Δεν θυμάμαι εποχή, μα σίγουρα πλέον μπορώ να πω πως ήταν κάπου μέσα στο 1981. Ή στα σωστά κάπου μετά το Καλοκαίρι του 1981, γιατί τον Δημήτρη τον  γνώρισα στο χωριό μου, την Άθ(φ)υτο της Χαλκιδικής, το Καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς και η ιστορία που θα σας διηγηθώ  τοποθετείται στην περίοδο που ακολούθησε αυτή την πρώτη γνωριμία.

Στο χωριό είχε ξεκινήσει μια καινούργια προσπάθεια. Ο ζωγράφος Νίκος Παραλής, γιος του μεγάλου ζωγράφου Γιώργου Παραλή, ή Γιωργάκη όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, πάλευε για χρόνια, μαζί με κάποιους νεότερους αθυτιώτες, κάτι που δεν πολυκαταλάβαινα. Μάζευε, καταπώς λέγανε, παλιά αγροτικά εργαλεία, για να φτιάξει ένα Μουσείο λαογραφικό. Πήγαιναν, έρχονταν, κουβαλούσαν, γελούσαν, φώναζαν, ώσπου κάποτε, στις αρχές του Καλοκαιριού,  στο πέτρινο κτήριο, στην πλατεία του χωριού, δωρεά τριών γεροντοπαλίκαρων που δεν ήταν πλέον στη ζωή, των αδελφών Χριστόδουλου, Ξενοφώντα και Λεωνίδα Αλετρά, μπήκε μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε Συλλογή λαογραφικών εργαλείων της Χαλκιδικής. Αργότερα μπήκε και μία ακόμη πέτρινη, από αθυτιώτικο πωρόλιθο, υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα και τα σπίτια της Αθύτου, που υμνεί σε ανέκδοτο κείμενό του ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, που μετέφραζε στα αγγλικά το περιεχόμενο της πρώτης: CollectionofruraltullesofHalkidiki. Πέρασε καιρός για να μάθω πως την πρώτη είχε φιλοτεχνήσει η Τίνα Παραλή, η αγγλίδα γυναίκα του Νίκου και τη δεύτερη ο Βασίλης Παυλής, γνωστός σήμερα γλύπτης, που τότε έκανε τα εντελώς πρώτα βήματά του στο σκάλισμα της πέτρας.

Με το άνοιγμα του Μουσείου τρέξαμε όλοι, παιδιά, άνδρες και γυναίκες, να δούμε τι γίνεται. Η περιέργεια μεγάλη. Το χωριό, άλλωστε, εκείνη την περίοδο φημίζονταν για την όμορφη και παράξενη ησυχία του –ένας κεντρικός δρόμος για τις βόλτες του Καλοκαιριού, καναδυό ταβερνάκια για σουβλάκι και μια καφετέρια,  ήταν όλα κι’ όλα η προίκα και το καμάρι της κοινωνικής μας ζωής- και μια τέτοια προσπάθεια σίγουρα ήταν κάτι που έκλεβε το ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι πως η πρώτη εντύπωση ήταν καλή. Μου αποκάλυπτε έναν κόσμο ξεχασμένο και γιατί όχι υποτιμημένο. Τα αχρείαστα και σκονισμένα μιας άλλης ζωής, ξεσκονισμένα, ταχτοποιημένα με μεράκι και γνώση, εξηγημένα από τις μικρές χάρτινες ταμπελίτσες που τα συνόδευαν, άνοιγαν έναν καινούργιο διάλογο με τον τόπο που γεννήθηκα, με τα πράγματα και τους ανθρώπους του.

Από τότε συνήθιζα να συχνάζω στο Μουσείο. Μάλιστα, όταν έρχονταν κανένας επισκέπτης για να μας δει, έτρεχα να τον ξεναγήσω στο χωριό και ξεκινούσα πάντα από το Μουσείο. Ήταν κάτι το ξεχωριστό,  ψήλωνε μερικούς πόντους τον «πατριωτισμό» μας.

Κάποια μέρα, σε μια από τις συνηθισμένες πλέον επισκέψεις μου, συνάντησα εκεί ένα νεαρό παλικαράκι, ίσως μικρότερο από μένα, το οποίο φαινόταν να έχει κάποια μορφή εξουσίας στο χώρο. Πιάσαμε κουβέντα στα γρήγορα, συστηθήκαμε και γνωριστήκαμε. Γίναμε παρέα. Ήταν ο Δημήτρης, ένας μαθητής του Λυκείου από τη Θεσσαλονίκη, γνωστός του Νίκου Παραλή, που με μεγάλη χαρά, ενθουσιασμό θα έλεγα, είχε αναλάβει αμισθί το έργο του φύλακα και ξεναγού του Μουσείου. Θέση υπεύθυνη και πολύ σοβαρή για την ηλικία του. Τα πήγαινε θαυμάσια. Γνώση, αγάπη και πάθος για τη «δουλειά» ήταν αυτά που τον χαρακτήριζαν.

Το Καλοκαίρι τελείωσε και όπως κάθε χρόνο επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη. Η φιλία με τον Δημήτρη κρατούσε καλά. Βρισκόμασταν κάπου-κάπου και τα λέγαμε. Μαζί μας και η Χρύσα, σχεδόν αθυτιώτισσα και σίγουρα φίλη του Δημήτρη, κόρη σπουδαίου μαέστρου της Χορωδίας του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης -και εγώ αγαπούσα τις χορωδίες στις οποίες συμμετείχα από μικρό παιδί-, αποτελούσε κάποιες φορές τον ενδιάμεσο κρίκο∙ μας ένωνε. Και μένα μου άρεζε η παρέα τους, γιατί άκουγα για πράγματα που στο σπίτι μας δεν συζητούσαμε πολύ. Για μουσικούς και μουσικές, για ζωγράφους, ποιητές και αρχιτέκτονες, για τον πολιτισμό του τόπου μας, αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Όλα αυτά αποτελούσαν έναν κόσμο που με γοήτευε, έναν κόσμο μυστικό που μάθαινα από χρόνια στα Ωδεία και τις Χορωδίες, αλλά τώρα τα πράγματα άνοιγαν περισσότερο, άπλωναν. Χωρίς κουβέντα, Δημήτρης και Χρύσα ήταν ένα βήμα μπροστά· μπορεί και περισσότερα.

Μια φορά, λοιπόν, που καθόμασταν και τα λέγαμε με τον Δημήτρη, μου λέει: Ξέρεις, στην αίθουσα κάτω από το Αρχαιολογικό Μουσείο, εκθέτει ο Τσαρούχης. Έχουμε προγραμματίσει με τη Χρύσα να πάμε μια βόλτα από εκεί. Θέλεις να έρθεις; Ένιωσα αμηχανία, γιατί μιλούσε με τόση φυσικότητα και οικειότητα για κάποιον, θα πρέπει να είναι μεγάλος σκέφτηκα, που εγώ ούτε καν το όνομά του δεν ήξερα. Από ντροπή, όμως, έκανα πως κατάλαβα και προσπάθησα με μαστοριά να τον κάνω να μου πει περισσότερα. Όπως και έγινε. Ο Δημήτρης, χωρίς να καταλάβει την άγνοιά μου, άρχισε να μου μιλάει με ενθουσιασμό για τον άνθρωπο Γιάννη Τσαρούχη και τη δουλειά του, εισάγοντάς με, με τον τρόπο αυτό, σε περιβόλι όμορφο, καινούργιο, όπως είχε κάνει πρωτύτερα και  με τον Ιγκόρ Στραβίνσκυ, όταν σε ανύποπτο χρόνο μου χάρισε εκείνο το μικρό, καλαίσθητο βιβλιαράκι, τη Μουσική Ποιητική, που συνήθως βρίσκουμε εύκολα στα καρότσια, υπαίθρια βιβλιοπωλεία τα λένε σήμερα, της Αριστοτέλους.

Το ραντεβού είχε κλειστεί για το απόγευμα της επόμενης ημέρας. Από το πρωί, όμως, εγώ είχα μια αγωνία. Έβλεπα και ξανάβλεπα το ρολόι και οι ώρες δεν περνούσαν. Εκείνες οι ώρες, ως τη συνάντηση, μου φάνηκαν αιώνας. Βρεθήκαμε με τη Χρύσα κάτω από το σπίτι μου, που ήταν απέναντι από το δικό της –μια ωραία νεοκλασική μονοκατοικία, που σήμερα δεν υπάρχει- και ξεκινήσαμε για το Μουσείο. Καθ’ οδόν προστέθηκε στην παρέα  και ο Δημήτρης. Μετά από λίγο, μυημένοι και αμύητος φτάσαμε στον προορισμό μας. Μπήκαμε αμέσως μέσα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη εικόνα. Σαν πίνακας είναι καρφωμένη στη μνήμη μου. Ένας ηλικιωμένος άνδρας, με μακριά μαλλιά, γένια και καπέλο κάθονταν ακριβώς απέναντί μας, κάτω από ένα πίνακα με κάτι ναύτες και μας κοίταζε. Ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης.   Δεν θυμάμαι αν αλλάξαμε κουβέντες, ίσως ναι, ίσως και όχι, δεν θυμάμαι και τίποτα άλλο. Το μόνο που κρατώ μέσα μου από εκείνη τη συνάντηση είναι αυτή η εικόνα της εισόδου. Μια εικόνα οικεία. Απ’ τη μια γιατί ο Τσαρούχης έβγαζε μια ζεστασιά, μια ανθρωπινότητα και από την άλλη διότι το θέμα με τον ναύτη στον πίνακα μου ήταν γνωστό και αγαπητό. Κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι του παππού μου στη Θεσσαλονίκη έβλεπα ένα κάδρο, έναν ναύτη, που στο καπέλο του έγραφε Αβέρωφ. Ήταν ο παππούς, έτσι όπως τον ζωγράφισε κάποιος λαϊκός ζωγράφος πριν από χρόνια.  Τα μπλε και τα γαλάζια της εικόνας γέμιζαν τη φαντασία μου θάλασσες και ουρανούς και εγώ ταξίδευα, όλο ταξίδευα…

Τον Τσαρούχη ξανασυνάντησα μπαίνοντας στη Θεολογική Σχολή. Υπεύθυνο αυτή τη φορά δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ένα περιοδικό. Ίσως το καλύτερο που είχαμε ποτέ στα θεολογικά μας γράμματα· η Σύναξη. Δεν τα πήγαινα πάντα καλά μαζί της. Άλλοτε με θύμωνε, με τσάντιζε και άλλοτε τη ζήλευα∙ μα ποτέ δεν με άφηνε αδιάφορο.           Κοντά στη Σύναξη και κάποια σχόλια του δασκάλου μου Νίκου Ματσούκα, που σχεδόν πάντοτε παρέπεμπε, όταν ήθελε να μιλήσει για τη σχέση του πολιτισμού με τη θεολογία και την Εκκλησία, σ’ εκείνο το κείμενο του Τσαρούχη για τους καλόγερους, τους κεντηστάδες και τους ραφτάδες στο Βυζάντιο, που όλοι μαζί ποιούσαν πολιτισμό, όπως και το άλλο που λέει πως η παράδοση δεν είναι ένα λεωφορείο που μας πάει μεμιάς στον  παράδεισο. Η παράδοση δεν είναι γράμμα νεκρό, αλλά σώμα ζωντανό, προσαρμοστικό στα νέα δεδομένα των πολιτισμών της οικουμένης. Πράγμα που σημαίνει πως η διατήρηση και συντήρησή της απαιτεί από τον λαό κατανόηση και πρόσληψη, αποδοχή και προέχταση[2]. Σύναξη και Ματσούκας, λοιπόν, με οδήγησαν στα κείμενα του Τσαρούχη, όπως νωρίτερα Δημήτρης και Χρύσα με είχαν οδηγήσει στον ίδιο και τις ζωγραφιές του. Με τον τρόπο αυτό η εικόνα άρχισε να γεμίζει.

Το ενδιαφέρον, όμως, του πράγματος, στο οποίο χρωστά την ύπαρξή της και η παρούσα μελέτη, οφείλεται σε ένα μικρό βιβλιαράκι, με τίτλο, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Πέντε κείμενα, που κυκλοφόρησαν το 2000, οι εκδόσεις Άγρα, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, με αφορμή την ομώνυμη έκθεση του Τσαρούχη, στο παλιό εργοστάσιο Φιξ, στην Αθήνα, τον Φεβρουάριο και Απρίλιο του 2000, που ξύπνησε μέσα μου τις εφηβικές μνήμες του 1981. Τα Καλοκαίρια και τους Χειμώνες που έχτισαν την υπόσταση. Πρόκειται στ’ αλήθεια για επαναδημοσιεύσεις τριών κειμένων του «ποιητή της νεοελληνικής παιδείας», κατά Μάνο Χατζιδάκι[3], Γιάννη Τσαρούχη, στη Λέξη και στο Ζυγό,  αλλά και στο βιβλίο του Αγαθόν το εξομολογείσθαι[4]. Μαζί  με αυτά και δύο κείμενα, που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1981, και αποτελούσαν τον Πρόλογο του Τσαρούχη στον κατάλογο με έργα του, που εξέδωσε το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, με την ευκαιρία της αναδρομικής του έκθεσης στη Θεσσαλονίκη, το 1981. Και αυτά τα κείμενα βρίσκονται στο βιβλίο του Αγαθόν το εξομολογείσθαι.

          Αυτό το …στη Θεσσαλονίκη, των υποσημειώσεων στις σελίδες 15 και 23 του βιβλίου, όπως και το αντίστοιχο …της Θεσσαλονίκης, στον τίτλο του κειμένου δύο, και πάλι στη σελίδα 15,με γύρισαν πίσω. Σαν αστραπή πέρασαν από μπροστά μου εκείνες οι πρώτες εικόνες, στ’ αλήθεια εκείνη η πρώτη και μόνη εικόνα, που δέθηκε όμως πλεξούδα, σαν άλλο πασχαλινό τσουρεκάκι, με τη Συλλογή των λαογραφικών εργαλείων στο χωριό και όλα τα πρόσωπα που συνόδευαν το ανεπίγνωστο εισοδικό μου στο λαϊκό πολιτισμό του τόπου. Και ίσως να είναι τούτη η εμπειρική σχέση που δηλώνει την ιδιαίτερη αγάπη μου για πρόσωπα και πράγματα που γνώρισα στη συνέχεια της ζωής μου. Πάντα υπάρχει μέσα μας μια ρίζα, κρυμμένη στα παιδικά χρόνια και την εφηβεία, μια εικόνα, ένα άκουσμα, ένα άγγιγμα αύρας λεπτής, που περιμένει τη στιγμή για να αναστηθεί. Έτσι σχετίστηκα με τον Σταύρο Κουγιουμτζή, έτσι και με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, έτσι και με τον Γιάννη Τσαρούχη. Η στιγμή που περνάει και δεν χάνεται. Η στιγμή.

***

«Αληθώς ειπείν, η ιστορία μου είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας που έπεσε ανάσκελα στο μπάνιο. Εκεί σκέφτηκε ότι υπάρχουν κι άλλοι χώροι εκτός από το μπάνιο, κι άρχισε να προσπαθεί να μεταχειριστεί τα πόδια της. Η προσπάθεια ήταν τόσο επίμονη που μαζεύτηκε κόσμος πολύς για να ιδεί αν θα τα καταφέρει. Κατάφερα να χρησιμοποιήσω ξανά τα πόδια μου, αλλά συχνά είχα την εντύπωση πως τα πουλιά κλαίνε γιατί ζούνε κι ο ήλιος ήταν μια φωτιά, που Κύριος οίδε ποια μεγάλη δύναμη του απαγορεύει να μας κάψει, σκεπτόμενος συχνά ότι αν σταθώ στα πόδια μου, ήτοι αν ισορροπήσω, αυτό θα σήμαινε πως βρέθηκε ο ιός μιας αρρώστιας»[5]. Τάδε έφη Τσαρούχης. Πέντε κουβέντες σηματοδοτούν τον αγώνα, μα και τη διάθεση ολάκερης της ζωής. Κάτι σαν cart visit. Μια δημόσια εξομολόγηση εικονογραφημένη. Μια κάθοδος στην αυτοσυνειδησία, μια αποδοχή της αποτυχίας, του ρημάγματος, μια άσκηση ταπεινοσύνης[6]. Άλλωστε η προσφυγή του προσφιλής και διατρανωμένη, αγαθόν το εξομολογείσθαι.

Δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως τα πέντε κείμενα που συνθέτουν το μικρό αυτό βιβλίο, αποτελούν μια προσπάθεια αυτοβιογράφησης ενός παιδιού απ’ τον Πειραιά, που άφησε τον εαυτό του εντελώς ελεύθερο να ταρακουνηθεί από ρεύματα φοβερά, προκειμένου να καταλάβει «ποια είναι η αληθινή του αντοχή»[7], μήπως και βρει την πολυπόθητη ισορροπία. «Τα ταπεινά μου έργα που εκτίθενται», σημειώνει με νόημα, «είναι τα πρακτικά μιας πάλης για γνώση και συνείδηση με την ελπίδα ότι θα βοηθήσω έτσι, θα σχεδιάσω κάποτε ορθά κάποια δικαιώματά μας που είναι κοινά για όλους τους ενάρετους»[8]. Στην καρδιά αυτής της πάλης η δίψα να μάθει τι είναι η ζωγραφική και από την άλλη το πάθος να γνωρίσει τι είναι η Ελλάδα[9]. Ερωτήματα που τον βασάνισαν από μικρό παιδί έως και τα στερνά του και είχαν βαθιά βαλμένες τις ρίζες τους στο «πικρό προνόμιό» του, να έχει γεννηθεί «σ’ ένα χωριό που είναι σταυροδρόμι»[10]. Σε έναν τόπο που κουβαλά μέσα του τον διχασμό, άλλοτε ως κατάρα και άλλοτε ως ευλογία. Για το λόγο αυτό υπάρχουν φορές που ο Τσαρούχης μετά μανίας δηλώνει πως δεν είναι διχασμένος και άλλες που καλοτυχίζει του διχασμένους. Τούτη η δεύτερη ματιά, τούτη η δεύτερη φωνή που ξεπηδά από μέσα του, ως άλλη συνείδηση, αποτελεί εκείνη τη δύναμη που τον φέρνει στα ίσα. Εκείνη την ποιότητα που τον κάνει πολύτροπο και οικουμενικό, εκείνη την ανησυχία που δεν του επιτρέπει τα συνθήματα και τις ταυτίσεις. Εκείνη την αλήθεια που χωρίς να αρνείται τις μικρές και αναγκαίες για την ύπαρξη βεβαιότητες μεταθέτει συνεχώς τα όριά τους. Γι αυτό χωρίς καμιά δυσκολία, τουναντίον με ματιά ξεκάθαρη, σημειώνει: «Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κόπιασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα. Δε μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός»[11].

Σαφές, πως ο Τσαρούχης αν μη τι άλλο δεν είναι αφελής. Ξέρει καλά πως το «ιδανικό να ενώσεις τη Δύση με την Ανατολή είναι κάτι αδύνατο»[12]. Άλλωστε, όπως εύστοχα σημειώνει, και ο Μέγας Αλέξανδρος «δεν μπόρεσε να το κάνει, απλώς νόμιζε ότι το έκανε»[13]. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει κανείς να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου. Και βέβαια μια τέτοια συμφιλίωση δεν έχει καμία σχέση με συμβάσεις και συμβιβασμούς. Συμφιλίωση με τον θάνατο δεν σημαίνει για τον Τσαρούχη το βάζω στα πόδια, ούτε κάθομαι και μοιρολατρώ. Πολύ περισσότερο δεν σημαίνει πως δαιμονοποιώ αυτό που η άγνοιά του, καμιά φορά και το μέγεθός του με τρομάζει. Αντίθετα τούτη η συμφιλίωση δηλώνει παλικαρίσια πάλη, επίμονη προσπάθεια για να σταθεί το πρόσωπο στα πόδια του, να κάνει δηλαδή μια τούμπα καλή, τέτοια που θα του επιτρέψει να δει πως  πέρα από την ακινησία της ανάσκελης θέσης στο μπάνιο, μια κατάσταση ζωντανού νεκρού, υπάρχουν και άλλες θέσεις, άλλοι χώροι για να υπάρξει και να δημιουργήσει, να ισορροπήσει∙ τουτέστιν να ζήσει. Έτσι, ο Τσαρούχης,  νικητής και νικημένος μαζί[14], στοχεύει παντού και πάντα την αναζήτηση και ανεύρεση αντιδότων, που θα επιτρέψουν στον άνθρωπο στάση κατά του θανάτου. Και βέβαια, τέτοια αντίδοτα υπάρχουν πολλά και ποικίλα, που μοιράζονται, όμως, ισότιμα στη λογική και τον παραλογισμό[15].

Έτσι, το έργο του καλλιτέχνη[16], είναι καταπώς λέγει ο χαλκηδόνιος, «να ξεχωρίζει, ν’ απορροφά, ν’ αμύνεται, να υψώνει την ελευθερία που την τσακίζουν κάθε τόσο οι αφόρητοι ανταγωνισμοί»[17]. Ανταγωνισμοί που μικραίνουν τον κόσμο, καλούν σ’ένα συνεχές και ανηλεές «μετανοείτε»  και αδυνατούν εν τέλει να δώσουν λύση στο μυστήριο του διχασμού[18]. Ένα μυστήριο στο οποίο είχε εισαγάγει τον Τσαρούχη, ο δάσκαλος Κόντογλου, παρουσιάζοντάς του τη βυζαντινή παράδοση. Ο ίδιος που του έδωσε και το νήμα για να βγει από τον λαβύρινθο που τον είχαν ρίξει οι δυο κόσμοι που από πολύ μικρό παιδί κατάλαβε πως υπάρχουν στην Ελλάδα: Η Ανατολή και η Δύση, ή σύμφωνα με άλλο διαχωρισμό, η Ευρώπη και η Ελλάς[19].

«Θα ’μουνα  έξι ετών», σημειώνει, «όταν μέσα στον ηλεκτρικό Αθηνών-Πειραιώς έβλεπα δύο κόσμους, χωρίς κανένας να μου μιλάει γι’ αυτούς: γυναίκες με καπέλα παριζιάνικα, με λουλούδια ή φτερά, με φορέματα και κοσμήματα ευρωπαϊκά, και δίπλα Καστελοριζιές -γυναίκες απ’ το Καστελόριζο- με μεταξωτές ριγωτές κάλτσες, με τα χρυσοκέντητα βελούδινα πανωφόρια τους, με τον κεφαλόδεσμό τους σαν της Παναγίας. Ανατολίτισσες και Παριζιάνες πηγαίνανε στην εκκλησία. Τη μία μέρα με πήγαινε ο πατέρας μου στο θέατρο να δω το δίδαγμα του Αριστοφάνη και του Ευριπίδη, διασκευασμένο απ’ το Παρίσι -δηλαδή το ευρωπαϊκό θέατρο-, την Κοτοπούλη σ’ έργο του Μπέρνστάιν ή τα “Παναθήναια”, και την  άλλη μέρα πήγαινα στην εκκλησία κι έβλεπα μιαν άλλη διασκευή του αρχαίου κόσμου που επέβαλαν οι αυστηροί πατέρες για να σωθεί ό,τι ήταν δυνατόν…Πολύ αργότερα κατάλαβα πως πολλοί διχασμοί ήταν παγκόσμιοι, άσχετα αν αλλού ήταν πολύ αισθητοί κι αλλού λιγότερο»[20].

Βέβαια, τούτο το «πολύ αργότερα» προϋποθέτει μια πορεία μαθητείας, γνώσης και ταπείνωσης του Τσαρούχη, εντός και εκτός Ελλάδας, γεμάτη από ενθουσιασμούς και ανακαλύψεις ή καλύτερα ανακαλύψεις που γέννησαν ενθουσιασμούς και ως εκ τούτου απογοητεύσεις και αλλαγές πλεύσης. Μια πορεία συνεχούς δόμησης και αποδόμησης που χαρακτηρίστηκε από αναζήτηση καινούργιων δρόμων που κρύβουν το πραγματικό.  Πολυπρόσωπος και ομοούσιος,  όχι μόνον δεν ταυτίστηκε με προκαθορισμένα σχήματα στα οποία κάποιοι θέλησαν να τον περιορίσουν, αλλά ξέσχισε με ευγένεια και θάρρος, καμιά φορά και με πατερική ειρωνεία, τα κοστούμια της ιδεολογίας που φίλοι και εχθροί του ετοίμασαν. Και το λέγω αυτό διότι κάποιες φορές, τις περισσότερες, θεωρούμε πως το πρόβλημα στην κριτική είναι οι «εχθρικές» δυνάμεις, αγνοώντας πως το μεγαλύτερο κακό, τη ζημιά την πραγματική, φέρνουν, σε περίπτωση, τα πρόσωπα ενός στενότερου κύκλου, οι μυημένοι και οι θαυμαστές που αδυνατούν κατά κανόνα να ακολουθήσουν τις ανατροπές, καμιά φορά και ολοκληρωτικές του εαυτού, που αφήνουν τον καλλιτέχνη, αυτόν τον πτωχό και πένητα μύστη της ζωής, ζωντανό στο κυνήγι του πραγματικού. Θέλω να πω δηλαδή πως τη μεγαλύτερη ζημιά δεν την κάνει η δυναμική απόρριψη, αλλά η ολοκληρωτική τακτοποίηση, ο απάνθρωπος και απόλυτος προσδιορισμός. Εκείνη η δύναμη που στέκεται απέναντι στην αναπνοή και μυρίζει θάνατο.

Για να αφήσω όμως τις γενικότητες και να πω κάτι πιο συγκεκριμένο για τούτα τα προβλήματα στην ερμηνεία του τσαρουχικού έργου, θα πρέπει να εξηγηθώ καλύτερα. Να μιλήσω καθαρότερα για το σχήμα Δύση-Ανατολή που ταλάνισε τον τόπο και κατά συνέπεια και την Ορθόδοξη θεολογία στην Ελλάδα τα τελευταία τουλάχιστον εξήντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, αλλά και για την περίφημη ελληνικότητα, λέξη πολύπαθη και τραυματισμένη, που η δημιουργία της σχετίζεται δίχως άλλο με τον «καβγά» για την Ανατολή και τη Δύση.

Για το πρώτο θέμα, λοιπόν, και ύστερα από όσα ως τα τώρα έχω σημειώσει, οφείλω να πω ότι τα πράγματα στον Τσαρούχη μοιάζουν ξεκάθαρα. Ήδη ο τίτλος του μικρού βιβλίου, που πάντα φέρνει στο μυαλό μου το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου: Εκεί που σμίγει η Δύση κι η Ανατολή, δείχνει την κατεύθυνση. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως ο Τσαρούχης είναι υπέρ της σύνθεσης. Όχι της ένωσης. Ένωση όπως ήδη σημείωσα ο Τσαρούχης δεν δέχεται. Η Δύση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει Ανατολή και η Ανατολή δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει Δύση.  Όσα όμως καλά υπάρχουν στη Δύση μπορεί να τα προσλάβει η Ανατολή και τανάπαλιν. Να υπάρξει δηλαδή μια αντίδοση χαρισμάτων, ιδιωμάτων, δύο διαφορετικών τρόπων ύπαρξης, δύο μοναδικών δυνατοτήτων αναπαράστασης του πραγματικού, με χίλιες βέβαια παραλλαγές, που ο Τσαρούχης θα ήθελε όμως να είναι περισσότερες.  Γράφει σχετικά: «Θα ήθελα να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για ν’ αποδώσουν ακόμη πιο πιστά την πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν»[21]. Και λίγο πριν: «Για μένα δεν υπάρχουν δύο τεχνοτροπίες εχθρικές η μία με την άλλη: η ανατολίτικη και η δυτική, η μοντέρνα και η παλιά. Είμαι από εκείνους τους ζωγράφους που θέλουν να παραστήσουν ό,τι  τους ενδιαφέρει απ’ την πραγματικότητα. Και ξέρω πως ό,τι είχε σχέση με αναπαράσταση πειστική, έχει σχέση, αλίμονο, με σύνθεση. Αυτό λίγοι το γνωρίζουν»[22].

Για τον λόγο αυτό απορεί με όλους εκείνους και είναι πολλοί, που λένε πως στα τελευταία του έργα ακολουθεί ένα ιδανικό κλασικό ή και ακαδημαϊκό ακόμη, που η παλιά του τεχνοτροπία φαινόταν να αγνοεί ή να καταδικάζει. «Για ποια όμως παλιά μου τεχνοτροπία μιλούν», σημειώνει, «Γιατί έχω πολλές»[23]. Δεν χωρά αμφιβολία πως με αυτή του την ένσταση ο Τσαρούχης αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά τη θέση του, αυτό το ανάμεσα, που από την μια προϋποθέτει και από την άλλη γεννά σύνθεση. Διάθεση που τον κάνει να κινείται με άνεση και τρόπο απόλυτα κριτικό, χωρίς αναστολές και ενοχές, πότε στη μεριά της παλιάς τέχνης και πότε στο χώρο των πιο ακραίων επαναστάσεων. Πότε στο ελληνικό και πότε στο άλλο, το ξένο, πότε στο καινούργιο και πότε στο παλιό. Πότε στον Κόντογλου και το Βυζάντιο, πότε στον Παρθένη και τον Πικιώνη και πότε στον Ματίς και τον Κουρμπέ. Πότε στη ζωγραφική της Πομπηίας και στα ελληνιστικά μωσαϊκά και πότε στον  γραφισμό του Καραγκιόζη και της Κεραμικής, πότε στο βιασμό της προοπτικής και πότε στο σεβασμό της. Πότε στο ρεαλισμό και πότε στον εξπρεσιονισμό και τον σουρεαλισμό, ακόμη και τον νατουραλισμό. Πότε στη ζωγραφική και πότε στην αντιζωγραφική. Πότε στο παντού και πότε στο πουθενά, ανυπεράσπιστος και μόνος[24]. Μια πορεία που τον κάνει να πιστεύει πως δεν αισθάνεται και δεν είναι διχασμένος,  την ίδια  στιγμή που μια φωνή μέσα του τον σπρώχνει να πει: «Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…»[25].

Στα μάτια κάποιων ο Τσαρούχης είναι ένας νοσταλγός του παρελθόντος, στα μάτια άλλων ένας λάτρης του μοντέρνου. Ο ίδιος σημειώνει: «Καταδικάζω μια για πάντα κάθε είδους φθηνή νοσταλγία του παρελθόντος, αλλά και δεν παύω να κρίνω, όσο πιο σωστά μπορώ, τις ριζοσπαστικές λύσεις που μ’ ενδιαφέρουν»[26]. Λόγια και πρακτικές που τον αποκαλύπτουν παράδοξο και αμφιλαφή και ως εκ τούτου ποτέ δεδομένο[27]. Ένας επαναστάτης αδρανής και ένας ήσυχος άνθρωπος της πράξης των πράξεων, με συνείδηση και γνώση[28], που όταν τον κατατάσσουν στους βασικούς εκπροσώπους της ελληνικής ζωγραφικής, λέγει ευθαρσώς πως: «Δεν είναι αλήθεια ότι ήθελα να κάνω ελληνική ζωγραφική. Απλούστατα ήθελα να παίρνω στα σοβαρά τα αισθήματά μου και τις επιθυμίες μου, όποιες κι αν ήταν αυτές», σε σημείο με αφορμή τη συνάντησή του με τον Ματίς, να πιστέψει για μια στιγμή πως αυτοί οι δυο κόσμοι, Δύση και Ανατολή, θα μπορούσαν να ενωθούν[29]. Πίστη η οποία ανατράπηκε πλήρως από ένα ακαδημαϊκό και συνεπώς περιφρονημένο από ακαδημαϊκομάχους έργο, όπως η «Μέδουσα» του Πειραιώς, στο Αρχαιολογικό  Μουσείο[30]. Ένα έργο που του «στάθηκε κριτής ανάμεσα στους δύο κόσμους» και του ’δωσε να καταλάβει «πως η τέχνη που μας ορίζει ακόμα είναι η αρχαία ελληνική, ή, για νά ’μαστε  ακριβέστεροι, η ελληνιστική. Η ανατολίτικη τέχνη, κατά μέγα μέρος, όπως άλλωστε και η δυτική, είναι προσαρμογές και ερμηνείες σ’ αυτή τη μεγάλη παράδοση∙ και αναγκαστικά εμείς οι Έλληνες πρέπει να δώσουμε την ερμηνεία μας και να προσαρμοστούμε, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία μας»[31].

Ο Τσαρούχης δεν προσπάθησε να κάνει τον Έλληνα, όπως και δεν προσπάθησε να ζωγραφίσει ελληνικά. Ένας άνθρωπος με πάθος για την πραγματικότητα ήταν[32]. Ένας ταξιδευτής του κόσμου, που ήξερε να φυλάγεται καλά, «από τον επαρχιώτικο βαλκανικό φανατισμό, τον διψασμένο για συνθήματα εύκολα, εύκολες παρηγοριές για τη σύγχυσή του και για το αίσθημα κατωτερότητας που τον καταπλάκωνε»[33]. Ένας Έλληνας που ζωγράφισε με μαστοριά τις μέσα φωνές, που συνέλεξε σε όλη την πορεία του βίου. Ένας «γενναίος αντιστασιακός», που «πέτυχε θριαμβευτικά», καθώς αναφωνεί με ενθουσιασμό ο Μάνος Χατζιδάκις, «και στη Ζωή και στην Τέχνη του, το γνησίως Ελληνικόν»[34]. Πραγματικότητα απαλλαγμένη από την ταύτιση γραφικού και εθνικού, που γέννησε πορνείες εθνικές και άλλες[35]. Γι’ αυτό και είναι σκληρός με όλους αυτούς που πουλάνε στις αγορές του κόσμου Ελλάδα και ελληνικότητα. Αναφερόμενος  στο πάθος του να γνωρίσει την Ελλάδα, δηλώνει νέτα σκέτα:  «Υπήρξα γενικά η κακή πίστη μιας φτηνής πατριδοκαπηλείας και ενός τεχνητού εθνικισμού. Κατάλαβα πως η Ελλάς είναι περίπου σαν κάτι παλιά έργα ζωγραφικής που οι πονηροί έμποροι της βάζουν μια ψεύτικη υπογραφή ενός κατώτερου ζωγράφου απ’ αυτόν που τη ζωγράφισε. Μια παραβολή είναι αυτό. Η Ελλάς είναι αυτό. Η Ελλάς είναι εκείνο. Προσπάθησα να την αφήσω να μιλήσει μόνη της , για να μάθω την αλήθεια. Δάσκαλοί μου ήταν ο Παρθένης, ο Κόντογλου, ο Πικιώνης∙ δάσκαλοι υπό την ευρύτερη σημασία ο Παπαδιαμάντης, ο Σολωμός και ο Κάλβος, ο Χαλεπάς και ο Καβάφης»[36].

Βέβαια αυτοί οι μεγάλοι και σπουδαίοι δεν υπήρξαν οι μοναδικοί του πληροφοριοδότες. Μαζί τους στάθηκαν μπολιασμένοι και ισάξιοι οι ανώνυμοι και ταπεινοί του λαού, απ’ τους οποίους  έμαθε και τα πιο πολλά. Είναι όμως αλήθεια, όπως το ομολογεί ο ίδιος, πως τούτον τον αριστοκράτη λαό προς στιγμήν τον αδίκησε. Του φέρθηκε με περιφρόνηση και απαξίωση.  Πήρε κι’ αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, τη μεριά της αχόρταγης αστικής τάξης, που πάλευε να αλλοτριώσει οτιδήποτε δεν είναι αστικό. Κατάλαβε, όμως, τον κίνδυνο της αστικοποίησης γρήγορα και απομακρύνθηκε, όπως κατάλαβε και τον κίνδυνο του λαϊκισμού, που εξουδετερώνεται, όμως, «όταν σκεφτούμε, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε και εμείς οι ίδιοι λαός και κινδυνεύουμε να γίνουμε σαν τα μούτρα αυτών που μας αδικούν»[37].

Ένας γνήσιος λαϊκός άνθρωπος ήταν, λοιπόν, ο Τσαρούχης, γεμάτος ευαισθησία, ένας λαϊκός αριστοκράτης και αυτή η λαϊκότητα ήταν που τον έσωζε πάντα. Η λαϊκότητα σαν αίσθηση και σαν δυνατότητα απόδρασης από την εξουσιαστικότητα και τη δύναμη, τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, που συμπιέζουν και συνθλίβουν την πραγματική συμβίωση. Και μια τέτοια συμβίωση δεν ταυτίζεται πάντα με τη συνοίκηση[38].

Όσο όμως Έλληνας υπήρξε ο Τσαρούχης, άλλο τόσο υπήρξε και οικουμενικός. Ή για να το πω αλλιώς, επειδή υπήρξε πραγματικός Έλληνας υπήρξε αληθινός οικουμενικός, Ευρωπαίος και όχι μόνο[39]. Γι’ αυτό δεν δυσκολεύεται να πει πως κάποτε αισθάνεται δυτικός και κάποτε είναι ελληνοανατολικός[40]. Τουτέστιν, άνθρωπος ανοιχτός στην έκπληξη, στο άλλο, στο διαφορετικό. Καινούργιο ή παλιό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. «Δεν μου πέρασε ποτέ από το νου», σημειώνει, «ν’ αμφισβητήσω ότι η Δύσις παίζει έναν τεράστιο ρόλο στον πολιτισμό του κόσμου όλου και φυσικά και της Ελλάδος αλλά ο Έλληνας που δεν ξέρει την Ιστορία της Τέχνης του, της Ελληνικής Τέχνης, θα ’πρεπε να μην αναφέρει καν το όνομα της Δύσης. Οι μεγάλοι Έλληνες έμαθαν να ξεχνούν τη γνώση αλλά όχι να την αγνοούν»[41].  Βέβαια, μια τέτοια στάση, άκρως αντιστασιακή, εντάσσει τον Τσαρούχη σε εκείνη την χορεία των Ελλήνων, των μεγάλων Ελλήνων, όπως ο Χαλεπάς, ο Παπαδιαμάντης και ο Σολωμός για παράδειγμα, που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως διαμαρτυρόμενους. Τον εντάσσει «σ’ αυτούς που διαμαρτύρονται μπροστά σ’ έναν εξευρωπαϊσμό άνευ όρων»[42]. Προσοχή σε αυτό το «άνευ όρων». Και οπωσδήποτε τούτοι οι Έλληνες διαμαρτυρόμενοι «δεν είναι οι πιο κουτοί, δεν είναι οι πιο ήσυχοι, δεν είναι οι πιο λιμνάζοντες. Αντιθέτως, είναι οι πιο φίνοι, οι πιο ταραγμένοι», όπως ο επιληπτικός πρίγκιπας Μίσκιν, στον Ηλίθιο  του Ντοστογιέφσκυ, αλλά και ο επιληπτικός νέος της  ιστορίας στην ανέκδοτη Ομιλία του Πεντζίκη, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέρροιας, ο Γελίμης Γεώργιος με τ’ όνομα, που ταραγμένος αναρωτιέται για τις διαστάσεις του πραγματικού.

Μοιάζει καμιά φορά, ή στ’ αλήθεια πολλές φορές, η πορεία του Τσαρούχη να  ανακατεύει τη σκέψη μας, όπως η τρικυμία στη θάλασσα ανακατεύει το στομάχι μας. Πότε κατά της Δύσης και πότε υπέρ, συνεπής φιλοδυτικός και αντιδυτικός μαζί[43]. Πότε απέναντι στην Ελλάδα και πότε μαζί της[44]. Πότε εδώ και πότε εκεί. Νομίζω όμως πως η πραγματική κατανόηση αυτού του περίφημου ανάμεσα, κάνει το πλοίο να ισορροπεί, να βρίσκει προσανατολισμό και να μη πηγαίνει μονόπαντα. Τούτη η πορεία όμως, γιατί περί πορείας συνεχούς απορίας πρόκειται, χρειάζεται συνεχή ανάκριση του εαυτού, μόνιμο ξεδιάλεγμα για να μάθει ο άνθρωπος ποιος είναι, ελπίζοντας, έτσι, πως θα φτάσει κάποτε «σε μια ευτυχία πιο σταθερή»[45], θα μάθει που πατά και που πηγαίνει[46].

Τούτη η ερμηνεία, τούτο το πλησίασμα, δίχως άλλο είναι πράγματα απαραίτητα για τις συνεχείς εκπλήξεις και ανατροπές που ο Τσαρούχης επιφυλάσσει σε όσους τον περιστοιχίζουν. Και εννοώ, σαφώς, ως πλησίασμα, την πόση και τη βρώση του οίνου και του άρτου, που μας προσφέρει το έργο του. Την εγκαρτέρηση ωσότου ακούσουμε τη δική του φωνή και ξεφύγουμε από τις σειρήνες των απομυθοποιών. Δίχως μια τέτοια προσέγγιση ο Τσαρούχης μένει ακατανόητος., γράμμα νεκρό, γραφικότητα και α-νόητη πρόκληση. Μια φωνή που μας καλεί να σηκωθούμε από τον τόπο μας και να αλητέψουμε, ως άλλοι αλήτες και ξένοι, στα θαύματα του κόσμου, που δεν μπορεί παρά να είναι ένας. Τον Τσαρούχη μπορείς να τον καταλάβεις μόλις πεις πως δεν τον καταλαβαίνεις, μόλις πειστείς ότι δεν τον ξέρεις. Τότε που σηκώνεσαι να φύγεις. Τότε τον ακούς και δεν σε εκπλήσσει η συνεχής του αντίφαση και αμφισημία. Δεν τον πολεμάς και δεν τον υπερασπίζεσαι, αλλά ταξιδεύεις μαζί του. Ώσπερ ξένος και αλήτης. Όταν φεύγει φεύγεις και εσύ. Και όταν μένει μένεις. Ώσπου κατανοείς ότι ο Τσαρούχης μένει για να φύγει και φεύγει για να μείνει.

Με τον τρόπο αυτό, έχω την αίσθηση, φεύγει και την ελληνικότητα. Φεύγει για να τη βρει, έτσι όπως του την αποκαλύπτει η έσω συνείδηση, και οπωσδήποτε όχι όπως τη θέλουν τα συστήματα και οι θεωρίες, που δεν αντέχουν την έκπληξη. «Το 1940», σημειώνει, «λίγο πριν από τον πόλεμο της Αλβανίας, αντιγράφω τη “Μέδουσα” του Αρχαιοελληνικού Μουσείου, το γνωστό μωσαϊκό του Πειραιώς (το αντίγραφο είναι στη συλλογή Χατζηκυριάκου-Γκίκα), και αρχίζω τις δύο μεγάλες σπουδές γυμνού που έμειναν ατέλειωτες λόγω επιστρατεύσεως. Από τότε χρονολογούνται τα παράπονα των λίγων θαυμαστών μου, που όχι μόνο είχαν αρχίσει να με παραδέχονται αλλά και να δημιουργούν συστήματα και θεωρίες περί ελληνικότητας πάνω στην πλάτη της ζωγραφικής μου»[47]. Και αλλού: «Κάποτε άκουσα τη λέξη Ελληνικότητα την οποία προσπάθησα να καταλάβω∙ δεν μου άρεσε πολύ… Ο Δημήτρης Γαλάνης είπε κάποτε πως όταν οι Έλληνες θέλουν να πολεμήσουν την ευρωπαϊκή τέχνη μιμούνται τον Πικάσο και τον Ματίς για να έχουν ελληνικότητα. Σ’ αυτήν την κυνική και δημοσιογραφική κάπως σκέψη υπάρχει μια δόση αλήθειας αλλά παραλείπεται το κυριότερο. Μια μίμηση είναι ο καλύτερος τρόπος να δείξεις ποιος είσαι αληθινά. Οι πολύ μεγάλες “πρωτοτυπίες” οφείλονται σε μίμηση αγνώστων και ασήμαντων προτύπων»[48].

Και πάλι ανατροπή και πάλι ανάσκελα. Όχι ο ίδιος αλλά οι τακτοποιητές του. Αυτοί που τον θέλησαν υπέρμαχο, θιασώτη, ακόμη και εισηγητή, μιας κάποιας δομημένης και ιδεολογικά ταγμένης, τουτέστιν στρατευμένης[49], ελληνικότητας[50]. Για να είμαι, όμως, δίκαιος, πρέπει να ομολογήσω το προφανές, πως ο Τσαρούχης δεν στέκεται άκαμπτα και δογματικά απέναντι στην ελληνικότητα. Πως θα μπορούσε, άλλωστε; Ο υποψιασμός του για την δημιουργημένη λατρεία των ειδώλων, για την οποιαδήποτε καθεστωτική ονοματολατρία,  δεν τον πάει μεμιάς στην άλλη πλευρά. Δεν τον κάνει καχύποπτο. Τον κάνει, όμως, προσεκτικό, υπεύθυνο. Σημειώνει, σχετικά: «Συχνά ακούω να μιλάνε για ελληνικότητα, για Ανατολή, για φολκλορισμό, λαϊκισμό κ.τ.λ. Πιθανώς να υπάρχουν όλα αυτά, μαζί μ’ αυτά κι ένα σωρό επιδράσεις από άλλους ζωγράφους. Αυτό που με απασχολεί είναι να βρίσκω και να σταθεροποιώ τους παντοτινούς νόμους της ζωγραφικής»[51]. Αλήθεια που έκαναν πράξη, άλλωστε, όλοι  οι άξιοι Έλληνες ήδη από τον 18ο αιώνα. Όλοι αυτοί που κατάλαβαν από νωρίς τις ιδεολογικές σκοπιμότητες που κρύφτηκαν πίσω από τις λέξεις, για να στενέψουν τον κόσμο, να σμικρύνουν την αλήθεια και τη ζωή, λησμονώντας ή παραβλέποντας πως το κόντεμα της Δύσης, σε πολλές περιπτώσεις η ολοκληρωτική της κατάργηση, δεν δίνει ανάστημα πλήρες στην Ανατολή. Λησμονώντας πως το θέμα δεν είναι η ωριγένεια περιτομή, αλλά η χαλκηδόνια πρόσληψη, η σάρκωση του άλλου του διαφορετικού, το δόσιμο και μαζί το άδειασμα. Η παραδοχή και η συνέχεια[52]. Η κένωση και η πλήρωση. Αυτά γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα ο Τσαρούχης και αναφερόμενος στους άξιους Έλληνες παρατηρεί τα εξής αποκαλυπτικά: «προσπαθούν να μπολιαστούν με τον δυτικό πολιτισμό, για να αφομοιώσουν και να γονιμοποιήσουν. Μιλάω για τους μεγάλους Έλληνες και όχι τα ανθρωπάκια που σαν τον πονηρό δούλο του Ευαγγελίου περιορίστηκαν στο να είναι “εφάμιλλοι των Ευρωπαϊκών”, νομίζοντας πως έτσι θα έχουν ήσυχο το κεφάλι τους και δεν θα τους κατηγορήσει κανένας. Όπου και να’ ναι το κέντρο του πολιτισμού, ένα είναι το καθήκον μας, να κρίνουμε και να προσφέρουμε∙ χωρίς κριτική όμως κάθε προσφορά είναι άκυρη»[53].

Δεν ξέρω πως, μα τούτη η κριτική διάθεση, τούτη η ποιητική ματιά, όσο πάει λείπει από τον τόπο μας. Λείπει, δηλαδή, εκείνη η ευγενική λαϊκότητα, που, μέσα στην έλλογη αφέλειά της, τολμά τα ατόλμητα. Θέλω να πω, πως τολμά το ξεγύμνωμα της βεβαιότητας των μικρανθρώπων, και βγαίνει για να φορέσει κατάσαρκα τον καιρό. Αρχίζει κάθε μέρα από το μηδέν. Ο κρινόμενος κρίνεται. Και γι’ αυτό η κριτική δεν είναι παίξε-γέλασε. Είναι άθλημα, άθλος επίπονος και επίμονος. Μια συνεχής γονιμοποίηση[54], που βάζει στο κέντρο τον άνθρωπο, όπως για αιώνες έκανε η ελληνική μεσογειακή τέχνη[55]. Και ο Τσαρούχης υπήρξε ένας τέτοιος ανθρωπιστής, ένας συνεπής και «επικίνδυνος» Χαλκηδόνιος[56], που ήθελε να προετοιμάσει «ένα έδαφος κάπως γερό», όπου οι ενθουσιασμοί του να μη μαραίνονται πριν βλαστήσουν[57]. «Ο Μακρυγιάννης», σημειώνει, «είναι κι αυτός ένας απ’ όσους πίστεψαν στη βοήθεια της Δύσεως. Τα Απομνημονεύμaτα του θα μπορούσαν να έχουν ως υπότιτλο: “Απομνημονεύματα ενός απογοητευμένου από τη Δύση”. Απ’ αυτή τη Δύση, τη μόνη ικανή να συνεχίσει το έργο του Αναξαγόρα, του Δημόκριτου, του Αριστοτέλη και τόσων άλλων, και που στο τέλος, όταν η ελπίδα μας και ο ενθουσιασμός μας είναι στο κατακόρυφο, απότομα μάς τα χαλά. Τότε, συντετριμμένοι, αποβάλλουμε αυτές τις τάσεις και περιοριζόμαστε σ’ έναν αρχηγό, το Χριστό, που ευτυχώς τουλάχιστο, δίπλα στα τόσα που μας ζητά, μας επιτρέπει να χτυπάμε ηρωικά με το λόγο όλους αυτούς που δε μας κατάλαβαν και που μας πρόδωσαν –οίτινες ουκ οίδασι τί ποιούσι. Η ελπίδα πολιτικής βοήθειας από τη Δύση κατέληξε πάντοτε σε σχεδόν διαψεύσεις και σε οργισμένους θρήνους. Η πνευματική επίδραση, αντίθετα, έδωσε καρπούς αγαθούς, ιδίως όταν στο βάθος ήταν η αναζωογόνηση δικών μας ακαταλύτων αντιλήψεων κι όχι στείρα φυγή από τον εαυτό μας»[58].

Αυτόν τον ανθρωπισμό του Τσαρούχη, άκρως θεοκεντρικό[59], δεν κατάλαβαν πολλοί, ανάμεσα τους και ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, που δεν μπορεί παρά να κάνει λάθος, όταν λέει, πως: «Κάθε έργο του Τσαρούχη είναι ένας παλιάνθρωπος»[60].  Τον Τσαρούχη, βέβαια, έχω την αίσθηση πως δεν τον κατάλαβε ούτε ο Καζαντζάκης, αυτός ο σπουδαίος Έλληνας. Ή για να το πω καλύτερα, έχω την αίσθηση πως τον κατάλαβε εν μέρει. Όπως σωστά υποστήριζε, όλα τα έργα του Τσαρούχη κοιτάνε σαν άνθρωποι. Και ο τρόπος τους είναι τόσο έντονος που σου κόβει τη μιλιά[61]. Όχι όμως άνθρωποι απελευθερωμένοι από το βάρος της ύλης, αλλά άνθρωποι πλήρεις ύλης[62]. Το πρώτο, αυτό που κλασικά υποστηρίζει ο Καζαντζάκης, η καρδιά της ανθρωπολογίας του, «να κάνουμε την ύλη πνέμα», ερωτοτροπεί με το μονοφυσιτισμό. Μια μορφή απαξίωσης της ύλης για χάρη του πνεύματος[63]. Το δεύτερο, που το βρίσκω πιο δίκαιο, κατεξοχήν τσαρουχικό, ταιριάζει μ’ αυτό που λέει ο προικισμένος μας ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, όταν διαφωνώντας με τον Καζαντζάκη, σημειώνει με νόημα, πως η ύλη πρέπει να μείνει ύλη και το πνεύμα πνεύμα[64]. Πραγματικότητες αληθινές, που, ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως ενωμένες, θα αποκαλύπτουν στους αιώνες, το μέγα μυστήριο της κτίσης, τον πλήρη άνθρωπο, τον σαρκωμένο Λόγο, τον Χριστό[65].

Δίχως δεύτερη κουβέντα μπορώ να πω, ότι έχει δίκαιο απόλυτο ο Μανόλης Χατζηδάκης, όταν λέγει, με αφορμή τον Τσαρούχη, πως «ήταν καιρός να γυρίσουμε στον άνθρωπο»[66]. Και είναι διάφανη αλήθεια, πως ο Τσαρούχης μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί σε μια τέτοια επιστροφή, καλύτερα εκτίναξη στο παρόν του μέλλοντος, σε μια στερνή γνώση, εκεί όπου στο κέντρο των πραγμάτων δεν βρίσκεται η Ανατολή και η Δύση, ούτε οι οποιεσδήποτε ελληνικότητες, προγονοπληξίες και μοντερνισμοί -πράγματα προς στιγμήν αναγκαία, μα και εν πολλοίς ακατανόητα στο αληθινό τους μέγεθος τη στιγμή της συνάντησης-, αλλά ο άνθρωπος, ο θεϊκός άνθρωπος[67]. Τούτο το μέγα μυστήριο, που βρίσκεται στον πυρήνα της πάλης πανάρχαιων πεποιθήσεων που φτάνουν στο σήμερα. Στην καρδιά αισιοδοξιών, βεβαιοτήτων, αμφιβολιών, γκρεμισμάτων, αντιρρήσεων και αντιφάσεων, που τον αποκαλύπτουν συνεχώς, εδώ και τώρα, ως κόσμο μικρό και μέγα[68].

«Πολύ αργότερα», σημειώνει ο «άγιος του νέου ελληνισμού»[69], και αναφέρεται ακριβώς στον μετά καιρό της ησυχίας, στην εποχή που η πάλη για γνωριμία με τον κόσμο ολάκερο καταλαγιάζει, τότε που οι συγκινήσεις και οι ταραχές, μαζί και οι οποιοιδήποτε νόμιμοι ενθουσιασμοί υποχωρούν, «κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι Εβραίος ή Μουσουλμάνος ή Ορθόδοξος η μονοφυσίτης ή ανθρωπιστής. Τώρα κάπως μπορώ να καταλάβω τί συζητήθηκε στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Μα τότε δεν ήξερα. Οι πρώτες ύλες, τα στοιχεία τα τόσο απαραίτητα για τον άνθρωπο, παρουσιάζονταν σε φαρμακευτικές συσκευασίες –το αμπαλάζ είχε περισσότερη σημασία απ’ το περιεχόμενο»[70].


[1] Η παρούσα μελέτη, με τίτλο, «Μακάριοι οι διχασμένοι». Ο Γιάννης Τσαρούχης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση και ένα σχόλιο για την ελληνικότητα,δημοσιεύθηκε στο βιβλίο μου Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος 2008, σ. 239-262. Εδώ παρατίθεται όπως καταρχήν γράφτηκε, με το εισαγωγικό-αυτοβιογραφικό σημείωμα, που στην έντυπη έκδοση είχε παραληφθεί.

[2] Βλ. σχετικά Χ. Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 112-113.

[3] Βλ. Μ. Χατζιδάκι, Για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1995, σ. 196.

[4] Γ. Τσαρούχης, Αγαθόν το εξομολογείσθαι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1986.

[5] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 32.

[6] Γ. Τσαρούχης,  «Απολογία», Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 11.

[7] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 36.

[8] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 21.

[9] Βλ. Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 15-16.

[10] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 34.

[11] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 13.

[12] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 31.

[13] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 31.

[14] Βλ. σχετικά, Ν. Γκάτσου, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Τσαρούχης, Εγώ ειμί πτωχός και πένης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 239-240.

[15] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 31-32.

[16] Και καλλιτέχνης, βέβαια, για τον Τσαρούχη, δεν λογίζεται ο υπερεπαγγελματίας των δηλώσεων, των διπλωμάτων, της αξιοποίησης και των διορισμών, τουτέστιν το πρόσωπο που στηρίζει περισσότερο την ύπαρξή του στο marketing  και πολύ λιγότερο στο εμπόρευμα -στάση όπως λέγει άκρως αντιχαλκηδόνια (Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 35-36)-, αλλά το πρόσωπο που γονατίζει ενώπιον της ζωής. Γράφει σχετικά: «Όλα αυτά που έκανα για τη μάθηση είναι απαραίτητα και δύσκολα μα το δικαίωμα να τολμάς να είσαι καλλιτέχνης σ’ το δίνει ο σεβασμός και θαυμασμός σου χωρίς όρια της ζωής. Η ζωή είναι τόσο θαυμαστό πράγμα ώστε η τιμή της να είναι το μυστήριο του θανάτου» Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 21.

[17] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 34-35.

[18] Βλ. Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 33.

[19] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 33-35. Πρβλ. Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 24: «Πολύ πριν από εκείνη την εποχή είχα καταλάβει πως δεν υπήρχαν μόνο δύο ζωγραφικές αλλά και δύο κόσμοι. Υπήρχαν δύο μουσικές, δύο τρόποι να ντύνονται οι άνθρωποι, δύο τρόποι να χορεύουν και να τραγουδούν, δύο τρόποι να φέρονται. Υπήρχε η Δύση και η Ανατολή…Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητός μου το κατανάλωσα για να γνωρίσω αυτούς τους δύο κόσμους, για να μην αδικήσω κανέναν και για να μην κάνω ανεπανόρθωτα λάθη».

[20] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 34.

[21] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 13-14.

[22] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 12.

[23] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 9.

[24] Βλ. Θ. Νιάρχου, Ψυχούλα, Γ. Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 235-236: «Ο ίδιος ο Τσαρούχης συνδυάζει πάντα μ’ έναν δροσερό, πρωτογενή, αγαθό σχεδόν τρόπο την πρόκληση για λιθοβολισμό που μια μειοψηφία, για λόγους καθαρά πνευματικής τάξης και όχι γιατί εισάγει “καινά δαιμόνια”, γεννά, με μια ευθυκρισία που μόνο όποιος απολαμβάνει τη συναίνεση του περιβάλλοντος μπορεί να κατορθώσει. Στο “μάτι του κυκλώνα”  πολλές φορές παραμένει ήρεμος, αξιοπρεπής, “ψυχούλα”, που ενώ το μικρότερο αεράκι θα τη λύγιζε, ανθίσταται στην ισχυρότερη καταφορά χωρίς να καταφεύγει σε τερτίπια δύναμης, χωρίς εύκολα αποδεικτικά όταν οι άλλοι χρησιμοποιούν με άνεση τα βλακώδη που τον καταδικάζουν. Πρόκειται για μια νίκη να αφήνεις έκθετο, ανυπεράσπιστο ουσιαστικά τον εαυτό σου και να επιζείς σα να είχες χρησιμοποιήσει μια στοιχειώδη έστω δύναμη. Σ’ αυτή την έκθεση του πιο ανυπεράσπιστου μέρους του εαυτού του, χωρίς τον ελάχιστο εξοπλισμό που στην κρίσιμη στιγμή θα μπορούσε να μεταλλαχθεί σε πανοπλία, καθώς και στην αποπομπή και την περιφρόνηση κάθε έννοιας και στοιχείου δυνάμεως, ενώ επαρκέστατα τού προσφέρονται, οφείλεται το γεγονός ότι ένας τόσο αντιφατικά συζητημένος, διαφημισμένος, τιμημένος αλλά και συκοφαντημένος όπως ο Τσαρούχης άνθρωπος δεν λογαριάζεται “κατεστημένο”».

[25] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 13.

[26] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 10.

[27] Ο Μάριος Πλωρίτης, Η διαλεκτική στον Τσαρούχη, Γ. Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 214, σημειώνει τα εξής όμορφα: «Όλα αυτά διαπότισαν, βέβαια, τον ψυχισμό και την τέχνη του Γιάννη Τσαρούχη…όλα συνυπάρχουν και αντιλαλούν μέσα του…και μέσα του, οι αντιθέσεις συγκλίνουν προς μια σύνθεση δική του, προσωπική, μοναδική. Μια διαλεκτική σύνθεση δική του, όπου το χυμώδες, απερίφραστο λαϊκό κι ανατολίτικο στοιχείο του μεγάλου Λιμανιού, με τους ναύτες, το ζεϊμπέκικο και τον Καραγκιόζη, διασταυρώνεται με τον αυτοσυγκρατημό του δυτικοφερμένου νεοκλασικού αστισμού, που αποτυπωνόταν στα χαμένα πια οικοδομήματα της Ζέας και στο θέατρο που μας στεγάζει αυτή την ώρα, υπό τους ήχους του ταγκό και της “Τραβιάτας”».

[28] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 20: «Συνειδητοποίηση και γνώση του τι γίνεται είναι για μένα η δράση των δράσεων, οπωσδήποτε το θεμέλιο κάθε δράσεως».

[29] Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 26.

[30] Για τον ακαδημαϊσμό και όλα όσα σχετίζονται με αυτόν σημειώνει: «Αλλά αν η φοβία του ακαδημαϊσμού δεν είναι χωρίς βάση, καταντάει στο τέλος να είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τον χειρότερο ακαδημαϊσμό», Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν γίνονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 27. Πρβλ.  Γ. Τσαρούχης, Αθώα και σοφή ζωγραφική, Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 35· Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 202,270. Βέβαια, όσο περιφρονημένος είναι ο ακαδημαϊσμός, άλλο τόσο περιφρονημένη είναι πολλές φορές και η τεχνική του χελιδονιού, το οποίο «ξέρει να χτίζει τη φωλιά του χωρίς να έχει πάει σε αρχιτεκτονική σχολή». Σε τούτο το χελιδόνι κάποιες φορές ο Τσαρούχης νομίζει πως μοιάζει, Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 28.

[31] Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 27.

[32] «Εκείνο που με ενδιέφερε πάντοτε ήταν η πραγματικότης. Όχι η ελληνική πραγματικότης αποκλειστικά. Άλλωστε η ελληνική παράδοση είναι σε πολλά ξένη παράδοση, δεν ξέρουμε από πού προέρχεται. Ιδίως στη μουσική, η παράδοσή μας είναι ξένη. Είναι μυστηριώδης ο ρόλος της πραγματικότητος, είναι δύσκολο να ορίσεις τί είναι πραγματικότης. Ο Παπαδιαμάντης, έστω κι αν έκανε μεγάλες αφαιρέσεις στα έργα του, είχε μεγάλο σεβασμό στην πραγματικότητα. Ενώ πολλοί άλλοι συγγραφείς την  αγνόησαν, δημιούργησαν ένα φανταστικό κόσμο, κολακευμένο, και προσπάθησαν να δείξουν την Ελλάδα σαν ένα ιδανικό τόπο, καθαρά ηρωικό. Γι’ αυτό και αποτυγχάνουν. Διότι τον κόσμο πρέπει να τον δεις όπως ακριβώς είναι, να μη ζητάς να τον ωραιοποιήσεις και να τον κολακέψεις ματαίως. Δεν μπορεί να ψευτίζει κανείς τη ζωή ατιμωρητί, να παρουσιάζει τους Έλληνες όλους σαν ήρωες ή σαν διανοούμενους. Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι δεν παίρνουν υπόψη τους τη ζωή τους που την ξέρουν καλά και κάνουν πράγματα ψεύτικα, που δεν έχουν καμιά σχέση με μας και κατά βάθος δεν μας ενδιαφέρουν. Και όμως θεωρούνται μεγάλοι λογοτέχνες. Ενώ αυτό που έχει σημασία είναι η γνήσια ομολογία ενός ανθρώπου», Γ. Τσαρούχης, Όταν είσαι ανώνυμος παραμένεις ο εαυτός σου (Συνομιλία με τους Δ.Ν. Μαρωνίτη, Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, «Η Λέξη», τεύχος 73, Μάρτης – Απρίλης 1988), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 210-211.

[33] Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 25. Γράφει για το θέμα ο Μ. Χατζιδάκις, Για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, σ. 192: «Ο Τσαρούχης πρώτος εσατύρισε τη βαλκανική ιδιοσυγκρασία μας. Χάρη στον πόλεμο και χάρη στο κλείσιμο των συνόρων μετά από αυτόν, μπορέσαμε ν’ αποκτήσουμε μεσογειακή συνείδηση και να ξεφύγουμε λίγο από τον διχασμό που εκ παραδόσεως μάς κατέχει, στο να αιωρούμεθα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση: την ύπαρξη εκείνου του χρυσού κλειδιού, την γνωρίζει καλά ο Τσαρούχης, ενώ καμιά κυβέρνηση ποτέ, ούτε στο παρελθόν ούτε στο μέλλον, θα υποπτευθεί το ζήτημα σαν ένα πρωταρχικό πρόβλημα του ελλαδικού χώρου. Το μόνο σοβαρό μάλιστα, τώρα που πάμε να ενταχθούμε στην Ευρώπη».

[34] Μ. Χατζιδάκις, Για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, σ. 195.

[35] Μ. Χατζιδάκις, Για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, σ. 194.

[36] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 16.

[37] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 20. Πρβλ. Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 24-25: «Εξαθλιωμένοι και περιφρονημένοι οι άνθρωποι του λαού είχαν μια αριστοκρατικότητα που δεν μπορούσες να συναντήσεις στον χυδαίο αστικό κόσμο, αλλά ούτε σε αυτούς που απομιμούνταν ευρωπαϊκούς καλούς τρόπους για να ξεχωρίσουν και από τους αστούς και από το λαό».

[38] Χ. Σταμούλη, Κατ’ αλήθειαν, Φύση και αγάπη και άλλα μελετήματα, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Αθήνα 1999, σ. 78.

[39] «Θέλοντας και μη ανήκουμε στην Ευρώπη», Γιάννης Τσαρούχης, Είμαστε για πάντα φοβισμένα ζώα (Συνομιλία με τον Γιώργο Κ. Πηλιχό, «Τα Νέα», 28.11.1978), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 48. Αναφερόμενος, μάλιστα, στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, γράφει: «Ο Παπαδιαμάντης, κάτω από το ήσυχο πνεύμα του, κάτω από την γαλήνη την στηριγμένη στην χριστιανική, ορθόδοξη πίστη, είναι πολύ πιο τραγικός, είναι πολύ πιο Ευρωπαίος στις ανησυχίες από πολλούς ευρωπαΐζοντες, οι οποίοι σήμερα δεν θα έκαναν ούτε για επαρχιακά φύλλα με τις επαναστατικές τους ιδέες και με τις πρωτοτυπίες τους», Γ. Τσαρούχης, Γιαννούλης Χαλεπάς, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 12.

[40] Βλ. Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 29: «Όταν αισθάνομαι δυτικός, ο Βερμέερ είναι για μένα ο μεγαλύτερος ζωγράφος. Όταν είμαι ελληνοανατολικός, μ’ αρέσει ο Σπαθάρης και ο Δεδούσαρος ως ζωγράφοι».

[41] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 20.

[42] Γ. Τσαρούχης, Γιαννούλης Χαλεπάς, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, σ. 12.

[43] «Με κατηγορούν ότι έφυγα από την Ελλάδα και ζω στην Ευρώπη. Είμαι ένα φίλτρο και θέλω να είμαι πιο κοντά στην πηγή της μολύνσεως. Νομίζω πως έτσι είμαι πιο χρήσιμος στην Ελλάδα», Γιάννης Τσαρούχης, Δεν έχω δέσει τον γαϊδαρό μου (Συνομιλία με τη Λίζα Πετρίδη, «Ταχυδρόμος», τεύχος 41, 13.10.1977), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 61.

[44] Πολλοί τον είπαν βυζαντινό, και μάλλον ήταν. Αλλά ένας αληθινός βυζαντινός, με γνώση και συνείδηση. Όχι ο γραφικός του κυματιστού δικέφαλου, της μεγαλομανίας και της προγονοπληξίας, που λαμπρύνει και «μεγαλύνει» τους χώρους της υπαρξιακής ερήμωσης, τα κενά στασίδια μιας ζωής, που αδυνατεί να ολοκληρωθεί στο παρόν.  Γι’ αυτό και δεν δυσκολεύεται κοντά στο Ωσαννά να βάλει και το άρον άρον, δείγμα υγείας και ευθύνης βαθιάς: «Διότι επιτέλους υπάρχουν και μερικά απαίσια πράγματα βυζαντινά, τα οποία καλό θα ήταν να λείπουν στο Βυζάντιο και καλύτερα να λείψουν σήμερα. Τα πείσματα, οι φανατισμοί, όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με την μεγάλη θρησκευτική κληρονομιά που συνέχισε από την αρχαιότητα το Βυζάντιο και διέδωσε στην  επερχόμενη ανθρωπότητα και σε μας τους ίδιους. Ένας τυφλός εθνικισμός με βάση την οκνηρία, την απροθυμία και το πείσμα είναι χειρότερος από έναν χωρίς εθνικισμούς και χωρίς εθνικές μεγαλομανίες βίο», Γ. Τσαρούχης, Γιαννούλης Χαλεπάς, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, σ. 12-13.

[45]  Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 21.

[46] Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 25: «Το παιδικό μου όνειρο να γίνω καλός ζωγράφος αναγκαστικά μετετράπη σ’ ένα ιδανικό διαφορετικό, που συνίστατο στο να μάθω που βρίσκομαι και που πατώ».

[47] Γ. Τσαρούχης, Απολογία, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 11.

[48] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 16-17.

[49] Μια πολύ όμορφη ιστορία, για τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η στράτευση στην τέχνη, σώζει ο Γιάννης Μόραλης, από την εποχή της Βενετίας, όταν οι δυο φίλοι αντιπροσώπευαν την Ελλάδα στη Μπιενάλε, σε συζήτηση που είχε με τον Διονύση Φωτόπουλο, Αγαπητέ μου Γιάννη. Τρία γράμματα. Γιάννης Τσαρούχης-Γιάννης Μόραλης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1997, σ. 21: «Μετά από μια δυο μέρες, μπαίνει μέσα ένα λεφούσι κοράκια, μαυροφορεμένοι, μαύρες ρεπούμπλικες κλπ. Τρέχουμε πάλι εμείς με τον Γιάννη. Αυτοί ανήσυχοι έβλεπαν από δω, από κει, λένε “πού είναι τα χέρια του ζωντανού Θεού;” Ήταν μεταφρασμένος βέβαια ο κατάλογος και ιταλικά. Στη μικρή αίθουσα που είχα διάφορα σχέδια, είχα και μια μακέτα από το θεατρικό έργο του Πρεβελάκη Τα χέρια του Ζωντανού Θεού, και τους είπα αυτά είναι. “Όχι”, λένε, “ζωγραφική θέλουμε. Δεν έχετε τίποτα άλλο;” “Όχι”, λέω. “Έχω μόνο κάτι κεριά”. Τι ήταν αυτοί; Ήταν αντιπρόσωποι του Βατικανού. Διότι το Βατικανό δίνει βραβεία. Μου λέει ο Τσαρούχης, να, φάτηνε και εσύ. Η επιτυχία μας ήταν αυτή ναπούμε. Αλλά τελικά τα προσέξανε, καλά ήτανε».

[50] Είναι αλήθεια ότι η ελληνικότητα στον Τσαρούχη είναι μέγεθος ανεξερεύνητο. Θα έλεγα πως υπάρχει μια πολύτροπη σύγχυση, μαζί και ένα μούδιασμα, που μόνο ο Τσαρούχης, βέβαια, με το αντιφατικό του τρόπου, θα μπορούσε να δημιουργήσει, αλλά και να λύσει. Σταχυολογώ κάποια δείγματα,  από τα λίγα, έτσι κι αλλιώς,  που έχουν γραφτεί για το θέμα: Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σ. 417: «Μαθητής του Κόντογλου ήταν ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, που μετέπλασε τη βυζαντινή ζωγραφική αίσθηση του πραγματικού σε σύγχρονη ευαισθησία ελληνικότητας…»∙  Κ. Κοσκινά, Πηγές και ελληνικότητα, Γιάννης Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 228-229: «Όσον αφορά τώρα το θέμα της “ελληνικότητας” στο έργο του Τσαρούχη, επειδή πιστεύουμε ότι το να μιλάμε για ελληνικότητα είναι σα να πλειοδοτούμε τη μια από τις δύο τεχνοτροπίες που αναφέραμε παραπάνω, και επειδή δεν συμφωνούμε και με τον όρο, θα προτιμούσαμε να πούμε ότι θα ερευνήσουμε εδώ τα στοιχεία αυτά που είναι ή θεωρούνται κατ’ εξοχήν ελληνικά και που κάνουν συχνά την εμφάνισή τους στο έργο του Τσαρούχη»∙ Σ. Παγιατάκη, Επιτέλους αρχαίο δράμα “μέϊντ ιν Γκρης”, Γιάννης Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 225: «Συγχρόνως, όμως, δεν θυμάμαι κι άλλο αρχαίο δράμα, που να μ’ έχει αγγίξει τόσο έντονα, σα να ’ταν  γραμμένο στην εποχή που ζούμε, όπου δεν χάνεις ούτε μια λέξη από την τόσο ευκολονόητη μετάφραση (του ίδιου του Τσαρούχη) και με μια τόσο ζωντανή (ας την πω και τούτη την επικίνδυνη λέξη) ελληνικότητα»∙ Μ. Χατζηδάκη, Ο Τσαρούχης και η ελληνική ζωγραφική, Γιάννης Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 216: «Αυτή η συνέχεια δεν οφείλεται μόνον στη σταθερή καλλιτεχνική προσωπικότητα που προβάλλει παντού, αλλά και στο γεγονός ότι ο καλλιτέχνης πολύ νωρίς συνειδητοποίησε τα επίκαιρα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής και προπάντων το πάντα καφτερό θέμα της ελληνικότητας στην τέχνη∙ αυτής της κεντρικής ιδέας η ζωντανή παρουσία είναι έκφραση μιας πίστης που θερμαίνει και ενοποιεί το έργο μέσα στη ροή του χρόνου. Την εξέλιξη της στάσης που παίρνει ο καλλιτέχνης απέναντι στο θέμα αυτό, μπορούμε να παρακολουθήσουμε ως ένα σημείο στην έκθεση»· Α. Φωστιέρη, στο Γιάννης Τσαρούχης, Όταν είσαι ανώνυμος παραμένεις ο εαυτός σου (Συνομιλία με τους Δ.Ν. Μαρωνίτη, Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, «Η Λέξη», τεύχος 73, Μάρτης-Απρίλης 1988), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 210: «Αναφέρομαι σ’ αυτό που πολλοί ορίζουν ως “ελληνικότητα”, και που σε σας το βλέπουμε καταρχήν να εκφράζεται ως σεβασμός και αξιοποίηση της ελληνικής –έντεχνης, λόγιας και λαϊκής- παράδοσης». Για την ελληνικότητα, βέβαια, ως πρόβλημα, αλλά και ως κατακτημένο τρόπο, έχουν γραφτεί πολλά. Εδώ, διαλέγω να παραθέσω κάποια αποσπάσματα, από σχόλιο του Ν. Ξυδάκη, στην Καθημερινή (Τέχνες και Γράμματα, Κυριακή 6 Απριλίου 2008, σ. 6), με τίτλο Ελληνικότητα, με αφορμή πρόσφατο καβγά για το θέμα, που ξέσπασε ανάμεσα στον Κ. Γεωργουσόπουλο από τη μια μεριά και τους Β. Λαμπρόπουλο, Αντ. Λιάκο και Στ. Γουργουρή από την άλλη: «Ελληναράδες εναντίον κοσμοπολιτών, πατριώτες εναντίον γραικύλων, παλαιομοντέρνοι εναντίον μεταμοντέρνων, ελυτόφρονες και σεφερολάγνοι, καβαφιστές γκέι και καβαφιστές στρέιτ, ήταν ο Σολωμός Έλλην ή Εβραίος; Είναι μεταμοντέρνοι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ο Γιάννης Αγγέλακας;…Και ναι, δεν θέλεις να ταυτιστείς με κανέναν από τους συγκρουόμενους –όχι μόνο γιατί δεν συμμερίζεσαι τα επιχειρήματα ή το ύφος τους, αλλά κυρίως γιατί διαισθάνεσαι ότι η πραγματική συζήτηση, η μόνη παραγωγική, είναι η ουσιώδης επαναπραγμάτευση της ελληνικότητας, η μετεξέλιξή της ίσως, αλλά όχι η αυτάρεσκη ισοπέδωσή της ή η φονταμενταλιστική της υπεράσπιση. Μέση οδός; Όχι – άλλη οδός. Η προγονοπληξία είναι νόσος, η ακλόνητη ουσιοκρατία είναι παρακμή: Οι αιώνιες αξίες που μεταπίπτουν σε στερεοτυπικές βεβαιότητες. Αλλά ανάλογη νόσος είναι η ποζάτη προγονοφαγία, ο εύκολος σχετικισμός, η στείρα προσκόλληση στο δόγμα: Όλα είναι κατασκευές, όλα αναθεμελιώνονται κατά τις κρατούσες δόξες. Άλλη οδός. Η ελληνικότητα ασφαλώς σχηματίστηκε, αλλά όχι σαν ιδεολογικό πασπαρτού. Μάλλον εξέφραζε την αναζήτηση ταυτότητας των πιο οξυδερκών στοχαστών, την αναζήτηση γενεαλογίας των πιο ανήσυχων δημιουργών, που ζούσαν παραγωγικά στις ακμές των συναντήσεων: Ανατολή, Δύση, μεσαίωνας, αρχαιότητα, Μεσόγειος, Βαλκάνια, γλώσσα, συνείδηση, έθνος, κοσμοπολιτισμός, εδαφική πατρίδα, διασπορά, δημώδες και νεωτερικό…Η ίδια η ελληνικότητα, αισθητικά και ιδεολογικά, χρησιμοποιήθηκε αριστερόστροφα και δεξιόστροφα, εναλλάσσοντας πρόσημα: Άλλοτε ελληνοχριστιανικά κι άλλοτε ελληνολαϊκά. Άλλοτε την επεκαλείτο η ευσεβιστική “Ζωή” για να προβάλει την νέα Ελλάδα που απέληξε στην επταετία, και για να πλήξει συνοδοιπόρους και μιάσματα∙ κι άλλοτε της επεκαλείτο η κομμουνιστική ορθοδοξία, για να πλήξει τον παρακμιακό Καβάφη, για να εξοντώσει τους δικούς της αιρετικούς και να φτιάξει το εικονοστάσι του σοσιαλρεαλιστικού άκαμπτου λαϊκού. Ίσαμε τη μεταπολίτευση…Η ελληνικότητα, ως ποιητική και ευαισθησία, ως δυναμική αυτογνωσία, ως τρόπος να βλέπουμε τον τόπο και να μυθολογούμε δημιουργικά τα νησιά και τους λερούς φουστανελάδες, ως τρόπος εντέλει να γειώνουμε με το εδώ, και να γεφυρώνουμε το εδώ με τα εκεί, αυτή η ελληνικότητα άνθησε και κάρπισε. Κι ίσως είναι η πιο ενδιαφέρουσα πνευματική σύνθεση στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Αυτής της ελληνικότητας, πυρηνικά δραματικής και ζωντανής ακόμη, δεν της αξίζει σήμερα μια τέτοια συζήτηση».

[51] Το κείμενο δανείζομαι από τον Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 288.

[52] «Μπορώ ν’ αναφέρω πρόχειρα τα μεγαλύτερα πνεύματα της Νεωτέρας Ελλάδος, φορείς αυτού του μυστικισμού, που συγχρόνως επίστεψαν βαθύτατα στη Δύση, τον Βιτσέντζο Κορνάρο, τον ΔιονύσΦιο Σολωμό, τον Κάλβο, τον Πικιώνη, τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη. Η παραδοχή της Δύσεως σαν πραγματικότητας ιστορικής για τους μεγάλους Έλληνες υπήρξε συγχρόνως ο καλύτερος τρόπος να συνεχιστεί ό,τι υψηλότερο έχει η ελληνική μας ψυχή, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται μια ελευθερία κριτικής αυτής της περίφημης Δύσεως, για να ελπίζουμε ότι μια μέρα θα οδηγηθούμε σε μια ισότιμη συμμετοχή στη δημιουργία του πολιτισμού που αυτή δημιουργεί και ελέγχει σήμερα», Γιάννης Τσαρούχης, Αθώα και σοφή ζωγραφική, Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 38.

[53] Γ. Τσαρούχης, Πρόλογος στον κατάλογο της Θεσσαλονίκης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 17.

[54] Δεν ξέρω γιατί, ή ίσως μπορώ να υποψιαστώ, αλλά δεν θέλω να παραδεχτώ, δεν θέλω να στρέξω σε μια τέτοια υποψία, φίλος καλός λοιδορήθηκε, όταν, πριν λίγο καιρό στο άγιο νησί της Τήνου, τόλμησε σε εισήγησή του να χρησιμοποιήσει τον, κατά την άποψή μου, εύστοχο όρο «χριστοσωματική γονιμοποίηση», για να εκφράσει ακριβώς, κατά απόλυτα χαλκηδόνιο τρόπο την γονιμοποίηση από τους ανθρώπους του σώματος και του αίματος του Χριστού. Παρηγορώντας τον για την αδικία, του είπα πως ο όρος θα μείνει στην ιστορία της θεολογίας. Και το πιστεύω.

[55] Μ. Χατζηδάκης, Ο Τσαρούχης και η ελληνική ζωγραφική, Γ. Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 218.

[56] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 32.

[57] Γ. Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με έργα, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 25.

[58] Γιάννης Τσαρούχης, Αθώα και σοφή ζωγραφική, Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 37-38.

[59] «Γενικά είμαι χριστιανός και γι’ αυτό είμαι και ανθρωπιστής. Παραδέχομαι δηλαδή τον άνθρωπο όπως είναι. Ο Χριστός λέει να επισκεπτόμαστε τους φυλακισμένους. Μα οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάνει πράξεις επιβλαβείς για την κοινωνία. Ωστόσο ο χριστός λέει: “Ήμουν κι εγώ φυλακισμένος”. Ο άνθρωπος είναι και οι αρετές του και οι κακίες του. Παίρνω τον άνθρωπο όπως είναι. Δεν τον παίρνω ως ένα πλάσμα τέλειο. Μέσα εκεί θα βρούμε, αν είμαστε ικανοί, το θεϊκό μέρος του ανθρώπου», Γιάννης Τσαρούχης, Όταν είσαι ανώνυμος παραμένεις ο εαυτός σου (Συνομιλία με τους Δ.Ν. Μαρωνίτη, Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, «Η Λέξη», τεύχος 73, Μάρτης-Απρίλης 1988), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 222.

[60] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 31.

[61] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 31.

[62] «Ζωγραφίζω σώματα και ανθρώπους και τοπία της γης και δεν μπορώ να φανταστώ πως όλα αυτά είναι απάτη του Σατανά. Ο Χριστός μάς ονόμασε “υιούς Θεού” και τον εαυτό του “Υιό του ανθρώπου”. Θέλησε να ενώσει τα πριν διεστώτα. Δεν έχω σπουδάσει Θεολογία αλλά ξέρω να διαβάζω τις εικόνες των Βυζαντινών, ακόμα και των μεταβυζαντινών ως το 1800. Οι ζωγράφοι και οι γλύπτες υπήρξαν πάντοτε  μεγάλοι θεολόγοι και μόνο οι εξυπνάκηδες τούς  ειρωνεύονται. Ζωγραφίζοντας τον τελευταίο των ανθρώπων ψάχνω να βρω τα στοιχεία του εκείνα που τον κάνουν άξιο να ονομάζεται “υιός Θεού”. Ο κόσμος όμως δεν καταλαβαίνει και νομίζει πως μόνο οι καλλονές των κομμωτηρίων έχουν κάτι θεϊκό. Θάταν βαρετό ν’ ασχολείται κανείς ώρες να ζωγραφίσει ένα πορτραίτο, αν δεν πιστεύει ότι είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Φυσικά υπάρχουν οι ενοχλητικοί πελάτες που θέλουν το πορτραίτο τους να τους δείχνει ευγενείς και άϋλους, απαγορεύοντάς σου να επικοινωνήσεις με το θεϊκό τους μέρος που ασφαλώς δεν συμπίπτει με τη κούφια ωραιοποίηση και το φτηνό “νοστιμούλικο”. Η κακή τέχνη είναι πάντοτε ωραιοπαθής. Όταν σε καλούν να κάνεις ένα πορτραίτο, δεν πρέπει να φέρεσαι σαν κόλακας κομμωτής. Πρέπει να αγκαλιάζεις παράφορα και ελεύθερα χωρίς καλούς τρόπους τη μορφή για να βρεις τα θεϊκά της στοιχεία. Όλοι οι “ασκημομούρηδες” για τους ανόητους Βυζαντινοί άγιοι, για μένα έχουν συλλάβει το πολυτιμότερο, παραμελώντας περιττές λεπτομέρειες που μόνο η έκφραση “αστραπή της θεότητος” αποδίδει. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη βυζαντινή τέχνη αλλά για κάθε τέχνη που έχει ως θέμα τον άνθρωπο. Η ιδέα ότι ένα πρόσωπο είναι κάτι άλλο από ένα ζωικό πλάσμα, είναι μια πατέντα ελληνική. Ούτε ζώο, ούτε αντικείμενο, αλλά πρόσωπο. Κάτι άλλο δηλαδή. Το ειδικό», Γ. Τσαρούχης, Αναστάσιμη συνομιλία (Συνομιλία με τον Ματθαίο Μουντέ, «Γυναίκα»), Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990,  σ. 92-93.

[63] Ν. Καζαντζάκη, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 125,283,295.

[64] Κ.  Χαραλαμπίδης, Το σημείο και ο κραδασμός, Θέματα Λογοτεχνίας 12(1999), σ. 20: «Μου αρέσει πάντα να σκέφτομαι τις λέξεις ως αντικείμενα που διαθέτουν βάρος, όγκο και πυκνότητα –είδωλα που εμπεριέχουν πνευματικούς συμβολισμούς του θείου σώματος μέσω του άρτου και του οίνου τους. Ποτέ δεν διαχώρισα την ύλη από το πνεύμα. Κείνο που λέει ο Καζαντζάκης, να κάνουμε “τη σάρκα πνεύμα”, δε νιώθω να με αγγίζει. Η σάρκα είναι πνεύμα, τα ίδια τα ενδύματα του Ιησού είναι υφασμένα με θαβώρειο φως. Το φυσικό –και πάντως υλικό- είναι ως εκ τούτου μεταφυσικό· δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι μεταφυσικό, εάν δεν ήτανε και φυσικό».

[65] Βλ. Γ. Τσαρούχης, Λαϊκή και αριστοκρατική πρέπει να είναι η μεγάλη τέχνη (Συνομιλία με τον Γιώργο Κ. Πηλιχό, «Τα Νέα», 10.3.1973), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 26.   Πρβλ.  Γ. Τσαρούχης, Σκόρπιες σκέψεις για την τέχνη και την Ανάσταση, Εγώ ειμί πτωχός και πένης, σ. 113-117∙  Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης,  σ. 338.

[66] Μ. Χατζηδάκης, Ο Τσαρούχης και η ελληνική ζωγραφική, Γ. Τσαρούχης, Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, σ. 218.

[67] «Το μεγαλύτερο δυστύχημα της ζωής μου είναι ότι δεν μπορώ να πιστέψω στην πολιτική. Ζηλεύω αυτούς που πιστεύουν. Δεν έχω άλλο καταφύγιο από το Θεό! Μακάρι νάμουν κομμουνιστής ή κάτι άλλο. Δεν τα κατάφερα. Το κουράγιο μου να ζήσω μού το δίνει ο Θεός. Από μικρό παιδί ήμουν έτσι. Η αξία που δίνω στον άνθρωπο είναι μια μορφή ελπίδας. Δεν τον παίρνω ποτέ σαν αντικείμενο, αλλά σαν κάτι θεϊκό», Γ. Τσαρούχης, Πνεύμα και επιστήμη η μόνη σωτηρία μας (Συνομιλία με τον Γιώργο Λιάνη, «Τα Νέα», 14.6.1978), Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, σ. 62.

[68] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 35.

[69] Πρόκειται για λόγια της Μαριάννας Κορομηλά και σώζονται από τον  Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης,  σ. 366.

[70] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σ. 35-36. Για τη σχέση του Τσαρούχη με την Ορθοδοξία, βλ. ενδεικτικά, Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης,  σ. 322-323,333-356.