Σεβασμιώτατε,
Σεβαστοί πατέρες,
Κυρίες και κύριοι,

Συχνά πυκνά, εντός των κόλπων της Εκκλησίας και της Θεολογίας, ακούγεται η άποψη πως η δογματική θεολογία είναι μια δύσκολη υπόθεση, που αφορά λίγους και εκλεκτούς. Αφορά δηλαδή, μια ελίτ, μια κάστα ειδικών, οι οποίοι, κλεισμένοι εντός της επιστημονικής τους επάρκειας και αυτάρκειας, ασχολούνται, με τρόπο άκρως εγκεφαλικό, που αγγίζει τα όρια της «επιστημονικής διαστροφής», με θέματα που σε καμία περίπτωση δεν αντλούν το είναι τους από την Ορθόδοξη πνευματικότητα και την υπέρμετρα σήμερα διογκούμενη και πολυδιαφημιζόμενη λαϊκότητα. Μια λαϊκότητα, μια εκκλησιαστική λαϊκότητα, που προβαλλόμενη ως το αντίπαλον δέος της σχολαστικής και λογοκρατικής δογματικής θεολογίας των ειδικών, διεκδικεί για τον εαυτό της το όλον της πνευματικής ζωής της Εκκλησίας, αλλά και της εμπειρίας, που τούτη η ζωή, δια της μετοχής των μελών του εκκλησιαστικού σώματος στη δόξα του ακτίστου, γεννά.
Έχω την αίσθηση, πως μια τέτοια κατανόηση και ερμηνεία, ή αν θέλετε ερμηνεία και κατανόηση των πραγμάτων, σμπαραλιάζει την ενότητα της Θεολογίας, διχοτομεί την αγία γη της Εκκλησίας, καταργεί τη μυστηριακή ενότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και οδηγεί εν τέλει τα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος στην αγκαλιά μιας κάποιας μαγικής και εξάπαντος ειδωλολατρικής θεώρησης της μυστηριακής ζωής, όπου τη θέση της Εκκλησίας παίρνει η θρησκεία και τη θέση του ελεύθερου, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού, ανθρώπου, η εξαρτημένη ύπαρξη, ο θρησκειοποιημένος άνθρωπος, που αναζητά εντός της Εκκλησίας ψυχοφάρμακα για την ανάσταση της εξουσιαστικότητας και της οποιασδήποτε νοσηρής θεσμικότητας, που θαυματουργοί και χαρισματούχοι του υποσχέθηκαν, ως αντάλλαγμα στην πιστότητά του στο ιδεολογικό σύστημα που δημιούργησαν.
Και είναι σαφές πως εντός μιας τέτοιας πραγματικότητας δεν υπάρχει θέση για Χριστό, καθώς η υπακοή, η ταπείνωση, η κένωση, η ευχαριστία, η άσκηση, αλλά και άλλα πολλά χαρίσματα της εκκλησιαστικής εμπειρίας, δεν αντλούν το είναι τους από το δικό του πρόσωπο, αλλά από το εκάστοτε ηθικό πρόσωπο, που προΐσταται της δικής του κοινότητας και η οποία φέρει τα δικά του υποστατικά χαρακτηριστικά και αποκαλύπτει τα δικά του προσωπικά χαρίσματα.
Με μια τέτοια, όμως, τακτική, έχω την αίσθηση ότι μετακινούμαστε πλέον, έχουμε μετακινηθεί εδώ και καιρό -και ας αρνιόμαστε κάποιες φορές να το αποδεχτούμε, πολύ περισσότερο δε να το ομολογήσουμε-, ανεπαίσθητα και αργόσυρτα από τη γη της του Χριστού Εκκλησίας στη γη της ειδωλολατρίας της σύγχρονης πνευματικότητας. Το παράδοξο, μάλιστα, βρίσκεται στο γεγονός πως τούτη η από-δογματοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής, τούτη η αφαίμαξη δηλαδή του μυστηριακού χαρακτήρα της Εκκλησίας, πραγματοποιείται με τρόπο διττό. Από τη μια η ευθεία άρνηση, για την οποία ήδη μίλησα και από την άλλη μια έμμεση απομάκρυνση, η οποία στηρίζεται σε έναν κάποιον υπερτονισμό του δόγματος, σε μια απολυτοποίησή του, που αγνοεί πως τα δόγματα της Εκκλησίας δεν είναι απρόσωπες ντιρεκτίβες και κανόνες, αλλά το πρόσωπο του Χριστού, που αποκαλύπτει τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο, την τρισυπόστατη μονάδα της Βίβλου και των Πατέρων της Εκκλησίας. Με άλλα και απλούστερα λόγια, το δόγμα δεν είναι λόγια σε σειρά, δεν είναι λέξεις και όροι, αλλά σύναξη γεγονότων∙ η περιγραφή της ζωής ενός σώματος εν κινήσει, η αλήθεια μιας εκκλησιαστικής κοινότητας, η οποία βρίσκεται καθ’ οδόν προς τα έσχατα και ο τρόπος της οποίας επιτρέπει παντού και πάντα στον Χριστό να σαρκώνεται κενωτικά εντός της. Μια τέτοια κοινότητα υφίσταται όσο τίκτει και τίκτει όσο υφίσταται. Εντός μιας τέτοιας φάτνης ο χωρισμός και η διαίρεση είναι αμαρτία, η διάκριση και η ενότητα σωτηρία. Και είναι αλήθεια πως η ιστορία της θείας Οικονομίας είναι γεμάτη από τέτοιες διακρίσεις και ενότητες: τρία πρόσωπα ένας Θεός, δύο φύσεις ένας Χριστός, ψυχή και σώμα ένας άνθρωπος. Όπως είναι ακόμη αλήθεια το γεγονός πως η κοινότητα τούτη αληθεύει όσο κενώνεται και όσο κενώνεται προσλαμβάνει και προσλαμβάνεται. Όπως ακριβώς ο Χριστός, έτσι και η Εκκλησία του. Έως σημείου τελικής ενώσεως. Η Εκκλησία, μας πληροφορεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, είναι η σάρκα του Χριστού και η σάρκα του είναι Εκκλησία .
Σε αυτή τη σάρκα δίχως άλλο μετέχουν και οι άγιοι της Εκκλησίας, όλοι εκείνοι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι της ιστορίας, οι οποίοι γύμνωσαν τον εαυτό τους, άδειασαν από τη βεβαιότητα του απόλυτου εγώ, προκειμένου να ενδυθούν τον Χριστό. Και αυτός, ως όντως φίλος, -και ας μη ξεχνούμε τη σημασία της φράσης φίλοι Χριστού-, έγινε για κείνους στολή και ένδυμα, που το φόρεσαν κατάσαρκα, για να καλύψουν τη γύμνια τους και να υπάρξουν με τον τρόπο που αυτός υπάρχει, τουτέστιν κενωτικά και προσληπτικά, έτσι ώστε να αποδεικνύονται στην πράξη μιμητές ενός τρόπου, ενός ήθους, κοινωνοί μιας αναλογίας στο Πνεύμα, καταπώς λέγει ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, και εξάπαντος όχι απρόσωποι αντιγραφείς εξωτερικών κανόνων και μέτρων. Το στοίχημα της αγιότητας δεν είναι η ηθική, δηλαδή η δημιουργία ενός συστήματος, αλλά η αποκάλυψη λόγοις και έργοις του θεανθρώπινου ήθους. Συνεπώς, η πιστότητα των αγίων στο δόγμα, σε αντίθεση με τα όσα εύκολα και αβασάνιστα συνήθως υποστηρίζονται, δεν είναι υπακοή στο σύστημα, αλλά πιστότητα στη σχέση. Στη ζωή των αγίων τα πάντα είναι Χριστός. Είναι, λοιπόν, η μετοχή στο χριστολογικό εγώ, έτσι όπως εμφανίζεται, έτσι όπως αποκαλύπτεται, στα βιβλικά και λειτουργικά μας κείμενα, που κάνει τους αγίους και εξαιρέτως τη Θεοτόκο να είναι αυτό που είναι: Εγώ ειμί η αλήθεια, εγώ ειμί ο Ων, εγώ ειμί το φως, εγώ ειμί η Ανάστασις και η ζωή. Ένα εγώ κοινοτικό, που χωρεί τους πάντες και τα πάντα. Ένα εγώ αντι-ατομικιστικό, που προϋποθέτει και ταυτόχρονα αναζητά τη σύναξη των επιμέρους και τη δυνατότητα εκκλησιασμού επί το αυτό της οποιασδήποτε διαφορετικότητας, της οποιασδήποτε ετερότητας, των προσώπων της οικουμένης. Ένα εγώ που συνεχώς μοιράζεται χωρίς ποτέ δεν δαπανάται.
Και είναι τούτο το εγώ, αυτό που ονόμασα χριστολογικό εγώ, η βάση, η πέτρα, πάνω στην οποία ο υμνογράφος αρχιτέκτονας στήνει το οικοδόμημά του . Ένα οικοδόμημα με βαθιά ποιητική συνείδηση. Μια τέτοια, βέβαια, συνείδηση φαίνεται ότι απαιτεί ολάκερο τον άνθρωπο, τον άνθρωπο των γεγυμνασμένων αισθητηρίων που αναζητά το θαύμα όχι στις αγορές της εκμετάλλευσης, στους χώρους του «θρησκευτικού τουρισμού», αλλά στην καθημερινή λειτουργία του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, που οι Ορθόδοξοι τελούν σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση δείχνουν συνεχώς άγιοι με ποιητική ψυχή και ποιητές με σημάδια αγιότητας. Άνθρωποι, δηλαδή, σαν τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Ρωμανό τον Μελωδό, αλλά και νεότεροι όπως ο γέρων Πορφύριος και ο γέρων Σωφρόνιος που άφησαν τη ψυχή τους να γίνει παιχνίδι τ’ ανέμου προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού, άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν να εγκαταλείψουν την ασφάλεια τους και να αναμετρηθούν γυμνοί με τον καιρό.
Έτσι, με τρόπο μυστικό και άκρως παραμυθητικό, η ποιητικότητα γίνεται το δημιουργικό συνθετικό της αγιότητας και ο ποιητής αποκαλύπτει στην τελείωσή του τον μεταμορφωμένο άνθρωπο της καινής κτίσης. Τούτο ίσως να εξηγεί και το γεγονός, πως οι περισσότεροι άγιοι της Εκκλησίας, οι μεγαλύτεροι πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν ποιητές. Και όσοι δεν ακολούθησαν το δρόμο της εμφανούς δημιουργίας μνημείων του πολιτισμού, ενός πολιτισμού της σάρκωσης, έμειναν να κρατούν το μεγαλύτερο δημιούργημα που έδωσε ποτέ η Εκκλησία του Χριστού, την αγάπη του. «Ο χριστιανός», σημειώνει ο γέροντας Πορφύριος και αποδεικνύει του λόγου το αληθές, «έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση».
Χαραγμένη από μια τέτοια οντολογία η εκκλησιαστική κοινότητα φανερώνει διαχρονικά και σε αντίθεση με τις πολιτείες της φθοράς και της αλλοτρίωσης, πως στη δική της πολιτεία οι ποιητές όχι μόνο δεν είναι εξόριστοι, αλλά τουναντίον συνιστούν τον πυρήνα του είναι της. Για τούτο ο μέγας μυστικός των Καυσοκαλυβίων, ο γέροντας Πορφύριος, έρχεται μετά μανίας να δηλώσει και πάλι και πολλάκις, ότι «για να είναι κανείς Χριστιανός πρέπει να είναι ποιητής». Διαπίστωση που μου επιτρέπει, παραφράζοντας τον άγιο Φιλόθεο Κόκκινο, που θέλει τον θεολόγο να θεολογεί στο ύψος της αγάπης του, να προσθέσω, ότι ο θεολόγος θεολογεί στο ύψος της αγάπης του και μαζί στο ύψος της ποιητικότητάς του. Μια ποιητικότητα που συνδέεται άρρηκτα και μοναδικά με τη δημιουργικότητα. Εκείνη τη θεία δύναμη, που κάνει το κατ’ εικόνα του ανθρώπου να υπερβαίνει, κατά Γρηγόριο Παλαμά, το κατ’ εικόνα των αγγέλων. Και τούτο διότι καταπώς λέγει ο θεσσαλονικιός άγιος, ο άνθρωπος κουβαλώντας στη φύση του το αισθητικόν, δηλαδή τη σωματικότητα και όσα από αυτήν προκύπτουν, πράγμα που δεν έχουν οι άγγελοι, μπορεί και δημιουργεί μιμούμενος τον Θεό, μιμούμενος τον «Δεσπότη Ποιητή», πολιτισμό. Δημιουργεί, δηλαδή, τέχνες και επιστήμες, αναπτύσσει τη γνώση, γεωργεί και οικοδομεί και φέρνει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη -εξάπαντος όχι εκ του μηδενός-, όλα όσα του είναι αναγκαία για την πραγματική ζωή.
Και είναι αλήθεια, εκλεκτοί συνδαιτυμόνες, πως σε τούτη την αγία τράπεζα της κατά μίμηση Θεού δημιουργικότητας μας εισάγει με το έργο του, που ενέπνευσε όλα όσα έχουν προηγηθεί, ο αγαπητός σας ποιμενάρχης. Έργο ποιητικό, έργο στερεωμένο στην πέτρα του Χριστού, που αποκαλύπτει δια της τιμής των τιμωμένων αγίων Νικήτα του Μεγαλομάρτυρος, Γερασίμου του Παλλάδα και Ιωακείμ, πατριαρχών Αλεξανδρείας, όλη την ιστορία της θείας Οικονομίας. Εκείνη την ιστορία που χαράχθηκε από το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, το πρόσωπο της έσχατης αγάπης, το έσχατον ορεκτόν, που ως αστραπή των εσχάτων διατρέχει το ποιητικό του έργο. Εκείνη την ιστορία, που ξεκινά από τη δημιουργία του κόσμου στον Παράδεισο και κορυφώνεται στα έσχατα. Θα έλεγα, λοιπόν, χωρίς κανένα ενδοιασμό, πως οι τιμώμενοι άγιοι, αλλά και όλοι οι άγιοι και εξαιρέτως η Παναγία Θεοτόκος, η Κυριοτόκος, η Υπεράμωμος κόρη, η ελπίδα πάντων των γηγενών, βρίσκονται εκεί, στην καρδιά της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας για να αποκαλύπτουν εδώ και τώρα, «εν μέσω της γης», αλλά και στους αιώνες το πρόσωπο του Χριστού, για να φανερώνουν τη νέα πολύτροπη ζωή που ανατέλλει από τον δικό του τρόπο. Έναν τρόπο, που εμπεριέχει όλους εκείνους τους διαφορετικούς χριστολογικούς τρόπους, που συναντούμε στη ζωή των αγίων και οι οποίοι εξάπαντος δεν είναι ίδιοι. Ένα τρόπο, υπόμνημα του προσώπου, υπόμνημα στο πρόσωπο, που κάνει τους αγίους να «επιποθούν ολοτρόπως» τον Χριστό.
Έτσι, ο άγιος Νικήτας, ο νικητικός και ακατάπληκτος Νικήτας, αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του μεγαλομάρτυρος, που «φλεγόμενος» από την αγάπη του Χριστού, από το κάλλος του Δεσπότη και προκειμένου να εκπληρώσει την ομολογία της πίστεως, τουτέστιν την ομολογία του ονόματός του, μιμείται το πάθος «του εν Σταυρώ δι’ ημάς υψωθέντος, και τον θάνατον θανάτω νεκρώσαντος». Μια ομολογία-κήρυγμα και μια ερωτική μίμηση-δοξασμός , που είναι ικανές να χαρίσουν τη θεϊκή φιλία και μαζί την ελπίδα, τη βαθιά πίστη, στο εκκλησιαστικό σώμα, πως ο άγιός του θα μεσιτεύσει στον αληθινό Θεό, στον «ατρέπτως σαρκωθέντα» και «δυσίν ουσίαις γνωριζόμενον» νομοδότη Θεό, που διέρρηξε το χειρόγραφο της αμαρτίας του προπάτορος, για τη θεραπεία των αλγηδόνων που τραυματίζουν τις ψυχές και τα σώματα όλων των ταπεινών και καταφρονεμένων του κόσμου. Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε σημειώσει, «Χριστός εστιν η ζωή και ανάστασις, των εις αυτόν ελπιζόντων, όστις και δωρείται τω κόσμω, ιλασμόν αμαρτιών και το μέγα έλεος».
Με τη σειρά του, ο άγιος Γεράσιμος ο Παλλάδας, το θείο βλάστημα της Κρητονήσου, αποκαλύπτεται ως πρότυπο θεόπνευστου Ποιμενάρχη, ο οποίος αποτελεί απερίτρεπτο στύλο της ευσεβούς πίστεως και διαφυλάττει την Εκκλησία του Χριστού, στην προκειμένη περίπτωση την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, στην οποία προεδρεύει και την οποία ποιμαίνει «Ευαγγελικώς» με τη δύναμη του Παρακλήτου, από τις αιρέσεις των Λατίνων. Από εκείνες δηλαδή τις δυνάμεις που αλλοτριώνουν όχι μια ιδέα, ούτε μια διδασκαλία, αλλά ολάκερο τον τρόπο ζωής του εκκλησιαστικού σώματος και ακυρώνουν την ενότητα επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Από εκείνες τις ομάδες των ανέραστων πιστών, που αποκαλύπτουν εν εαυτοίς το κακότεχνον της ενέργειας του διαβόλου, καθώς θα έλεγε ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, που βρίσκεται σε μόνιμη σύγκρουση με την ενέργεια του Θεού, που οι πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν τέχνη και καλλιτεχνία. Και δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως τούτη η στάση του καλού ποιμένα συνιστά κορυφαία πράξη ηγετικής υπουργίας, κενωτικής υπέρ των προβάτων αυτού υπουργίας, αντίστοιχης με την υπουργία που η Θεοτόκος προσέφερε με κείνο το ιστορικό, «ιδού η δούλη Κυρίου/ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», στο μυστήριο της θείας Οικονομίας. Γεγονός, που επιτρέπει στον σεβασμιώτατο να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να διαζωγραφίσει τη στάση του αγίου, τουτέστιν την διακονική αποδοχή της θεϊκής του κλήσης να ποιμάνει την εκλογάδα του Χριστού, τον εξαιρετικό όρο «καθυπουργών». Λειτουργώντας, οπωσδήποτε, σε αντιστοιχία ή αν θέλετε πιστή ακολουθία-συστοιχία ενός άλλου Κυρίλλου∙ του Αρχιεπισκόπου και πάπα Αλεξανδρείας, του θιασώτη της Αειπάρθενης Θεοτόκου, που παλεύοντας με τον αιρετικό Νεστόριο, απέδωσε στην Παναγία Μητέρα του Χριστού, για πρώτη και τελευταία φορά στην γραμματεία της Θεολογίας, τον όρο «υπουργός της θείας οικονομίας». Και είναι αλήθεια, πως τούτη η συστοιχία του σεβασμιωτάτου με τον συνώνυμό του άγιο, που είναι διάχυτη στο έργο του, κορυφώνεται στο συνοπτικό χριστολογικό και ως εκ τούτου Τριαδολογικό και σωτηριολογικό Θεοτοκίον της ακολουθίας του Μεγάλου Εσπερινού, στο οποίο διαβάζουμε τα εξής: «Τις μη μακαρίσει σε, Παναγία Παρθένε; Τις μη ανυμνήσει σου τον αλόχευτον τόκον; Ο γαρ αχρόνως εκ Πατρός εκλάμψας Υιός μονογενής, ο αυτός εκ σου της Αγνής προήλθεν, αφράστως σαρκωθείς, φύσει Θεός υπάρχων, και φύσει γενόμενος άνθρωπος δι’ ημάς∙ ουκ εις δυάδα προσώπων τεμνόμενος, αλλ’ εν δυάδι φύσεων, ασυγχύτως γνωριζόμενος. Αυτόν ικέτευε, σεμνή Παμμακάριστε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών».
Τέλος ο άγιος Ιωακείμ, για τον οποίο κομπάζει η Αθήνα και χορεύει η Αίγυπτος, καθώς και τούτος όπως και ο άγιος Γεράσιμος υπήρξε Πατριάρχης Αλεξανδρείας, μας παρουσιάζει έναν άλλο δρόμο για να φτάσει κανείς στη συνάντηση με τον «ένα της Τριάδος», τον οποίο έτεκε αφράστως η Δέσποινα Μαριάμ . Έναν δρόμο από τους πολλούς που έχει ο νους, καθώς θα έλεγε ο εθνικός μας ποιητής, που εμπνεόμενος από τον έρωτα του Χριστού, ξεκινά από την ασκητική πολιτεία, τη σταυρική βίωση του ευαγγελικού κηρύγματος και καταλήγει στην επισκοπική διακονία. Συνενώνοντας, με τον τρόπο αυτό την άσκηση με την ευχαριστία και αποδεικνύοντας με τρόπο εξαιρετικό, πως η Ορθόδοξη εκκλησιολογία είναι εκκλησιολογία ασκητικοευχαριστιακή. Τουτέστιν, είναι ευχαριστιακή διότι είναι ασκητική και είναι ασκητική διότι είναι ευχαριστιακή. Έτσι, όσο ο ένθεος ορά τη ζωή του κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών αυτού, τόσο μετέχει στη γιορτή της καθημερινής ύψωσης του Σταυρού, που εκβάλει στο μέγα μυστήριο της Ανάστασης, που χάρισε στον κόσμο ο Χριστός. Διαβάζουμε σχετικά: «Σήμερον Σταυρός υψούται, και κόσμος εκ πλάνης ηλευθέρωται. Σήμερον του Χριστού η Ανάστασις εγκαινίζεται, και τα πέρατα της γης αγάλλεται, εν κυμβάλοις δαυϊτικοίς ύμνον σοι προσφέροντα, και λέγοντα∙ Ειργάσω σωτηρίαν εν μέσω της γης ο Θεός, Σταυρόν και την Ανάστασιν∙ δι’ ων ημάς έσωσας, αγαθέ και φιλάνθρωπε. Παντοδύναμε Κύριε, δόξα σοι». Με έναν τέτοιο οπλισμό, λοιπόν, το «νέον κειμήλιον των Πατριαρχών» και ο «ουράνιος υποφήτης της ευσεβείας», ο θεομάκαρ Ιωακείμ, βγήκε έξω από την πόλη του Καΐρου και προσευχόμενος στο πρόσωπο του έρωτά του, τον γλυκύτατο Ιησού, μετακίνησε θαυματουργικά όρος μεγάλο, αφού πρώτα το τριχοτόμησε και ήπιε αβλαβώς ένα ποτήρι γεμάτο με θανατηφόρο ιό, βεβαιώνοντας «έργω», στον κακόβουλο Εβραίο, ο οποίος κακολόγησε και αμφισβήτησε τόσο αυτόν όσο και την Εκκλησία, «την εν Ευαγγελίοις του Σωτήρος φωνήν». Βεβαιώνοντας δια του θαύματος την αληθινότητα του ευαγγελικού δόγματος, την θεϊκότητα της φωνής του Δεσπότου.

Σεβαστοί πατέρες,
κυρίες και κύριοι των αρχών,
φίλες και φίλοι,

εάν αληθεύει αυτό που ο πρίγκιπας Μίσκιν λέγει, στον Ηλίθιο του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκυ, πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», τότε η ενασχόληση με τα υμνογραφικό έργο του εκλεκτού φίλου Μητροπολίτη, κ. Κυρίλλου Κογεράκη, καθώς και η λειτουργική μετάληψή τους από τον λαό του Θεού, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια προοδοποίηση, μια πρόγευση του θαύματος της άφραστης κοινωνίας του αγίου κάλλους που καλεί από τα έσχατα.
Σεβασμιώτατε, έτη πολλά. Να ζείτε για να δημιουργείτε και να δημιουργείτε για να ζείτε.

Ρόδος, Αύγουστος 2011

Advertisements