μτξτ_077

Συχνά πυκνά γίνεται λόγος στα όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την αισθητική και το κιτς. Έχω την αίσθηση πως δεν υπάρχει μέλος της, που να μη βρέθηκε, έστω και για μια φορά, μπροστά σε μια τέτοια συζήτηση. Άλλωστε η Εκκλησία, ο ναός, είναι το σπίτι, ο οίκος των μελών του εκκλησιαστικού σώματος και τούτο το σπίτι, όπως και κάθε σπίτι «έχει μεγάλη σημασία υγιεινή, βιολογική, ηθική» για τα μέλη του, καθώς λέει ο Ν.Γ. Πεντζίκης, στο βιβλίο του Ο πεθαμένος και η ανάσταση. Προϋπόθεση, βέβαια, για μια τέτοια παρατήρηση είναι η εν τοις πράγμασι αποδοχή πως στο χώρο τούτου του σπιτιού «μένουμε και ζούμε και σκεφτόμαστε».

Θα έλεγα, λοιπόν, πως η περιγραφή του σπιτιού είναι ικανή από μόνη της, ή σχεδόν από μόνη της, για να αποκαλύψει την ουσία ενός τρόπου, τα μέλη του οποίου καταλαβαίνουν «το βάρος που ασκεί το σπίτι στην εν γένει στάση» τους.  Είναι ξεκάθαρο, άλλωστε, πως στην Ορθοδοξία, αλλά όχι μόνο σ’ αυτήν, η οντολογία του κάλλους δείχνει την οντολογία του αληθούς. Πράγμα που αναγνωρίζουν άνθρωποι που έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις του πολιτισμού -εξάπαντος όχι μόνο οι θεολόγοι-, όπως ο Θανάσης Φωκάς για παράδειγμα, ο οποίος στηριγμένος στα μαθηματικά του σημειώνει τα εξής όμορφα: «Ένας ώριμος μαθηματικός έχει ανεπτυγμένο το κριτήριο της αισθητικής. Οι μαθηματικοί ψάχνουν για την ομορφιά και την αλήθεια. Όταν ένας μαθηματικός ανακαλύψει δυο διαφορετικές εξισώσεις, μπορεί να διακρίνει ποια είναι αισθητικά όμορφη και ποια όχι. Και υπάρχουν πολύ μεγάλες πιθανότητες η αισθητικά όμορφη να είναι και η σωστή. Πάλι έρχομαι στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι αγαπούσαν τη γεωμετρία. Γιατί; Υπήρχε αυτή η σχέση μεταξύ του αγαθού και του ωραίου. Δεν μπορούσε κάτι που θεωρούσαν αληθές να μην είναι και ωραίο. Είναι αυτό που λέγανε οι Λατίνοι: ‘Η ομορφιά είναι σφραγίδα της αλήθειας’». Πράγμα που αναδεικνύει τη φιλόκαλη αισθητική, και μάρτυς μου ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ως την κατεξοχήν θεολογία της Εκκλησίας. Παράλληλα, όμως, οδηγεί και στη μυστική ακρόαση εκείνου του μελαγχολικού εμβατηρίου, που ζωγραφίζει με ποιητική καθαρότητα την υποχώρηση από τα ουσιώδη και την αυτό-παράδοση στο ακαλλές μιας κυρίαρχης ασχήμιας που απειλεί να καταστρέψει τον κόσμο.

«Κάποτε είπες∙ η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς», παρατηρεί ο Σταύρος Κουγιουμτζής, «και σου ζητώ ταπεινά να μου επιτρέψεις να προσθέσω: Εάν η ασχήμια δεν καταστρέψει την ομορφιά». Δεν ξέρω εάν σήμερα ο αγώνας  έχει κριθεί οριστικά και υπέρ ποιού, εκείνο όμως που μπορώ να υποστηρίξω είναι ότι η ασχήμια, αυτή η χωρίς οντολογική κυριότητα κυρία, που προηγουμένως χαρακτήρισα ως κυρίαρχη, μοιάζει να βασιλεύει και να δυναστεύει με το άπλωμά της την αστραπή της ωραιότητας.

Σήμερα ο ναός δεν αποκαλύπτει το σώμα, τη σάρκα, αγνοεί το Λόγο και τις αισθήσεις, αρνείται την ενότητα της ευχαριστίας και διεκδικεί την τελική μορφοποίηση του μορφοποιητή του, που είναι ο «αναίσθητος άνθρωπος». Εκείνη η τραγική ύπαρξη, που βρίσκεται  στον αντίποδα του ανθρώπου των γεγυμνασμένων και ασκημένων αισθητηρίων του αποστόλου Παύλου, στον αντίποδα   του ανθρώπου, ο οποίος ξέρει να βλέπει, καταπώς λέει ο γέροντας Πορφύριος και ο οποίος «έχει πνεύμα Θεού, προσέχει όπου περνάει, είναι όλο μάτια, όλο όσφρηση. Όλες του οι αισθήσεις ζούνε, αλλά ζούνε με το Πνεύμα του Θεού. Είναι αλλιώτικος. Όλα τα βλέπει κι όλα τ’ ακούει× βλέπει τα πουλιά, την πέτρα, την πεταλούδα…Περνάει από κάπου, αισθάνεται το καθετί, ένα άρωμα, για παράδειγμα. Ζει μέσα σε όλα× στις πεταλούδες, στις μέλισσες κ.λπ. Η χάρις τον κάνει να είναι προσεκτικός. Θέλει να είναι μαζί με όλα».

Μια τέτοια, όμως, στάση ήταν που ανέδειξε όλες εκείνες τις οντολογικές και εξάπαντος όχι μόνο τεχνολογικές αλλοτριώσεις της αισθητικής της Ορθοδοξίας, που επιτρέπουν την κυριαρχία των βιομηχανοποιημένων και άκρως ακαλαίσθητων λατρευτικών αντικειμένων (εικόνες, καντήλια, μανουάλια, στασίδια, άμφια, φουγάρα που θα ζήλευαν οι ψησταριές της λαϊκής αγοράς), αλλά και την υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου με μεγέθη ναών, ηχητικών εγκαταστάσεων, εντός και εκτός ναού, που εμβολίζουν τα όρια και τις αντοχές ενός τρόπου που κτίσθηκε πέτρα πέτρα και γεωργήθηκε με τα δάκρυα αγίων, οι οποίοι  γνώριζαν καλά πως «ενός πράγματος εστι χρεία». Άλλωστε, πόσες αντοχές μπορεί να έχει η ευαισθησία όταν το κριτήριο της Ορθοδοξίας και της αγιότητας πλέον καθορίζεται ή μετριέται από το βαθμό και την ένταση του ιεροποιημένου μπορντώ, τη γραφικότητα του κυματιστού δικέφαλου, αλλά και όλων εκείνων των επικίνδυνων μορφωμάτων που στηρίζουν μια στείρα προγονοπληξία και μεγαλομανία,  η οποία κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από την κατάφαση στη λογικότητα της λατρευτικής παράδοσης. Και το λέω αυτό για να μη νομίσει κανείς ότι με τα όσα ως τα τώρα σημειώνω προκρίνω και συνεπώς ζητώ μια επιστροφή στην καθαρότητα του οποιουδήποτε παρελθόντος. Η πρότασή μου είναι άλλη. Διεκδικεί το άνοιγμα, τη λειτουργική επέκταση, τη ζώσα αναπνοή του κυριακού σώματος εδώ και τώρα και στους αιώνες. Πράξη που προϋποθέτει κατάφαση στη ζωή, κατάφαση στην ανθρωπινότητα, αλήθειες που αποκαλύπτουν τον Θεό της αγάπης ως πάγκαλο και υπέρκαλο,  καλλιτέχνη και δημιουργό, που η παρουσία του απομακρύνει με μιας τις κακοτεχνίες και τις ενέδρες του άρχοντος του αιώνος τούτου, που ελαχιστοποιούν την ύπαρξη, εξασθενούν την αγάπη, και σπάζουν την ενότητα «επί το αυτό εν αμερίστω καρδία», καθώς  σημειώνει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.

Μια τέτοια στάση είναι, άλλωστε, που μπορεί να αποκαλύψει πως η αισθητική δεν είναι θέμα γούστου, αλλά συνέπεια, αποτέλεσμα άμεσο μιας βαθειάς οντολογικής εμπειρίας του μυστηρίου της σάρκωσης. Αποτέλεσμα κοινωνίας με το πρόσωπο του Χριστού, του ενός της Αγίας Τριάδας, το πρόσωπο της απόλυτης κένωσης και της δημιουργικής πρόσληψης. Τουτέστιν μια στάση που δικαιώνει για μια ακόμη φορά το βιβλικό «ίδε ο άνθρωπος, ίδε ο Θεός». Ο άνθρωπος αποκαλύπτει τον Θεό του και ο ναός δείχνει τον άνθρωπο του, που δείχνει τον Θεό του. Ή, όπως θα έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δείχνει την χειροποίητη Εκκλησία που με τη σειρά της «υποφαίνει σοφώς» την αχειροποίητη Εκκλησία. Πράγμα που μας επιτρέπει να πούμε πως η αισθητική, η φιλόκαλη αισθητική, δεν είναι μια απλή διαδικασία  τέρψης της όρασης, αλλά η ολοκληρωτική αλλοίωσή της, η πλήρωσή της, εντός της οποίας η τέρψη γίνεται  τόσο αιώνια όσο και ενθαδική. Ή αιώνια γι’ αυτό και άκρως ενθαδική. Όμοια με την Εκκλησία, τη χώρα της απόλυτης τέρψης, τη γη του σταυρωμένου έρωτα, η οποία  δεν χωρά απλά και μόνον το σώμα, αλλά γίνεται σώμα, όπως ο Λόγος έγινε σάρκα.

Μια τέτοια πραγματικότητα φαίνεται πως είχε υπόψη του και ο Ν.Γ. Πεντζίκης, όταν αναφερόμενος στους ναούς της μητέρας πόλης  έγραφε τα εξής σημαντικά: «Η Θεσσαλονίκη γέμει από περίλαμπρους ναούς αυτής της εποχής…Αναφέραμε ήδη γενικά για τις οικίες, τις σχεδόν οικιακές διαστάσεις των εκκλησιών αυτής της εποχής. Επίσης, το γεγονός ότι μοιάζουν εξωτερικά σαν κοσμηματοθήκες ή κειμηλιοθήκες. Σ’ αυτό συντείνει τα μέγιστα η τοιχοποιία, η συνείδηση του οικοδομικού υλικού, σαν να είναι οι λίθοι και οι πλίνθοι στοιχεία του οργανικού πλασίματος ενός σώματος. Πολλές φορές βλέποντας απέξω τα τοξοτά παράθυρα, σου φαίνεται ότι βλέπεις άνθρωπο. Να! Δείχνεις τα μάτια. Να!  Ο σταυρός ανάμεσα στα φρύδια πάνω στη μύτη. Δίδυμα ή απλά τα παράθυρα, τα αισθάνεσαι πως είναι παιδιά της εκκλησίας, που, άσχετα προς το μέγεθός της ή και αν είναι γεμάτη από παρουσίες ανθρώπων ή όχι είναι ένας κόσμος ολόκληρος…Με βασικό μοτίβο τον σταυρό ή το Ιησούς Χριστός και το Ιησούς Χριστός Νικά…Έξω από τον ναό τριγυρνώντας ακόμα, αισθάνεσαι τον σεβασμό, που εμπνέει το σώμα ως δοχείο του μυστηρίου της ζωής…το σώμα κρύβει όλο τον πλούτο του ενάστρου ουρανού, που διηγιέται την δόξα του Κυρίου Θεού…Εμείς, κτίζοντας τις σημερινές εκκλησίες και από την τοιχοποιία και από τη διαρρύθμιση των επιφανειών και των επιπέδων και από τη ζωγραφική τους διακόσμηση, αποδεικνύουμε ότι ούτε του υλικού, ούτε της γεωμετρίας της διαρρυθμίσεώς του, ούτε των θεμάτων που απεικονίζονται επ’ αυτού, αφήνουμε την ψυχή μας να λάβει συνείδηση, καταστρέφοντας με το νου, κάθε σημείο όπου μπορεί να υπάρχει, σε αφελή εκδήλωση εισέτι, το μεράκι και η γνησιότητα της ανασαμιάς».

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης

[περιοδικό Εφημέριος 9 (2010, σ. 4-6)]

Advertisements