Ο χρόνος νοηματίζεται από τον καιρό, και ο καιρός δεν είναι παρά μία στάση, ένας σταθμός, για να μπορέσουμε να εποπτεύσουμε το παρελθόν και να ατενίσουμε το μέλλον. Χωρίς τον καιρό ο χρόνος ρέει ανοημάτιστος, καταποντίζεται στο θάνατο, τίποτε από όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν δεν επιβιώνει. Μέσα σε όλη την κτίση μόνον ο άνθρωπος μετατρέπει τον χρόνο σε καιρό. Είναι το προνόμιο και η ευθύνη της ελευθερίας που του δόθηκε από τον Δημιουργό, να εισάγει μέσα στο χρόνο, έστω και για λίγο (όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν στη Θεία Λειτουργία) την παρουσία και τη γεύση των εσχάτων, αυτών που δεν θα χαθούν μαζί με τόσα και τόσα άχρηστα που κουβαλάμε στη ζωή αυτή.

Ένα τέτοιο «καιρό» αισθάνομαι ότι βιώνω τις μέρες αυτές, ένα δώρο του ελεήμονος Θεού δοσμένο σε μένα με τα χέρια της αγάπης του αδελφού Αγίου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, καθώς ακούω τον αντίλαλο της φωνής μου στον στοχαστικό και κριτικό λόγο των εισηγητών αυτού του συνεδρίου, και παραλαμβάνω από τα χέρια του Διευθυντού της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών την τιμητική διάκριση του πρώτου «Εταίρου» της. Διακόπτω έτσι τη ροή του χρόνου της ζωής μου και στέκομαι στο σταθμό αυτό του ταξειδιού της πρώτα απ’ όλα για να ευχαριστήσω τον δωρεοδότη Κύριο, ο οποίος μου έδωσε το μεγάλο δώρο της ύπαρξής μου και τη δίψα της αναζήτησης του νοήματός της, και έπειτα όλους εσάς που με επικεφαλής τον ακάματο και χαρισματικό ποιμενάρχη της τοπικής αυτής Εκκλησίας υποβληθήκατε στον κόπο να με τιμήσετε με την εδώ παρουσία σας. Όλως ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Παναγιώτατο και πολυσέβαστό μου Αυθέντη και Δεσπότη, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο για την συγκατάβασή Του να αποστείλει τον Πανοσολογιώτατον Αρχιγραμματέα της Αγίας καί Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιμανδρίτην κ. Βαρθολομαίον, κομιστήν του σεπτού Πατριαρχικού Μηνύματος, του οποίου οι λόγοι με συνεκίνησαν βαθύτατα. Από καρδίας ευχαριστώ ωσαύτως τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον για την ευγενή καλωσύνη του να αποστείλει εκπρόσωπόν του στην εκδήλωση αυτή, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βελεστίνου κ. Δαμασκηνόν, και διά τους αγαθούς περί της ταπεινότητός μου λόγους του. Ευχαριστώ επίσης τους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς Μιλήτου, Τρίκκης, Θεσσαλιώτιδος, Ελασσώνος, Μεσσηνίας, Ρεντίνης, για την ενταύθα όλως τιμητική παρουσία τους.

Όλως ιδιαιτέρως η ευγνωμοσύνη μου στρέφεται προς τους εισηγητές του Διεθνούς Συνεδρίου, που οργανώθηκεν εδώ με θέμα την ταπεινή θεολογική μου προσφορά: τους Σεβασμιωτάτους και προσφιλεστάτους μου αδελφούς επισκόπους της Εκκλησίας της Σερβίας Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιο και εν Δυτική Αμερική κ. Μάξιμον· τον Μέγα Αρχιδιάκονο του Οικουμενικού Πατριαρχείου κ. Μάξιμο· τους ελλογιμωτάτους καθηγητάς κ.κ. Βασιλειάδη, Δεληκωνσταντή, Μαρτζέλο, Σταύρου, Παπανικολάου, π. Μπαθρέλλο, Αγόρα, Παπαγιαννόπουλο, Γιαγκάζογλου, κα Τσαλαμπούνη, Ασπρούλη και Βέντη, για το ενδιαφέρον που επέδειξαν και τον κόπο που κατέβαλαν προκειμένου να μελετήσουν σε βάθος και να παρουσιάσουν με τόση ακρίβεια και κριτική σκέψη την ταπεινή συμβολή μου στη θεολογική παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκτός από τη μεγάλη τιμή που συνεπάγεται για μένα η προσοχή και ενασχόλησή τους με το έργο μου, οι παρατηρήσεις τους αποτελούν πολύτιμη πηγή για τη διεξαγωγή ενός σοβαρού και εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου —επί τέλους— και στον τόπο μας, όπου επικρατεί κατά κανόνα η εμπαθής πολεμική και ο αυτάρεσκος μονόλογος.

Τέλος, οι θερμές ευχαριστίες μου απευθύνονται προς την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, το μεγάλο αυτό επίτευγμα της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού. Η απόφασή της να με τιμήσει με τον τίτλο του «Εταίρου» της και να οργανώσει το Διεθνές αυτό Συνέδριο για το έργο μου αποτελεί για την ταπεινότητά μου πηγή ενίσχυσης στη δύσκολη πορεία της εκκλησιαστικής και θεολογικής διακονίας μου. Ευχαριστώ τον Διευθυντή της κ. Παντελή Καλαϊτζίδη για τους ευγενικούς λόγους, με τους οποίους παρουσίασε την ακαδημαϊκή πορεία της μέχρι τούδε ζωής μου. Το έλεος του Θεού υπήρξε πλούσιο, αλλά η ανταπόκρισή μου ανεπαρκής. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον!

Χαρακτήρισα την τιμητική αυτή εκδήλωση «καιρό» και «σταθμό» στη ροή του χρόνου της ζωής μου, γιατί αισθάνομαι σήμερα το χρέος να σταθώ, και με νηφαλιότητα, χωρίς επηρεασμό, είτε από τους επαίνους, είτε από τη σκληρή και άδικη πολεμική, να εποπτεύσω το παρελθόν και να κοιτάξω προς το μέλλον. Ένα από τα μεγάλα διδάγματα που επέτρεψεν ο Κύριος να μάθω στη ζωή μου, όχι χωρίς δυσκολία και κόστος προσωπικό, είναι ότι το έργο του καθενός μας δεν καταξιώνεται ούτε απαξιώνεται από την κρίση των ανθρώπων, αλλά από εκείνην του Θεού. Και η κρίση του Θεού δεν εκφράζεται μέσα από την εφήμερη δημοσιότητα, αλλά χρειάζεται χρόνο για να εκδηλωθεί — χρόνο ιστορικό και, τελικά, εσχατολογικό. «Εί δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον χρυσίον, αργύριον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον καλάμην, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται· η γάρ ημέρα δηλώσει, ότι εν πυρί αποκαλύπτεται, και εκάστου το έργον οποίον εστί το πύρ δοκιμάσει· εί τινος το έργον μενεί ο εποικοδόμησε, μισθόν λήψεται· εί τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται» (Α΄ Κορ. 3, 12-14).

Aς προσεγγίζουμε με φόβο Θεού τόσο τη δική μας προσφορά όσο και την προσφορά των άλλων. Αν αυτό πού καταθέτομε είναι αληθινό, όση λάσπη και αν πέσει επάνω του, ο Θεός θα το αναδείξει, αν δε είναι ψεύτικο και κίβδηλο, θα αφανιστεί. Με γνώμονα το δίδαγμα αυτό απέφυγα στη ζωή μου όσο μπορούσα τη θεολογική αντιδικία. Προτίμησα τον ούτως ή άλλως συνεσταλμένο χρόνο της ζωής μου να τον αναλώσω θετικά, καταθέτοντας όχι αναιρώντας, και μάλιστα όταν αυτό που θα έπρεπε να αναιρέσω είχε να κάνει είτε με την εμπαθή κριτική είτε με την προσωπική προβολή και υστεροφημία.

Με την παρατήρηση αυτή επιτρέψτε μου να ανοίξω το θέμα του μέλλοντος της Ορθόδοξης Θεολογίας στην εποχή μας. Το πρώτο και, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο πρόβλημα της Ορθόδοξης Θεολογίας σήμερα είναι η απουσία θετικών προτάσεων. Όταν τη δεκαετία του 1960 η γενηά των θεολόγων, στην οποία ανήκω, «επαναστάτησε», κατά κάποιο τρόπο, στην ακαδημαϊκή θεολογία, όπως την είχαν διαμορφώσει κατά τα δυτικά πρότυπα οι προηγούμενες γενεές (Ανδρούτσος κ.λπ.), δεν περιορίστηκε στην κριτική, αλλά υπέβαλλε θετικές προτάσεις. Ωρισμένοι, όπως ο Ιω. Ρωμανίδης, άντλησαν από την ησυχαστική παράδοση και διαμόρφωσαν τη θεολογία γύρω από τον άξονα του προσωπικού βιώματος με έντονο το χαρισματικό στοιχείο. Άλλοι, όπως ο Χρ. Γιανναράς, άνοιξαν την Ορθόδοξη θεολογία στο χώρο της φιλοσοφίας αναδεικνύοντας την οντολογία της σχέσεως. Προσωπικά, βρήκα στη Θεία Ευχαριστία το κλειδί για την κατανόηση αρχικά της δομής και των λειτουργημάτων της Εκκλησίας, και στη συνέχεια της ίδιας της ανθρωπολογίας (με την έννοια του προσώπου ως κοινωνίας καί ετερότητας) και τελικά αυτού τούτου του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού ως ουσίας και προσώπων, κοινωνίας και ετερότητας.

Με την πάροδο του χρόνου τι απέγιναν όλα αυτά στις αρχές του 21ου αιώνα; Πρώτον, κάθε μία από τις παραπάνω προτάσεις δέχτηκε σκληρή κριτική, χωρίς όμως καμμιά αντιπρόταση. Δεύτερον, και χειρότερο, οι πιο πάνω προτάσεις κονταροχτυπήθηκαν μεταξύ τους καθιστώντας αδύνατη κάθε σύνθεση. Μόλις πρόσφατα, η ευχαριστιακή προσέγγιση κρίθηκε από «οπαδό» της θεολογίας του Ιω. Ρωμανίδη ως περίπου «κυοφορούμενη αίρεση», ενώ και ο Χρ. Γιανναράς εκφράζει πλέον γι’ αυτήν επιφυλάξεις. Ζούμε σε μία εποχή θεολογικού αλληλοσπαραγμού. Η λέξη «αιρετικός» τείνει να δηλώσει κάθε ένα που διαφωνεί με την άποψή μας, σε πείσμα όσων ο ιερός Φώτιος και η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας διδάσκουν περιορίζοντας σαφώς τον όρο «αίρεση» μόνο σε ό, τι αποτελεί παράβαση των αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων.

Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η Ορθόδοξη θεολογία βιώνει μία εσωτερική πολεμική, από την οποία τίποτε το θετικό δεν θα προκύψει. Και βέβαια η κριτική είναι πάντοτε αναγκαία, αλλά μόνον όταν γίνεται «είς οικοδομήν και ούκ είς καθαίρεσιν» (Β’ Κορ. 13,10). Χρέος των Ορθοδόξων θεολόγων στον 21ο αιώνα είναι να προβούν σε μία δημιουργική σύνθεση των διαφόρων τάσεων που έφερε στην επιφάνεια η γενηά του 1960. Οι τάσεις αυτές προήλθαν από την ίδια μήτρα, και δεν είναι ξένες μεταξύ τους. Ευχαριστία και άσκηση βιώθηκαν στο παρελθόν από την Εκκλησία ως ενιαία εμπειρία. Ο τονισμός της μιας από αυτές σε βάρος της άλλης είναι νεώτερο φαινόμενο, πού εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Όταν εξαίρομε τα πνευματικά χαρίσματα των «γερόντων», και υποτιμούμε τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, καλλιεργούμε μια προτεσταντίζουσα θεολογία, η οποία αργά ή γρήγορα θα διαλύσει την Εκκλησία, όπως συνέβη στην Προτεσταντική Δύση. Και όταν τους θεσμούς τους αποσυνδέσουμε πλήρως από τη χαρισματική διάσταση της Εκκλησίας, τότε ο νομικισμός θα αποξηράνει την Εκκλησία από τη ζωντάνια του Πνεύματος. Η σύνθεση αυτών των διαστάσεων γίνεται διαρκώς και περισσότερο αναγκαία στην Ορθόδοξη Θεολογία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε μία ιστορική παρατήρηση. Τον 19ο αιώνα και μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου το θεσμικό στοιχείο της Εκκλησίας είχεν επικρατήσει στην Ορθόδοξη Θεολογία. Σήμερα όμως φθάσαμε στο άλλο άκρο. Αρχικά η φθορά του θεολογικού στοιχείου άρχισε στην Ελλάδα από την ηθικιστική υπονόμευσή του από τις Αδελφότητες. Στην εκτός Ελλάδος Ορθοδοξία η θεολογία της Ρωσικής Διασποράς, θα έλεγα στο σύνολό της, με σημείο αιχμής τις θέσεις του Νικολάου Αφανάσιεφ, κατέφερε το πρώτο πλήγμα στη θεσμική εκκλησιολογία, ενώ στα καθ’ ημάς έχουμε φτάσει στο σημείο οι Επίσκοποι περίτρομοι να εκχωρούν την πνευματική τους εξουσία στους χαρισματούχους «γέροντες», να δέχεται δε ο επισκοπικός θεσμός ποικίλες αμφισβητήσεις από τη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία. Για την κατάσταση αυτή δεν είναι, βέβαια, άμοιροι ευθύνης οι ίδιοι οι επίσκοποι, οι οποίοι εξαντλούν το περιεχόμενο του λειτουργήματός τους στη διοίκηση, μεταβαλλόμενοι σε κρατικούς υπαλλήλους, λόγω και της σχέσεως κράτους και Εκκλησίας στην πατρίδα μας.

Η σύνθεση, λοιπόν, του θεσμικού και του χαρισματικού στοιχείου στην Εκκλησία μας θα αναδειχτεί καίριο πρόβλημα στην Ορθόδοξη Θεολογία του αιώνα που διανύουμε. Θα έλεγα ότι αυτό θα κρίνει και την επιβίωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί, όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, σύντομα δε θα ξέρουμε τι μας χρειάζεται ο επίσκοπος στην Εκκλησία. Αφού όλα τα ουσιώδη για τη σωτηρία μας τα κάνει πλέον ο πρεσβύτερος (ευχαριστία, εξομολόγηση και άλλα μυστήρια εκτός της χειροτονίας), ο επίσκοπος πλέον θα ασκεί διακοσμητικό ρόλο στις πανηγύρεις, και τίποτε περισσότερο. Όσο για τον συνοδικό θεσμό, έχει πλέον μετατραπεί σε όργανο «διεκπεραιώσεως τρεχόντων ζητημάτων», οι δέ συνοδικές αποφάσεις, που αποτελούσαν άλλοτε το έσχατο κριτήριο διακρίσεως μεταξύ αλήθειας και αιρέσεως, αυτές γράφονται πλέον στα παλαιότερα των υποδημάτων των υπερμάχων της Ορθοδοξίας.

Αυτά ως προς τα «εντός» της Ορθοδοξίας. Αλλά η ορθόδοξη Θεολογία στον 21ο αιώνα θα κληθεί να συνομιλήσει και με τον έξω κόσμο — άλλως θα μετατραπεί σε ένα «γκέτο», και θα έχει την τύχη κάθε «σέκτας» στην ιστορία. Όσο και αν ξενίζει ο όρος «συναφειακή θεολογία», ο πυρήνας του νοήματός του παραμένει πάντοτε καίριος. Η θεολογία που δεν αφουγκράζεται το τι συμβαίνει γύρω της έχει καταδικάσει σε θάνατο την κληρονομιά που παρέλαβεν από τους Πατέρες της. Αυτό είναι και το νόημα της «νεο-πατερικής σύνθεσης», που πρότεινεν ο αείμνηστος Γεώργιος Φλορόβσκη. Δεν πρόκειται για μία υπέρβαση της πατερικής θεολογίας αλλά για μία ερμηνεία της, που θα της επιτρέψει να δώσει απάντηση στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας και σε πολιτισμούς διαφορετικούς από τον δικό μας. Η Ορθόδοξη θεολογία καλείται να δώσει τη μαρτυρία της με όρους όχι πολεμικής, αλλά «σαρκωτικής» ιεραποστολής, μιλώντας, κατά το πρότυπο του σαρκωθέντος Λόγου, στο σύγχρονο άνθρωπο «εκ των έσω», αίροντας τους σταυρούς του και προσπαθώντας να κατανοήσει τις αγωνίες του. Τι άλλο, άλλωστε, έκαναν οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μεταφέροντας και ερμηνεύοντας υπαρξιακά το Ευαγγέλιο στον ελληνικό πολιτισμό της εποχής τους; Η Πατερική θεολογία θα πρέπει πάντοτε να παραμένει η βάση της ορθόδοξης θεολογίας, διότι οι Πατέρες συνέλαβαν πράγματι σε όλο το βάθος τους τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Από την άποψη αυτή δεν μπορούμε να πάμε πέρα από τους Πατέρες. Αλλά, ενώ η ουσία της πατερικής θεολογίας παραμένει αναλλοίωτη, οι άνθρωποι κάθε εποχής και κάθε πολιτισμού βιώνουν με τρόπο διαφορετικό τα υπαρξιακά προβλήματά τους. Χρέος της Ορθόδοξης θεολογίας είναι να προσπαθεί να απαντά διαρκώς στο ερώτημα, όχι τι είπαν οι Πατέρες στην εποχή τους (αυτό είναι έργο των ιστορικών), αλλά τι θα έλεγαν σήμερα, αν βρισκόταν αντιμέτωποι με τα προβλήματα ενός συγχρόνου δυτικού ανθρώπου ή ενός Αφρικανού κ.λ.π. Αυτό θα αποτελούσε «προδοσία» των Πατέρων; Κάθε άλλο. Προδοσία θα αποτελούσε, αντιθέτως, η μετατροπή των Πατέρων σε αρχαιολογικούς θησαυρούς, που τους φυλάσσουμε στο μουσείο, χωρίς να τους αφήνουμε να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής μας.

Με άλλα λόγια, το χρέος της Ορθόδοξης θεολογίας στην εποχή μας είναι, για να χρησιμοποιήσουμε τεχνικούς ακαδημαϊκούς όρους, να γίνει, από ιστορική, συστηματική θεολογία — κάτι που, δυστυχώς, ελάχιστα καλλιεργείται στις Θεολογικές Σχολές μας. Όπως κανένας δεν είναι καλός μαθητής όταν «παπαγαλίζει», επαναλαμβάνοντας κατά λέξη τα λόγια του δασκάλου του, έτσι και ο μαθητής των Πατέρων καλείται να πεί «με δικά του λόγια», λόγια της εποχής του, ό, τι του δίδαξαν οι Πατέρες.

Έτσι, η Ορθόδοξη θεολογία καλείται στην εποχή μας να δώσει απαντήσεις, αντλώντας πάντοτε από τη σκέψη των Πατέρων, σε ερωτήματα που κυριαρχούν στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Σήμερα, για παράδειγμα, ο άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, άγνωστο στην εποχή των Πατέρων, την οικολογική κρίση. Το πρόβλημα αυτό προέκυψεν από την αλαζονία και την έπαρση του ανθρώπου έναντι της λοιπής δημιουργίας, που καλλιεργήθηκε κυρίως με τον Διαφωτισμό και την τεχνολογική επανάσταση. Η Πατερική κοσμολογία, μαζί με την λειτουργική και ασκητική παράδοση και εμπειρία της Ορθοδοξίας, πρέπει να ερμηνευτούν με άμεση αναφορά στο πρόβλημα αυτό. Να, λοιπόν, μία ευκαιρία σύνθεσης της ευχαριστιακής με την ασκητική θεολογία, που είναι ταυτόχρονα μια «συναφειακή θεολογία».

Αλλά ο αιώνας που διανύομε φέρνει μαζί του και άλλες προκλήσεις για την Ορθόδοξη θεολογία. Μία από αυτές, ίσως η πιο σοβαρή, είναι η ραγδαία αναπτυσσόμενη παγκοσμιοποίηση, με όλες τις παραμέτρους της. Η πρώτη και σημαντική παράμετρος της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με την τεχνολογία και όλες τις συνέπειές της. Η τεχνολογία, και μάλιστα στην ψηφιακή μορφή της, καθιστά την επικοινωνία των ανθρώπων άμεση, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση της τοπικής κοινότητας, η οποία και στην ουσία καταργείται. Οι συνέπειες για τη θεολογία είναι συγκλονιστικές, ιδιαίτερα στο χώρο της εκκλησιολογίας. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ορθόδοξη εκκλησιολογία -σε αντίθεση με εκείνη των Ρωμαιοκαθολικών- βασίζεται στην τοπική Εκκλησία. Πυρήνας και κύτταρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η τοπική Εκκλησία συνηγμένη επί το αυτό σε μία Ευχαριστία γύρω από τον επίσκοπό της. Αυτό διαφυλάχθηκε διά μέσου των αιώνων ως κόρη οφθαλμού θωρακισμένο με ιερούς κανόνες που απαγορεύουν την «εισπήδηση» ενός επισκόπου στο έδαφος άλλης επισκοπής. Τώρα όμως που το ραδιόφωνο, η τηλεόραση ή και το internet μεταδίδουν τη Θ. Λειτουργία και το κήρυγμα σε εμβέλεια πολύ ευρύτερη μιας επισκοπής τι συμβαίνει με την απαγόρευση των «εισπηδήσεων»; Πώς ένας πιστός μιας τοπικής Εκκλησίας που παρακολουθεί την αναμετάδοση της Θ. Λειτουργίας μπορεί να εύχεται υπέρ του αρχιεπισκόπου «του» («ημών»), όταν ο μνημονευόμενος επίσκοπος δεν είναι ο δικός του, αλλά κάποιος άλλος; Μήπως σιγά-σιγά θα εθιστούμε στο «δεν έχει σημασία» ποιος είναι ο επίσκοπός μας, όταν μετέχουμε στη Θ. Ευχαριστία; Αλλά αυτό θα αποσυνέδεε πλέον τον επίσκοπο από την Ευχαριστία, και όλοι οι ιεροί κανόνες περί «εισπηδήσεως» θα μεταβάλλονταν σε παρωδία.

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι το πρώτο και τραγικώτερο θύμα της ψηφιακής τεχνολογίας θα είναι σύντομα η ευχαριστιακή εκκλησιολογία. Μια παγκόσμια κοινωνία θα έχει ως συνέπεια και μια παγκόσμια εκκλησιολογία, δηλαδή μια διάλυση της τοπικής εκκλησίας. Τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Το λιγώτερο που μπορεί να γίνει είναι η απαγόρευση της αναμετάδοσης της Θ. Λειτουργίας: η Ευχαριστία να γίνει πάλι αυτό που ήταν άλλοτε, δηλαδή Σύναξις «επί το αυτό». Η ψευδαίσθηση ότι δήθεν μετέχω στη Θ. Ευχαριστία, χωρίς να συνάγωμαι (σωματικά) «επί το αυτό», υπονομεύει αυτό το ίδιο το νόημα της Θ. Ευχαριστίας, και ενθαρρύνει την διάλυση της τοπικής Εκκλησίας, πράγμα που ήδη συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό.

Αλλά η πρόκληση της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης δέν σταματά στην τοπική Εκκλησία. Το επόμενο θύμα της θα είναι οι λεγόμενες «εθνικές» ή «αυτοκέφαλες» Εκκλησίες. Όταν τα έθνη-κράτη παραχωρούν σιγά-σιγά την εθνική κυριαρχία τους σε τομείς όπως η οικονομία (και όχι μόνον, βλ. Ελλάδα σήμερα), πώς θα επιβιώσει η συνείδηση της εθνικής Εκκλησίας; Όταν η δημογραφική σύνθεση μιάς χώρας αλλοιώνεται ραγδαία με την ανάμειξη πολλών εθνικοτήτων, πώς θα μπορούμε να προσευχόμαστε «υπέρ του ευσεβούς ημών έθνους»; Είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία και η θεολογία της έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτές τις νέες προκλήσεις ή μήπως προτιμούν να κλείνουν τα μάτια τους στον ερχομό τους;

Συναφής με τις προκλήσεις αυτές είναι και η ραγδαία αποσύνδεση των συγχρόνων (δυτικών κυρίως) κοινωνιών από τα πιστεύματα και τα ηθικά προστάγματα της Εκκλησίας. Η θρησκεία σιγά-σιγά ιδιωτικοποιείται και παύει να είναι δημόσιο βίωμα. Ο γάμος απο-ιεροποιείται, και γίνεται απλή σύμβαση ή συμβίωση. Ό, τι η Εκκλησία απαγορεύει, το κράτος το επιτρέπει. Αυτά δεν είναι ίσως ακόμα πραγματικότητα στην πατρίδα μας, αλλά όποιος έχει μάτια τα βλέπει να έρχωνται και εδώ.

Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πολλές ακόμα από τις προκλήσεις του αιώνα μας, αλλά ας επικεντρώσουμε τη σκέψη μας στο χρέος της ορθόδοξης θεολογίας. Πολλές από τις προκλήσεις που ανέφερα έχουν ήδη βρεθεί αντιμέτωπες με τη χριστιανική Θεολογία στη Δύση. Το αποτέλεσμα ήταν ή μία κατά μέτωπον σύγκρουση της θεολογίας με τις προκλήσεις αυτές (αυτό συνέβη κυρίως στη Ρωμαιοκαθολική θεολογία) ή μία πλήρης υποταγή της (η περίπτωση του Προτεσταντισμού, με εξαίρεση την ευαγγελική και φονταμενταλιστική μερίδα του). Η Ορθόδοξη θεολογία μόλις τώρα άρχισε να προβληματίζεται. Μερικοί Ορθόδοξοι ακολουθώντας το (επίσημο) Ρωμαιοκαθολικό ή το ευαγγελικό-προτεσταντικό πρότυπο επιλέγουν την κατά μέτωπο σύγκρουση με τις νέες αυτές προκλήσεις. Άλλοι είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν με αυτές προκαλώντας την οργή των προηγουμένων. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει ακόμα βρεί το δρόμο της, και δεν διαθέτει κριτήρια για να βοηθήσει την Εκκλησία.

Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι η κατά μέτωπο σύγκρουση με τις προκλήσεις αυτές και ατελέσφορη είναι και δεν ταιριάζει στο ήθος της Ορθοδοξίας. Όταν η εκκοσμίκευση χτυπούσε την πόρτα της Εκκλησίας και την απειλούσε στην μετά τον Μ. Κωνσταντίνο εποχή, η Εκκλησία απαντούσε με δύο θεολογικές θέσεις της: τη λειτουργική ζωή και τον μοναχισμό. Και τα δύο αυτά στοιχεία είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τον εσχατολογικό προσανατολισμό τους. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντλεί από ιστορικά μορφώματα, ώστε να χρειάζεται να τα υπερασπίζεται. Την ενδιαφέρει ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού υπό οποιεσδήποτε ιστορικές συνθήκες και αν βρίσκεται, και αυτόν τον άνθρωπον υπηρετεί προβάλλοντας ενώπιόν του ένα όραμα, μία εσχατολογική προοπτική, για να προσαρμόσει σ’ αυτό τη ζωή του. Αυτό έκανε στους πρώτους αιώνες, αυτό εξακολούθησε να κάνει στην Τουρκοκρατία, και αυτό ουσιαστικά διέσωσε την Ορθοδοξία, όταν της στερήθηκε κάθε δυνατότητα επέμβασης στα κοινωνικά δρώμενα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Λειτουργική ζωή και μοναχισμός υπήρξεν η απάντηση της Ορθόδοξης θεολογίας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Σεβασμιώτατοι και αγαπητοί πατέρες και αδελφοί. Είπα στην αρχή της ομιλίας μου ότι η τιμητική αυτή εκδήλωση είναι σταθμός στη ροή του χρόνου της ζωής μου. Σ’ αυτόν στέκομαι με ευχαριστία αλλά και με δέος για να εποπτεύσω το παρελθόν και να ατενίσω το μέλλον. Οι ομιλητές του συνεδρίου είχαν πολλά να πούν, κάνοντας φύλλο και φτερό όσα προσπάθησα και εγώ να πώ υπηρετώντας την Εκκλησία και τη θεολογία της. Τους ευχαριστώ και πάλι γι’ αυτό. Ανατρέχοντας στο παρελθόν με το βλέμμα πλέον στραμμένο στο μέλλον που φέρνει μαζί του ο αιώνας μας παραμένω αμετανόητος για ένα πράγμα στη θεολογική διαδρομή μου: την ευχαριστιακή προσέγγιση της θεολογίας. Η προσέγγιση αυτή παραμένει για μένα και ο μόνος δρόμος που έχει μπροστά της η Ορθόδοξη θεολογία αντικρύζοντας τις προκλήσεις του αιώνα μας. Από την προσέγγιση αυτή μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διαλεχθεί η Ορθοδοξία δημιουργικά με τις κοινωνικές, ακόμα και τις φυσικές, επιστήμες του αιώνα μας, να ασκήσει κριτική σοβαρή στα αρνητικά για τον άνθρωπο και τη δημιουργία του Θεού στοιχεία του πολιτισμού μας, και να συμβάλει —όσο το επιτρέπουν οι περιορισμοί και οι αντινομίες της ιστορίας— στη δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου πολιτισμού. Η ευχαριστιακή προσέγγιση δεν είναι μονομέρεια. Τίποτε δεν είναι πιο «καθολικό» από τη Θ. Ευχαριστία. Εκεί καταλήγουν και καταξιώνονται τα πάντα: Βάπτισμα, Μετάνοια (=άσκηση), τέχνη, και ό,τι άλλο περιλαμβάνει η ύπαρξη και η ζωή του ανθρώπου, αλλά και όλης της κτίσεως. Αρκεί να ανοίξουμε οι θεολόγοι καλά τα μάτια μας, και απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και προσωπικές αντιδικίες, να κοιτάξουμε στο βάθος και το εύρος αυτού του Μυστηρίου των Μυστηρίων. Εκεί θα βρούμε όλη τη θεολογία μας, όχι απλώς στο νου και τη διάνοιά μας, αλλά στην εμπειρία μας, μια εμπειρία που δεν θα είναι ατομική υπόθεση (όπως συμβαίνει με άλλες εμπειρικές θεολογίες), αλλά κοινωνία ψυχών και σωμάτων, μετοχή του Θεού και όλης της κτίσεως.

Έτσι, ατενίζοντας το μέλλον προσβλέπω προς αυτό που ο καθηγητής Σταμούλης αποκάλεσε εδώ μετά από εμένα εποχή. Το τί θα γίνει με τον σπόρο που έπεσε, μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Αυτός, που κατευθύνει την Ιστορία μπορεί να ακυρώσει ό,τι κατέθεσα ή, όπως εύχομαι, να βρεί κάτι σ’ αυτό που να είναι χρήσιμο για τα σχέδιά Του. Το μόνο που θα μπορούσα εγώ να πω είναι τι θα ήθελα να δω στην μετά από εμένα εποχή. Και αυτό θα μπορούσε ενδεικτικά να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) Μαθητές που θα κάνουν βήματα πιο πέρα από όσα έχω πεί, χτίζοντας επάνω σ’ αυτά με τρόπο εποικοδομητικό και δημιουργικό.

β) Μια προέκταση της ευχαριστιακής θεολογίας σε περιοχές που θα ήθελα προσωπικά, αν είχα το χρόνο, να καλύψω. Μια τέτοια περιοχή είναι η Τέχνη, για την οποία η ευχαριστιακή θεολογία έχει πολλά να πει. Η Ορθόδοξη θεολογία συνδέεται από τη φύση της με την Τέχνη. Με αυτήν θεολόγησε στο παρελθόν πριν υποταγεί στην αιχμαλωσία της ακαδημαϊκής νοησιαρχίας. Δεν νοείται Ορθόδοξη θεολογία χωρίς γόνιμο διάλογο με την Τέχνη σε όλες τις μορφές της (λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, θέατρο κ.τ.λ.). Η Θ. Ευχαριστία βρήκε γρήγορα την έκφρασή της στην Τέχνη. Καιρός είναι να την ξαναβρεί.

γ) Αλλά και με την Επιστήμη πρέπει να διαλεχθεί η ευχαριστιακή θεολογία. Διότι, η Ευχαριστία περιλαμβάνει μία κοσμολογία που έχει πολλά να μοιραστεί με τις φυσικές επιστήμες, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και τη μεθοδολογία.

δ) Τέλος, ως προς την ηθική (ή μάλλον το ήθος) η θεματολογία είναι και θα παραμένει πάντα ανεξάντλητη. Τι έχει να μας πει η ευχαριστιακή θεολογία για θέματα βιοηθικής, σεξουαλικής ηθικής, Ιεραποστολής, αντιμετώπισης της βίας κ.ά.

Η ταπεινή μου προσφορά προσπάθησε να συνδέσει την Ευχαριστία με τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και με την ανθρωπολογία. Αλλά, η Ευχαριστιακή θεολογία έχει μία δυναμική ανεξάντλητη. Αφήνει στους νεώτερούς μου να προχωρήσουν παραπέρα σε περιοχές, όπως εκείνες που ανέφερα. Το έχει ανάγκη η Εκκλησία.

Αυτά θα ήθελα να πω με αφορμή την εκδήλωση αυτή ως αναδρομή σε ό,τι ταπεινό, με τη χάρη και το έλεος του Θεού, προσέφερα στην Θεολογία. Ευχαριστώ γιατί μου δώσατε την ικανοποίηση να αισθανθώ ότι «ουχί εις κενόν έδραμον, ουδέ εις κενόν κεκοπίακα». Αυτό είναι μέγιστο δώρο για έναν άνθρωπο γιατί μου δώσατε τη δυνατότητα να μοιραστώ μαζί σας τους στοχασμούς και τις αγωνίες μου. Εύχομαι ταπεινά το Πανάγιον Πνεύμα να κατευθύνει την Ορθόδοξη Θεολογία στην εκπλήρωση της αποστολής της σε ένα κόσμο που έχει τόση ανάγκη από το σωτήριο λόγο της Ορθοδοξίας.

Σας ευχαριστώ.

 

Ομιλία που εκφωνήθηκε κατά την υποδοχή του Μητροπολίτου Περγάμου
ως «Εταίρου» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών»
Βόλος, 29 Οκτωβρίου 2011

Advertisements