Οι ζωές των άλλων ουσιαστικά είναι μια προσπάθεια να καταδειχτεί με άμεσο τρόπο πως το σύστημα, στην προκειμένη περίπτωση το κομμουνιστικό, αλλά και το κάθε σύστημα , -καπιταλιστικό, θρησκευτικό, πολιτικό, πολιτιστικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, δεν έχει σημασία-, αποτελεί εκείνο το ιδιοφυές δημιούργημα, ανθρώπων ανελεύθερων, εξουσιαστικών, ανθρώπων θεσμικών, που κλεισμένοι στην απόλυτη εσωστρέφειά τους προσπαθούν να δημιουργήσουν μια πλασματική πραγματικότητα ικανή να επιτρέψει την προώθηση των ιδιοτελών σκοπών τους, που ολοκληρώνονται στην ατομική ευδαιμονία και τον ασθματικό ηδονισμό. Ένα σύστημα το οποίο δεν αφορά κανέναν, ούτε και αυτούς που το δημιούργησαν, ή κυρίως αυτούς που το δημιούργησαν. Μια αυταπάτη ικανή, όμως, μέσα στην ανυποληψία της να κρύψει τον πραγματικό κόσμο και να ακυρώσει τον αληθινό άνθρωπο. Ο άνθρωπος του συστήματος ζει και δεν ζει. Νομίζει πως ζει, αλλά στ’ αλήθεια δεν ζει. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν θεατή της ζωής των άλλων, έναν παρακολουθητή . Που παρακολουθεί, βέβαια, για να ενοχοποιήσει, οπωσδήποτε όχι για να συμμετάσχει.
Ο λοχαγός Βίσλερ επιστρατεύεται από το καθεστώς, του οποίου άλλωστε είναι δημιούργημα, για να εξοντώσει τους άλλους, να εξοντώσει τις ζωές τους. Εξοντώνοντας όμως τους άλλους εξοντώνει τον ίδιο του τον εαυτό, μηδενίζει την ίδια του την ύπαρξη, ακυρώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα ζωής, που προϋποθέτει κατανόηση και συνύπαρξη, έρωτα και συνείδηση. Το σύστημα έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συγκεκριμένες ανοχές, συγκεκριμένους στόχους, μια απόλυτη δηλαδή δομή και κίνηση, που αγγίζει τα όρια του απόλυτου προορισμού. Και ο άνθρωπος του συστήματος δεν μπορεί παρά να αποτελεί τον πιστό και συνεπώς τυφλό υπηρέτη του, το εκλεκτό και άγρυπνο όργανό του, που δαιμονοποιεί τον οποιονδήποτε απέναντι και υποψιάζεται τον οποιονδήποτε δίπλα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο μυστικό του συστήματος. Μέσα από συγκεκριμένη μεθοδολογία και πάντα στο όνομα του λαού, της κοινότητας, της ομάδας, πραγματικοτήτων αναγκαίων για μια νέα και γενικευμένη νομιμοποίηση, στις οποίες βέβαια το σύστημα δεν πίστεψε ποτέ, καταφέρνει να δημιουργεί απόλυτα μοναχικούς, φοβισμένους και ταυτόχρονα αδίστακτους ανθρώπους που θρέφουν την έπαρσή τους, από μια στέρηση, από μια έλλειψη και εξάπαντος όχι από την κοινωνία . Έτσι αναπτύσσεται μια ιδιότυπη ηθική, γέννημα του «θρησκευτικού χαρακτήρα» του συστήματος, που στηρίζεται στην αγάπη και την πίστη, που για να αληθεύουν, οφείλουν να βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση με την ελευθερία . Οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας υπονομεύει και εν τέλει καταργεί τόσο την αγάπη όσο και την πίστη. Με άλλα λόγια ο εχθρός του συστήματος είναι η ίδια η ελευθερία . Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον μιας διεστραμμένης αγάπης και μιας διεστραμμένης πίστης που γεννιούνται και θρέφονται από τη δίψα για απόλυτη εξουσιαστικότητα . Μια εξουσιαστικότητα που επιτρέπει στο σύστημα, αλλά και τον άνθρωπο του συστήματος, να περνά με τρόπο μαγικό από την απόλυτη εσωστρέφεια, την κόλαση της μοναξιάς, στην απόλυτη εξωστρέφεια της πρεμούρας και της προπαγάνδας, την κόλαση της υποκριτικής κοινωνίας∙ από τη σκληρή λογοκρισία και απαγόρευση της οποιασδήποτε δημιουργίας του ελεύθερου ανθρώπου, στις διακεκριμένες θέσεις του θεάτρου, για το πορνικό φαίνεσθαι , αποδεικνύοντας πως τα μέσα και τα έξω δεν έχουν καμία σημασία, εάν δεν τα φωτίζει η ελευθερία της επιλογής και η εκστατική αγάπη πρόσληψης του άλλου, του εντελώς διαφορετικού .
Βέβαια, είναι γνωστό από την ιστορία του πολιτισμού, πως η ελευθερία της συνείδησης, στο βαθμό που αποτελεί την πλέον ελκυστική πραγματικότητα για τον άνθρωπο, αποτελεί και το έσχατο σημείο βασανισμού του. Και τούτο διότι ο άνθρωπος, καταπώς λέγει ο Ντοστογιέφσκυ, «…προτιμάει την ησυχία, ακόμα και τον θάνατο, παρά την ελεύθερη εκλογή εν γνώσει του καλού και του κακού» . Σε αντίθεση με αυτόν τον θάνατο, με αυτή την ησυχία, που αποτελούν τα χαρακτηριστικά του τακτοποιημένου και καθημερινού ανθρώπου, ενός ανθρώπου δηλαδή έτοιμου για την αποδοχή του συστήματος, που κάνει πάντα τη δουλειά του με χαμηλωμένο κεφάλι, χωρίς να ενδιαφέρεται για όλα τα «επικίνδυνα» που τον περιτριγυρίζουν, η ελευθερία είναι μια πραγματικότητα, ένας τρόπος ύπαρξης που αναζητά παντού και πάντα την ανάδειξη της ευθύνης, εκείνης δηλαδή της δημιουργικής δύναμης, που σε κάνει να χάνεις τον ύπνο σου. Το σύστημα, ως οργανωμένη υποκρισία, επιζητά, ή καλύτερα απαιτεί από τα μέλη του την κατάθεση της ευθύνης, και την τυφλή υποταγή, αγάπη και πίστη ονομάζεται, του ανθρώπου σε αυτό. Ζητά τον απόλυτο έλεγχό του, σωματικό και πνευματικό. Ελέγχει το φαγητό του, την ερωτικότητά του, τη διασκέδασή του, κάθε ανάσα από τη ζωή του. Και όταν αποτυγχάνει να τον κερδίζει με «αθώα» μέσα, επιστρατεύει τη βία, εκείνη τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο αγνώριστο. «Όπου και να κάτσουμε, ο σοσιαλισμός πρέπει να μας αφήσει να φάμε», σημειώνει με αρκετή δόση σαρκασμού ο Βίσλερ στη συνάντησή του με τον ταγματάρχη Γκρούμπιτζ στο εστιατόριο της Στάζι. Κινούμενη σε άλλο δρόμο η ελευθερία προτρέπει στην ανάληψη της ευθύνης, που γεννά την αμφισβήτηση, διακηρύσσει το τέλος της βεβαιότητας και σπάζει τα είδωλα του εξουσιασμού∙ ανατρέπει την τακτοποίηση και μένει ανοικτή στην έκπληξη που υπόσχεται η ζωή. Αφήνει χώρο για να χωρέσουν τα αχώρετα, τα μικρά και τα μεγάλα, τα σπουδαία και τα ταπεινά. Το σύστημα δεν θέλει και δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα . Η ελευθερία θέλει να αλλάξει τα πάντα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια στάση, που προϋποθέτει και συνεπώς αποκαλύπτει το πέρασμα από τη γενική λατρεία, την απόλυτη δηλαδή ειδωλολατρία, τη φανταστική και συνεπώς ουτοπική χώρα, όπου «όλοι μοιράζονται την ίδια πίστη», στην ασκητική του προσώπου, στη χώρα δηλαδή εκείνη που μαθαίνει στον άνθρωπο πως συλλογικότητα, κοινοτικότητα και κοινωνικότητα είναι χωλές και ανάπηρες δίχως τη λειτουργία του ελεύθερου και συνεπώς υπεύθυνου ανθρώπου, που αναζητά το νόημα της ύπαρξής του πέρα από τη σημαία του επίγειου άρτου, που σηκώνει με ενθουσιασμό το υποκριτικό σύστημα, καθώς γνωρίζει καλά τον τρόπο εκμετάλλευσης της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης .
Οι ζωές των άλλων αποτελούν ουσιαστικά έναν τέτοιο ύμνο στην ελευθερία, αλλά και την αγάπη και την πίστη που γεννά η υπαρξιακή υιοθέτησή της. Μια σύγχρονη τραγωδία που με δραματικό τρόπο αποκαλύπτει πως τα οριακά προβλήματα δεν αποτελούν «προνόμιο» μιας εποχής, αλλά την αγωνία κάθε εποχής. Τα πρόσωπα του Florian Henckel von Donnersmarck, στέκονται εκεί, στην άκρη της γης της υπαρξιακής αγωνίας, μάρτυρες των παιχνιδιών που τους επιφυλάσσει ένας τρόπος, μια χώρα που στ’ αλήθεια αγνοεί την ύπαρξή τους. Μια χώρα όπου κουβέντες όπως, ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία, αποτελούν την ύψιστη ύβρη για τους «θεούς» της εξουσίας και της δύναμης. Τους εχθρούς του απρόσωπου και συνεπούς ολοκληρωτισμού . Η γνωστή πλέον και πολυτραγουδισμένη φράση για το καλό σου, σουξέ κάθε συστήματος, ψιθυρίζεται πάντα στο αυτί των εκλεκτών, όσων δηλαδή προορίζονται για να πληρώσουν τον σκοπό του «νέου Μεσσία» , κάποτε ως εκδήλωση προστασίας και κάποτε ως υπονοούμενη απειλή, στην περίπτωση που κάποιος τολμά έστω και να σκεφτεί την άρνηση αποδοχής τής τιμητικής κλήσης. Έτσι το παιχνίδι στρατολόγησης ξεκινά πάντα με το χάδεμα της οποιασδήποτε ματαιοδοξίας, την τόνωση της οποιασδήποτε αυταρέσκειας με ταξίματα και μαλάματα και καταλήγει, εάν και εφόσον χρειαστεί και αφού πρώτα περάσει μέσα απ’ όλα τα ενδιάμεσα στάδια, στην απειλή για την ίδια την ύπαρξη, σε εκείνη την πίεση που οδηγεί τους ανθρώπους της τέταρτης κατηγορίας, στην οποία ανήκουν ο Ντρέυμαν, ο Ζέρσκα και εν μέρει η Κρίστα Μαρία, στην απόδραση από τη ζωή, στην αυτοκτονία, που αποτελεί το έσχατο δώρο του συστήματος στον ασυμβίβαστο. Τη μια «μηχανικός στην Εδέμ…ένα λαμπερό αστέρι στην κοινωνία» και την άλλη υπονομευτής της «Δημοκρατίας» και της προόδου, επικίνδυνος για τη λειτουργία του συστήματος, αποδιοπομπαίος μιας κοινωνίας καθολικής «αγάπης» και «πίστης», στην οποία δεν ξεπλήρωσες ποτέ το χρέος που έγραψες. Ένα χρέος που υπενθυμίζεται κάθε φορά που πρέπει να ξανανεβεί μέσα σου εκείνη η ενοχικότητα, που γεννά συμμόρφωση και σταδιακή προσαρμογή-υποταγή στη νέα πραγματικότητα, που ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Και εάν ξέρεις να δένεις μια Mont Blanc καλώς, σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα μπορέσεις ποτέ να σωθείς και να σώσεις τον λαό σου. Δεν θα αποδειχτείς εκλεκτός, θα προσβάλλεις αυτόν που σε καλεί και θα γίνεις άξιος όλων των συνεπειών που ακολουθούν μια τέτοια «ανόητη» και «επιπόλαια» συμπεριφορά.
Το ίδιο βέβαια που ισχύει για τον κλητό του συστήματος (Ντρέυμαν, Κρίστα Μαρία), τον κλητό του καθεστώτος, ισχύει και για τον εκλεκτό του (Βίσλερ). Τον αποδειγμένα δηλαδή δικό του άνθρωπο, που καλείται όμως να επιβεβαιώνει την πιστότητά του, την παραμονή στο κοινό στρατόπεδο, στην ίδια πλευρά μάχης, κάθε φορά που οι περιστάσεις το απαιτούν. Εχεμύθεια και διάθεση συγκάλυψης, αποτελούν κάποιες από τις αρετές εκείνες που επιτρέπουν την ανάπτυξη συνεκτικών ιστών των μελών του συστήματος και τη δημιουργία μιας ισχυρής καθολικότητας που αποδεικνύεται πάντα ικανή για την αναχαίτιση των εξωτερικών αντιπάλων, των εχθρών που πάντα υπονομεύουν το καθεστώς. Και εδώ, όπως άλλωστε και σε όλες τις περιπτώσεις συνάντησης με το σύστημα, τη χώρα δηλαδή του τίποτα, όπου απαγορεύεται μετά μανίας ο κοινός τρόπος που ορίζει η ασήκωτη ελευθερία, υπεύθυνοι της ενότητας αποδεικνύονται «οι βάρβαροι», αυτοί οι άνθρωποι, που ακόμη και εάν δεν υπάρχουν θα πρέπει εξάπαντος να δημιουργηθούν, έτσι ώστε να αποτελούν στους αιώνες μια κάποια λύση, που θα επιτρέπει στους ρήτορες παλαιών και καινούργιων μεσσιανισμών, σε όλους εκείνους δηλαδή τους «παίκτες» του λυτρωτικού ολοκληρωτισμού, που προκλητικά δηλώνουν πως θα σώσουν τον κόσμο, -«ήμασταν τίποτα, θέλουμε να γίνουμε όλα», ήταν το σύνθημα της προλεταριακής επανάστασης-, να γεμίζουν πλατείες, στάδια και αγορές .

Advertisements