της γλυκοχαμογέλασε

κι ας πάει στα κομμάτια.

 

Στάση που έρχεται σε ευθεία ρήξη με όλες εκείνες τις ιδιόμορφες -σε ελάχιστες περιπτώσεις δικαιωμένες- εκκλησιαστικές πρακτικές, οι οποίες ολοκληρώνουν το μυστήριο της ασκητικο-ευχαριστιακής εκκλησιαστικότητας  στις οποιεσδήποτε τυπικές και κακόγουστες απαγορεύσεις για τις οποίες μας ενημερώνουν  οι άκρως ακαλαίσθητες και αφιλόκαλες τεχνολογικά και οντολογικά επιγραφές σε εισόδους μοναστηριών και ιερών ναών.

          Ο Χαραλαμπίδης φαίνεται να γνωρίζει καλά, γι’ αυτό και προχωρεί με τούτη τη σαλο-σχηματική τροπολογία, πως τη γύμνια των ανθρώπων του κόσμου εντός της Εκκλησίας ντύνει ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος εν αρχή και εν τέλει αποτελεί το πρόσωπο και τη στολή των βαπτιζομένων στο βαπτισμένο[2], σταυρωμένο, λοχευμένο και αναστημένο σώμα του. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», μας πληροφορεί άλλωστε ο απόστολος, «Χριστόν ενεδύσασθε»[3] και δείχνει με μιας το βάπτισμα της πρόσληψης, όχι απλά και μόνο της αποδοχής, το βάπτισμα της ολοκληρωτικής αγάπης, τη μαρτυρία και το μαρτύριο της απόλυτης συσσωμάτωσης, που δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την αγάπη, την ερωτική αγάπη του  συνανθρώπου όσο και του Θεού εντός  της ιεράς θυσίας. Εξάπαντος όχι εκτός. Γιατί εν Χριστώ τα μέσα μας γίνανε εκτός και τα εκτός μας μέσα, γιατί εν Χριστώ «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Πράγμα που δικαιώνει τον ποιητή για τη μανική προσκόλλησή  του στην αποκάλυψη της ενότητας της ουσίας των πραγμάτων, στην υπαινικτική και ταυτόχρονα σαφή διαπίστωση πως «μια είναι η ουσία», τη στιγμή που έντονα μας υπενθυμίζει πως θα έρθει μια ημέρα ανέσπερος, θα έλθει μια εποχή, που ο χρόνος, ο τόπος η κτίση ολάκερη δεν θα μας εμπεριέχει, αλλά όλα θα τα εμπεριέχουμε, όλα θα είναι εντός μας μεταμορφωμένα, και εμείς μέσα στην αγάπη του Θεού.  Δεν θα έχουμε Θεό, ο Θεός  θα μας έχει[4].

Εκείνη -ακούστε τούτο δω

γιατί έχει σημασία-

του πρόσφερε τριαντάφυλλο∙

μια είναι η ουσία.

 

 


[1] Μτ. 1,13.

[2] Στο μυαλό μου, κάθε φορά που μιλώ για βάπτιση, έρχεται το θαυμάσιο ψηφιδωτό του παρεκκλησίου του Ταρχανιώτη, της Μονής του Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Χριστός απεικονίζεται κατά τη στιγμή της βάπτισής του γυμνός, ολόγυμνος, καθώς το σώμα του δεν καλύπτεται από τα νερά του ποταμού Ιορδάνη. Μάλιστα την ένταση της ιδιόμορφης και άκρως αποκαλυπτικής  ιστόρησης μεγιστοποιούν τα πρόσωπα που συμπληρώνουν την εικόνα. Συγκεκριμένα, εντός του νερού και στα δεξιά των ποδιών του Χριστού διακρίνονται να αναδύονται  δυο ανθρώπινες μορφές μια ανδρική, που εικάζεται πως είναι ο Αδάμ και μια γυναικεία, που εικάζεται πως είναι η Εύα. Ο Αδάμ κρατά στα χέρια του και υψώνει δύο ιχθύς και η Εύα κρατά στα χέρια της και υψώνει έναν ιχθύ. Πράξη άκρως συμβολική που φαίνεται πως στοχεύει στην αποκάλυψη των δυο φύσεων του Χριστού από τη μια και στην μαρτυρία του ενός και μόνου προσώπου του από την άλλη. Την εικόνα ολοκληρώνει στη δεξιά όχθη του ποταμού ο άγιος Ιωάννης που βαφτίζει σκυφτός τον Χριστό, τη στιγμή που στην αριστερή όχθη τέσσερις άγγελοι τον αναμένουν σε στάση δέησης (βλ. σχετικά Ι. Κολάκη, Η βάπτιση της Μονής Παμμακαρίστου στην Κωνσταντινούποληwww.chiosopinion.gr/48.htm).

[3] Γαλ. 3,27.

[4] Βλ. σχετικά, Χ.Α.Σταμούλη, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 291.

[Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος, τχ. 37, Ιούλιος 2010, σσ. 4426-4429, στο πλαίσιο αφιερώματος του περιοδικού στον Κύπριο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη]

Advertisements