«Η εποχή της άνοιξης του 1982 φωτίζεται κυρίως με την ανάμνηση της σεβαστικής μορφής του γέροντος Μελίτωνος, επισκόπου Χαλκηδόνος. Τον είχα γνωρίσει το 1980, από κληρικούς στην Αθήνα, κοινούς φίλους και κατόπιν στην Πόλη. Ήταν μια εκλεκτή προσωπικότητα, Φαναριώτης στην καταγωγή και στην υπόσταση, κοσμοπολίτης και μέγας διπλωμάτης. Είχε γοητεία τόση, που δε σ’ άφηνε να τον προσπεράσεις. Είχε μια ιδιότυπη ομιλία όπου χρησιμοποιούσε καθαρεύουσα με συχνές χρήσεις απαρεμφάτου και δοτικής τριτοκλίτων. Χρησιμοποιούσε τον τύπο της αιτιατικής τον γνωστό ως Πολίτικο, δηλαδή έλεγε “τον είπε”, “τον έδωσε”. “Μα ξεύρετε, αυτό είναι και το ορθόν, γραμματικώς εννοώ”, μου είπε κάποτε. “Τον είπε”, δηλαδή “είπε εις αυτόν”. Έτσι μιλούσε, υποβάλλοντας στη γοητεία της προσωπικότητάς του (…) Δε θ’ αφήσω αμνημόνευτο το γεγονός της συνάντησής του με τον Τσαρούχη, τον οποίο θαύμαζε από παλιά. “Είμαι θαυμαστής του έργου σας”, του είπε όταν του έδωσε το χέρι, και συνέχισε φιλώντας τον σταυρωτά: “Και παρακολουθώ τη δράση σας από παλιά”. Ο Γιάννης με αισθήματα παιδικής συστολής και σεβασμού, του είπε: “Κατέχετε ένα σπουδαίο θρόνο, αυτόν της Χαλκηδόνος με την περίφημη σύνοδο. Έχετε γεννηθεί στην Πόλη;” “ Στο Φανάρι. Το πατρικό μου απέχει δύο βήματα από το παλάτι του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου”, απάντησε. Στο εστιατόριο που πήγαμε μετά για φαγητό, μέσα σε φιλική, δοκιμασμένη θαρρείς από παλιά, ατμόσφαιρα, αναπτύχθηκε μια ευτυχής συζήτηση, απ’ αυτές που λυπάμαι επειδή δεν σώθηκαν. Τον θυμάμαι μέσα στην παλίρροια του λόγου του, να μιλά για τους Δερβίσηδες του Ικονίου, το τάγμα του Ρουμ (ιδρυτή) των Σουφί. Οι γνώσεις του γέροντος εξέπληξαν τον Γιάννη. Είπε πως το πνεύμα του τάγματος ήταν η νεοπλατωνική έκφραση κι ότι ο Ρουμί είχε φιλίες με Έλληνες μοναχούς κι όταν πέθανε τον κήδεψε ο επίσκοπος Ικονίου, με τον οποίο ήσαν φίλοι. Είπε για το μυστικισμό του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου και για την επικοινωνία τους με τον Γρηγόριο Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (…) Με τον γέροντα συναντηθήκαμε πολλές φορές στην Αθήνα αλλά και στην Πόλη. “Ο διδάσκαλος τι κάνει, τι κάνει ο διδάσκαλος;” ρωτούσε κάθε φορά για τον Τσαρούχη (…) Μπήκαμε στο Βόσπορο το απόγευμα της ίδιας μέρας. Η είσοδος στα στενά είναι από τα θαυμάσια αυτού του κόσμου, όπως, νομίζω, και η είσοδος στη Βενετία. Στο λιμάνι μας περίμενε αυτοκίνητο φίλων που είχα ειδοποιήσει από την Αθήνα για το ταξίδι μας. Φάγαμε στο σπίτι τους το ίδιο βράδυ, με παρέα και το γέροντα Μελίτωνα. Η βραδιά ήταν συγκινητική (…) Όμως η φιλοσοφική και θεολογική συζήτηση ανάμεσα στον επίσκοπο και στον Τσαρούχη ήταν που δικαίωσε τη βραδιά ως ιστορική. Μίλησαν για την εφαρμογή του Πλατωνισμού και του Αριστοτελισμού στη Χριστιανική θεολογία. Ερμήνευσαν την ύπαρξη του όρου “θεανδρικό” στην ορθόδοξη θεολογία, και των όρων “θεάνθρωπος” και “ισόθεος”, που καταξιώνουν τον άνθρωπο ως υιό Θεού. Σε όλες αυτές τις ερμηνείες, η λέξη έρως, θείος έρως αποτελούσε το κλειδί. “Ήταν ωραία βραδιά”, είπα στον Τσαρούχη όταν φύγαμε. “Ναι”, είπε, “ήταν μια βραδιά δεκάτου τετάρτου αιώνος”»[1].

♦♦♦

          Είναι αλήθεια ότι τον Τσαρούχη τον γνωρίζουμε ως ζωγράφο. Και βεβαίως είναι∙ μάλιστα από τους σημαντικότερους μας. Στην αποψινή μας, όμως, συνάντηση, που φέρει τον ευρύτερο τίτλο Θεολογία και Λογοτεχνία, αποφάσισα να μιλήσω για τον Τσαρούχη ως λογοτέχνη και γιατί όχι και ως «κεκρυμμένο» θεολόγο. Δεν ξέρω εάν μια τέτοια δοκιμή είναι πράξη νόμιμη, αλλά εξάπαντος πιστεύω πως είναι έντιμη απέναντι στον «μυστικό» του νεώτερου ελληνισμού, που η παρουσία του και το συνολικό του έργο μας βγάζει εδώ και χρόνια από το βόλεμα της συνήθειας, μιας στάσης και μιας πράξης (;), που επιζητά την αβασάνιστη ταύτιση των πραγμάτων με το προφανές. Και ο Τσαρούχης είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα για το ξεβόλεμά μας, για μια λυτρωτική έξοδο από τα όρια της επιβεβλημένης «νομιμότητας» και «νομιμοφροσύνης», από τα όρια του σφιχταγκαλιάσματος της δήλωσης με το είναι.   Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο ίδιος, η ιστορία του «είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας που έπεσε ανάσκελα στο μπάνιο. Εκεί σκέφτηκε ότι υπάρχουν κι άλλοι χώροι εκτός από το μπάνιο, κι άρχισε να προσπαθεί να μεταχειριστεί τα πόδια της. Η προσπάθεια ήταν τόσο επίμονη που μαζεύτηκε κόσμος πολύς για να ιδεί αν θα τα καταφέρει. Κατάφερα να χρησιμοποιήσω ξανά τα πόδια μου, αλλά συχνά είχα την εντύπωση πως τα πουλιά κλαίνε γιατί ζούνε κι ο ήλιος ήταν μια φωτιά, που Κύριος οίδε ποια μεγάλη δύναμη του απαγορεύει να μας κάψει, σκεπτόμενος συχνά ότι αν σταθώ στα πόδια μου, ήτοι αν ισορροπήσω, αυτό θα σήμαινε πως βρέθηκε ο ιός μιας αρρώστιας»[2].

Έχω την αίσθηση, ότι το προλογικό κείμενο με το οποίο ξεκίνησα, από το εξαιρετικό βιβλίο του Αλεξίου Σαββάκη για τον Γιάννη Τσαρούχη -μια πρώτη προσπάθεια ένταξης των πραγμάτων σε χώρο και σε χρόνο-, προοδοποιεί την προσπάθεια για  αποκωδικοποίηση του τίτλου της εισήγησής μου -αντιγράφημα ακριβές, απόκτημα κλοπιμαίο από το εκτεθειμένο σώμα του Τσαρούχη-, και ως εκ τούτου ένα μικρό εχέγγυο για μια κάποια ελπίδα συνάντησης με τα  αφανή υλικά, που αναπνέουν κάτω από τα επιχρίσματα και με τα οποία φτιάχτηκε ένας τρόπος σταθερός και ανθεκτικός στο χρόνο και τα γυρίσματά του. Ένας τρόπος-τόπος, ένα δώμα  στο οποίο ο Τσαρούχης μόνασε στη διάρκεια της ζωής του ως αλλοπαρμένο και επικίνδυνο στρουθίον.

Και εξηγούμαι. Έχω την αίσθηση και πρέπει αυτό να το φωνάξω δυνατά, πως ο Τσαρούχης είναι ίσως ο καλύτερος και σαφέστερος ερμηνευτής της τέταρτης Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Χωρίς πολλά λόγια και εξοντωτικές αναλύσεις σε όρους και λέξεις, ο «αποδοκιμασμένος» και «παρεξηγημένος» δημιουργός, μας λέγει πως  το μείζον τούτης της σπουδαίας  Συνόδου, ο στόχος του όρου της με τα περίφημα επιρρήματα, δεν  υπήρξε άλλος παρά η καταξίωση του ανθρώπινου σώματος. Και μάρτυρας μου ο Αλέξιος Σαββάκης, ο οποίος, στο  βιβλίο για το οποίο ήδη σας μίλησα,   με σαφήνεια και ενάργεια, που επιτρέπει η εγγύτητα της σχέσης, σημειώνει: «Ο αρχαίος ελληνικός ανθρωπισμός κωδικοποιημένος από τους Έλληνες πατέρες του 4ου αιώνα, βρήκε τον τέλειο εκφραστή στον Τσαρούχη. Πίστευε στον άνθρωπο, στην ιερότητα του σώματος, στη θέωσή του (…) “Η αστραπή της θεότητος περνά από κάθε άνθρωπο και του προσδίδει θείο βάθος”, έλεγε, “και δεν υπάρχει πιο σπαρακτική αλήθεια για τον άνθρωπο από το φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα ου ποιηθέντα”. Ένας ανθρωπιστής ήταν ή, καλύτερα, ένας φιλ-άνθρωπος που διατηρούσε όλη την αρχαία ελληνική ευπρέπεια. Ήταν από την άποψη αυτή ένας αληθινός ορθόδοξος που ήλεγχε στον Ρωμαιοκαθολικισμό μονοφυσιτικές επιδράσεις. Θεωρούσε ιστορική τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας του 451 ως νίκη του ελληνικού ανθρωπιστικού πνεύματος εναντίον του ακραίου σε ιδέες Μονοφυσιτισμού που απέρριπτε το ανθρώπινο σώμα ως έργο του διαβόλου. Ήταν στο πνεύμα του  εντελώς  Χαλκηδόνειος»[3].

Βέβαια, τέτοιες ερμηνείες, τέτοιες εξηγήσεις, μπορεί να οδηγούν σε ειρωνικά μειδιάματα τους βολεμένους και τακτοποιημένους εκφραστές της νεκρικής στασιμότητας, της καταστροφικής νεκροφάνειας του οικείου σώματος, μα από την άλλη σίγουρα μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε, εν τέλει, πως η κατσαρίδα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, πράγμα που βάζει στη θέση της, στην ανάσκελη θέση της ολικής ανατροπής, όλους εκείνους που στοιχημάτιζαν για το αντίθετο. Με τούτο σε καμία περίπτωση δεν θέλω να πως ότι ο Τσαρούχης στοχεύει να αποκαλυφθεί ως θεολόγος και να ανεβεί στον άμβωνα υποκαθιστώντας τους ενθουσιώδεις κήρυκες του θανάτου του Χριστού, έργο που καμιά φορά μας δίνει και ψωμάκι ικανό καταπώς σημειώνει ο Πεντζίκης[4], αλλά σίγουρα τον αναδεικνύει ως αίσθηση ασκημένη, αίσθηση γεγυμνασμένη και ως εκ τούτου προφητική, ενός σώματος που δείχνει την άρνησή του να παραδοθεί σε μεταπράτες και πονηρούς, που φυτρώνουν σε κάθε εποχή. Ο Τσαρούχης είναι αυτό που είναι και το ξέρει καλά. Κέντρο του είναι η εξομολόγηση και οπωσδήποτε όχι η δήλωση, το είναι και όχι το φαίνεσθαι, γι’ αυτό και με αφοπλιστική-παιδική απλότητα ομολογεί: «Ζωγραφίζω σώματα και ανθρώπους και τοπία της γης και δεν μπορώ να φανταστώ πως όλα αυτά είναι απάτη του Σατανά. Ο Χριστός μάς ονόμασε “υιούς Θεού” και τον εαυτό του “Υιό του ανθρώπου”. Θέλησε να ενώσει τα πριν διεστώτα. Δεν έχω σπουδάσει Θεολογία αλλά ξέρω να διαβάζω τις εικόνες των Βυζαντινών, ακόμα και των μεταβυζαντινών ως το 1800. Οι ζωγράφοι και οι γλύπτες υπήρξαν πάντοτε  μεγάλοι θεολόγοι και μόνο οι εξυπνάκηδες τούς  ειρωνεύονται. Ζωγραφίζοντας τον τελευταίο των ανθρώπων ψάχνω να βρω τα στοιχεία του εκείνα που τον κάνουν άξιο να ονομάζεται “υιός Θεού”. Ο κόσμος όμως δεν καταλαβαίνει και νομίζει πως μόνο οι καλλονές των κομμωτηρίων έχουν κάτι θεϊκό. Θάταν βαρετό ν’ ασχολείται κανείς ώρες να ζωγραφίσει ένα πορτραίτο, αν δεν πιστεύει ότι είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Φυσικά υπάρχουν οι ενοχλητικοί πελάτες που θέλουν το πορτραίτο τους να τους δείχνει ευγενείς και άϋλους, απαγορεύοντάς σου να επικοινωνήσεις με το θεϊκό τους μέρος που ασφαλώς δεν συμπίπτει με τη κούφια ωραιοποίηση και το φτηνό “νοστιμούλικο”. Η κακή τέχνη είναι πάντοτε ωραιοπαθής. Όταν σε καλούν να κάνεις ένα πορτραίτο, δεν πρέπει να φέρεσαι σαν κόλακας κομμωτής. Πρέπει να αγκαλιάζεις παράφορα και ελεύθερα χωρίς καλούς τρόπους τη μορφή για να βρεις τα θεϊκά της στοιχεία. Όλοι οι “ασκημομούρηδες” για τους ανόητους Βυζαντινοί άγιοι, για μένα έχουν συλλάβει το πολυτιμότερο, παραμελώντας περιττές λεπτομέρειες που μόνο η έκφραση “αστραπή της θεότητος” αποδίδει. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη βυζαντινή τέχνη αλλά για κάθε τέχνη που έχει ως θέμα τον άνθρωπο. Η ιδέα ότι ένα πρόσωπο είναι κάτι άλλο από ένα ζωικό πλάσμα, είναι μια πατέντα ελληνική. Ούτε ζώο, ούτε αντικείμενο, αλλά πρόσωπο. Κάτι άλλο δηλαδή. Το ειδικό»[5].

Και αλλού πιο έντονα και πιο δηκτικά: «Αν ως θεολογία θεωρούμε τους κακούς λόγους που λένε οι μέτριοι ιεροκήρυκες διακόπτοντας την αρμονία των ακολουθιών, τότε η θεολογία είναι ένα τυπικό πράγμα χωρίς σημασία. Αν όμως θεωρήσουμε τη θεολογία σαν αναζήτηση του θείου όπου υπάρχει», και ας προσέξουμε, ας υπογραμμίσουμε τούτο το άκρως αντιμονοφυσιτικό όπου υπάρχει, «τότε οι καλοί ζωγράφοι είναι από τους μεγαλύτερους θεολόγους που μας διδάσκουν, όσο είναι ανθρώπινα δυνατόν, ότι ο φθαρτός άνθρωπος μετέχει της θείας φύσεως. Η νίκη κατά του θανάτου είναι συγχρόνως νίκη κατά της αμφιβολίας ότι η φύση μας είναι και θεϊκή.

Κακώς νομίζουν ότι οι ζωγράφοι αντιγράφουν το φθαρτό σώμα. Και οι πιο ρεαλιστές ζωγράφοι, αν είναι καλοί. Δεν μπορούν να σταθούν αν δεν συγκινηθούν βαθύτατα από το θαύμα της ενσαρκώσεως. “Σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι και ζητήσαι παρά του θεού βρώσιν αυτοίς” (παροιμιακός ψαλμός του Δαβίδ 101, στ. 21). Μέσα στο πιο θηριώδες πλάσμα της φύσεως υπάρχει αρμονία της θεϊκής θελήσεως κι αυτό το ξέρουν οι καλοί ζωγράφοι που προσπαθούν να δουν τον κόσμο με θεϊκή δικαιοσύνη, όσο αυτό είναι δυνατόν»[6].

Είμαι της γνώμης, λοιπόν, με τα όσα ως τα τώρα σημειώθηκαν, ότι ο «οίκος» του Γιάννη Τσαρούχη ή καλύτερα το μυστικό του δώμα αρχιτεκτονήθηκε ποιητικά με τα υλικά της σάρκωσης, τα υλικά που του προσφέρει η θεολογία της προσφιλούς του Χαλκηδόνας. Τουτέστιν, με την απόλυτη παραδοχή της κυριακής προσευχής που ζητά από τον Θεό να έρθει η βασιλεία του «ως εν ουρανώ και επί της γης». Μια παραδοχή-αυτοπαράδοση, που αναγνωρίζει πως η ζωή του ανθρώπου και δη του Χριστιανού εντός του κόσμου δεν χαρακτηρίζεται από τάσεις φυγής, αποτέλεσμα όλων εκείνων των υπερμυστικών νεοπλατωνισμών και ολισθηρών φαρισαϊσμών, το περιεχόμενο των οποίων παραπέμπει καθώς σημειώνει ο Τσαρούχης σε «σχήμα μεταφυσικού κενού φαλλού», και οι οποίοι εκόντες άκοντες αρνούνται το γεγονός ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο». Και τούτο διότι στο κέντρο της Ορθοδοξίας βρίσκεται εκείνος ο «υλιστικός» και ολιστικός «μυστικισμός», που γνωρίζει καλά -λόγοις και πράξεσιν- ότι «η γη είναι το σπίτι μας»[7]. «Ένα σπίτι», καταπώς θα έλεγε ο σπουδαίος Άρης Κωνσταντινίδης, «με μεγάλα ανοίγματα (παράθυρα, πόρτες) για να βλέπει κανείς το έξω τοπίο. Κι αυτό να μπαίνει μέσα, έτσι, μέσα στο σπίτι. Οπότε το μέσα και το έξω θα αποτελούνε μια οργανική ενότητα»[8]. Και αν αληθεύει η διαπίστωση πως ο άνθρωπος είναι αυτό που χτίζει, τότε ο Τσαρούχης είναι ο ζωγράφος και ποιητής της σαρκώσεως, εκείνο το ανήσυχο και επαναστατικό πνεύμα, που αρνούμενο τις εύκολες ταμπέλες και τις ανυπόστατες και βιαστικές ταυτίσεις έκανε τρόπο της ζωής και της τέχνης του, ολόκληρου του ποιητικού του είναι, το μυστήριο της ολικής προσλήψεως[9]. Το τρελό γεγονός, που απέδειξε πως  ο άνθρωπος δεν μπορεί να  γεννήσει τον Θεό, αλλά ο Θεός μπορεί να γεννηθεί από τον άνθρωπο. Και εδώ δίχως άλλο βρίσκεται η ρίζα εκείνου του θεοκεντρικού ανθρωπισμού -ούτε γυμνού θεοκεντρισμού ούτε άδειου και ως εκ τούτου α-νόητου ανθρωπισμού-, που επιτρέπει στο ζωγράφο να παρατηρεί, πως: «Γενικά είμαι χριστιανός και γι’ αυτό είμαι και ανθρωπιστής»[10]. Πράγμα που δηλώνει για μια ακόμη φορά τη σχέση των υλικών, που δικαιώνουν και την  ανεξήγητη, άλλως, αντοχή τους. «Πολύ αργότερα», σημειώνει ο «άγιος του νέου ελληνισμού»[11], και αναφέρεται ακριβώς στον μετά καιρό της ησυχίας, στην εποχή που η πάλη για γνωριμία με τον κόσμο ολάκερο καταλαγιάζει, τότε που οι συγκινήσεις και οι ταραχές, μαζί και οι οποιοιδήποτε νόμιμοι ενθουσιασμοί υποχωρούν, «κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι Εβραίος ή Μουσουλμάνος ή Ορθόδοξος η μονοφυσίτης ή ανθρωπιστής. Τώρα κάπως μπορώ να καταλάβω τί συζητήθηκε στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Μα τότε δεν ήξερα. Οι πρώτες ύλες, τα στοιχεία τα τόσο απαραίτητα για τον άνθρωπο, παρουσιάζονταν σε φαρμακευτικές συσκευασίες –το αμπαλάζ είχε περισσότερη σημασία απ’ το περιεχόμενο»[12]. Και εάν, βέβαια, όλα τούτα μοιάζουν ακατανόητα, εάν ο συνδυασμός του πνεύματος με τη σάρκα, η θεϊκή ισορροπία και ο γονιμοποιός διχασμός συνεχίζουν να αποτελούν μωρία και σκάνδαλο μέγα, δεν έχει κανείς παρά να ακολουθήσει την προτροπή του αποδοκιμασμένου από τους οικοδομούντες λίθου, του Γιάννη Τσαρούχη, και να μελετήσει για επεξηγήσεις τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας[13].

♦♦♦

          «Το πρωί της επομένης ξεκινήσαμε να περιηγηθούμε την Πόλη. Αρχίσαμε από την Αγιά Σοφιά (…) Παζαρεύουμε το χρόνο για να προλάβουμε να επισκεφθούμε το Καχριέ Τζαμί, τη μονή της χώρας (…) Παραδίπλα το νεκρικό παρεκκλήσι, με τη λυπημένη μορφή των αρχόντων. Μια γυναίκα φορεί τσεμπέρι. Είναι χήρα του στρατηγού Τορνίκου. “Η Τορνίκαινα”, ψιθυρίζει πλάι μου ο Γιάννης. Δίπλα, η μορφή του ανδρός της, του στρατηγού Μιχαήλ Τορνίκη και σε ιαμβικό εξάμετρο η ελεγειακή ευγενικώτατη επιγραφή:

Όσους αν αθροίζοι τις ενθάδε κρότους

νεκρούς ο ταφείς εξελέγξει Τορνίκης

ο τρισαριστεύς ή κοντόσταυλος μέγας

ος βασιλικός αποτεχθείς αιμάτων…

πενθεί δε μικρού παν το Ρωμαίων γένος

όσον περ αυτόν αγνοούν ου τυγχάνει…

          Είμαστε κουρασμένοι και φορτισμένοι από συγκίνηση. Θέλουμε να φύγουμε, αλλά είμαστε δέσμιοι του θεάματος. Καθώς βγαίνουμε, ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στο κτιτορικό μωσαϊκό του Μετοχίτη. Διαβάζω δυνατά τον παρηγορητικό λόγο του Χριστού: “Δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς”. “Ο Χριστός!  Μόνον αυτός μένει”, λέει ο Γιάννης συγκινημένος.

Γύρω στο μεσημέρι έπρεπε να βρισκόμασταν στο Πατριαρχείο. Ήμασταν καλεσμένοι για φαγητό από τον γέροντα Μελίτωνα (…) Το φαγητό, το ένα πιάτο να ακολουθεί το άλλο, κράτησε ώρες. “Το ζεϊμπέκικό σας, κύριε Τσαρούχη, είναι πάντως εξαιρετικό”, είπε ο επίσκοπος Ίμβρου και Τενέδου Φώτιος, την ώρα που σηκωνόμασταν από το τραπέζι και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γιάννη. “Μα που με είδατε;” “Στην τηλεόραση. Στην Ίμβρο όπου κατοικώ, βλέπω ελληνική τηλεόραση”. Αποχαιρετηθήκαμε κατασυγκινημένοι. Ο γέροντας μας φίλησε σταυρωτά και μας χάρισε μια σειρά δίσκων με ηχογραφημένες τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας στον πατριαρχικό ναό, και δύο βιβλία, σπάνιες εκδόσεις της Αγίας Σοφίας. “Αλέξιε”, μου είπε, “αν επιθυμείτε, να επισκεφθείτε τη Μονή του Σινά, υπενθυμίσετέ το μου. Θα σας δώσω ένα “πιττάκιον” για να σας προσέξουν ιδιαίτερα”. Και στρεφόμενος στον Γιάννη: “Διδάσκαλε, η χαρά μου να σας δεχθώ εδώ στο Φανάρι ήταν μεγάλη. Θα σας θυμούμαι εν τη  προσευχή”. Ο ευσυγκίνητος Τσαρούχης δάκρυσε δεχόμενος τις επιδαψιλεύσεις, τα συγκινητικά λόγια και τους ασπασμούς του γέροντος»[14].


[1] Α. Σαββάκης, Ιωάννης Τσαρούχης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 333-338.

[2] Γ. Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σ. 32.

[3] Α. Σαββάκης, Ιωάννης Τσαρούχης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 64. Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία ή υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 12, PG 74, 716D-717A: «Παραλαβών γαρ Πέτρον, και Ιάκωβον και Ιωάννην, ανέβη εις το όρος και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών× και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως αστραπή, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ωσεί η χιών».

[4] Ν.Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 20.

[5] Γ. Τσαρούχης, Αναστάσιμη συνομιλία (Συνομιλία με τον Ματθαίο Μουντέ, «Γυναίκα»), Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990,  σ. 92-93.

[6] Γ. Τσαρούχης, Σκόρπιες σκέψεις για  την τέχνη και την ανάσταση (Καταγραφή από την Αθηνά Σχινά, Σύναξη 3, 1982), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 113.

[7] Γ. Τσαρούχης, Σκόρπιες σκέψεις για  την τέχνη και την ανάσταση (Καταγραφή από την Αθηνά Σχινά, Σύναξη 3, 1982), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 115-116.

[8] Α. Κωνσταντινίδης, Η αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής. Ημερολογιακά σημειώματα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1992, σ. 25.

[9] Περισσότερα για το θέμα βλ. στις μελέτες μου, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 181-182,195 και Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σ. 239-262.

[10] Γ. Τσαρούχης, Όταν είσαι ανώνυμος παραμένεις ο εαυτός σου (Συνομιλία με τους Δ.Ν. Μαρωνίτη, Α. Φωστιέρη και Θ. Νιάρχο, Η Λέξη 73, 1988), Εγώ ειμί πτωχός και πένης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σ. 222.

[11] Πρόκειται για λόγια της Μαριάννας Κορομηλά και σώζονται από τον  Α. Σαββάκη, Ιωάννης Τσαρούχης,  σ. 366.

[12] Γ. Τσαρούχης, Νυν και αεί ή ποτέ πια, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σ. 35-36.

[13] Γ. Τσαρούχης, Αναστάσιμη συνομιλία (Συνομιλία με τον Ματθαίο Μουντέ, Γυναίκα), Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990, σ. 95.

[14] Α. Σαββάκης, Ιωάννης Τσαρούχης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993, σ. 338-344.

Advertisements